Η  “ΜΙΣΑ ΣΟΛΕΜΝΙΣ”  (“Πανηγυρική λειτουργία”) του Μπετόβεν

a statue of a man and a woman

(Αφιέρωμα για τα 250 χρόνια από τη γέννηση του συνθέτη)

Στο Όσλο, την πρωτεύουσα της Νορβηγίας, ορθώνεται στη μέση ενός μεγάλου πάρκου μια πανύψηλη κολόνα, έργο ενός από τους μεγαλύτερους σύγχρονους νορβηγούς γλύπτες. Γυμνά ανθρώπινα κορμιά στριμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, με τα μάτια και τα χέρια υψωμένα προς τον ουρανό, σε μια υπεράνθρωπη, σχεδόν αγωνιώδη προσπάθεια να φτάσουν ψηλά προς το άπειρο, συνθέτουν  μιαν απίστευτα συγκλονιστική εικόνα γι̕ αυτόν που πρωταντικρίζει το παράξενο αυτό γλυπτό.

Δεν ξέρω, μα κάθε φορά που ακούω τη “Μίσα Σολέμνις”, το πιο μεγάλο ίσως δημιούργημα του πιο μεγάλου στην ιστορία της μουσικής, νομίζω πως ξαναντικρίζω τα ίδια υψωμένα χέρια, τον ίδιο απελπισμένο αγώνα, τα ίδια εκείνα πρόσωπα με την έκφραση τη γεμάτη αγωνία κι επίκληση. Μια ολόκληρη ανθρωπότητα που πασχίζει να ξεριζωθεί από τη γη και ν̕ ανέβει ψηλά, που άλλοτε κραυγάζει με πόνο, κι άλλοτε τραγουδά γλυκά αντικρίζοντας τη δόξα του Δημιουργού, κι άλλοτε πάλι Του ζητά ταπεινά την ειρήνη και την εσωτερική γαλήνη. Στ̕ αλήθεια, είναι τόσο έξω από τ̕ ανθρώπινα τα μέτρα όλα αυτά, κι είναι τόσο το δέος που μας συνεπαίρνει μπροστά στο γιγάντιο αυτό μνημείο με τις τεράστιες διαστάσεις, που σκέφτομαι πως όποιες εκφράσεις κι όποια λόγια, όσο προσεκτικά κι εύστοχα διαλεγμένα, είναι πολύ φτωχά για να δώσουν την πραγματικότητα σ̕ όλο της το μεγαλείο. Γιατί όταν ο Θεός μιλά απευθείας σε έναν άνθρωπο, όπως στον Μωυσή πάνω στο βουνό, εμείς οι υπόλοιποι, ο λαός, ούτε που τολμάμε να σηκώσουμε τα μάτια και ν̕ αντικρίσουμε το πρόσωπό Του. Κι είναι σίγουρο, πως ο ίδιος ο Θεός μίλησε στον Μπετόβεν, όπως και τότε στον Μωυσή…

Έχει φτάσει πια ο Μπετόβεν στα 48 του χρόνια στο αποκορύφωμα της δημιουργικής του ωριμότητας, όταν απ̕  αφορμή την αναγόρευση σε καρδινάλιο ενός κάποιου αρχιδούκα Rudolph, μαθητή και προστάτη του, παίρνει την απόφαση να γράψει μια μεγάλη πανηγυρική λειτουργία -“Μίσα Σολέμνις”- στη λατινική γλώσσα – για σολίστες, εκκλησιαστικό όργανο, χορωδία κι ορχήστρα, για να παιχτεί τη μέρα της τελετής.  Με την εκκλησιαστική μουσική, κι ακόμα περισσότερο με τη καθολική εκκλησία, όπου τυπικά ανήκε, ποτέ του δεν είχε ιδιαίτερα θερμές σχέσεις ο συνθέτης. Ένα ορατόριο, μάλλον ψυχρό κι απρόσωπο, με τον τίτλο “Ο Χριστός στο Όρος των Ελαιών”, και μια λειτουργία σε ντο που δεν είναι από τ̕ αριστουργήματά του, μαζί με μερικούς θρησκευτικούς ύμνους, αποτελούν μέχρι τότε την κυριότερη προσφορά του στον τομέα της θρησκευτικής μουσικής.  Αν όμως πενιχρή είναι η προσφορά του εκεί σε σύγκριση με άλλα μουσικά είδη, αυτό δεν σημαίνει πως στάθηκε ποτέ αδιάφορος απέναντι στη σχέση του την προσωπική με τον Θεό. Ο μεγάλος βιογράφος του, ο γάλλος συγγραφέας Ρομαίν Ρολάν, σημειώνει σε κάποιο του δοκίμιο αυτά τα λόγια: “Όταν μιλούμε για τον Μπετόβεν δεν μπορούμε παρά να μιλούμε και για τον Θεό: ο Θεός είναι γι̕ αυτόν η πρώτη, η πιο χειροπιαστή πραγματικότητα. Θα Tον συναντήσουμε σ̕  ολόκληρη τη σκέψη του…  Πορεύεται μαζί του σε κάθε ώρα της μέρας του· είναι παρών μέσα στο σπίτι του και κατοικεί μαζί του· ποτέ δεν τον εγκαταλείπει. Άλλοι φίλοι του έρχονται και παρέρχονται, Εκείνος είναι παρών. Κι ο Μπετόβεν Του φορτώνεται με τα παράπονά του, τους πόνους του, τα ερωτηματικά του”. Κι είναι αλήθεια πως από παράπονα κι ερωτηματικά ο συνθέτης μας θα πρέπει να έχει άφθονα. Έχοντας χάσει από πολύ νωρίς ακόμη το πιο πολύτιμο αγαθό για έναν καλλιτέχνη του είδους του, την ακοή του, βυθίζεται όλο και περισσότερο στην απομόνωση και στο μαρτύριο, καθώς η κατάστασή του χειροτερεύει με τον καιρό: “Ω Θεία Πρόνοια, δείξε μου τουλάχιστον μια καθαρή ημέρα χαράς! Αυτό τον καιρό δεν αντήχησε ποτέ μέσα μου η αληθινή χαρά! Πότε, Θεέ μου, θα μπορέσω να την ξανανιώσω;” σημειώνει στη διαθήκη του σε μια στιγμή απελπισίας.

