Η πηγή και το περιεχόμενο της θρησκευτικής σκέψης
Η θρησκευτική σκέψη είναι τόσο παλιά όσο και ο ίδιος ο άνθρωπος. Θα έλεγε κανείς ότι είναι σύμφυτη με την ανθρώπινη φύση μας. Πηγή της φαίνεται πως είναι η έμφυτη ίσως ανάγκη του ανθρώπου να κοιτάξει προς μια υπεράνω αυτού δύναμη και να συναρτήσει τη ζωή του με αυτήν. Βασίζεται επίσης στην ανάγκη κάθε οργανωμένης ανθρώπινης κοινωνίας να θέσει και να υπακούει έναν κώδικα ηθικής, που να εξασφαλίζει την ομαλή συμβίωση των μελών της κοινωνίας και τον αλληλοσεβασμό της ζωής και της ιδιοκτησίας τους.
Παρατηρώντας τους διάφορους λαούς και πολιτισμούς στη μακραίωνη ιστορία της ανθρώπινης ζωής και σκέψης, θα δούμε ότι η θρησκευτική σκέψη είναι παρούσα σε κάθε χρονική στιγμή και σε κάθε κοινωνία. Θα δούμε μάλιστα ότι υπάρχουν ορισμένες χαρακτηριστικές ομοιότητες ανάμεσα στις διάφορες θρησκείες του κόσμου: πρώτον, η πίστη σε μία (ή περισσότερες) ανώτερες δυνάμεις, και δεύτερον, η ύπαρξη ενός κώδικα ηθικής που λέει τι είναι καλό ή κακό, τι είναι επιτρεπτό ή απαγορευμένο, τι επιτρέπεται και τι επιβάλλεται. Η τήρηση των κανόνων αυτών επιβραβεύεται και η παράβασή τους τιμωρείται αναλόγως. Οι κώδικες αυτοί της ηθικής μοιάζουν πάρα πολύ μεταξύ τους. Η θρησκευτική αγωγή που η οικογένεια, το σχολείο και η εκκλησία δίνουν στα παιδιά, αποβλέπει πρωταρχικά στο να γνωρίσουν λεπτομερώς και να υπακούσουν στα δύο παραπάνω: στο Θεό και στην ηθική που η κάθε θρησκεία πρεσβεύει.
Ένα ερώτημα που έχει κατά καιρούς διχάσει τους ψυχολόγους αλλά και τους θεολόγους είναι πώς συνδέεται η θρησκευτική σκέψη με την ανάπτυξη μιας προσωπικής σχέσης με τον Θεό. Και θα εξηγήσω γιατί: είναι γεγονός ότι δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη θρησκευτική αγωγή των παιδιών, το να τα διδάξουμε, δηλαδή, να κάνουν «αυτό που θέλει ο Θεός», δηλαδή ηθικούς και θρησκευτικούς κανόνες. Προσπαθούμε να τα διδάξουμε τα λόγια, τις ιστορίες τις ενέργειες του Θεού. Στην προσπάθεια αυτή επιδιδόμαστε καμιά φορά και με υπερβάλλοντα ζήλο, διδάσκοντας στα παιδιά να νιώθουν ενοχή για τις παραβάσεις των κανόνων και φόβο για την τιμωρία του Θεού. Και παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες, συχνά τα παιδιά μένουν μόνο σ’ αυτά, την ανάπτυξη, δηλαδή, της ενοχής και του φόβου, με άλλα λόγια την ανάπτυξη της θρησκευτικής σκέψης. Το μεγάλο ζητούμενο όμως είναι να γνωρίσουν τα παιδιά όχι το περιεχόμενο αλλά το πρόσωπο της θρησκείας και να νιώσουν όλα τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις συμπεριφορές που απευθύνονται σε έναν Θεό, που αγαπά πάνω και πέρα από κάθε όριο που η ανθρώπινη νόηση μπορεί να συλλάβει.
