Θα ήθελα καταρχήν, προτού μπω στο θέμα μου, να δώσω κάποιες πληροφορίες και κάποιες διευκρινίσεις.
Και πρωτ’ απ’ όλα, δεν είμαι κανένας πρόσφατος «προσήλυτος» προτεστάντης. Η οικογένειά μου έχει συμπληρώσει τουλάχιστον εκατόν τριάντα χρόνια προτεσταντικού βίου. Έτσι είμαι απαλλαγμένος, πιστεύω, από προκαταλήψεις και δογματισμούς που χαρακτηρίζουν συνήθως τους «νεοφώτιστους». Σπεύδω όμως να διευκρινίσω ότι μοναδική μου εμμονή -αν μπορεί να χαρακτηριστεί έτσι- είναι η σταθερή προσήλωσή μου στο πρόσωπο του Χριστού, στον οποίο πιστεύω ότι οφείλουμε ό,τι πολυτιμότερο έχουμε εμείς οι σύγχρονοι άνθρωποι –ίσως περισσότερο απ’ όσο οι άνθρωποι του παρελθόντος- κι ακόμη πιο πολλά Του οφείλουμε όσοι από μας Του αφιερώσαμε τη ζωή μας για να μας κάνει πραγματικά ελεύθερους και να μας χαρίσει τη λύτρωση και την ολοκλήρωση που μονάχα Εκείνος μπορεί να χαρίσει στον άνθρωπο.
Το δεύτερο που πρέπει να πω είναι ότι ο προτεσταντικός χριστιανισμός είναι εντελώς σχεδόν άγνωστος στη χώρα μας. Θυμάστε άλλωστε ότι τα βιβλία της σχολικής μας ιστορίας αφιέρωναν μια-μιάμιση σελίδα όλο κι όλο στη θρησκευτική μεταρρύθμιση του 16ου αιώνα. Μόλις στα τελευταία χρόνια, με αφορμή την οικονομική κρίση και τα μνημόνια, άρχισαν οι δημοσιογράφοι μας ν’ αναφέρουν συχνά-πυκνά την προτεσταντική ηθική και τον καλβινισμό, που τα συνδέουν οι περισσότεροι με τον –κακό συνήθως- καπιταλισμό και με την κυρία Μέρκελ και τον κύριο Σόιμπλε. Χωρίς σωστή ενημέρωση, και χωρίς περισσότερες πληροφορίες. Ίσως σ’ αυτό φταίμε κι εμείς οι ίδιοι, οι έλληνες χριστιανοί προτεστάντες, που ποτέ δε φροντίσαμε να ενημερώσουμε τους συμπατριώτες μας ποιοι είμαστε, τι ακριβώς πιστεύουμε (εκτός από κάποιο βιβλίο με εντελώς περιορισμένη κυκλοφορία πριν πολλά πολλά χρόνια), και προπάντων ποια είναι η ιστορία και η επίδραση της θρησκευτικής μεταρρύθμισης, δηλ. του προτεσταντισμού, στη διαμόρφωση αυτού που ονομάζουμε δυτικό πολιτισμό. Με αποτέλεσμα να μην είναι γνωστό ούτε καν το σωστό όνομά μας. «Ευαγγελιστές» μας ανεβάζουν, «ευαγγελιστές» μας κατεβάζουν τα κάθε είδους έντυπα. Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν: Ευαγγελικοί, προτεστάντες ή διαμαρτυρόμενοι, όπως μεταφράζεται ο όρος «προτεστάντης» στην ελληνική γλώσσα, είναι ένα και το αυτό. Είναι το δεύτερο μεγάλο σε αριθμό πιστών χριστιανικό δόγμα μετά τον καθολικισμό και αρκετά μεγαλύτερο από την ορθοδοξία. Σήμερα οι καθολικοί υπολογίζονται σε ένα δισεκατομμύριο, οι ευαγγελικοί σε οκτακόσια εκατομμύρια, και οι ορθόδοξοι σε διακόσια πενήντα εκατομμύρια σ’ ολόκληρο τον κόσμο.