Κάποια μέρα, μερικά χρόνια πριν από το θάνατό του, επιχειρεί να διευθύνει το μελόδραμά του “Φιντέλιο” σε μια παράσταση. Το αποτέλεσμα είναι οικτρό. Το ακροατήριο παρακολουθεί με αγωνία και θλίψη τις αποτυχημένες προσπάθειες του δασκάλου. Κι ο διευθυντής του θεάτρου τού στέλνει σε λίγο ένα σημείωμα: “Σας παρακαλώ μη συνεχίσετε”. Ο Μπετόβεν καταλαβαίνει πολύ καλά τι συμβαίνει. Για λίγα λεπτά στέκει αμίλητος κι αμήχανος, κι ύστερα τινάζεται απότομα επάνω, βγαίνει απ̕  το θέατρο και τρέχει προς το σπίτι του. Εκεί, πάνω σ̕  ένα καναπέ, αφήνει πια όλη του την πίκρα και τον πόνο να ξεχυθούν. Ω εσείς όλοι, που μην έχοντας δοκιμάσει παρόμοιες συμφορές τολμάτε και κρίνετε όλους εκείνους τους δυστυχισμένους, που σε στιγμές ανθρώπινης αδυναμίας αφήνουν να τους κυριεύσει ο πόνος, η λιγοψυχία κι η αποθάρρυνση, ξεσπώντας σ̕  ένα σπαραχτικό “γιατί Θεέ μου”, τί θα κάνατε αν βρισκόσασταν στη θέση τους; πώς τολμάμε να μιλούμε για κείνους που παγώνουν μεσ̕ το χιόνι εμείς, που τους αντικρίζουμε καθισμένοι δίπλα στο τζάκι, χωμένοι στην αναπαυτική μας πολυθρόνα;

Τούτη η εποχή που ο Μπετόβεν γράφει τη Μίσα Σολέμνις του, είναι η χειρότερη περίοδος της ζωής του. Κι όπως σημειώνει ο γνωστός βιογράφος του Εμίλ Λούντβιχ, εκτός απ̕  τη μόνιμη συμφορά του, έχει να παλέψει και με τον ανιψιό του, – που του ανταποδίδει με πίκρες κι απογοητεύσεις την αγάπη και τις φροντίδες του -, με τον αδελφό του, με τους δικαστές, τους εκδότες και τους υπηρέτες. Κι ο πρώτος βιογράφος και στενός φίλος του Άντον Σίντλερ, βεβαιώνει πως “ποτέ μεγάλο έργο δε γράφτηκε κάτω από τόσο φοβερές συνθήκες”.