Στην Αγία Γραφή το ερώτημα αυτό διαφαίνεται μέσα από μερικά από τα λεγόμενα του Ιησού, όπως για παράδειγμα στην παραβολή του ασώτου και του πρεσβύτερου γιου. Ο πρώτος ήταν η ενσαρκωμένη παραβίαση κάθε ηθικού κώδικα, ενώ ο δεύτερος ήταν η ενσαρκωμένη τήρησή του. Πώς τελικά κατέληξε ο πρώτος να συμβολίζει με τον πιο ευαίσθητο τρόπο την επανασύνδεση του ανθρώπου με τον Θεό, ενώ ο δεύτερος να συμβολίζει εκείνον που δεν κατάλαβε τίποτε από την ουσιαστική σχέση της αγάπης που δίνει νόημα στην ηθική και τη θρησκεία; Με άλλα λόγια, η θρησκευτική σκέψη που όλοι μας στην οικογένεια, στο σχολείο και στην εκκλησία προσπαθούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά να αναπτύξουν, θα τους οδηγήσει στο να καταλάβουν πραγματικά τη φύση και τη ζωή με τον Θεό ή θα αρκεστούν στα οφέλη που προσφέρει στο άτομο και την κοινωνία η ζωή σύμφωνα με ορισμένα ηθικά στάνταρντ, υψηλού έστω επιπέδου;
Πώς αναπτύσσεται η θρησκευτική σκέψη στα παιδιά
Για να καταλάβουμε καλύτερα πώς αναπτύσσεται η θρησκευτική σκέψη στα παιδιά, είναι χρήσιμο να μιλήσουμε για το πώς αναπτύσσεται η κατανόηση των ηθικών κανόνων, των κριτηρίων με τα οποία κρίνουν κατά πόσο μία πράξη ή σκέψη είναι «καλή» ή «κακή». Με την έννοια αυτή, η ανάπτυξη της ηθικής σκέψης συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης. Ως γονείς ή εκπαιδευτικοί μάς είναι ιδιαίτερα χρήσιμο να γνωρίζουμε πώς τα παιδιά, στις διάφορες ηλικίες, κατανοούν τους ηθικούς κανόνες και διαμορφώνουν ηθικές έννοιες. Στη συνέχεια θα περιγράψω συνοπτικά πώς γίνεται αυτό και για να το κάνω πιο κατανοητό, θα χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα:
«Ένα μικρό αγόρι, ο Γιάννης, βρίσκεται στο δωμάτιό του. Η μαμά του τον φωνάζει να πάει στην τραπεζαρία για να φάνε. Πίσω από την πόρτα της τραπεζαρίας βρισκόταν ένας δίσκος, που είχε πάνω του 15 ποτήρια. Χωρίς να το ξέρει αυτό ο Γιάννης, σπρώχνει την πόρτα, πέφτει κάτω ο δίσκος και σπάνε όλα τα ποτήρια».
«Ένα άλλο αγόρι, ο Γιώργος, μια μέρα που έλειπε η μαμά του από το σπίτι, σκέφτηκε ότι είναι ευκαιρία να φάει λίγο από το γλυκό που φύλαγε η μητέρα του στο πάνω ντουλάπι της κουζίνας. Ανέβηκε λοιπόν σε μια καρέκλα και τεντώνοντας το κορμάκι του, προσπάθησε να φτάσει το βάζο με το γλυκό. Δεν τα κατάφερε όμως, γιατί ήταν πολύ ψηλά και, ενώ προσπαθούσε, έριξε κάτω ένα ποτήρι και το έσπασε».
