Μαρτίνος Λούθηρος: οι θέσεις του πάνω στο θέμα «γάμος»

two gold-colored rings on paper

(Ομιλία που δόθηκε στις 11.3.2017 στην Β’ Ευαγγελική Εκκλησία Αθηνών  στο πλαίσιο ημερίδας με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 500 χρόνων από τη Μεταρρύθμιση και  με θέμα: «Μαρτίνος Λούθηρος: Εισαγωγή στον βίο και στις ιδέες του»)1

Ένας γάμος που «κάνει τους αγγέλους να γελούν, τους δαίμονες να κλαίνε»

13 Ιουνίου 1525. Ο άνδρας και η γυναίκα που εκείνη την ημέρα στην πόλη της Βυρτεμβέργης έδιναν τους γαμήλιους όρκους μπροστά στον Θεό και στους λίγους μάρτυρες αμφίβολο είναι,  αν μπορούσαν να φανταστούν, ότι το γεγονός της ένωσης και της μετέπειτα κοινής πορείας τους αυτό καθαυτό, οι  διεργασίες που το κατέστησαν δυνατό, όπως και η ιδεολογική του σημασία εντός του τότε κοινωνικού και πνευματικού περιβάλλοντος, θα αποτελούσε αντικείμενο έρευνας και ποικίλων ερμηνευτικών προτάσεων πέντε αιώνες αργότερα.

Το βέβαιο είναι, ότι τόσο ο άνδρας, ο Μαρτίνος Λούθηρος, όσο και η  γυναίκα,  η Katharina von Bora, γνώριζαν καλά  ότι ο γάμος τους δεν ήταν κάτι το συνηθισμένο ούτε οι ιστορικές συνθήκες, το θρησκευτικό αλλά και πολιτιστικό πλαίσιο  ευοίωνα για την ένωσή τους.

Εκείνος – ύστερα από τη διακήρυξη του 1517 και τη δημόσια υποστήριξη των πνευματικών του θέσεων αίτιος ενός ρήγματος στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας, το οποίο ολοένα και περισσότερο έκανε εμφανή τόσο την πνευματική του σημασία και δυναμική, όσο και τις πολιτικές του προεκτάσεις. Μάλιστα εκείνη ακριβώς την περίοδο μαινόταν ο  Πόλεμος των Χωρικών, μια εξαιρετικά βίαιη εξέγερση εναντίον των ευγενών, η οποία με την αιματοχυσία που προκαλούσε βρισκόταν βεβαίως σε πλήρη αντίθεση με την ουσία και τους πραγματικούς στόχους των μεταρρυθμιστικών θέσεων του Λουθήρου και των συνεργατών του, αυτοπροσδιοριζόταν όμως ως πνευματικό τους τέκνο (μάλιστα στην Θουριγγία και Σαξονία ηγέτης των εξεγερμένων ήταν παλαιός του συνεργάτης, ο Thomas Müntzer). Παράλληλα, το ίδιο έτος, είχε οριστικοποιηθεί η ρήξη του με τον Έρασμο και η επακόλουθη απώλεια, σε μεγάλο βαθμό, της στήριξης των κύκλων του Ουμανισμού.

Εκείνος – πρώην Αυγουστινιανός μοναχός που είχε απαρνηθεί τους μοναστικούς του όρκους βρισκόταν συγχρόνως πάντα κάτω από την απειλή των αποφάσεων της Δίαιτας της Worms (1521), οι οποίες επέτρεπαν ουσιαστικά την καταγγελία, σύλληψη και καταδίκη του ως αιρετικού.

Εκείνη – επίσης πρώην μοναχή. Σε ηλικία 10 περίπου ετών ο ευγενικής καταγωγής αλλά όχι εύπορος πατέρας της την είχε φέρει στο Σιστερσιανό μοναστήρι του Niembschen (κοντά στην πόλη Grimma, νότια της Λειψίας),  όπου καταρχήν έλαβε κάποια μόρφωση και στη συνέχεια, 16 ετών, έδωσε τον όρκο της μοναχής. Το 1523, όταν η Κατερίνα ήταν 24 ετών, κατόρθωσε τη νύχτα του Μ. Σαββάτου να δραπετεύσει από το μοναστήρι μαζί με άλλες έντεκα κοπέλες. Τις βοήθησε ο πατέρας μιας από αυτές, ο έμπορος από το Thorgau Leonhard Koppe, πιθανότατα με προτροπή και μεσολάβηση του Λουθήρου, οι απόψεις του οποίου σχετικά με τον μοναχικό βίο είχαν, όπως φαίνεται, γίνει γνωστές και είχαν επηρεάσει τα νεαρά κορίτσια. 

Στις λαϊκές αντιλήψεις και δοξασίες η ένωση ενός μοναχού με μία μοναχή ήταν κάτι το αποτρόπαιο – από μια τέτοια σχέση, απειλούσε ένα παλαιό ρητό, θα ξεπηδούσε ο Αντίχριστος. Το σχετικό ειρωνικό σχόλιο του Έρασμου: «αν αυτό πράγματι ίσχυε, ο κόσμος θα ήταν γεμάτος Αντιχρίστους».

«O γάμος μου θα ευχαριστήσει τον πατέρα μου, θα εξαγριώσει τον Πάπα, θα κάνει τους αγγέλους να γελάσουν και τους δαίμονες να κλάψουν – και τέλος θα επισφραγίσει τη μαρτυρία μου»,  έγραψε σε επιστολή του ο Μαρτίνος Λούθηρος.

Αυτά που ακολουθούν προτίθεμαι να αποτελέσουν μια κατά κάποιον τρόπο επεξήγηση και σχολιασμό αυτής της παρορμητικής, άκρως συναισθηματικής και βέβαια καθόλου λόγιας και θεολογικά σαφούς δήλωσης.

Εισαγωγικές παρατηρήσεις – Μια ενδιαφέρουσα έρευνα

Πρόκειται πράγματι για μια πρώτη προσέγγιση στον βασικό κορμό των απόψεων του Μαρτίνου Λούθηρου πάνω στο θέμα ‘γάμος’. Αξιοποιήθηκαν βέβαια πορίσματα έγκυρης επιστημονικής έρευνας και, κυρίως, αποσπάσματα από χαρακτηριστικά κείμενα του ίδιου του  Λουθήρου. Όμως στην παρούσα φάση δεν ήταν  δυνατόν   να αποδελτιωθούν και να σχολιασθούν οι 1991 (σύμφωνα με την καταμέτρηση ενός ερευνητή!)  αναφορές του στο θέμα, οι  διάσπαρτες στους 54 τόμους μιας από τις εκδόσεις  των έργων του. Πρόκειται είτε για απλές αναφορές, είτε για σύντομες ή εκτεταμένες αναλύσεις. Δεν ήταν δυνατόν επίσης  να γίνει εξαντλητική χρήση του όγκου της σχετικής βιβλιογραφίας, η οποία δεν προέρχεται μόνον από τον χώρο της θεολογίας,  αλλά και της ιστορίας, της κοινωνιολογίας, της ιστορίας των ιδεών, των σπουδών φύλου, όπως και άλλων επιστημονικών πεδίων. Να σημειωθεί, ότι η πρόσληψη του Λουθήρου δεν είναι πάντα θετική. Στα συνέδρια, στις ημερίδες που οργανώνονται, στα άρθρα που γράφονται με την ευκαιρία του φετινού επετειακού έτους 2017 δεν ακούγονται αποκλειστικά και μόνον υμνητικά σχόλια. Από την άλλη πλευρά γενική είναι η παραδοχή της κορυφαίας σημασίας του ίδιου και της δράσης του και βεβαίως της Μεταρρύθμισης γενικότερα, τόσο στο  πνευματικό πεδίο αυτό καθεαυτό, όσο και στις πολιτικοκοινωνικές (και όχι μόνον) εξελίξεις που δρομολογήθηκαν και σε μεγάλο βαθμό διαμόρφωσαν τη φυσιογνωμία της σύγχρονης Ευρώπης (και όχι μόνον). 

Βεβαίως αρνητική κριτική δεν συνεπάγεται πάντα και αναγκαστικά αντικειμενική άποψη. Στερεότυπα,  προκατάληψη, εμποδίζουν πάντα την ισορροπημένη κρίση,  ακόμη  και όταν έχουν επιστημονικό  προσωπείο. Επίσης η παντελής απουσία πνευματικής αφετηρίας, οι δεδηλωμένες αθεϊστικές καταβολές δεν αποτελούν εξ ορισμού εχέγγυο  αντικειμενικότητας. Όμως και μεταξύ όσων από μας ανήκουμε πνευματικά σε κλάδους που προήλθαν από τη Μεταρρύθμιση ελλοχεύει ο κίνδυνος να  περιβάλουμε τον Μαρτίνο Λούθηρο με ένα εξωραϊστικό φως και να τον εξάρουμε  σε ένα βάθρο απρόσιτο στην οποιαδήποτε κριτική. Στην περίπτωσή μας ακόμη περισσότερο είναι απαραίτητα η  επαγρύπνηση και  το μέτρο. 

Στην τρίτη συνάντηση των μελών του Biblicum της φετινής Ακαδημαϊκής περιόδου, επιστημονικής συνάντησης  που διοργανώνει τακτικά ο Τομέας Βιβλικής Γραμματείας και Θρησκειολογίας του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ, και η οποία πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο, προσκεκλημένος ήταν ο καθηγητής Reinhold Mokrosch του Institut für evangelische Theologie του Πανεπιστημίου του Osnabrück, ειδικός, κατά την κρίση των θεολόγων Ακαδημαϊκών, σε θέματα που αφορούν τον Λούθηρο.  Η ομιλία του είχε θέμα: «Γιατί οι Γερμανοί γιορτάζουν και σήμερα, ύστερα από 500 χρόνια τον Λούθηρο; Είναι το μήνυμά του επίκαιρο;». 

 Αρχίζοντας την ομιλία του ο καθηγητής Μokrosch αναφέρθηκε σε μια μικρή έρευνα,  ένα είδος γκάλοπ, που ο ίδιος έκανε μεταξύ συναδέλφων και φίλων διαφόρων ειδικοτήτων και θρησκευτικού προσανατολισμού πριν έρθει στη Θεσσαλονίκη. Τους ρώτησε δηλ. πώς αντιμετωπίζουν την ενασχόληση ειδικά το έτος 2017 με το θέμα ‘Λούθηρος’. Ο Ραββίνος δήλωσε ξεκάθαρα (και απολύτως δικαιολογημένα), ότι δεν έχει κανένα λόγο να συμμετέχει συναισθηματικά στον  «εορτασμό» της μνήμης ενός ανθρώπου που έχει εκφράσει με τόση οξύτητα αντισημιτικές απόψεις. Ο Πανεπιστημιακός στον χώρο των Πολιτικών Επιστημών αποκάλεσε τον Λούθηρο «δούλο των ηγεμόνων», θυμίζοντας, ότι τους  είχε προτρέψει να καταστείλουν βίαια την εξέγερση των αγροτών. Κατέληξε ότι δεν συμμετέχει σε κανενός είδους εορτασμό της μνήμης του.