Μέσα σ̕  όλο αυτό το καμίνι της θλίψης και της δοκιμασίας, μεσ̕  από την αμφιβολία και τα ερωτηματικά, η πίστη κι η εμπιστοσύνη στον Θεό στηρίζουν τον συνθέτη και του δίνουν τη δύναμη να σταθεί και να παλέψει ενάντια στις εχθρικές δυνάμεις που προσπαθούν να τον κάνουν να λυγίσει – κι ακόμη περισσότερο: του δίνουν φτερά να πετάξει πάνω απ̕  όλες αυτές τις αθλιότητες και ν̕  αντικρίσει τον Θεό για να μιλήσει μαζί Του: “Ο Θεός πάνω απ̕  όλα… ο Θεός δε μ̕  εγκατέλειψε ποτέ”, σημειώνει πάνω από το “Credo” – το “Πιστεύω” – της Μίσα Σολέμνις. Και κάπου αλλού πάλι γράφει: “Θυσίασε μια ακόμη φορά στην τέχνη σου τις ηλιθιότητες της ανθρώπινης ζωής. Ο Θεός πάνω απ̕  όλα! Γιατί η Θεία Πρόνοια καθορίζει με την παντοδυναμία της την ευτυχία ή τη δυστυχία των θνητών. Λίγες μόνο μέρες έχουν δοθεί στον άνθρωπο”. Τον ίδιο καιρό σημειώνει στο ημερολόγιό του: “Είμαι σίγουρος πως ο Θεός, που γνωρίζει τα τρίσβαθα της ψυχής μου, και ξέρει πως εκτελώ πάντα με ιερό σεβασμό τα καθήκοντα που μου έχει αναθέσει η ανθρωπότητα, ο Θεός και η φύση, θα με βγάλει στο τέλος από αυτή τη φοβερή δοκιμασία”.

Ο Χαίντελ πέρασε τα δύο τρίτα της ζωής του σ̕  απόλυτη αδιαφορία απέναντι στον Θεό, μέχρι που Εκείνος τον επισκέφθηκε με τον ίδιο θαυμαστό τρόπο που συνάντησε και τον Παύλο στη Δαμασκό, με αφορμή το περίφημο ορατόριό του ” Ο Μεσσίας”. Ο Μπαχ στάθηκε πάντα του ένας πιστός κι αφιερωμένος χριστιανός, χωρίς κλυδωνισμούς και μεταπτώσεις, κι οι εσωτερικές συγκρούσεις και οι αμφιβολίες είναι άγνωστες στο έργο του. Ο Μπετόβεν ποτέ του δε στάθηκε αδιάφορος απέναντι στον Θεό, όπως ο Χαίντελ πριν από τον “Μεσσία”. Μα και ποτέ του δεν παρουσίασε την εικόνα ενός τυπικού πιστού, όπως ο Μπαχ. Προσωπική μου πεποίθηση είναι πως η “Μίσα Σολέμνις” στάθηκε σταθμός στην πνευματική του ζωή. Πάντα του λαχταρούσε ν̕  ασχοληθεί περισσότερο με τη χριστιανική μουσική, χωρίς ίσως οι ανάγκες της ζωής να του το επιτρέψουν. Τη “Μίσα Σολέμνις” δεν του την παράγγειλε κανείς. Μόνος του αποφάσισε να τη γράψει, με αφορμή την αναγόρευση του καρδινάλιου φίλου του. Πέντε χρόνια τη δούλεψε. Δεν παίχτηκε για κει που προοριζόταν, γιατί είχαν περάσει κιόλας τρία χρόνια από τότε. Δεν την έγραψε ο Μπετόβεν για τον αρχιδούκα φίλο του.  Για τον εαυτό του την έγραψε. Υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες συγχρόνων του πως από τότε κι ύστερα κυριαρχούσε πια στην ψυχή του αγάπη, καλοσύνη και λατρεία προς τον Θεό. Κι ο Σίντλερ βεβαιώνει πως ποτέ πιο πριν και ποτέ αργότερα από την εποχή που έγραψε ο Μπετόβεν τη “Μίσα Σολέμνις” δεν τον είδε να βρίσκεται σε μια τέτοια κατάσταση πνευματικής ανύψωσης και θεϊκής έμπνευσης, όπως τότε. Να̕  τανε λοιπόν μια επίσκεψη του Θεού ανάλογη μ̕ εκείνη που δέχτηκε ο Χαίντελ με το “Μεσσία” του; Δύσκολο να πούμε το ναι ή το όχι. Πνεύματα σαν κι εκείνο του Μπετόβεν δεν μπορούμε να τ̕ αγγίσουμε στα τρίσβαθά τους. Και σήμερα πολύ δύσκολη θα μπορούσε να είναι η θεολογική διατύπωση της πείρας που ένιωσε ο συνθέτης γράφοντας τη “Μίσα Σολέμνις”. Το ίδιο το έργο δεν υποτάχτηκε σε κανένα από τα εκκλησιαστικά καλούπια της παραδοσιακής θρησκευτικής μουσικής. Κι ίσως είναι μια από τις αιτίες αυτή η ανορθόδοξη μορφή του που προκάλεσε κάθε άλλο παρά επαινετικά σχόλια στην πρώτη εκτέλεση του έργου στις 6 Απριλίου 1824 στην Αγία Πετρούπολη, τρία χρόνια πριν απ̕  το θάνατο του συνθέτη, κι έκανε κάποιο κριτικό να γράψει: “Μοιάζει σα να ξεφωνίζουν ταυτόχρονα τρεις χιλιάδες τρελοί”…