Ποιο παιδί θα έπρεπε να τιμωρηθεί περισσότερο για τη ζημιά που έγινε; Τα παιδιά, μέχρι την ηλικία των 7 χρόνων, αξιολογούν τις πράξεις σύμφωνα με το υλικό τους αποτέλεσμα. Αυτό σημαίνει ότι, κατά τη γνώμη τους, μεγαλύτερη τιμωρία πρέπει σε εκείνο που έκανε και τη μεγαλύτερη ζημιά, που έσπασε δηλαδή τα 15 ποτήρια. Από τα 9 με 10 χρόνια και μετά είναι σε θέση τα παιδιά να λαμβάνουν υπόψη τους και τα κίνητρα κάθε πράξης. Έτσι ένα παιδί αυτής της ηλικίας θα απαντήσει ότι περισσότερο θα έπρεπε να τιμωρηθεί αυτός που είχε «κακή» πρόθεση, δηλαδή το δεύτερο παιδί. Για να ολοκληρωθεί η ικανότητα των παιδιών να κατανοούν τους ηθικούς κανόνες, θα πρέπει να φτάσουν στην αρχή της εφηβείας, οπότε θα μπορούν να συνυπολογίζουν και το μέγεθος της ζημιάς και τα κίνητρα των πράξεων.
Επίσης, καθώς διαμορφώνεται η ικανότητα των παιδιών να κατανοούν τους ηθικούς κανόνες, αλλάζει και η γνώμη που έχουν τα παιδιά για το απόλυτο ήτο σχετικό των ηθικών κανόνων. Τα μικρότερα παιδιά (μέχρι περίπου τα 7 χρόνια τους) πιστεύουν ότι οι ηθικοί νόμοι είναι, όπως και οι φυσικοί, αμετάβλητοι, καθορισμένοι και αιώνιοι. Ότι μια πράξη είναι ή ηθική ή ανήθικη. Μετά τα 9-10 χρόνια τους τα παιδιά αντιλαμβάνονται ότι πολλοί από τους ηθικούς νόμους είναι κοινωνικές συμβάσεις, που βασίζονται στην κοινή συμφωνία και μας εξασφαλίζουν μια καλύτερη τάξη και ζωή. Κάπως έτσι αντιλαμβάνονται, για παράδειγμα, τους κανόνες του παιχνιδιού. Αρχικά πιστεύουν ότι είναι απαραβίαστοι και αμετάβλητοι, καθορισμένοι από τον Θεό ή τους μεγάλους. Αργότερα, όμως, αντιλαμβάνονται ότι είναι προϊόν αμοιβαίας συμφωνίας μεταξύ των παικτών και μπορούν μάλιστα να αλλάξουν, όταν υπάρχει κοινή απόφαση. Επίσης, κατανοούν ότι όλες οι συμπεριφορές στις οποίες τους πειθαρχούν οι γονείς με τα λόγια «δεν είναι καλό ή σωστό» δεν έχουν το status των ηθικών πράξεων. Κατανοούν, δηλαδή, ότι το να μη δέρνεις τον μικρό αδελφό σου είναι μια ηθική πράξη, ενώ το να μη μασάς τσίχλα στην τάξη είναι μια κοινωνική σύμβαση.
Η θεωρία του Kohlberg για την ανάπτυξη της ηθικής σκέψης
Σύμφωνα με τη θεωρία του Kohlberg για τη διά βίου ανάπτυξη της ηθικής σκέψης, αυτή πραγματοποιείται σε τρία επίπεδα, που το καθένα εξελίσσεται σε δύο στάδια.