Η υπεύθυνη για τη μελέτη θεμάτων που αφορούν τη θέση της γυναίκας ήταν επίσης κάθετα αρνητική χαρακτηρίζοντας με έκδηλη αγανάκτηση τον Λούθηρο ως ‘μισογύνη’, υπέρμαχο του περιορισμού της γυναίκας στην τεκνογονία. 

Ο καθηγητής της Αναμορφωμένης Θεολογίας είχε να σχολιάσει άκρως επικριτικά την μη ανοχή του Λουθήρου στις διαφορετικές απόψεις. 

Θετικός ήταν ο καθηγητής της Ευαγγελικής Θεολογίας τονίζοντας, ότι ο Λούθηρος άνοιξε τον δρόμο, γενικά αλλά και  προσωπικά σε κείνον, της άμεσης επικοινωνίας με τον Θεό, χωρίς την παρέμβαση κλήρου και εκκλησιαστικού συστήματος.

Το ποιος από τους ερωτηθέντες ακαδημαϊκούς γεμάτος ενθουσιασμό απάντησε απολύτως θετικά στο ερώτημα του καθ. Mokrosch ας μου επιτραπεί να το αποκαλύψω στο τέλος της ομιλίας.

Σχολιάζοντας σύντομα το αποτέλεσμα της έρευνας ο Γερμανός καθηγητής είπε κάτι απλό και σημαντικό τόσο για το θέμα που θα μας απασχολήσει όσο και για κάθε προσέγγιση του Μαρτίνου Λούθηρου γενικότερα: «Ο Λούθηρος ήταν ένας άνθρωπος του ύστερου Μεσαίωνα». Η απλή αυτή διαπίστωση σημαίνει κυρίως, ότι είναι αδύνατον να κατανοήσουμε τον Λούθηρο και πολλές από τις θέσεις του απομονωμένο από την εποχή του, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, τις ιδεολογικές και πολιτιστικές του καταβολές. Δεν έζησε σ’ έναν θάλαμο πνευματικής και πολιτιστικής «αντισηψίας» με μοναδικό του «συνομιλητή» την θεία αποκάλυψη.

Αξίζει να προσέξουμε  και μια άλλη λέξη που περιέχεται σε  αυτή την παρατήρηση: «Ο Λούθηρος ήταν άνθρωπος». Αυτό σημαίνει  καταρχήν λάθη, ασυνέπεια απόψεων κάποιες φορές, υπερβολή και οξύτητα, καθώς επί μακρόν έζησε μέσα σε συνθήκες πίεσης και πολεμικής.

Ο Λούθηρος ήταν επίσης πληθωρικός, άνθρωπος δράσης με ιδιοσυγκρασία παρορμητική, με λόγο συχνά οξύ και ακατέργαστο. Είναι μία παράμετρος που πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν.

Υπάρχει όμως και μια δεύτερη ανάγνωση όλων αυτών των επισημάνσεων: ναι, ήταν άνθρωπος της εποχής του, αλλά η ειλικρινής και σε βάθος μελέτη του Λόγου του Θεού, τον οδήγησε σε τομές και ρήξη με τις κρατούσες αντιλήψεις, τομές και ρήξη που τελικά απετέλεσαν καταλύτη εξελίξεων πνευματικών αλλά και ιστορικοπολιτικών. Αντικείμενο της δικής μας έρευνας είναι ακριβώς οι τομές που χάραξε με τη μελέτη και δράση του στο ειδικό θέμα: γάμος.

«Ο γάμος γεμίζει τη γη, η παρθενία τον Ουρανό»

Τα βιβλικά χωρία που είχαν στη διάθεσή τους οι εκκλησιαστικοί Πατέρες δεν ήταν βέβαια διαφορετικά από τα δικά μας, οι απόψεις όμως για τον γάμο, την αξία και σημασία του, όπως και τη θέση της γυναίκας ακολούθησαν μέσα στους μ.Χ. αιώνες που οδήγησαν στον Μεσαίωνα, σε γενικές γραμμές, μια πορεία συσκότισης του μηνύματος που μεταδίδουν π.χ. χωρία όπως: «ού καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον, ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθὸν κατ’ αὐτὸν… Ἄρσεν και θῆλυ ἐποίησεν αύτούς, καὶ ηὐλόγησεν αὐτούς ὁ Θεὸς λέγων… Αὐξάνεσθε και πληθύνεσθε…»

Και βέβαια πρέπει εδώ να επισημανθεί, ότι η εξέλιξη που σύντομα θα διαγράψουμε αφορά κατά κύριο λόγο τις θέσεις που αναπτύχθηκαν στην Δυτική Εκκλησία. Η εικόνα στην καθ’ ημάς Ανατολή και τότε αλλά και τώρα παρουσιάζει ίσως κάποιες ομοιότητες αλλά και πολλές, ουσιαστικές διαφορές, οι οποίες αποτελούν ένα άλλο κεφάλαιο και ερευνητικό αντικείμενο, το οποίο δεν είναι δυνατόν να εξετασθεί στο πλαίσιο της παρούσας ομιλίας.

Μεταξύ των πρώτων Πατέρων διακρίνεται μια ποικιλία απόψεων. Πολλοί υιοθετούσαν την θέση του Κλήμεντος Αλεξανδρείας (περ.150-περ.215), ο οποίος δεχόταν ότι ο γάμος και οι σεξουαλικές σχέσεις των συζύγων ήταν πράξεις συμβατές με τη Χριστιανική ζωή, δίδασκε δε ότι οι σύζυγοι θα πρέπει να συνδέονται με αισθήματα αγάπης και τρυφερότητας. Άλλων οι θέσεις εξέφραζαν επιφυλάξεις και σκεπτικισμό, όπως π.χ. του Τερτυλλιανού (περ.150-περ.240). Έγγαμος ο ίδιος παρατηρούσε, ότι δεν απαγορεύεται οι Χριστιανοί να νυμφεύονται, θεωρούσε όμως προτιμότερη την παρθενία, εφόσον ο γάμος συνεπάγεται σαρκικές σχέσεις, την ουσία δηλαδή της πορνείας. Οι περισσότεροι εκκλησιαστικοί Πατέρες του 4ου αι. εμφανίζονται υπέρμαχοι του ασκητικού βίου και της παρθενίας. Ενδεικτικό το σχόλιο του Αγ. Ιερώνυμου (περ.347-419/20): «Ο γάμος γεμίζει την γη, ενώ η παρθενία τον Ουρανό».

Ουσιαστικά αυτή την τάση εξέφρασε και ο Ιερός Αυγουστίνος (354-430), ο οποίος, όπως είναι γνωστό, άσκησε και την ισχυρότερη επίδραση στη διαμόρφωση και εξέλιξη της Δυτικής Χριστιανικής παράδοσης. Και βέβαια, η αρχική επίδραση της σκέψης του στον Μαρτίνο Λούθηρο, έναν μοναχό του Αυγουστινιανού τάγματος, θα πρέπει  να θεωρηθεί δεδομένη. Για τον Αυγουστίνο η σεξουαλική επιθυμία ήταν ένα αρνητικό φαινόμενο, ικανό να ακυρώνει τη λογική σκέψη και θέληση, ενώ η σαρκική ένωση αποτελούσε μέσο διαιώνισης του προπατορικού αμαρτήματος και, συνεπώς, η αγαμία ήταν προτιμητέα. Μολαταύτα ο Αυγουστίνος επισήμανε  τρία θετικά σημεία που λειτουργούν αντίρροπα προς την βδελυρότητα της σεξουαλικής πράξης, χωρίς όμως να την εξαγνίζουν απόλυτα: ο γάμος μπορεί να θεωρηθεί ‘αγαθόν’ (bonum), α) εξαιτίας της τεκνογονίας (proles), β) επειδή ενίσχυε τους δεσμούς πίστης και αφοσίωσης μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας προφυλάσσοντάς τους από χειρότερες σεξουαλικές παρεκτροπές (fides), γ) επειδή η ένωση των δύο προσώπων οδηγούσε στη συντροφικότητα και στην αλληλοβοήθεια, σε μία  σχέση,  η οποία, για τον Αυγουστίνο αποτελούσε sacramentum, σύμφωνα δηλ. με την κύρια ερμηνεία που αυτός έδινε στον όρο, «ορατό σημάδι της αοράτου Χάριτος». Ο χαρακτηρισμός αυτός συνδεόταν με την μονιμότητα του γάμου, για την οποία δεσμεύονταν οι σύζυγοι μπροστά στον Θεό, και με την σύλληψη του ως αντανάκλασης της σχέσης Χριστού και εκκλησίας. Δεν ετίθετο βεβαίως ζήτημα λύσης του γάμου, παρά σε ακραίες και σπάνιες περιπτώσεις.

Αγαμία του κλήρου – επίσημες αποφάσεις

Παρά τις σαφείς θέσεις περί  υπεροχής της αγαμίας που κήρυτταν εξέχοντες Πατέρες, τα μέλη του Καθολικού κλήρου συνέχιζαν γενικά να νυμφεύονται ή να διατηρούν σχέσεις με γυναίκες εκτός γάμου. Πολλές φορές μάλιστα ζούσαν με τις οικογένειες που δημιουργούσαν. 

Το καθεστώς κυρίως για τους κληρικούς αλλά και για τους γάμους των λαϊκών άλλαξε με τις μεταρρυθμίσεις που εισήγαγε ο Πάπας Γρηγόριος VII (1073-1085). Ο γάμος ενός κληρικού χαρακτηρίσθηκε επίσημα ως αίρεση, οι σύζυγοί τους θεωρήθηκαν πόρνες, τα παιδιά τους νόθα. Εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι επιδόθηκαν σε εκστρατεία υποχρεωτικής εφαρμογής αυτών των μέτρων, όπου ήδη είχαν δημιουργηθεί οικογένειες, εκδιώκοντας βίαια συζύγους και παιδιά. Από την άλλη πλευρά  η 4η Σύνοδος του Λατερανού (1215) όρισε την γαμήλια ένωση άνδρα και γυναίκας ως «ιερό μυστήριο» κηρύσσοντάς την αδιάλυτο, ενώ επόμενες σύνοδοι κατάρτισαν διαδοχικά έναν μακρύ κατάλογο κανόνων σχετικών με τον γάμο, ποικίλες απαγορεύσεις και δυνητικά κωλύματα. 