Κι ωστόσο σήμερα τη “Μίσα Σολέμνις” την τοποθετούν δίπλα στα πιο μεγάλα έργα της θρησκευτικής μουσικής, μαζί με τη Μεγάλη Λειτουργία σε σι ελάσσονα του Μπαχ και τον “Μεσσία” του Χαίντελ. Κι ίσως πέρα και πάνω απ̕  αυτά, γιατί ξέχωρα απ̕  το πανανθρώπινο νόημά της κι από τη δημιουργική της πνοή η “Μίσα Σολέμνις” έχει να δώσει κάτι παραπάνω: την πάλη ενός τιτάνιου πνεύματος που άμετρα πόνεσε κι υπέφερε, και που περισσότερο από κάθε άλλον μεγάλο αγωνίστηκε να γνωρίσει σ̕ όλο Του το άπειρο βάθος τον Θεό, που μέσα στην αμφιβολία που πάντα τον βασάνιζε πολέμησε υπεράνθρωπα να υποτάξει και να κυβερνήσει τις αντίρροπες δυνάμεις που μάχονταν μέσα του και να πλησιάσει στον Κύριο γονατίζοντας ταπεινά στα πόδια Του. Δεν ήταν καθόλου εύκολος ο αγώνας του. Ένα τέτοιο πνεύμα δύσκολα, πολύ δύσκολα υποτάσσεται, πολύ δύσκολα καταθέτει τ̕ ανθρώπινα όπλα. Ωστόσο η μεγάλη πάλη κάποτε τέλειωσε. Κι ο άνθρωπος λύγισε. Κι ήταν ο Θεός Εκείνος που είπε την τελευταία λέξη… Αν ήταν η πείρα του Μπετόβεν σαν εκείνη που δοκίμασε ο Χαίντελ, δεν ξέρω να το πω. Μα μήπως ο Θεός έχει μόνο έναν τρόπο ν̕ αγγίζει την ανθρώπινη καρδιά;

Τούτον τον αγώνα τον υπεράνθρωπο του μεγάλου συνθέτη θα προσπαθήσουμε να παρακολουθήσουμε. Όχι βέβαια σ̕  όλα του τα βήματα και τις μεταπτώσεις.  Περιορισμένος ο χώρος μας και πολύ μεγάλο το αντικείμενο και σε έκταση και σε βάθος, για να το πετύχουμε απόλυτα κι ολοκληρωμένα. Πιστεύω όμως πως θ̕ αγγίξουμε όλα εκείνα τα σημεία που θα μας βοηθήσουν να βγάλουμε τα συμπεράσματά μας και να πάρουμε το πνευματικό δίδαγμα που έχει να μας προσφέρει ένας τέτοιος αγώνας.

Kyrie

Είναι από τα πρώτα κιόλας μέτρα του πρώτου από τα έξι μέρη της λειτουργίας, του “Κύριε Ελέησον”, που νιώθουμε πως έχουμε να κάνουμε μ̕  ένα έργο πάνω από τα συνηθισμένα μέτρα κι έξω από την καθιερωμένη μέχρι τότε εκκλησιαστική μορφή. “Απ̕  όλους τους ύμνους που αποτελούν τη “Μίσα Σολέμνις” ο τελειότερος είναι ο πρώτος, το “Κύριε Ελέησον”. Αυτός είναι ο πιο αυθόρμητος”, γράφει ο Ρομαίν Ρολάν. Κι ο Μπετόβεν σημειώνει πάνω από το “Κύριε” τη φράση: “απ̕  την καρδιά προς την καρδιά”. Έξω δηλαδή από κάθε ανθρώπινο περιορισμό, εκκλησιαστική φόρμα και δρόμους από πριν καθορισμένους, οδηγείται μόνο από τις παρορμήσεις της καρδιάς, γι̕  αυτό και μιλά στην καρδιά μας με τόσο δυνατή γλώσσα. Μια σύντομη εισαγωγή της ορχήστρας κι αμέσως ύστερα το φορτίσσιμο της χορωδίας: “Κύριε”! Το πλήθος των θνητών σηκώνει τα χέρια ψηλά, έκθαμβο μπροστά στη δόξα και τη μεγαλοσύνη του Κυρίου. Σαν εκπρόσωποι του πλήθους προβάλλουν οι σολίστες, ο τενόρος, η σοπράνο κι η κοντράλτο διαδοχικά, για να επαναλάβουν πρώτα την επίκληση “Κύριε” και να προφέρουν στη συνέχεια την ταπεινή παράκληση: “ελέησον”.