Προηθικό επίπεδο (προσχολική και σχολική ηλικία)
- Αποφυγή της τιμωρίας
- Ατομικιστική ηθική
Συμβατικό επίπεδο (εφηβική και ώριμη ηλικία)
- Ηθική του “καλού παιδιού” ή της διαπροσωπικής συμφωνίας
- Ηθική της έννομης τάξης
Μετασυμβατικό επίπεδο (λίγοι μόνο ενήλικες)
- Ηθικη κοινωνικού συμβολαίου
- Ηθική των πανανθρώπινων αρχών
Ας δούμε μια ιστορία που χρησιμοποιούσε ο ίδιος ο Kohlberg για τη μελέτη της ηθική σκέψης των ατόμων: «Ένας πατέρας υποσχέθηκε στον γιο του ότι θα τον άφηνε να πάει εκδρομή με τους φίλους του, αν μάζευε ο ίδιος από το χαρτζιλίκι του τα 100 ευρώ, που ήταν τα έξοδα. Αργότερα όμως ο πατέρας χρειάστηκε τα χρήματα και τα ζήτησε από το παιδί. Το παιδί τότε είπε στον πατέρα του ότι είχε μαζέψει μόνο 10. Έδωσε αυτά στον πατέρα του και κράτησε τα υπόλοιπα για τον εαυτό του. Λίγο αργότερα το παιδί είπε στον μικρότερο αδελφό του τι είχε συμβεί. Τι στάση θα πρέπει να κρατήσει ο μικρός; Να πει στον πατέρα τι έκανε ο αδελφός του ή όχι»;
Ας δούμε τι απαντήσεις δίνουν τα άτομα, ανάλογα με το στάδιο ή το επίπεδο ηθικής σκέψης στο οποίο βρίσκονται. Στο προηθικό επίπεδο βρίσκονται τα περισσότερα παιδιά μέχρι 9 ετών. Εδώ η ηθική προσδιορίζεται μόνο από το εξωτερικό περιβάλλον, όχι από ενδογενείς παράγοντες. Η βασική αρχή του πρώτου σταδίου είναι η αποφυγή της τιμωρίας. Το παιδί μπορεί να αποφασίσει να το πει στον πατέρα του, γιατί φοβάται πως, «αν μάθει ότι το ήξερα και δεν του το’ πα, θα με τιμωρήσει», ή να μην το πει, γιατί «αν το πω, τότε ο αδελφός μου θα με δείρει». Στο δεύτερο στάδιο το κίνητρο είναι η συναλλαγή για μελλοντική χρήση. Μπορεί δηλαδή να σκεφτεί να μην το πει, φοβούμενος ότι «αν αργότερα ο αδελφός μου με πιάσει να κάνω κάτι κακό, τότε θα το πει κι εκείνος στον πατέρα».
Στο επίπεδο της συμβατικής ηθικής βρίσκονται οι περισσότεροι έφηβοι αλλά και ενήλικες. Το χαρακτηριστικό αυτής της σκέψης είναι ότι η ηθική προσδιορίζεται από την τήρηση ή μη των κανόνων και των κοινωνικών συμβάσεων. Στο πρώτο στάδιο κυριαρχεί η ηθική του «καλού παιδιού» και της διαπροσωπικής συμφωνίας. Το ενδιαφέρον εστιάζεται στη συμμόρφωση προς αυτό που οι πιο πολλοί άνθρωποι θεωρούν ως ορθό. Ηθική σημαίνει να εκπληρώνει κάποιος τις υποχρεώσεις του προς το άμεσο οικογενειακό περιβάλλον και να εκδηλώνει ενδιαφέρον για τους άλλους. Αποφεύγεται συστηματικά η αποδοκιμασία από τη στενότερη κοινωνική ομάδα. Έτσι, στο παράδειγμά μας, ο μικρός μπορεί να αποφασίσει να μην το πει, «γιατί οι φίλοι μου θα θυμώσουν μαζί μου». Στο επόμενο στάδιο κυριαρχεί η ηθική «του νόμου και της τάξης». Οι νόμοι πρέπει να εφαρμόζονται για να υπάρχει κοινωνική ευρυθμία. Η τήρηση του νόμου βρίσκεται πιο πάνω από τις ατομικές ανάγκες των ανθρώπων. Ηθική συμπεριφορά είναι αυτή που αποβλέπει στο καλό του κοινωνικού συνόλου. Εδώ το παιδί μπορεί να απαντήσει: «Θα το πω, γιατί πάντοτε προσπαθώ να κάνω ό,τι μου λένε οι γονείς μου».