Η πραγματικότητα

«Μπορεί ο Μαρτίνος Λούθηρος να ήταν ένας από τους πρώτους ιερείς που νυμφεύθηκαν, αναμφίβολα όμως δεν ήταν ο πρώτος Δυτικός ιερωμένος που είχε σεξουαλικές σχέσεις», παρατηρεί προσφυώς o Carter Lindberg, ιστορικός της Μεταρρύθμισης. Η τραγική πραγματικότητα: παρά την επίσημη επιβολή της αγαμίας κληρικοί εξακολουθούσαν να διατηρούν σχέσεις με γυναίκες και να αποκτούν τέκνα, πρακτική που δεν αποτελούσε ιδιαίτερο εμπόδιο στην αναρρίχησή τους στην εκκλησιαστική ιεραρχία. Η παράβαση των αυστηρών εκκλησιαστικών κανόνων μπορούσε να παραβλεφθεί, αν καταβαλλόταν ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό στο εκκλησιαστικό ταμείο – ήταν ένας επαίσχυντος «Hurenzinss» (‘φόρος πορνείας’), ο οποίος αποτελούσε καθόλου ευκαταφρόνητη πηγή εσόδων. Με ιδιαίτερη οξύτητα, ίσως και κάποια δόση πολεμικής υπερβολής, ο Μαρτίνος Λούθηρος στην πραγματεία του «Εναντίον της πνευματικής κατάστασης του Πάπα και των κακώς ονομαζομένων επισκόπων» (1522) δηλώνει ότι η αντίθεση της επίσημης Εκκλησίας στον γάμο των κληρικών είχε καθαρά οικονομικά κίνητρα. Και αναλύει εκτενώς το ‘γιατί’ με εξαιρετικά ωμή διατύπωση και μάλλον άκομψο λεξιλόγιο. 

Και παράλληλα να σημειώσουμε τις μαρτυρίες που υπάρχουν για το ψυχικό μαρτύριο των ενοχών που βασάνιζαν ευσυνείδητους και πνευματικά ευαίσθητους ιερείς, οι οποίοι συνειδητοποιούσαν, ότι δεν τους ήταν δυνατόν να συμμορφωθούν ουσιαστικά με την παπική προσταγή περί αγαμίας και ότι την παρέβαιναν, αν όχι στην πράξη, οπωσδήποτε όμως στο πνεύμα.

Μαρτίνος Λούθηρος και γάμος: ίχνη ενός πνευματικού προβληματισμού

Το κήρυγμα που εκφώνησε ο Μαρτίνος Λούθηρος το έτος 1519,  την δεύτερη Κυριακή μετά την Επιφάνεια, αποτελεί ένα από τα πρώτα του κείμενα με  θέμα τον γάμο και βασίζεται στην αφήγηση του Ιωάννη σχετικά με τον γάμο στην Κανά (2: 1-11).  Στο συγκεκριμένο κήρυγμα περιέγραφε τον γάμο ως ένα δώρο του Θεού, ως διαθήκη πίστης και αφοσίωσης και  συμβούλευε όσους επιθυμούσαν τον έγγαμο βίο να προσεύχονται στον Θεό για οδηγία στην επιλογή της κατάλληλης συζύγου. Η γυναίκα δόθηκε στον άνδρα ως  σύντροφος αλλά  και για την τεκνογονία. Θεωρούσε ότι η αμαρτία διέφθειρε τη σχέση άνδρα και γυναίκας, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να προχωρούν στον γάμο όχι για να βρουν συντροφικότητα και να αποκτήσουν παιδιά, αλλά απλά και μόνον για την ικανοποίηση της σαρκικής τους επιθυμίας.

Διέκρινε τρία είδη αγάπης υποστηρίζοντας ότι η υψηλότερη και αγνότερη αγάπη ήταν αυτή ανάμεσα σ’ έναν άνδρα και μία γυναίκα, η συζυγική αγάπη. Υποστήριζε όμως, πως και αυτή η ανώτερη αγάπη είχε διαβρωθεί από  την  αμαρτία. Θεωρούσε τον σαρκικό πειρασμό παντοδύναμο και τον γάμο «ένα νοσοκομείο για τους ανίατα ασθενείς το οποίο τους παρείχε ασφάλεια, ώστε να μην πέφτουν σε βαρύτερα αμαρτήματα». Η ικανοποίηση της σαρκικής επιθυμίας νομιμοποιούνταν αποκλειστικά και μόνον εντός του γάμου.

Θεωρούσε πάντα ότι κύριος σκοπός του γάμου ήταν  η τεκνογονία με την προϋπόθεση ότι  οι γονείς  ανατρέφουν τα παιδιά τους «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου» – αυτό ήταν μια πνευματική κλήση, σημαντικότερη από κάθε άλλη υπηρεσία και καλά έργα στην εκκλησία: «Οι γονείς δεν μπορούν να πραγματοποιήσουν έργο υψηλότερο, να κάνουν κάτι  μεγαλύτερης αξίας για τον Θεό, για τη Χριστιανοσύνη, για τον κόσμο όλο, για τους ίδιους για τα ίδια τα παιδιά τους από  το να τα αναθρέψουν σωστά».

 Στο κείμενο αυτό  ο Λούθηρος συμφωνεί ακόμη με την παραδοχή των Καθολικών θεολόγων και ιδίως με τον Αυγουστίνο,  από  τον οποίο σαφώς ήταν επηρεασμένος, ότι ο γάμος αποτελεί ένα ‘μυστήριο’ και τον περιγράφει ως «ένα εξωτερικό, πνευματικό σύμβολο της υψηλότερης, ιερότερης, ευγενέστερης, ύψιστης αξίας πραγματικότητας η οποία ποτέ υπήρξε ή πρόκειται να υπάρξει, – πρόκειται για την εν Χριστώ συνένωση της θείας και ανθρώπινης φύσης». Όπως ανέφερα πιο πάνω, αυτή η ιερή, μεταφυσική διάσταση του γάμου ως μέσου παροχής της Θείας Χάριτος, αποτελούσε το τρίτο από τα θετικά σημεία που ο Αυγουστίνος αναγνώριζε στον γάμο.

Οπωσδήποτε το 1520, με την πραγματεία του «Περί της Βαβυλωνιακής Αιχμαλωσίας της Εκκλησίας» η θέση του Λουθήρου αλλάζει: απορρίπτει τον μυστηριακό χαρακτήρα του γάμου δηλώνοντας, ότι αυτός δεν  συνιστά θεία παρέμβαση ούτε συνεπάγεται άφεση αμαρτιών. Επίσης στο ίδιο έργο υποστηρίζει τη θέση που τον φέρνει σε σαφή πορεία σύγκρουσης με το Καθολικό δόγμα: η υποχρεωτική αγαμία του κλήρου θα πρέπει να καταργηθεί. Το ίδιο έτος (1520) στον «Λόγο προς τους Χριστιανούς ευγενείς του Γερμανικού Έθνους» ο Λούθηρος διακηρύττει, ότι «μπροστά  στον Θεό και υπό  το φως των Γραφών ο  γάμος των ιερέων δεν  αποτελεί παράπτωμα». Η αγαμία του κλήρου, υποστηρίζει, δεν αποτελεί νόμο του Θεού αλλά του Πάπα, τη στιγμή που «ο Χριστός μας ελευθέρωσε από όλους τους ανθρώπινους νόμους και τα διατάγματα, ιδίως εκείνα που έρχονται σε αντίθεση προς τον Θεό και τη σωτηρία της ψυχής». Ο Πάπας, δηλώνει στον λόγο «Εναντίον της πνευματικής κατάστασης του Πάπα και των κακώς ονομαζομένων επισκόπων» (1522), «δεν έχει εξουσία να επιτάσσει την αγαμία, περισσότερο απ’ όσο έχει  εξουσία να απαγορεύει την βρώση, την πόση, κάθε φυσική σωματική λειτουργία, να απαγορεύει σε κάποιον να παχαίνει»(!).

«Περί γάμου»

Το ίδιο έτος, το 1522, ο Λούθηρος συνθέτει μία από τις βασικότερες πραγματείες του, αυτήν «περί Γάμου», στην οποία παραθέτει κάποιες από τις κύριες θέσεις του πάνω στα θέματα: γάμος ως σχέση, τα πιθανά κωλύματα, αιτίες που επιτρέπουν τη λύση του.

Είναι ενδιαφέρον, ότι οι πρώτες παρατηρήσεις του αφορούν τον εξ αρχής και από Θεού διαχωρισμό του ανθρώπου σε άρρεν και θήλυ, τη φυσική ανατομία που καθορίζει  και τη σεξουαλική ταυτότητα. «Αυτό το αποτέλεσμα της δημιουργίας ήταν τόσο ευχάριστο στα μάτια του Θεού, ώστε το χαρακτήρισε ‘καλό λίαν’… Ο Θεός επιθυμεί αυτό το εξαιρετικό έργο Του να τιμάται ως θείο δημιούργημα και να μην είναι αντικείμενο περιφρόνησης και λοιδορίας. Ο άνδρας συνεπώς δεν πρέπει να περιφρονεί τη γυναίκα ή το σώμα της, ούτε αντίστοιχα η γυναίκα τον άνδρα και το σώμα του.»

Το δεύτερο σχόλιο αφορά τη φράση «αὐξάνεσθε και πληθύνεσθε». Κατά τον Λούθηρο δεν πρόκειται για εντολή, αλλά για κάτι περισσότερο: δίνει στη σεξουαλικότητα νόημα και κυρίως το χρίσμα ενός θεϊκού σχεδιασμού, τον οποίο δεν έχουμε το δικαίωμα «ούτε να παρεμποδίζουμε, ούτε να αγνοούμε… Πρόκειται για φυσική διαδικασία και τάση, λειτουργίες σύμφυτες με το ανθρώπινο σώμα όσο και τα φυσικά όργανα που εμπλέκονται σ’ αυτές. …Ο Θεός δεν προστάζει τους ανθρώπους να πολλαπλασιάζονται, μάλλον τους δημιουργεί με τέτοιο τρόπο <δηλ. με τη συγκεκριμένη ανατομία, τις συγκεκριμένες επιθυμίες>, ώστε η διαιώνιση να είναι το υποχρεωτικό επακόλουθο».

Η σχέση άνδρα και γυναίκας αποτελεί λοιπόν θεσμό και σχέδιο του Θεού, πραγματώνεται δε στη μεταπτωτική οικονομία εντός του γάμου.