Η μεγαλόπρεπη αυτή σκηνή θα δώσει τη θέση της σε μια τρυφερή παρένθεση: “οι τέσσερις σολίστες θ̕  αντικρίσουν τον Σωτήρα, που πράος και γεμάτος με αγάπη είναι έτοιμος πάντα ν̕  ακούσει την παράκληση του αμαρτωλού: “Χριστέ ελέησον”. Ο Μπετόβεν στα γραπτά του σπάνια αναφέρει τ̕  όνομα του Χριστού. Κι είναι αυτό ασφαλώς κάτι που γεννά και προβλήματα και ερωτηματικά. Έχει όμως φυλάξει τις πιο τρυφερές και θερμές νότες μέσα στη Μίσα Σολέμνις για το Γιο του Θεού. Να̕  ναι άραγε αυτό απάντηση για όσους αμφιβάλουν;

Το πρώτο θέμα με την πρώτη φράση θα επαναληφθεί: “Κύριε ελέησον”. Κι ο ύμνος θα κλείσει ήσυχα, κατανυκτικά, με τη λέξη “ελέησον”, που σαν απόηχος ακούγεται από τη χορωδία που απομακρύνεται, ώσπου να σβήσει ολότελα. Το πλήθος των θνητών έχει αποσυρθεί από τη σκηνή του δράματος.

Gloria

Ξάφνου τα ουράνια ανοίγουν διάπλατα. Σ̕  όλη της τη μεγαλοπρέπεια και λαμπρότητα προβάλλει η δόξα του Κυρίου. Τα χάλκινα μαζί με τη χορωδία σ̕  ένα ορμητικό χείμαρρο υμνούν το μεγαλείο του Δημιουργού: “Δόξα εν υψίστοις Θεώ”. Κι έπειτα η επαγγελία που δηλώνεται ψιθυριστά, πιανίσιμο, από τη χορωδία: “και επί γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκίας”. Μια αντίθεση, που πολύ θυμίζει τον αντίστοιχο ύμνο απ̕  τον “Μεσσία” του Χαίντελ, που άλλωστε τόσο φανερά επηρεάζει τον Μπετόβεν και σ̕  άλλα σημεία της Λειτουργίας του.

To̕ παμε και πιο πριν. Όπου το κείμενο της λειτουργίας μιλά για τον Χριστό, εκεί ο συνθέτης αφοπλίζεται. Το δέος μπροστά στη θεϊκή μεγαλοπρέπεια δίνει τη θέση του στην τρυφερότητα και την αγάπη. Ο Θεός είναι απρόσιτος, και κανείς δεν τολμά να σηκώσει τη ματιά του και να Τον αντικρίσει. Υπάρχει όμως Κάποιος που μας ενώνει μαζί Του και Τον φέρνει κοντά μας: “ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου, ελέησον ημάς”, θα ψάλει τρυφερά και πονεμένα ο βασανισμένος συνθέτης, καθώς αντικρίζει τον Αμνό του Θεού. Θα μπορούσε ποτέ μια τέτοια προσευχή να μείνει αναπάντητη;

Και πάλι η μεγαλοπρέπεια της θεϊκής παρουσίας ξαναγυρίζει στο προσκήνιο, καθώς το αρχικό θέμα επαναλαμβάνεται, ακόμη πιο ορμητικά αυτή τη φορά, για να κλείσει το  δεύτερο μέρος του έργου σαν ένας επίλογος – μία “κόντα”  (“coda”)  στη μουσική γλώσσα –   μετά από μια γιγαντιαία φούγκα στη φράση “με το Άγιο Πνεύμα, για τη δόξα του Πατέρα Θεού”.

Credo

Πολλά θα̕  χε κανένας να γράψει για το τρίτο μέρος, το “Credo” -“Πιστεύω” με το κείμενο του Συμβόλου της Πίστεως. Για τη ρωμαλέα διακήρυξη “Credo, Credo” – “Πιστεύω, πιστεύω” -, για το πονεμένο “crucifixus” – “σταυρωθέντα” -, για το συγκλονιστικό “passus et sepultus est” – “παθόντα και ταφέντα” – για το θριαμβευτικό “resurrexit” – “αναστάντα”. Κι ακόμη για το ηχητικό μεγαλούργημα της τελικής φούγκας “και ζωή του μέλλοντος αιώνος, Αμήν”. Δεν μπορούν να χωρέσουν όλα σ̕  έναν περιορισμένο χώρο. Ωστόσο δεν μπορούμε να παραλείψουμε εκείνο το γλυκύτατο συγκινητικό κουαρτέτο “in carnatus est” – “σαρκωθέντα” – και το ενθουσιαστικό “et homo factus est” – “και ενανθρωπήσαντα” – που αναγγέλλει ο σολίστ τενόρος με την επανάληψη της χορωδίας. Στ̕ αλήθεια, το μυστήριο της Ενσαρκώσεως του Γιου του Θεού και η ενανθρώπησή Του δε θα μπορούσε να βρει καλύτερο υμνητή από τον Μπετόβεν. Κι η έκδηλη συγκίνηση και η χαρά του εναρμονίζονται απόλυτα με τον χαρακτήρα του και το προσωπικό του πιστεύω: βαθύτατα ανθρώπινος, νιώθει να του ταιριάζει απόλυτα ένας Θεός που βρίσκεται τόσο κοντά στον άνθρωπο, που τον βοηθά στο πλησίασμα και στη συμφιλίωση με τον Υπέρτατο Κριτή.