Στο μετασυμβατικό επίπεδο οι άνθρωποι συμπεριφέρονται ηθικά από πεποίθηση στις προσωπικές τους αρχές και αξίες κι όχι γιατί θέλουν να συμμορφωθούν σε κανόνες που επιβάλλονται από την εξουσία ή την κοινωνία. Τα άτομα πιστεύουν ότι ο καθένας έχει τη συμβατική υποχρέωση να τηρεί τους νόμους, αλλά μερικές φορές τα ατομικά δικαιώματα των ανθρώπων είναι υπεράνω των νόμων, όταν αυτά καταπατούνται. Η ηθική πράξη προσδιορίζεται πλέον από την εσωτερική συνείδηση και μπορεί να είναι ή να μην είναι σύμφωνη με την κοινή γνώμη ή τους κοινωνικούς νόμους. Το κάθε άτομο θεωρείται ότι έχει την ίδια προσωπική αξία και είναι άξιο σεβασμού όπως κάθε άλλος, ανεξάρτητα από τις ιδέες και τα χαρακτηριστικά του. Έτσι το παιδί μπορεί να απαντήσει, «θα το πω, γιατί είναι πιο σημαντικό να είναι κανείς φιλαλήθης και να είναι εντάξει με τον εαυτό του, παρά να κάνει αυτό που αρέσει στους άλλους». Ή ακόμα μπορεί να απαντήσει, «δεν θα το πω, γιατί ο αδελφός μου πιστεύει ότι μπορεί να με εμπιστεύεται για τα προσωπικά του θέματα και δεν θέλω να προδώσω την εμπιστοσύνη που μου έδειξε».
Βλέπουμε, δηλαδή, ότι στο πρώτο επίπεδο της ηθικής σκέψης το βασικό κριτήριο είναι το ατομικό συμφέρον, στο δεύτερο οι εξωτερικές υποχρεώσεις και οι εντολές ή επιθυμίες των άλλων και στο τρίτο επίπεδο κυριαρχεί ο προσωπικός παράγοντας, οι εσωτερικευμένες πεποιθήσεις και αρχές.
Στο τελευταίο αυτό επίπεδο λίγα είναι τα άτομα που φθάνουν. Για να το φτάσει κανείς, θα πρέπει να είναι σε θέση να ζει αποδεδειγμένα σύμφωνα με τα όσα πιστεύει. Στην περίπτωση της θρησκευτικής σκέψης, πρέπει να έχει κατανοήσει και να ζει την αγάπη του Θεού και να ανταποκρίνεται σε αυτή με όση αγάπη έχει. Η αγάπη αυτή μπορεί να διαταράσσεται, αλλά δεν διακόπτεται, δεν παρεμποδίζεται από περιόδους αμαρτίας ή αστοχίας. Το ζητούμενο δεν είναι η μη αμαρτία, το «καλό παιδί», αλλά η αφομοίωση του εαυτού μέσα στον Χριστό.
Κριτική σκέψη, ηθική ανάπτυξη και θρησκευτική σκέψη
Σύμφωνα με σχετικές έρευνες σε άτομα ποικίλης θρησκευτικής προέλευσης, διαπιστώθηκε ένα κοινό εύρημα: τα περισσότερα θρησκευόμενα άτομα βρίσκονται στο συμβατικό επίπεδο ηθικής σκέψης, και συχνά στο πρώτο του στάδιο, του προσανατολισμού προς την ηθική του καλού παιδιού και της διαπροσωπικής συμφωνίας. Κάποιες έρευνες έδειξαν ότι πολλά άτομα που φοιτούν σε θεολογικές σχολές έχουν χαμηλότερο επίπεδο ηθικής σκέψης από ό,τι συνομήλικοί τους που σπουδάζουν σε άλλα αντικείμενα. Ορισμένοι επιστήμονες, ένθεοι και μη, υποστηρίζουν ότι η θρησκευτική αγωγή εξαναγκάζει αυτούς που τη δέχονται, σε χαμηλή κριτική σκέψη ή τουλάχιστον δεν συμβάλλει στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης.