Προχωρώντας τώρα στην ανάπτυξη του θέματός μας θα θεωρήσουμε υποχρεωτικά σα δεδομένο ότι οι ακροατές μας γνωρίζουν έστω σε γενικές γραμμές τα ιστορικά γεγονότα τα σχετικά με τη θρησκευτική μεταρρύθμιση και τα αίτια που την προκάλεσαν. Σε μια εποχή όπου η μονοκρατορία της καθολικής εκκλησίας στη δύση ήταν απόλυτη και σαν θρησκευτική και σαν κοσμική εξουσία, εύκολα αντιλαμβανόμαστε ότι η επανάσταση που ξεκίνησε ο Μαρτίνος Λούθηρος καρφώνοντας τις 95 θέσεις του στην πύλη του καθεδρικού ναού της γερμανικής πόλης της Βιτεμβέργης στις 31 Οκτωβρίου του 1517, υπήρξε ένας σεισμός με αλυσιδωτές αντιδράσεις που συνεχίστηκαν στους επόμενους αιώνες, και που αρκετές απ’ αυτές σημάδεψαν την πορεία του δυτικού κόσμου και του έδωσαν μια εντελώς καινούργια εικόνα, όχι μονάχα στο θρησκευτικό τομέα. Όπως ήταν φυσικό, από τη θρησκευτική μεταρρύθμιση δε γεννήθηκε μια ενιαία εκκλησία με καθορισμένη «ιδεολογική γραμμή». Ήδη από τα πρώτα βήματά της προέκυψαν διαφορετικές αντιλήψεις σε όλους τους τομείς του πολιτισμού –μ’ άλλα λόγια σ’ όλους τους τομείς της ζωής: στο θεολογικό, στον κοινωνικό, στον πολιτικό, στον οικονομικό τομέα, στις ποικίλες μορφές της τέχνης. Κι αυτό ήταν εντελώς δικαιολογημένο για ένα κίνημα χωρίς ενιαία πνευματική ηγεσία, που απαρνήθηκε σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό –ή και εντελώς- τις παραδόσεις αιώνων, τις αποφάσεις των οικουμενικών συνόδων και τα παπικά δόγματα, και στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στην Αγία Γραφή, και φυσικά με διαφορετικές ερμηνευτικές θέσεις από μέρους των διαφόρων μεταρρυθμιστών.
Σαν αποτέλεσμα, έχουμε ένα μωσαϊκό από διάφορες δογματικές «αποχρώσεις» («denominations») που καθεμιά απ’ αυτές παρουσιάζει διαφορετική πολιτιστική εξέλιξη, και όλες μαζί συνθέτουν την ιδιότυπη πολιτιστική εικόνα του προτεσταντισμού: ακραίες ομάδες όπως οι γνωστοί «Amish» που αρνούνται κάθε επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο και ζουν σε περασμένους αιώνες· καλβινιστές με εκ διαμέτρου αντίθετες από τους προηγούμενους αντιλήψεις για το ρόλο του χριστιανού στον κόσμο· λουθηρανούς με σημαντική προσφορά στον τομέα της θρησκευτικής μουσικής κατά το πρότυπο του πνευματικού τους ηγέτη, του Μαρτίνου Λούθηρου, αλλά και διάφορα «ευσεβιστικά» («πιετιστικά») και πιο πρόσφατα φονταμενταλιστικά καθώς και πεντηκοστιανικά και χαρισματικά κινήματα με τις γνωστές ζωηρές εκδηλώσεις τους που παρακολουθούμε και στη δορυφορική τηλεόραση, που τελικά κυριάρχησαν σε μεγάλο ποσοστό στον προτεσταντικό κόσμο και χρωμάτισαν έντονα τη σημερινή εικόνα του και με το θρησκευτικό τους ζήλο, και με το φιλανθρωπικό τους έργο (κάτι που χαρακτηρίζει γενικά το σύνολο του προτεσταντικού κόσμου σε ευρύτατη κλίμακα σ’ ολόκληρη τη διάρκεια της ιστορίας του), αλλά και με την απουσία τους από τους ποικίλους τομείς της ζωής και του πολιτισμού, κι αυτό θυμίζει σε άλλη έκδοση το πνεύμα του «αναχωρητισμού» που χαρακτήρισε κυρίως στο μεσαίωνα την πνευματική πορεία του καθολικισμού και σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό χαρακτήρισε και χαρακτηρίζει ακόμη και σήμερα την πνευματική πορεία της ορθοδοξίας.