Sanctus” – “Benedictus

Έχει χαρακτηρισθεί η “Μίσα Σολέμνις” ουσιαστικά σαν ένα ορατόριο ή ακόμη και σαν μια ελεύθερη χορωδιακή σύνθεση που απλά βασίζεται στο κείμενο της καθολικής λειτουργίας. Χαρακτηρισμός που δικαιώνεται ακόμη περισσότερο στα τρία τελευταία μέρη: Sanctus – Benedictus και Agnus Dei. Ωστόσο ακόμη και στα τρία πρώτα μέρη που είδαμε (Kyrie – Gloria – Credo) υποδηλώνονται με “λανθάνοντα”, κάπως κρυμμένο τρόπο, κάποια ενδιαφέροντα προσωπικά στοιχεία. Ο Homer Ulrich, καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Maryland των ΗΠΑ, γράφει σχετικά τα εξής  άκρως ενδιαφέροντα στο βιβλίο του “A Survey of Choral Music” (“Ένα Πανόραμα της Χορωδιακής Μουσικής”):

Δύο σημεία σχετικά με το Credo θα μπορούσαν να θεωρηθούν πως προσδιορίζουν τον χαρακτήρα της θρησκευτικής μουσικής του Μπετόβεν: Μετά τη φράση “cujus regni non erit finis” (“ου της βασιλείας ουκ έσται τέλος”) η λέξη “non” (“ουκ”) επαναλαμβάνεται αρκετές φορές,  σαν να θέλει να δώσει έμφαση στο γεγονός ότι η βασιλεία του Χριστού θα είναι πράγματι αιώνια. Το απόσπασμα που ακολουθεί αμέσως μετά περιλαμβάνει μερικές δογματικές διατυπώσεις σαράντα δύο λέξεων. [Και εις το Πνεύμα το Άγιον […] προσδοκώ ανάστασιν νεκρών] που η μουσική εκτέλεσή τους απαιτεί χρόνο μόλις ενός λεπτού, σε αντίθεση με τις τελευταίες λέξεις του κειμένου “και ζωήν του μέλλοντος αιώνος, Αμήν” (“et vitam venturi saeculi, Amen”) που επαναλαμβάνονται και αναπτύσσονται μέσα σε μια ατμόσφαιρα αισιοδοξίας που απαιτεί περισσότερα από επτά λεπτά[!]. Νιώθει κανείς τη διακήρυξη της πιο βαθιάς πίστης και ελπίδας του Μπετόβεν. Κι αυτή η διακήρυξη διατυπωμένη με το κείμενο της λειτουργίας οικοδομεί ένα από τα αριστουργήματά του Μπετόβεν και ένα από τα αθάνατα μνημεία της δυτικής μουσικής”. Πόσα ακόμη τέτοια “κρυμμένα” στοιχεία θα μπορούσαν ίσως να βρεθούν με μια προσεκτικότερη ανάλυση προς αυτή την κατεύθυνση… Αλλά, βλέπετε, οι περισσότεροι ειδικοί αναλυτές “περί άλλα τυρβάζουν” χωρίς να δίνουν και τόση σημασία στη χριστιανική πίστη των μεγάλων του πνεύματος και της τέχνης.