Στο άλλο άκρο, ορισμένοι ηγέτες της θρησκευτικής εκπαίδευσης φτάνουν στο σημείο να μην ενθαρρύνουν ή να μην ευνοούν την ελεύθερη και κριτική σκέψη, από τον φόβο ότι κάτι τέτοιο θα οδηγήσει τους σπουδαστές σε αμφισβήτηση των θρησκευτικών αρχών που διδάσκονται. Πέρα από τα άκρα, ένα παρόμοιο ερώτημα τίθεται συχνά και στη δική μας εκπαιδευτική πρακτική. Βοηθά τελικά η θρησκευτική αγωγή την ανάπτυξη της κριτικής σκέψης ή την παρεμποδίζει;
Κατά τη γνώμη μου η λύση δίνεται στην Αγία Γραφή, αρχικά από τον Θεό στον εκλεκτό Του λαό, τον Ισραήλ, και στη συνέχεια από τον Ίδιο τον Ιησού, απευθυνόμενος προς όλους μας: «Αυτή είναι η μεγαλύτερη εντολή: να αγαπάς Κύριο τον Θεό σου με όλη σου την καρδιά, με όλη σου την ψυχή, με όλο σου το νου και με όλη σου τη δύναμη. Και με τον ίδιο τρόπο να αγαπάς και τον συνάνθρωπο». Αυτό που εγώ καταλαβαίνω είναι η σαφής παραίνεση του κυρίαρχου Θεού προς το πλάσμα Του: «Καλλιέργησε τον νου που σου έχω εμπιστευθεί. Γνώρισέ με με κάθε μέσο που διαθέτεις, ακόμη και προπαντός, με τη διάνοιά σου, στον βαθμό που αυτή μπορεί να με συλλάβει. Απόλαυσέ με και δόξασέ με με όλες σου τις αισθήσεις και τις διανοητικές σου δυνατότητες». Εξάλλου ο Χριστός παροτρύνει τους μαθητές Του να Τον γνωρίσουν καλύτερα «ερευνώντας τας γραφάς», ενώ το, δυστυχώς πιο διαδεδομένο, «πίστευε και μη ερεύνα» έχει μάλλον την πηγή του στον μεσαίωνα.
Επιπλέον, ο άνθρωπος χρειάζεται να καλλιεργεί και να αναπτύσσει την κριτική του σκέψη, ώστε να είναι σε θέση να διακρίνει τους ψεύτικους θεούς και τις μικρές ή μεγάλες αλεπούδες, που ο καθένας μας φέρει μέσα του. Με άλλα λόγια, χρειαζόμαστε κριτική σκέψη για να κάνουμε αυτοκριτική, να αντιμετωπίσουμε παλιές κακές συνήθειες και χαρακτηριστικά, που έχουν γίνει ένα με την ανθρώπινη φύση μας και μας απομακρύνουν από τον Θεό, όπως είναι η σκληροκαρδία, ο ναρκισσισμός, οι προκαταλήψεις, η αυτοδικαίωση. Η κριτική σκέψη αφήνει περιθώρια στη διόρθωση και τη βελτίωση, στο να συνεχίσουμε να εργαζόμαστε, ώστε οι ορίζοντές μας να διευρύνονται και οι ζωές μας να μεταμορφώνονται, με τη χάρη του Θεού, προς τη θεϊκή εικόνα.
Πώς μπορεί να ενισχυθεί η ανάπτυξη της ηθικής σκέψης
Όπως ήδη τονίστηκε, βασικός παράγοντας για την ηθική ανάπτυξη είναι η γνωστική ανάπτυξη και η κριτική σκέψη. Φαίνεται ότι η κριτική σκέψη είναι προαπαιτούμενο για ένα υψηλότερο επίπεδο ηθικής σκέψης. Υπάρχουν όμως τρόποι οι οποίοι υποβοηθούν την ανάπτυξη της ηθικής σκέψης; Οι περισσότεροι συμφωνούν ότι υπάρχουν τρεις τουλάχιστον τρόποι που μπορούν να ενισχύσουν την ηθική ανάπτυξη των παιδιών στο οικογενειακό και σχολικό περιβάλλον.