Ο Λούθηρος αναγνωρίζει τρεις περιπτώσεις ανθρώπων που εξαιρούνται από τη γενική συμμόρφωση προς αυτόν τον θείο σχεδιασμό βασιζόμενος στο γνωστό χωρίο του Ματθαίου (19:12): εκείνους που λόγω εγγενούς ή επίκτητης σωματικής αναπηρίας  αδυνατούν να ολοκληρώσουν τη γαμήλια σχέση και μία ολιγάριθμη,  όπως πιστεύει, κατηγορία  ανθρώπων, στους οποίους μία σαφής, εσωτερική κλήση σε απόλυτη αφιέρωση στο έργο του Θεού υπερισχύει απόλυτα της φυσιολογικής επιθυμίας για πνευματική και σαρκική κοινωνία με έναν σύντροφο. «Κανένας δεν θα πρέπει να επιλέξει αυτό τον τρόπο ζωής», σημειώνει, «εκτός αν έχει δεχθεί μια ειδική κλήση από τον Θεό». Για όλους τους άλλους οι απαγορευτικές διατάξεις της εποχής του, όπως κηρύττονταν από την κρατούσα Εκκλησία α) έρχονταν σε αντίθεση με τον θείο σχεδιασμό, β) ήταν αδύνατον ουσιαστικά να τηρηθούν και  οδηγούσαν στην υποκρισία, στον αντίποδα της ευσεβούς ζωής και της καθαρότητας.

Ο Λούθηρος σε μια δεύτερη ενότητα αντιμετωπίζει τα περίπου 18 κωλύματα που είχαν επιβληθεί από τους εκκλησιαστικούς κανόνες για τη σύναψη γάμου και τα οποία, όπως καυστικά παρατηρεί, μπορούσαν κατά  περίπτωση να παρακαμφθούν έναντι αμοιβής. Αναγνωρίζει μόνο το κώλυμα της φυσικής αναπηρίας και ανικανότητας. Στην ίδια ενότητα θίγει το θέμα του διαζυγίου αντιμετωπίζοντας έτσι και πάλι την επίσημη θέση της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία το απαγόρευε σχεδόν ολοκληρωτικά. Αναγνωρίζει ως αιτίες λύσης του γάμου την ανικανότητα ή άρνηση ανταπόκρισης στα συζυγικά καθήκοντα και, με βάση την ερμηνεία του Ίδιου του Κυρίου, την μοιχεία (Ματθ.19: 3-9).

Αξίζει στο σημείο αυτό να παρατεθεί ένα απόσπασμα από την ανάλυσή του αναφορικά με το ουσιαστικό θέλημα του Θεού σχετικά με το πρόβλημα του διαζυγίου και το βιβλικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Ιησούς έδωσε τις συγκεκριμένες απαντήσεις:

 Οι Ιουδαίοι είχαν φθάσει στο σημείο να χωρίζουν τις γυναίκες τους για μια πληθώρα λόγων, όποτε το επιθυμούσαν, ακόμη κι όταν δεν υφίστατο θέμα μοιχείας… Γι’ αυτό υπέβαλαν το γνωστό ερώτημα στον Ιησού: ήθελαν να τον προκαλέσουν και να εκμαιεύσουν μια απάντησή Του σχετικά με τον Νόμο  του Μωυσή.

«Όμως στον Μωσαϊκό Νόμο ο Θεός θεσπίζει δύο πλαίσια διαχείρισης των ανθρώπινων σχέσεων, δίνει δύο τύπους εντολών. Κάποιες απ’ αυτές είναι πνευματικές εντολές – διδάσκουν πώς να ζει ο άνθρωπος εν δικαιοσύνη ενώπιον του Θεού…  όσοι υπάκουαν με αγάπη στον Νόμο του Θεού δεν έδιωχναν τις γυναίκες τους,  δεν έκαναν χρήση αυτής της δυνατότητας που τους έδινε το έγγραφο του διαζυγίου – ανέχονταν και υπέφεραν, αν χρειαζόταν, τη συμπεριφορά της γυναίκας τους. Δόθηκαν όμως και άλλες εντολές και αφορούν εκείνους που αδιαφορούν για τις πνευματικές οδηγίες του Θεού και έχουν σκοπό να θέσουν όρια στην αρνητική τους διαγωγή, να εμποδίσουν τα χειρότερα, πρακτικές που θα εκδηλώνουν την κακία τους και μόνον. Έτσι <ο νομοθέτης> ορίζει το εξής: αν ένας άνδρας δεν μπορεί να ανεχθεί τη συμπεριφοράς της γυναίκας του και να ζήσει μαζί της,  δεν θα πρέπει να την κακοποιήσει ή κάτι χειρότερο, αλλά να τη χωρίσει δίνοντας της το έγγραφο του διαζυγίου. Έτσι ο νόμος αυτός ουσιαστικά δεν αφορά τους Χριστιανούς που κανονικά ζουν σύμφωνα με τις πνευματικές επιταγές. Αν υπάρχουν βέβαια κάποιοι που η έγγαμη ζωή τους δεν έχει Χριστιανικά γνωρίσματα,  θα ήταν καλό να τους επιτρέπεται η χρήση αυτού του νόμου του διαζυγίου και έτσι να μην θεωρούνται πλέον πιστοί Χριστιανοί – εφόσον άλλωστε δεν είναι».

Όσον αφορά ακριβώς αυτή την τέταρτη ουσιαστικά κατηγορία που  προκύπτει από τα τελευταία σχόλια, τη δυσαρμονία και την «ασυμφωνία χαρακτήρων» που επίσης επιφέρουν σοβαρό κλονισμό του γάμου, ο Λούθηρος την αναγνωρίζει ως πιθανή δικαιολογία λύσης του γάμου, όμως υπό προϋποθέσεις. Καταρχήν προκρίνει την υπομονή και την ανοχή του συζύγου που υφίσταται το βάρος μια αρνητικής συμπεριφοράς,  στην περίπτωση όμως που αποφασίζει να προχωρήσει στη λύση του γάμου ο Λούθηρος θεωρεί, ότι δεν θα πρέπει να νυμφευθεί ξανά. Αυτό απαντά σε επικρίσεις που έχουν διατυπωθεί αναφορικά με την «πόρτα» που άνοιξε στο διαζύγιο, σε αντίθεση με την κρατούσα άποψη της Καθολικής Εκκλησίας: κατηγορήθηκε, ότι κατέστησε εύκολο το διαζύγιο με μακροπρόθεσμες αρνητικές συνέπειες. Δεν πρέπει να λησμονούμε, ότι προσπαθούσε να διορθώσει στρεβλώσεις και διατάξεις που είχαν επιβληθεί χωρίς βιβλική θεμελίωση και οδηγούσαν πολύ συχνά σε οικογενειακά και κοινωνικά αδιέξοδα.

Από την άλλη πλευρά αξίζει να αναφέρουμε και να υπογραμμίσουμε τη θέση του στην περίπτωση που η σύζυγος εξαιτίας ασθενείας ή αναπηρίας δεν μπορεί πλέον να ανταποκριθεί πλήρως στα συζυγικά της καθήκοντα: «Τι πρέπει να γίνει; Δικαιούται  ο άνδρας να πάρει άλλη γυναίκα; Κατά κανένα τρόπο. Ας υπηρετήσει τον Κύριο στο πρόσωπο της άρρωστης γυναίκας του… Ευλογημένος και δις ευλογημένος θα είσαι, αν αναγνωρίσεις το δώρο αυτό  της Χάρης Του και έτσι υπηρετήσεις την άρρωστη γυναίκα σου ως προσφορά στον Θεό». 

«Γάμος: το Αγαθό Θέλημα και Έργο του Θεού»

Ο Διάβολος δεν αγαπά τον γάμο, επειδή αποτελεί μέρος του Αγαθού Θελήματος του Θεού και δικό Του Έργο, προειδοποιεί ο Λούθηρος, πάντα στην ίδια πραγματεία του, τους νέους, οι οποίοι παρασύρονται από ασεβείς ιδέες που τους αποθαρρύνουν από το να επιλέξουν τον έγγαμο βίο, ικανοποιώντας αντίθετα τη φυσιολογική τους σαρκική επιθυμία σε εφήμερες σχέσεις, χωρίς αγάπη και δεσμεύσεις.

«Αν θέλουμε να μην βαδίζουμε στα τυφλά, αντίθετα να περπατήσουμε ως αληθινοί Χριστιανοί, να το  πρώτο που δεν πρέπει ποτέ να φύγει από τη σκέψη μας: ο άνδρας και η  γυναίκα, η σχέση τους είναι δημιούργημα του Θεού… Μην επικρίνεις το έργο Του, μην αποκαλείς κακό αυτό που ο Ίδιος ονομάζει Καλό. Γνωρίζει καλύτερα από σένα ποιο είναι το αγαθό σου,  τι θα σε ωφελήσει… Ο Θεός δηλώνει στη Γένεση (2:18): ‘Οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον. Ποιήσωμεν αὐτῷ βοηθὸν κατ’ αὐτόν’. Βλέπεις, χαρακτηρίζει τη γυναίκα ως κάτι το αγαθό, έναν βοηθό. Αν έχεις άλλη άποψη, δικό σου το λάθος. Ούτε καταλαβαίνεις, ούτε  εμπιστεύεσαι τον Λόγο του Θεού».

Αυτό που συνιστά τη διαφορά στη στάση απέναντι στον γάμο αλλά και στον τρόπο που ο άνθρωπος τον βιώνει είναι αν τον αντιμετωπίζει ως σχέδιο και δημιουργία του Θεού ή όχι. Η γαμήλια σχέση από μόνη της δεν είναι αρκετή, αντίθετα αν δεν υπάρχει αυτή η στάση, είναι βέβαιο, ότι θα ακολουθήσουν πικρία, κακοπάθεια, δυσφορία. Εκείνος όμως που βλέπει τον γάμο ως έργο και δώρο του Θεού, λέει ο Λούθηρος, «θα βρει σ’ αυτόν απόλαυση, αγάπη και ατέλειωτη χαρά. Αυτά ήταν τα λόγια και του Σολομώντα (Παροιμ.18:22): «Ὅστις εὕρηκε γυναῖκα εὕρηκε ἀγαθόν καὶ ἀπήλαυσεν χάριν παρὰ Κυρίου». «Αυτοί είναι οι άνθρωποι», σημειώνει ο Λούθηρος «που πιστεύουν ότι ο Ίδιος ο Θεός  θέσπισε, Εκείνος έφερε κοντά τον άνδρα και τη γυναίκα, Εκείνος όρισε να φέρνουν στον κόσμο παιδιά και να τα φροντίζουν. Αυτή τους την πίστη τη στηρίζουν στα Λόγια του Θεού (Γέν.1:28) και μπορούν να είναι βέβαιοι: ο Θεός δεν ψεύδεται».  Όσοι έτσι αντιμετωπίζουν τον γάμο, ως σχέδιο και θεσμό του  Θεού, σημειώνει  ο Λούθηρος, μπορούν να είναι βέβαιοι, ότι το καθετί που έχει σχέση με αυτόν, «η καθημερινότητα, οι πρακτικές, ακόμα και η κακοπάθεια, όλα είναι ευάρεστα στον Θεό.  Πείτε μου τώρα, που μπορεί η καρδιά μας να βρει υψηλότερο Αγαθό, μεγαλύτερη χαρά και απόλαυση παρά μόνον εν τω Θεώ, όταν είμαστε βέβαιοι ότι η κατάστασή μας η πνευματική, η συμπεριφορά και τα έργα μας Του είναι ευάρεστα;»

Κατά τη γνώμη μου αυτή η θεώρηση του γάμου, με όλες τις μεγάλες και μικρές λεπτομέρειες της καθημερινότητας, ως έργου που ευχαριστεί τον Θεό και ευλογεί τη ζωή του ανθρώπου αποτελεί ένα κομβικό σημείο στη σκέψη του Λουθήρου και ένα από τα σημεία που πρέπει να τονισθούν στην παρούσα ομιλία.

Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, πάντα από την ίδια πραγματεία, που αποτελεί απάντηση σε αυτούς που ειρωνεύονται (τότε και τώρα) τα πεζά, κουραστικά, βαρετά και καθόλου….  μυρωδάτα καθήκοντα ενός πατέρα και μιας μητέρας.

«Τι έχει να πει η Χριστιανική Πίστη απέναντι σε όλα αυτά; Τα βλέπει ξεκάθαρα με ορθάνοιχτα μάτια, όλα τα ασήμαντα, αποκρουστικά, περιφρονημένα καθήκοντα, τα βλέπει όμως υπό την προοπτική του Πνεύματος – ο πιστός γνωρίζει καλά,  ότι  η Θεία ευαρέσκεια κοσμεί αυτές τις ταπεινές πράξεις, σαν να ήταν το ακριβότερο χρυσάφι, τα πιο  πολύτιμα κοσμήματα. Η Πίστη λέει: ‘Ω, Θεέ, γνωρίζω, ότι Εσύ με έπλασες ως άνδρα και από το σώμα μου έφερες στην ύπαρξη αυτό το παιδί, γνωρίζω ότι χαίρεσαι με  το έργο Σου. Σου εξομολογούμαι, ότι δεν είμαι άξιος να κρατήσω στην αγκαλιά  μου αυτό το μωράκι και να το νανουρίσω, δεν είμαι άξιος να πλύνω τις πάνες του, δεν αξίζω να μου αναθέσεις τη φροντίδα του, όπως και τη φροντίδα της μητέρας του. Πώς γίνεται, εγώ, που δεν το αξίζω, να έχω τη βεβαιότητα ότι υπηρετώ το δημιούργημά σου και το πολύτιμό Σου θέλημα; Με πόση χαρά θα το κάνω, κι ας μοιάζουν αυτά τα καθήκοντα ασήμαντα, κι ας τα περιφρονούν. Δεν θα με αποθαρρύνουν, ούτε θα με κάνουν να παραιτηθώ παγωνιά, καύσωνας, κούραση. Είμαι βέβαιος ότι η υπηρεσία μου Σε ευαρεστεί».

Κάτω από  το ίδιο φως θα πρέπει και η γυναίκα να βλέπει τα καθήκοντά της – καθώς πλύνει, θηλάζει, νανουρίζει το παιδί της, καθώς το φροντίζει, καθώς ασχολείται με τις δουλειές και τη διεύθυνση του οίκου της, καθώς βοηθά και υπακούει στον άνδρα της.

Ναι, ο πατέρας θα πλύνει τις πάνες του μωρού, θα κάνει ό,τι άλλο ταπεινό απαιτεί η φροντίδα του και οι άλλοι που τον βλέπουν μπορεί να γελάσουν και να τον κοροϊδέψουν. Όμως, σημειώνει ο Λούθηρος, «ο Θεός χαμογελά μαζί με όλους τους αγγέλους Του, όχι γιατί ο πατέρας πλύνει τις πάνες του μικρού παιδιού, αλλά γιατί το κάνει με πίστη, ως  έργο Θεού». 

Υπερβολικό ίσως θα ήταν να περιμένει κανείς από τον Λούθηρο να αποκολληθεί τελείως από τις κυρίαρχες αντιλήψεις της εποχής του και βέβαια από τη μακρά παράδοση διδασκαλίας, μέσα στην οποία είχε γαλουχηθεί, σύμφωνα με τις οποίες η σεξουαλική σχέση δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως απόλαυση και βαθύτερη επικοινωνία, αλλά κυρίως ως η οδός προς την τεκνοποιία. Είναι προφανές, ότι δυσκολεύεται να απελευθερωθεί από τη βαθιά ριζωμένη παραδοχή, ότι η σαρκική σχέση είναι αποτέλεσμα αμαρτωλής επιθυμίας, ακόμα και εντός του γάμου. Συνεπώς διακρίνει  κανείς στη σκέψη του αυτή την αντίφαση: από τη μία πλευρά να τολμά την ρήξη με τις κρατούσες θέσεις αναγνωρίζοντας τον γάμο και την έλξη μεταξύ των δύο φύλων ως αποτέλεσμα θείου σχεδιασμού και από την άλλη να δηλώνει ότι είναι η θεία παραχώρηση και Χάρη  μόνον που παραβλέπει την αμαρτωλότητα των σαρκικών σχέσεων μεταξύ των συζύγων. Πρόκειται σαφώς για αντίφαση.

Αξίζει, από την άλλη πλευρά, να παρατεθεί μια καίρια ερμηνευτική παρατήρηση του C. Lindberg σχετικά με τη γενική θεώρηση του Λουθήρου γύρω από το θέμα αυτό: «Η άποψη του Λουθήρου είναι ότι η σεξουαλική αρμονία, η ευτυχία και η ατομική αίσθηση της πληρότητας είναι τα αποτελέσματα μιας σχέσης που χαρακτηρίζεται από πίστη και αφοσίωση, όχι οι προϋποθέσεις της. Η επιζήτηση της προσωπικής ολοκλήρωσης και ευτυχίας αποτελεί ένα εξαιρετικά εύθραυστό θεμέλιο για οποιαδήποτε ανθρώπινη  σχέση, πολύ μάλλον για την σχέση του γάμου και την οικογένεια».

Από τη θεωρία στην πράξη

Αν αυτές τις σκέψεις γύρω από τον γάμο ως σχέδιο, έργο και τελικά υπηρεσία Θεού, ο Λούθηρος τις επεξεργάστηκε, πριν ο ίδιος νυμφευτεί και γίνει σύζυγος και πατέρας, η πραγματική εμπειρία όχι μόνον δεν τον οδήγησε στο να τις αναθεωρήσει, αλλά τον έκανε πλουσιότερο τόσο στη βίωση της έγγαμης ζωής και σχέσης, όσο και στον τρόπο που οδηγήθηκε να κατανοεί και  να εκτιμά καλύτερα την Αγάπη του Θεού Πατέρα.

Έχει επισημανθεί από τους μελετητές του έργου του η συχνή χρήση της Γερμανικής λέξης stinkt («βρωμάει») σε σχέση με την αμαρτία. Η έκφραση ‘Das stinkt zum Himmel” («Η ‘βρώμα’ φτάνει στον  ουρανό») απέδιδε γλαφυρά την αγανάκτηση μπροστά σε μια  επαίσχυντη πράξη. Και ο Λούθηρος συχνά χρησιμοποιεί αυτή την εικόνα για να περιγράψει με συγκίνηση και δέος την ασύλληπτη Αγάπη και υπομονή του Θεού Πατέρα μπροστά στη «δυσοσμία» που αναδύεται από τις ανθρώπινες πράξεις. Με τη χαρακτηριστική του ωμή αθυροστομία παρατηρεί: «Η ‘βρώμα’ που ο  Θεός Πατέρας μας ανέχεται και ξεπηδά από τα ανθρώπινα πλάσματα είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που ένας πατέρας ή μια μητέρα ανέχονται από τα παιδιά τους», ή, «Πόση γκρίνια, πόση βρωμιά υποφέρει από μας ο Κύριος και Θεός μας, πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που είναι υποχρεωμένη να ανέχεται μια μητέρα από το παιδί της». Και σε μια από τις πολλές συνομιλίες του που έχουν καταγραφεί και συγκεντρωθεί ως Tischreden (‘Συζητήσεις γύρω από το τραπέζι’) απαντά στην ανησυχία για το πόσο επηρεάζουν τη στάση του Θεού απέναντί μας οι καθημερινές μας πτώσεις και πράξεις που συχνά Τον προσβάλλουν: «Η μητρική αγάπη είναι ισχυρότερη από τις ακαθαρσίες και τις βρώμικες πληγές του παιδιού της. Έτσι και η  Αγάπη του Θεού είναι ισχυρότερη από  τη δική μας βρωμιά». 

Μαρτίνος Λούθηρος και Katharina von Bora – ‘die “Lutherin”

Όταν παντρεύτηκαν, ο Μαρτίνος Λούθηρος ήταν 42 χρονών, η Κατερίνα 26. Έζησαν μαζί 21 χρόνια και απέκτησαν 6 παιδιά. Σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες ο γάμος τους ήταν ένα ταξίδι με όλα τα προβλήματα της καθημερινότητας, με την ένταση που η δράση του Λουθήρου ήταν επόμενο να προκαλεί, με τη βαθιά θλίψη που προκάλεσε ο θάνατος δύο παιδιών – ήταν όμως παράλληλα ένα ταξίδι που μπορεί να μην ξεκίνησε αρχικά από  την ορμή ενός σφοδρού ερωτικού πάθους, στη συνέχεια όμως έφερε τους δύο αυτούς ανθρώπους πολύ κοντά ολοκληρώνοντάς τους μέσα από μια αρμονική συνεργασία ως πνευματικές προσωπικότητες. 

«Δεν υπάρχει πάνω στη γη δεσμός γλυκύτερος, αποχωρισμός πιο πικρός από αυτό που βιώνει κανείς σ’ έναν καλό γάμο», δήλωσε κάποια στιγμή. 