Ας το επαναλάβουμε: είναι στα επόμενα τρία μέρη: (“Sanctus” – “Αγιος” , “Βenedictus  – “Ευλογημένος” και  “Agnus Dei” – ” Ο Αμνός του Θεού”)  όπου ο Μπετόβεν απομακρύνεται ακόμη περισσότερο από το παραδοσιακό τυπικό της καθολικής λειτουργίας. Σε καμιά άλλη λειτουργία, για παράδειγμα, το ” Sanctus ” που αφορά στον Πατέρα  Θεό δεν ενώνεται με το “Benedictus” που αφορά στον Υιό του Θεού. Ο Μπετόβεν είναι ο μόνος που το κάνει. Να υποδηλώνει άραγε αυτό την ενότητα του Πατρός και του Υιού;  Μα από το άλλο μέρος σε όλες τις άλλες λειτουργίες το “Ωσανά εν τοις υψίστοις” που κλείνει το καθένα  απ̕  αυτά τα δύο μέρη είναι απαράλλαχτα το ίδιο. Εδώ και πάλι ο Μπετόβεν “επαναστατεί”: Το πρώτο “Ωσανά” που κλείνει το “Sanctus” είναι μια μεγαλόπρεπη δοξολογία που ταιριάζει στη μεγαλοσύνη του Πατέρα Θεού. Αντίθετα, το δεύτερο “Ωσανά” που κλείνει το “Benedictus”  είναι ένας ύμνος αξεπέραστης ομορφιάς που ταιριάζει απόλυτα στον “πράο και ταπεινό”  Ιησού των ευαγγελίων. Κι αυτό το πετυχαίνει ο Μπετόβεν με μια ακόμη “καινοτομία”: με το σόλο βιολί που “αναδύεται” με μια απερίγραπτη ουράνια γλυκύτητα σε μια σπάνιας ομορφιάς μελωδία, απαγγέλοντας τη φράση “Benedictus qui venit in nomine Domini” (“Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου”). Οι σολίστες επαναλαμβάνουν το “ευλογημένος ο ερχόμενος”, η χορωδία απαντά: “εν ονόματι Κυρίου”, το βιολί μπλέκεται με τις ανθρώπινες φωνές, σχολιάζοντας τις μουσικές φράσεις με αριστουργηματικό τρόπο. Είναι μια από τις ευτυχέστερες εμπνεύσεις του μεγάλου δασκάλου. Δεν ξέρω κανένα άλλο παρόμοιο να γράφτηκε με τέτοια θεϊκή πνοή, με τέτοια  απαράμιλλη τέχνη, με τέτοια πρωτοτυπία στη μορφή.  Ο Μπετόβεν, που μας έχει συνηθίσει στα βίαια ξεσπάσματα του ορμητικού του χαρακτήρα, γονατίζει ταπεινά και ψάλλει ολόγλυκα δοξάζοντας κι ευλογώντας τον “ερχόμενον εν ονόματι Κυρίου”. Αληθινά, και μόνο αυτό το μέρος δικαιώνει τα λόγια του μεγάλου γερμανού μαέστρου Καρλ Μπαιμ που είχε δηλώσει σε μια επίσκεψή του στην Αθήνα: “Αγαπώ κάθε καλή μουσική […] Όμως, αν πρόκειται να διαλέξω και ν̕  αναφέρω ένα μόνο έργο, θα διάλεγα τη Μίσα Σολέμνις. Κανένα άλλο έργο δεν έχει τόση καρδιά, τόσο αίμα, τόση ένταση σαν αυτό.  Κανένα δε μιλάει τόσο πολύ σ̕  όλο τον κόσμο”.

Agnus Dei

Είναι στο έκτο και τελευταίο μέρος, το “Agnus Dei”, όπου ξαναθυμόμαστε την εικόνα που περιγράφηκε στην αρχή: το πλήθος που με υψωμένα τα χέρια, απαράλλαχτα σαν το γλυπτό του πάρκου της νορβηγικής πρωτεύουσας, ικετεύει απελπισμένα, πασχίζοντας να ξεριζωθεί απ̕  τη γη και ν̕ ανέβει στα ουράνια, για να γονατίσει στα πόδια του Αμνού του Θεού και να ζητήσει το έλεός Του. Ο σολίστας μπάσος που ψάλλει το “Agnus Dei, qui tollis peccata mundi”,  – “ο Αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου” – κι η ανδρική χορωδία που επαναλαμβάνει την επίκληση “miserere nobis”,  -“ελέησον ημάς” – με αύξουσα δραματικότητα, συνθέτουν μιαν εικόνα που με την άγρια μεγαλοπρέπεια και την τιτάνια σύλληψή της κυριολεκτικά καθηλώνει και προκαλεί το δέος. Ο Ρομαίν Ρολάν παρομοιάζει τη σκηνή με κομμάτι αρχαίας ελληνικής τραγωδίας.      Η δραματική επίκληση του “ελέησον ημάς” θα δώσει σε λίγο τη θέση της σε μια γλυκιά προσευχή: “dona nobis pacem”- “δος ημίν ειρήνην”. Ο Μπετόβεν έχει σημειώσει πάνω στο τελευταίο αυτό μέρος: “Προσευχή για εξωτερική και εσωτερική ειρήνη”. Η παράκληση για την ειρήνη επαναλαμβάνεται επίμονα, σχεδόν απαιτητικά από τη χορωδία. Πιστεύω πως το πιο προσωπικό μέρος της Λειτουργίας είναι αυτό το έκτο. Εδώ ο Μπετόβεν δίνει όλο του τον εαυτό. Ο αγώνας του για την απόκτηση της “εξωτερικής και εσωτερικής ειρήνης” φαίνεται ολοκάθαρα και στην επίμονη επίκληση “pacem, pacem”, – “ειρήνη, ειρήνη” – κι ακόμη πιο έντονα παρακάτω, όταν σάλπιγγες και τύμπανα θα προαναγγείλουν την απειλή και τον πόλεμο, από μακριά στην αρχή, πλησιάζοντας μετά ολοένα περισσότερο και σκορπίζοντας τον πανικό στη χορωδία και στους σολίστες, που κραυγάζουν απελπισμένα ζητώντας βοήθεια καθώς η ορχήστρα καταλήγει σ̕  ένα φορτίσιμο που  σκεπάζει κάθε άλλη φωνή. Μα η γαλήνη δεν θα αργήσει και πάλι να κυριαρχήσει στις καρδιές. Η επίκληση για την ειρήνη ξανακούγεται γαλήνια απ̕  τη χορωδία και τους σολίστες, για να καταλήξει σ̕  ένα φουγκάτο με τη μελωδία του “θα βασιλεύσει εις τους αιώνας των αιώνων” από το “Αλληλούϊα” του Χαίντελ. Είναι γνωστό πως ο Μπετόβεν θαύμαζε τον Χαίντελ και γνώριζε πολύ καλά τον “Μεσσία” του. Δεν χρειάζονται λοιπόν, πιστεύω, ούτε ιδιαίτερες περισπούδαστες αναλύσεις, ούτε βαθιές μουσικολογικές γνώσεις για να καταλάβει κανείς για ποιο λόγο “δανείζεται” την παραπάνω φράση. Ωστόσο οι διάφοροι αναλυτές και μουσικολόγοι ιδιαίτερα στην εποχή μας, πολύ περισσότερο από παλιά, αποφεύγουν επιμελώς ν̕ αναφερθούν σε θέματα πίστης και σε ξεκάθαρους συμβολισμούς σαν κι αυτόν του συνθέτη της “Μίσα Σολέμνις”, προτιμώντας να μιλούν για “πανανθρώπινες ιδέες”, για “ανθρωπιστικά ιδεώδη” και για “συμπαντικά οράματα”, μη τυχόν και ξεφύγουν από την αθεϊστική γραμμή του “διαφωτισμού”…