Ο πρώτος είναι η συζήτηση: Είναι σημαντικό να δίνονται ερεθίσματα στα παιδιά που να διεγείρουν τη σκέψη τους, να προκαλούν συζητήσεις, να αντιμετωπίζουν αντιγνωμίες. Ο δεύτερος τρόπος είναι η απόδοση σεβασμούστο παιδί ως άτομο που δικαιούται να έχει άλλη γνώμη, ακόμη και αν είναι εμφανώς λανθασμένη. Η καλλιέργεια ενός κλίματος εμπιστοσύνης προς το παιδί κάνει το παιδί να εμπιστεύεται τόσο τον εαυτό του όσο και τη σχέση που αναπτύσσει μαζί μας κι αυτό θα αποδώσει καρπούς αργότερα. Είναι σημαντικό να καλλιεργήσουμε στο παιδί αυτονομία και πρωτοβουλία, αντί για τυφλή υπακοή κι άκριτη συμμόρφωση, έστω κι αν αυτό του χαλάσει προσωρινά την εικόνα του «καλού» παιδιού. Ο τρίτος τρόπος είναι η παρουσίαση ηθικώνπροτύπων τόσο μέσα από ιστορικά ή άλλα πρόσωπα όσο και από το οικείο περιβάλλον του παιδιού. Ένας πρακτικός τρόπος είναι να παρουσιάζονται πρότυπα, μέσα από την ιστορία, τη λογοτεχνία κτλ. και να συζητιέται όχι μόνο η δράση τους αλλά και τα συναισθήματά τους, τα ηθικά τους κίνητρα, οι αρχές και οι αξίες που καθοδηγούν τις ενέργειές τους.
Η διδασκαλία πρέπει να περιέχει ιστορίες για πρότυπα, οι οποίες θα προσελκύουν το ενδιαφέρον των μαθητών στον ηθικό, πολιτικό και προσωπικό τομέα και θα προωθούν το όραμα της ηθικής συμπεριφοράς μέσα στον καθένα από εμάς. Όταν τα παιδιά ταυτίζονται συνειδητά με κάποιο ηθικό πρόσωπο, τότε προσθέτουν στοιχεία της προσωπικότητας του ήρωα στη συμπεριφορά τους, καθώς και τις ηθικές αρχές που συνοδεύουν το πρότυπο αυτό.
Είναι γνωστό ότι τα παιδιά απορροφούν εύκολα ό,τι τους εντυπωσιάζει. Οι δάσκαλοι θα πρέπει να προβάλλουν τα ηθικά πρόσωπα με τέτοιο τρόπο, ώστε να γίνεται κατανοητή από τα παιδιά όχι μόνο η βιογραφία τους, αλλά να υπογραμμίζονται οι ψυχολογικές ιδιότητες και τα ατομικά χαρακτηριστικά που συνδέονται με την ηθική συμπεριφορά. Σκόπιμο είναι να παρουσιάζουν πρότυπα ανδρών και γυναικών που προέρχονται από διάφορα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας και που έχουν να επιδείξουν αξιοθαύμαστα χαρακτηριστικά. Οι μαθητές θα πρέπει να ενθαρρύνονται στο να εντοπίζουν και να εκτιμούν τα ηθικά χαρακτηριστικά μέσα στους ίδιους, να τα ασκούν σε συνθήκες πραγματικής ζωής και να δέχονται επανατροφοδότηση από τον δάσκαλο. Αυτό θα βοηθήσει στο να υιοθετήσουν ήδη από νωρίς συμπεριφορές, όπως ο αλτρουισμός, η τιμιότητα, η γενναιοψυχία, η μεγαλοψυχία, με σκοπό να χτίσουν έναν όσο το δυνατόν πιο χρήσιμο κοινωνικό ρόλο.
Ωστόσο θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν είναι εύκολο ούτε απλό να δημιουργήσει κανείς την κατάλληλη εκπαιδευτική ατμόσφαιρα, ώστε να εμπνεύσει και να επηρεάσει τα παιδιά προς την ηθική ανάπτυξη. Θεμέλιος λίθος για την επιτυχία της εκπαιδευτικής παρέμβασης είναι η δημιουργία υγιών και στενών συναισθηματικών σχέσεων με τα παιδιά. Είναι επίσης σημαντικό οι ενήλικες που λειτουργούν ως πρότυπα (γονείς, δάσκαλοι, κτλ.) να εκδηλώνουν οι ίδιοι με συνέπεια τη θετική κοινωνική συμπεριφορά που θέλουν να περάσουν στα παιδιά.