Η Κäthe, όπως την αποκαλούσε, αποδείχθηκε μια άξια σύζυγος ενός τόσο πολυάσχολου ανθρώπου. Η εξαιρετική της ικανότητα στην οικιακή οικονομία και η εφευρετικότητα στην αύξηση των οικογενειακών πόρων επέτρεψε στον Λούθηρο να αφοσιωθεί απερίσπαστος στη συγγραφή και στο πνευματικό του έργο. Διαμόρφωσε το κτίριο του παλαιού Aυγουστινιανού  μοναστηριού της Βυρτεμβέργης που ο εκλέκτωρ Ιωάννης τους παραχώρησε για κατοικία έτσι, ώστε να μπορεί να φιλοξενεί περί τους 30 φοιτητές και ξένους. Κάποιοι απ’ αυτούς πλήρωναν για το κατάλυμά τους ενισχύοντας τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Ανεξάρτητα φυσικά από την οικονομική πλευρά, η γενναιόδωρη ιδιοσυγκρασία του Μαρτίνου, η αγάπη του για τη συναναστροφή με φίλους, συνεργάτες και μαθητές έκανε έτσι  κι αλλιώς το «Μαύρο Μοναστήρι» μια φωλιά που έσφυζε από ζωή και επισκέπτες. Όλη αυτή τη δραστηριότητα, τις εργασίες στο μικρό αγρόκτημα που δημιούργησε, όπως και τη  φροντίδα των παιδιών που το ένα μετά το άλλο προστίθεντο στην οικογένεια, η Κατερίνα αποδείχθηκε εξαιρετικά ικανή στο να τα διαχειρίζεται αποτελεσματικά. Ο Μαρτίνος την αποκαλούσε «ορθρινό αστέρα της Βυρτεμβέργης », καθώς η πρωινή της έγερση συμβάδιζε προφανώς με την εμφάνιση του αστεριού, 4πμ το καλοκαίρι, 5πμ τον χειμώνα.

Επανειλημμένα, όπως πληροφορούμαστε από επιστολές του, όπως και από στιγμιότυπα από τις ‘συνομιλίες του τραπεζιού’ που έχουν καταγραφεί, ο Λούθηρος εκφράζεται με τρυφερότητα και εκτίμηση για τη γυναίκα του:

«Σε ευχαριστώ εν Κυρίω για τα εγκάρδια συγχαρητήρια που έστειλες. Είμαι ένα ευτυχισμένος σύζυγος. Είθε ο Θεός να συνεχίσει να μου δίνει αυτή την ευτυχία. Αυτή η τρισχαριτωμένη γυναίκα, η καλύτερη σύζυγος, μου χάρισε με την ευλογία του Θεού ένα αγοράκι. Είναι ο Hans Luther – η θαυμάσια Χάρη του Θεού με αξίωσε να γίνω πατέρας… Η Käthe μου είναι ένας άνθρωπος τόσο ευχάριστος,  μια τέτοια πολύτιμη βοηθός και σύντροφος που δεν θα άλλαζα τη φτώχεια μου με όλα τα πλούτη του Κροίσου».

Σε μια συζήτηση με συνεργάτες του το 1531: «Δεν θα άλλαζα την Κάτυ μου κι ας μου χάριζαν τη Γαλλία και τη Βενετία… Το μεγαλύτερο δώρο που η Χάρη του Θεού μπορεί να κάνει σ’ έναν άνδρα είναι μια ευσεβής, θεοφοβούμενη  γυναίκα που αγαπά και νοιάζεται το σπίτι της – μια γυναίκα που μπορεί να της εμπιστευτεί όλα τα επίγεια αγαθά του, το σώμα, την ίδια του τη ζωή – μια γυναίκα που την θέλει σαν μητέρα των παιδιών του…» 

Γράφει χαρακτηριστικά ο Carter Lindberg :

Η Käthe φρόντιζε και μάλωνε τον σύζυγό της για πάνω από 25 χρόνια-ήταν σίγουρα ένας από τους πιο ενδιαφέροντες γάμους της ιστορίας. Ο Λούθηρος ήταν βέβαιος, ότι ο Θεός ήρθε σε βοήθειά του με το να δώσει τον έναν στον άλλον. Ο γάμος  επηρέασε την θεολογία του σχετικά με τις ανθρώπινες σχέσεις, κυρίως αναφορικά με την αμοιβαιότητα και την κοινωνία της αγάπης, και συνέβαλε στο να ανοιχθούν νέες προοπτικές όσον αφορά την εκτίμηση της  αξιοπρέπειας και του υπεύθυνου ρόλου της γυναίκας μέσα  στην οικογένεια».

Για την Κατερίνα έμεινε πάντα ο Herr Doktor. Ο Μαρτίνος πάντως, αναγνωρίζοντας ουσιαστικά την απόλυτη «κυριότητα» και αποτελεσματικότητα της γυναίκας του στη διαχείριση του οίκου, συχνά την αποκαλούσε ‘mein Herr Käthe’ (‘ο κύριός μου, η Käthe)!

Είναι χαρακτηριστικά όσα η Käthe γράφει σε επιστολή της μετά τον θάνατό του Μαρτίνου: «Ποιος δεν θα ένιωθε θλίψη και  δεν θα πενθούσε για την απουσία ενός τέτοιου ευγενικού ανθρώπου όπως ήταν ο αγαπημένος μου κύριος που δεν υπηρέτησε μόνον μια πόλη ή μια χώρα αλλά ολόκληρο τον κόσμο; Είμαι τόσο συντετριμμένη. Δεν μπορώ  να μιλήσω σε κανέναν για τον πόνο της καρδιάς μου – δεν ξέρω τι να σκεφτώ ή τι να αισθανθώ. Δεν μπορώ να φάω, να πιω, δεν μπορώ  να κοιμηθώ. Καμιά απώλεια γήϊνων αγαθών δεν θα μου κόστιζε τέτοιο πόνο, σαν αυτό που νιώθω τώρα, καθώς ο Κύριος Θεός μου πήρε αυτόν  τον  αγαπημένο και πολύτιμο σύντροφο».

Μισογύνης;

Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο είναι, νομίζω σκόπιμο να μας απασχολήσει η κατηγορία περί μισογυνισμού που συχνά εκτοξεύεται εναντίον του Λουθήρου, κυρίως από φεμινιστικούς κύκλους και όχι μόνον: η γυναίκα σταθερά σε δεύτερη θέση στο σπίτι και στην κοινωνία, περιορισμένη αποκλειστικά και μόνον στο τρίπτυχο των τριών Κ: Kinder, Küche, Kirche (‘παιδιά, κουζίνα, εκκλησία’). 

Ο Λούθηρος δέχεται βέβαια την εντός  του γάμου ιεραρχία δίδοντας το προβάδισμα στον άνδρα. Ανεξάρτητα πάντως από την ανάλυση και ερμηνεία των σχετικών χωρίων της προς Εφεσίους Επιστολής που και σήμερα αποδεχόμαστε, δεν νομίζω πως θα ήταν λογικό να περιμένει κανείς μια διαφορετική θέση μέσα στο συγκεκριμένο κοινωνικό και πολιτιστικό  πλαίσιο.  Όσον αφορά όμως αυτή καθαυτή τη μομφή του ‘μισογυνισμού’ τα αντιπροσωπευτικά στοιχεία της σκέψης αλλά και οι μαρτυρίες από τον πρακτικό έγγαμο βίο του που παρατέθηκαν θεωρώ, ότι κάθε άλλο παρά την στηρίζουν. Ας συνεκτιμηθούν και τα παρακάτω:

«Γάμος δεν σημαίνει μόνον να κοιμάσαι με μια γυναίκα –  ο καθένας μπορεί να το κάνει αυτό», έγραψε ο Λούθηρος. «σημαίνει να δημιουργήσεις και να διευθύνεις μαζί της ένα σπιτικό και να αναθρέψεις παιδιά». 

Χωρίς τις γυναίκες σπιτικά, οι πόλεις, οικονομική ζωή και διοίκηση θα εξαφανίζονταν. Οι άνδρες δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς τις γυναίκες. Και αν ακόμη ήταν δυνατόν να τεκνοποιήσουν, πάλι δεν θα ήταν ολοκληρωμένοι χωρίς τις γυναίκες, το μυαλό τους, την ευσέβεια, την ηθική τους προσωπικότητα».

Στα σχόλιά του πάνω στην τέταρτη εντολή κάνει λόγο για «patres et matres familias”. Αναλύοντας δε το γνωστό χωρίο από το τρίτο κεφάλαιο της προς Γαλάτας επιστολής, στ.26-28 αναφέρει: «Ο καθένας μας οφείλει να υπηρετεί τον Θεό εν ελευθερία, ανάλογα με το χάρισμά του, όλοι όμως πρέπει να καυχόμαστε σ’ αυτό που είναι κοινό σε όλους μας, μια απλή πίστη στον Ένα και Μοναδικό Χριστό, εν τω οποίω δεν ισχύει άρρεν και θήλυ, νυμφευμένος ή όχι, χήρα ή ανύπαντρη, αλλά όλοι είναι εν εν Χριστώ».

«Οι γυναίκες που έχουν βαπτισθεί είναι πνευματικές αδελφές όλων των βαπτισμένων ανδρών βάσει του κοινού βαπτίσματος, του μυστηρίου, της πίστης – έχουν το ίδιο Πνεύμα,  τον Ίδιο Κύριο, τον Ίδιο Θεό, την ίδια αιώνια κληρονομιά», σημειώνει σ’ ένα από τα μεταγενέστερά του κείμενα.

Από την άλλη πλευρά είναι παράλογο να περιμένει κανείς από έναν θεολόγο του 16ου αι. απόψεις και πρακτικές του 20ου και 21ου αναφορικά με τη δραστηριότητα της γυναίκας μέσα στην κοινωνία. Ας μην ξεχνούμε μάλιστα, ότι και στους δικούς μας νεότερους χρόνους, το δικαίωμα ψήφου π.χ. παραχωρήθηκε σχετικά πρόσφατα στις γυναίκες. Δεν ήταν δυνατόν ο Λούθηρος να βλέπει τη γυναίκα ως διευθυντικό στέλεχος μιας επιχείρησης, γιατρό ή κάτοχο υψηλής θέσης στην ακαδημαϊκή ιεραρχία και επιπλέον, μέσα στις χιλιάδες σελίδες των τόμων που συνιστούν το έργο του, μέσα σε κείμενα κάθε είδους, από θεολογικές πραγματείες ως καθημερινές συζητήσεις, βρίσκονται αναμφίβολα σχόλια και παρατηρήσεις για τις γυναίκες άστοχα, εξοργιστικά, πολλές φορές σε προφανή αντίθεση με τον κύριο κορμό των ίδιων των θέσεών του, συνεπή όμως προς την παρορμητική ιδιοσυγκρασία του και την σχετική αθυροστομία των καιρών.