Είναι κρίμα, ότι το μοναδικό πολιτικοκοινωνικό προτεσταντικό κίνημα των τελευταίων ετών έχει δυσφημίσει τον όρο «ευαγγελικός» και έχει εκθέσει την ευαγγελική εκκλησία στα μάτια όλου του κόσμου, ιδιαίτερα μετά το 2000 με την αναγόρευση του προέδρου Τζορτζ Μπους του νεότερου. Μιλάμε για τις γνωστές «ευαγγελικές» ομάδες μέσα στο ρεπουμπλικανικό κόμμα των ΗΠΑ, με εκπροσώπους σαν τη Σάρα Πέιλιν, με κινήσεις σαν τα tea parties και με άλλα παρόμοια. Οι άνθρωποι αυτοί παρανόησαν εντελώς την αποστολή τους σαν χριστιανών και φαντάστηκαν πως ζουν κάπου στην εποχή της Παλιάς Διαθήκης, και υποστήριξαν πολέμους κι εκστρατείες όπως εκείνες του Αφγανιστάν και του Ιράκ, κι ακόμη αποφάσισαν να παίξουν ρόλο παρόμοιο με του Σαβοναρόλα στη Φλωρεντία των Μεδίκων του 16ου αιώνα, καταδικάζοντας τις αμβλώσεις με πανεθνικές εκστρατείες και καμιά φορά και με βίαιες πράξεις, και οργανώνοντας μέχρι και ομαδικούς διωγμούς ενάντια στους ομοφυλόφιλους. Ξέχασαν προφανώς ότι οι αληθινοί χριστιανοί συμπεριφέρονται με ειλικρινή αγάπη και κατανόηση απέναντι σ’ εκείνους που θεωρούν αμαρτωλούς, ακριβώς όπως συμπεριφέρθηκε ο ίδιος ο Χριστός στη διάρκεια της επίγειας παρουσίας Του. Ακούμε συχνά πως ένα από τα μειονεκτήματα της ευαγγελικής εκκλησίας είναι η διάσπασή της σε πολλές επιμέρους ομολογίες χωρίς ενιαία διοίκηση, αντίθετα απ’ ό, τι συμβαίνει στην ορθόδοξη και στην καθολική εκκλησία. Ωστόσο αυτό ακριβώς το «μειονέκτημα» μάς δίνει το δικαίωμα, μου δίνει το δικαίωμα αυτή τη στιγμή να διαχωρίσω εντελώς τη θέση μου από τέτοιου είδους ενέργειες και αντιλήψεις ανθρώπων που ανήκουν μεν στο ευαγγελικό δόγμα, αρκετοί όμως απ’ αυτούς είτε είναι ξένοι προς την πίστη του Χριστού, είτε είναι μπερδεμένοι θεολογικά από κάποιους δασκάλους ή από κάποιες επικρατούσες θεολογικές αντιλήψεις. Και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο έχω την άνεση να διακηρύξω ότι οι πολεμικές ενέργειες των προτεσταντών στη Βόρεια Ιρλανδία πριν μερικά χρόνια ήταν εντελώς αντίθετες με όσα μας δίδαξε ο Χριστός μέσα από τα ευαγγέλια. Το τονίζω αυτό ιδιαίτερα για όσους από τους συμπατριώτες μας ορθοδόξους βρίσκονται ανάμεσά μας, που ίσως θεώρησαν θρησκευτική τους υποχρέωση να δικαιολογήσουν τα εγκλήματα των «αδελφών» σέρβων στη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου της πρώην Γιουγκοσλαβίας –ένα μόνο πρόσφατο παράδειγμα από τα πολλά που έχουμε μέσα στην ιστορία μας σαν έθνος. Είναι κι αυτό ένα σύμπτωμα που χαρακτηρίζει την ορθοδοξία, που συνδέεται αναπόσπαστα με το κάθε έθνος όπου επικρατεί σαν αποκλειστικό σχεδόν θρησκευτικό δόγμα. Ας σταματήσουμε όμως εδώ, στην προσπάθειά μας ν’ αποφύγουμε κάθε δογματική ή θεολογική αντιπαλότητα.