Ακόμη μια φορά θ̕  ακουστούν οι πολεμικές σάλπιγγες, αλλά, όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Ρομαίν Ρολάν, ενώ την πρώτη φορά ο λαός σκόρπισε τρομαγμένος, εδώ γίνεται αγώνας, και στον αγώνα νικήτρια είναι η ειρήνη, όπως θριαμβικά αναγγέλλει η χορωδία. Για τρίτη φορά ακούγεται πιο γαλήνια, πιο απαλά, η επίκληση “dona nobis pacem”. Κι όπως γράφει κάποιος άλλος σχολιαστής, δειλά και διστακτικά σαν να φοβάται μήπως διαλυθεί το θαυμάσιο όραμα, υψώνεται η χορωδία στην τελευταία της προσευχή, αφήνοντας στη συνέχεια μόνη την ορχήστρα που με δυνατές, σίγουρες συγχορδίες σφραγίζει το μεγάλο έργο.

Επίμετρο

Λένε μερικοί πως το θέμα της ειρήνης μένει στο τέλος μετέωρο, πως η αμφιβολία κι η αβεβαιότητα κυριαρχούν μέχρι το τελευταίο μέτρο. Και ασφαλώς θα υπάρξουν αρκετοί αναλυτές και κριτικοί που θα υποστηρίξουν κάτι τέτοιο και στην επόμενη χρονιά, όπου μετατέθηκαν λόγω πανδημίας οι εκδηλώσεις για τα 250 χρόνια από τη γέννηση του μεγάλου δασκάλου -στάθηκε βλέπετε, και σ̕  αυτό άτυχος, ευτυχώς προσωρινά… Είναι αυτοί που με κάθε θυσία είναι αποφασισμένοι να βγάλουν τα συμπεράσματα που επιθυμούν, σαν να τους μιλούν τα έργα τέχνης, μονάχα σ̕  αυτούς, με μια άγνωστη γλώσσα που μόνο αυτοί κατέχουν. Εμείς δεν έχουμε τέτοια φιλοδοξία. Γι̕  αυτό και παραθέσαμε μαρτυρίες φίλων και άλλων συγχρόνων του συνθέτη, γνωστών βιογράφων του και άλλων σπουδαίων ανθρώπων της μουσικής. Απ̕  όπου, και προπάντων απ̕  όσα ο ίδιος έχει πει κι έχει γράψει για τον εαυτό του, τα συμπεράσματα για κάθε καλόπιστο και απροκατάληπτο αναγνώστη προκύπτουν αβίαστα, από μόνα τους. Πολύ χρήσιμα και για την επόμενη χρονιά.

Tα νεα άρθρα σε email

Εγγραφείτε στο newsletter μας για να λαμβάνετε τα νέα άρθρα όταν δημοσιεύονται.

Scroll to top