Θα ήθελα να προσθέσω και ένα επιπλέον στοιχείο, το οποίο καταδεικνύει, πιστεύω, την πρόθεση του Λουθήρου να πολεμήσει πρακτικές που καταρράκωναν την αξιοπρέπεια της γυναίκας.

Τόσο η κοινωνία της εποχής του όσο και η επίσημη εκκλησία ανέχονταν τη λειτουργία των οίκων ανοχής θεωρώντας, ότι αποτελούν διέξοδο για τον ανδρικό πληθυσμό και προστασία για τα ήθη και την αγνότητα των  αξιοσέβαστων γυναικών. Αυτή την υποκριτική και παράλογη θέση που από τη μια στιγμάτιζε τη σεξουαλική επιθυμία ως αμαρτία ακόμη και εντός του γάμου, από  την άλλη όμως δικαιολογούσε την εκμετάλλευση γυναικών για την ικανοποίησή της ο Μαρτίνος Λούθηρος την πολέμησε.

Οι γονείς ως δώρο Θεού, ‘το ορατό σύμβολο της αόρατης Χάρης’

Ένα τελευταίο σημείο που αξίζει να θίξουμε είναι η προοπτική που άνοιξε η προβληματική του Λουθήρου στο θέμα της σχέσης γονέων-παιδιών.

Τα δικά του παιδιά ήταν γι’ αυτόν πηγή χαράς, αλλά  και παράγων ωρίμανσης. Είδαμε πιο πάνω πώς το πρακτικό βίωμα της οικογενειακής ζωής και η καθημερινότητά της εμπλούτισαν με μια πρακτική και γεμάτη συναισθήματα διάσταση την εικόνα που είχε για την Αγάπη του Πατέρα Θεού.

Ο ίδιος ήταν πατέρας αυστηρός αλλά και γεμάτος αγάπη και τρυφερότητα. «Αν θέλουμε να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά μας, πρέπει να γίνουμε κι εμείς μαζί τους παιδιά», έλεγε. Η οικογενειακή ζωή μέσα σ’ αυτό το πολύβουο σπίτι ήταν, σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, ιδιαίτερα χαρούμενη για τα έξι παιδιά του ζευγαριού, γεμάτη μουσική. «Του άρεσε να μαζεύει όλη την οικογένεια γύρω του», γράφει ένας βιογράφος του, «να διηγείται ιστορίες, να μαθαίνει στα παιδιά τραγούδια, ύμνους, αλλά και  παιχνίδια. Προσεύχονταν όλοι μαζί… Τα κηρύγματα και οι συζητήσεις του τραπεζιού είναι γεμάτες από παραδείγματα και στιγμιότυπα παρμένα από το μεγάλωμα και τις δραστηριότητες των παιδιών». Από τη στιγμή που μπορούσε να τραγουδήσει, το κάθε παιδί έμπαινε στην οικογενειακή χορωδία. Εκεί πρωτακούστηκε ο ύμνος «Έρχομαι από  τον Ουρανό» (Vom Himmel hoch da komm’ ich her) που ο Λούθηρος έγραψε για τα παιδιά του κάποια Χριστούγεννα.

Ο πόνος που εκφράζει στα γραπτά του για τα δύο κοριτσάκια που πέθαναν, το ένα, η Ελίζαμπεθ, οκτώ μηνών, το άλλο, η Μαγδαληνή, δέκα τριών, φανερώνουν όλο το βάθος των αισθημάτων που η πατρότητα γέννησε και καλλιέργησε μέσα του. «Ποτέ δεν είχα σκεφτεί πόση θλίψη θα μπορούσε να φωλιάσει και να συντρίψει την καρδιά ενός πατέρα για την αγάπη του παιδιού του». Η μικρή Μαγδαληνή έφυγε από τη ζωή, καθώς την κρατούσε στα χέρια του.

Στην «Περί Γάμου» πραγματεία του βλέπει τα παιδιά σαν πολύτιμες ψυχές που ο Θεός τα εμπιστεύεται στους γονείς με σκοπό να τα οδηγήσουν στη σωτηρία. «Οι πατέρες και οι μητέρες είναι χωρίς αμφιβολία απόστολοι, επίσκοποι, ιερείς για τα παιδιά τους, καθώς αυτοί τους φέρνουν σε επαφή με το ευαγγέλιο». Πρέπει και εδώ να τονισθεί, ότι ο ρόλος και η πνευματική ευθύνη του γονέα αναγνωρίζεται και στους δύο. Σημειώνει η Gerta Schaffenorth: «Το ότι η γυναίκα ως Hausmutter (‘μητέρα του οίκου’) φέρεται <στη σκέψη του Λουθήρου> να έχει πλήρη ευθύνη στην γονεϊκή διαδικασία αποτελεί επαναστατική ιδέα για την εποχή εκείνη». Σχολιάζοντας στην ‘Κατήχησή’ του την τέταρτη εντολή ο Λούθηρος χαρακτηρίζει τους γονείς ως δώρο του Θεού, μέσω του οποίου το παιδί βρίσκει φροντίδα απαραίτητη για να αναπτυχθεί, μέσω του οποίου ο νόμος του Θεού εντυπώνεται στην καρδιά του.

Και  μια τελευταία παρατήρηση: οι γονείς κατά τον Λούθηρο φέρουν ιδιαίτερη ευθύνη να μεριμνήσουν για την εκπαίδευση και μόρφωση των παιδιών τους στηρίζοντας τη σύσταση σχολείων, όπου θα φοιτούν τόσο τα αγόρια, όσο  και τα κορίτσια. Όλοι αντιλαμβανόμαστε την αξία αυτής της θέσης και τη σημασία της μακροπρόθεσμα.

Κατάληξη – συμπεράσματα:

Όπως διευκρίνισα και στην αρχή της ομιλίας μου, προσπάθησα να δώσω μια κατά το  δυνατόν εμπεριστατωμένη πρώτη εικόνα του βασικού κορμού των θέσεων του Λουθήρου σχετικά με το θέμα γάμος-σχέση άνδρα-γυναίκας.

Δεν ήταν δυνατόν να σχολιασθεί το σύνολο  των σχετικών αναφορών του και αναλύσεων. Ο ίδιος, ας σημειωθεί, είπε κάποτε πως το θέμα αυτό τον απασχόλησε περισσότερο από κάθε άλλο στον θεολογικό του προβληματισμό. Και μόνη η αναφορά του αυτή στην εντυπωσιακή συχνότητα της ενασχόλησής του με το θέμα καταδεικνύει τη  σημασία που ο ίδιος του απέδιδε. Επίσης δεν ήταν δυνατόν να ερευνήσω την πνευματική και ιδεολογική προετοιμασία που οπωσδήποτε προηγήθηκε και αναμφίβολα επηρέασε τις δικές του απόψεις, ούτε να μελετήσω την άμεση και έμμεση επίδραση των ιδεών του περί γάμου και οικογένειας στην εξέλιξη του θεσμού κατά τη διαδρομή  της Ευρωπαϊκής Ιστορίας.

Με βάση πάντως όσα αναφέρθηκαν και σχολιάσθηκαν μπορούν πιστεύω με ασφάλεια να υποστηριχθούν τα εξής:

*Ο  βασικός κορμός της σκέψης του Λουθήρου συνιστά τομή στο κυρίαρχο κοινωνικό και ιδεολογικό πλαίσιο που στην εποχή του διαμόρφωνε τις αντιλήψεις για τις σχέσεις των δύο φύλων, τη θέση της γυναίκας, τον γάμο και την οικογένεια.

*Στηριζόμενος πάντα στον Λόγο του Θεού ο Λούθηρος έδωσε στη σεξουαλικότητα, στην ένωση και κοινή πορεία άνδρα και γυναίκας τη διάσταση της θείας προέλευσης και του θείου σχεδιασμού.

*Ο γάμος, η σαρκική ένωση, η συντροφικότητα και αμοιβαιότητα στη σχέση, η απόκτηση και υπεύθυνη ανατροφή παιδιών, αποτελούν μέρος του σχεδίου του Θεού για την ανθρώπινη προσωπικότητα. 

*Ο καθημερινός κόπος που καταθέτουν οι σύζυγοι αποτελεί υπηρεσία προς τον Θεό. Η ανατροφή και εκπαίδευση των παιδιών, η μετάδοση του Ευαγγελίου στις ψυχές που Εκείνος εμπιστεύθηκε αποτελούν από κοινού ευθύνη των γονέων και ύψιστη προσφορά τους στο κοινωνικό σύνολο

*H απαγόρευση του γάμου σ’ αυτούς που υπηρετούν υπεύθυνα την Εκκλησία δεν έχει καμμιά  βιβλική  θεμελίωση. Το αντίθετο ισχύει.

*Δεν θεμελιώνεται βιβλικά η πνευματική υπεροχή της αγαμίας. Όταν επιλέγεται από έναν πιστό άνθρωπο, προκειμένου να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στην υπηρεσία του Θεού και της κοινωνίας, αυτό γίνεται ελεύθερα και συνοδεύεται από μια ειδική δωρεά ευλογίας και χάρης του Θεού, οι οποίες αναπληρώνουν το κενό της συντροφικότητας.

*Η γενική αρχή του Θεού παραμένει: «οὐ καλὸν εἶναι τὸν ἄνθρωπον μόνον».

 Αυτό  μπορεί να πει κανείς πως είναι το απόσταγμα των θέσεων του Μαρτίνου Λούθηρου γύρω από το θέμα ‘γάμος’.

 Όσον αφορά  την ιεραρχία και την εντός του γάμου ανώτερη θέση που αποδέχεται για τον άνδρα θα επισύρει πάντα την αρνητική κριτική, ιδίως, όταν παράλληλα δεν συνεκτιμώνται οι τόσες αναφορές και σχόλια που, όπως είδαμε, αφ’ ενός μεν  εξυψώνουν την γυναίκα, αφ’ ετέρου δε προτρέπουν τον άνδρα σε  έμπρακτη συμπαράσταση και συμμετοχή στα οικογενειακά βάρη.

Μια τελευταία σκέψη:

Θα θυμάστε, ότι  στην αρχή της ομιλίας μου αναφέρθηκα στο μικρό γκάλοπ που έκανε ο καθηγητής Mokrosch ζητώντας από συναδέλφους και φίλους διαφορετικών ειδικοτήτων και πνευματικής τοποθέτησης να του καταθέσουν την άποψή τους για τον Μαρτίνο Λούθηρο. Θα θυμάστε ότι η πλειονότητα των αντιδράσεων ήταν μάλλον αρνητική. Θα θυμάστε, ότι είπα πως επιφυλάσσομαι  στο τέλος της ομιλίας να σας αποκαλύψω ποιος από τους ερωτηθέντες ήταν απόλυτα θετικός.

Ενθουσιώδης λοιπόν ήταν ο πνευματικός απόγονος των παλαιών σφοδρών αντιπάλων του Μαρτίνου Λούθηρου,  ο Καθολικός θεολόγος: «Ο Λούθηρος έσωσε την εκκλησία! Η διαφθορά και οι πρακτικές του Παπισμού της εποχής του ήταν φρικτές κι εκείνος πάτησε το  φρένο. Ανακάλυψε και πάλι το Ευαγγέλιο…»

Επιτρέψτε μου λοιπόν  να κλείσω, εν γνώσει μου ότι εν μέρει ίσως υπερβάλλω, παραφράζοντας αυτήν ακριβώς τη δήλωση ενός εκπροσώπου του Καθολικού κόσμου:

«Ο Λούθηρος ανακάλυψε ξανά τον κατά Θεόν γάμο».

  1.  Παραλήφθηκαν στοιχεία και αναφορές απαραίτητα μόνο στον προφορικό λόγο, έγιναν επίσης κάποιες ελάσσονες αλλαγές όσον αφορά τη ροή του κειμένου.
  2. WA Br 3, nrs. 892, 900, 911.
  3.  Τα αποσπάσματα των κειμένων του Μ. Λουθήρου που θα χρησιμοποιηθούν προέρχονται από τις εξής εκδόσεις: Weimarer Ausgabe=WA (Dr. Martin Luthers Werke: Kritische Gesamtausgabe, Hermann Böhlau, Weimar, 1883-2009), WA BR (Briefwechsel-Αλληλογραφία), WA Tr (Tischreden-Συνομιλίες γύρω απ’ το τραπέζι),  The American English Edition=LW (Jaroslav Pelikan and Helmut T. Lehmann, eds. Luther’s Works, Muhlenberg Press, Philadelphia, 1957-1986). Βλ., μεταξύ άλλων στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.steveborn.org/LuthersWorks/ για μια παρουσίαση των εκδόσεων. Χρήσιμη επίσης η ηλεκτρονική διεύθυνση: http://www.projectwittenberg.org/.
  4.  http://blogs.auth.gr/moschosg/ Στην συγκεκριμένη ιστοσελίδα μπορεί κανείς να αναζητήσει μεταξύ των αναρτήσεων του Ιανουαρίου 2017 την ομιλία του καθηγητή Mokrosch στην Γερμανική και Αγγλική της εκδοχή. Θέματα σχετικά με τον Μαρτίνο Λούθηρο και τη Μεταρρύθμιση ήταν και είναι ακόμη αντικείμενο και επόμενων συναντήσεων. Οι εισηγήσεις βρίσκονται αναρτημένες στην παραπάνω ηλεκτρονική διεύθυνση.
  5. Γενικά βλ. Merry Wiessner-Hanks, “Martin Luther on Marriage and Family”, στο Oxford Research Encyclopedia of Religion, Johan Buitendag, “Marriage in the theology of Martin Luther-wordly yet sacred: An option between secularism and clericalism”, HTS 63(2) 2007, 445- , Carter Lindberg, “Martin Luther on Marriage and Family”: αναθεωρημένη έκδοση του άρθρου του συγγραφέα με τίτλο «The Future of a Tradition: Luther and the Family», στο Dean Wenthe et al. (eds.) All Theology is Christology.Essays in Honor of David P. Scaer. Fort Wayne: Concordia Theological Seminary Press, 2000, 133-151.y
  6. Ο Carter Lindberg, ιστορικός της Μεταρρύθμισης, σημειώνει χαρακτηριστικά στο άρθρο που αναφέρθηκε στην σημ.5: «Η ταύτιση των  σεξουαλικών σχέσεων με την αμαρτία και η αξιολογική έξαρση της αγαμίας διαιρούσε τους Χριστιανούς σε πρώτης και δεύτερης κατηγορίας πολίτες. Καταπίεζε ψυχολογικά τους λαϊκούς, βασάνιζε τον κλήρο».
  7.  Βλ. το άρθρο που αναφέρεται στην σημ.5.
  8.  LW 39: 290-291 “Όποιος θέλει να έχει κοντά του μια μικρούλα πόρνη θα πρέπει να δίνει στον επίσκοπο ένα γκούλντεν ανά έτος.» Πρβλ. C. Lindberg, ό.π., 31: «Η Επισκοπή της Κωστάντζας παρείχε «άδεια» συμβίωσης ενός κληρικού με μια γυναίκα έναντι του ποσού των τεσσάρων gulden και «χρέωνε» για κάθε παιδί, καρπό αυτής της ένωσης, επιπλέον τέσσερα gulden. Καθώς εκτιμάται, ότι σε αυτές τις συνθήκες γεννιόντουσαν  περίπου 1500 παιδιά ετησίως, είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς, ότι η απαγόρευση <του επίσημου γάμου> δεν είχε <ουσιαστικά> δογματική θεμελίωση».
  9. Έτσι υπάρχει γι’  αυτόν η κίβδηλη αγάπη που ζητά «τα εαυτής», η αγάπη ενός άνδρα για  χρήματα, υπάρχοντα, τιμές, γυναίκες εκτός γάμου. Η φυσική αγάπη είναι αυτή ανάμεσα σε γονείς και παιδιά, αδέλφια, φίλους και συγγενείς. Και τέλος η συζυγική αγάπη, όπως η αγάπη της νύφης – καίει σαν  φωτιά και δεν ποθεί τίποτα άλλο  παρά τον σύζυγο. «Εσένα θέλω», λέει, «όχι  αυτά που σου ανήκουν. Δεν θέλω χρυσάφι… Θέλω εσένα».
  10.  Σχετικά μ’ αυτή τη μελέτη όπως και γενικότερα για την εξέλιξη των απόψεων του Λουθήρου πάνω στο θέμα ‘γάμος’ πρβλ. O’Reggio, Trevor, ”Martin Luther on marriage and Family” (2012), Faculty Publications, Paper 20.  http://digitalcommons.andrews.edu/church-history-pubs/20.
  11.  LW 44.10.  Buitendag, ό.π. 448.
  12. Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ σύντομα, χωρίς να είναι δυνατόν να γίνει κάποια σε βάθος ανάλυση, ότι από τον Αυγουστίνο ως την εποχή του Λουθήρου, η έννοια του ‘μυστηρίου’ είχε εξελιχθεί και απομακρυνθεί από το εν πολλοίς συμβολικό επίπεδο αποκτώντας έναν όλο και πιο  έντονα μηχανιστικό,  ‘αγιαστικό ’χαρακτήρα και λειτουργία.
  13. WA 6. 497-573.
  14.  LA 44= WA 6.
  15.  LW 39=WA 10II
  16. LW 45.11-49=WA 10 II 275-304.
  17.  Πρβλ. και τα λεγόμενά του στα Σχόλια στο κεφ.7 της Α’ προς Κορινθίους (1523). Αναλύοντας το επίμαχο  κείμενο τονίζει, ότι η αγαμία δεν μπορεί να επιβάλλεται ούτε είναι αυτό  το  πνεύμα των λόγων του Αποστόλου Παύλου. Την χαρακτηρίζει ως δώρο, όπως και τον γάμο, το οποίο όμως δίδεται σε λίγους, βλ. LW 28:17. Δέχεται, ότι είναι ευγενέστερο, όμως τονίζει ότι  και τα δύο,  γάμος και αγαμία έχουν την ίδια αξία μπροστά στον Θεό (ό.π.16,17). Αν δεν μπορεί κάποιος να είναι ευτυχής ως άγαμος, είναι προτιμότερο να έχει έναν ευτυχισμένο  γάμο (ό.π,12)
  18.  Δεν είναι δυνατόν βεβαίως να αναφερθούν όλα τα επιμέρους προβαλλόμενα ως κωλύματα και οι αντίστοιχες απαντήσεις του Λουθήρου. Θα αναφέρω απλώς,  καθώς το θεωρώ ενδιαφέρον σε σύγκριση με τον κοινωνικό  περίγυρο, τις δοξασίες και την ελλιπή ιατρική γνώση και πληροφόρηση σχετικά με τα άτομα με ειδικές ανάγκες, την άποψη του Λουθήρου, ότι δεν συντρέχει λόγος να απαγορεύεται ο γάμος σε άτομα κωφά ή τυφλά.
  19. Lindberg, ό.π. 43.
  20. Birgit Stolt,”Martin Luther on God as a Father”, Lutheran Quarterly 8/4 (1994), 385-395, ιδ. 389-390.
  21.  WA TR 1: 189, nr.437.
  22.  Johannes (1526), Elisabeth (1527-1528), Magdalena (1529-1542), Martin Luther (1531), Paul (1533), Margarethe (1534).
  23.  Η ονομασία αυτή του δόθηκε εξαιτίας της ενδυμασίας των παλαιών μοναχών. https://www.luther2017.de/de/erleben/an-orten/lutherhaus-in-wittenberg/  Αυτή είναι μια από  τις πολλές ηλεκτρονικές διευθύνσεις, που παρέχουν πληροφορίες για το «σπίτι του Λουθήρου», τώρα ένα μεγάλο Μουσείο της Μεταρρύθμισης.
  24.  Lindberg, ό.π. 35
  25.  Μια γυναίκα, πιστεύω, μπορεί  να καταλάβει πόσο απαραίτητος είναι στη γυναικεία εκδοχή της αγάπης και του έρωτα και πόσο  τρέφει αυτά τα αισθήματα ο θαυμασμός στην προσωπικότητα του άνδρα – ιδιαίτερα ενός μεγαλύτερου στην ηλικία ανθρώπου με τέτοια δράση και επίδραση στο περιβάλλον του –Ας θυμηθούν οι λάτρεις της Αγγλικής Λογοτεχνίας τον ‘κύριο Ρότσεστερ’ της Τζέην Έϋρ – σπάνια έχει περιγραφεί στην παγκόσμια Λογοτεχνία ισχυρότερο ερωτικό συναίσθημα, και όμως ο ‘κύριος Ρότσεστερ’ παραμένει ‘κύριος Ρότσεστερ’ μέχρι την τελευταία σελίδα!
  26. LW 54: 441.
  27. LW 54: 161.
  28.  LW 44: 308-309.
  29.  LW 45:44.
  30. LW 44: 214-215, LW 3: 259.
  31.  LW 45:46.
  32.  „Martin Luther zur Rolle von Mann und Frau“, in Hans Süssmuth (ed.), Das Luther-Erbe in Deutschland. Vermittlung zwischen Wissenschaft und Öffentlichkeit (Düsseldorf, Droste Verlag 1985), 123.
Scroll to top