«Sola Scriptura»
Ελάτε τώρα μαζί μου να παρατηρήσουμε ένα αξιοσημείωτο φαινόμενο, αρκετά περίεργο για όσους δεν έχουν επαρκείς ιστορικές γνώσεις. Κάθε τόσο παρακολουθούμε στον τύπο (και υποθέτω και στο διαδίκτυο με το οποίο δεν είμαι ιδιαίτερα εξοικειωμένος) διάφορες στατιστικές από οργανισμούς παγκοσμίου κύρους που αναφέρονται στις χώρες ή στις πόλεις ολόκληρου του πλανήτη, με αξιολόγησή τους σε διαφόρους τομείς, όπως:
- σε ποια κράτη παρατηρείται το χαμηλότερο ποσοστό διαφθοράς;
- πού βρίσκονται τα καλύτερα πανεπιστήμια;
- σε ποιες χώρες ή σε ποιες πόλεις σ’ ολόκληρο τον κόσμο είναι πιο ευχάριστο να ζει κανείς;
- ποιες χώρες είναι πιο προηγμένες οικονομικά;
- σε ποιες χώρες η δημοκρατία λειτουργεί πιο υποδειγματικά;
Σ’ όλες λοιπόν τις στατιστικές που δημοσιεύονται με τα παραπάνω ερωτήματα και με άλλα παρόμοια, με ελάχιστες, μία ή δύο εξαιρέσεις, οι οκτώ έως δέκα τουλάχιστον πρώτες χώρες στην αξιολόγηση ανήκουν στον προτεσταντικό χώρο: Ηνωμένες Πολιτείες, Καναδάς, Μεγάλη Βρετανία, Γερμανία, Ολλανδία, Ελβετία, σκανδιναβικές χώρες, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία κλπ. (Μόλις πριν από μερικούς μήνες, για παράδειγμα, δημοσιεύτηκε ένας κατάλογος με τα καλύτερα πανεπιστήμια του κόσμου που έδειξε ότι από τα είκοσι καλύτερα τα δεκαεπτά βρίσκονται στη Βρετανία και στις ΗΠΑ). Πώς εξηγείται το φαινόμενο αυτό;
Είπαμε πιο πριν ότι η θρησκευτική μεταρρύθμιση κράτησε σαν πηγή της χριστιανικής πίστης και διδασκαλίας αποκλειστικά και μόνο την Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή Διαθήκη, απορρίπτοντας ολόκληρη τη μετέπειτα Ιερά Παράδοση, αποφάσεις δηλ. οικουμενικών συνόδων και παπικά δόγματα, καθώς και οποιαδήποτε λειτουργικά κείμενα και αρκετά άλλα ακόμη, κάτι που διατυπώθηκε επιγραμματικά με τις λέξεις «Sola Scriptura» («Μόνο η Αγία Γραφή») από τους πρώτους μεταρρυθμιστές. Προσωπικά δεν είμαι απόλυτα σίγουρος αν ωφέλησε αυτή η απόλυτη απογύμνωση που έγινε από άλλους μεταρρυθμιστές και όχι από το Μαρτίνο Λούθηρο, που κράτησε αρκετά από τα σημαντικά λειτουργικά στοιχεία και αντιτάχθηκε στην καταστροφή σπουδαίων έργων τέχνης μέσα στους ναούς. Όπως και νάναι, τούτη η «ανακάλυψη» της Αγίας Γραφής και η μετάφρασή της στην απλή γλώσσα του λαού που την έκανε κτήμα του στις χώρες όπου επικράτησε η μεταρρύθμιση, αποτέλεσε σεισμό κι άνοιξε μια εντελώς νέα εποχή στην ιστορία του δυτικού κόσμου και του δυτικού πολιτισμού. (Θα πρέπει μάλιστα να σημειώσουμε ότι η μετάφραση της Βίβλου –Παλαιάς και Καινής Διαθήκης- από το Λούθηρο αποτέλεσε την απαρχή στη διαμόρφωση της νέας γερμανικής γλώσσας στη γραπτή της μορφή). Και πάλι από στατιστικές προκύπτει ότι στις χώρες αυτές ο κόσμος διαβάζει πολύ περισσότερο, κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι από πολύ νωρίς ακόμη μελετώντας την Αγία Γραφή συνήθισαν στο διάβασμα και προχώρησαν στη μελέτη και άλλων βιβλίων. Κι όπως έγραψε και ο Τάκης Θεοδωρόπουλος πριν από λίγο καιρό στην εφημερίδα «Καθημερινή», «η ελληνική ορθοδοξία προτίμησε να αφήσει την ανάγνωση της Βίβλου στους προτεστάντες και ν’ απαγγέλλει κομμάτια της Καινής Διαθήκης τη Μεγάλη Πέμπτη». Κι ακόμη ότι «και πριν από το Διαδίκτυο [που έδωσε τη χαριστική βολή στο διάβασμα βιβλίων] τα ελληνόπουλα διάβαζαν ελάχιστα σε σχέση με τους συνομηλίκους τους στην υπόλοιπη Ευρώπη». Περιττό βέβαια να περιγράψουμε τα αποτελέσματα που προέκυψαν από αυτό, σε πόσο δηλ. πλεονεκτική θέση βρίσκονται οι λαοί που ξέρουν να μελετούν, να σκέπτονται, να αναλύουν, σε σχέση με άλλους που σχηματίζουν απόψεις από όσα τυχόν αρπάξει τ’ αυτί τους από διάφορες συζητήσεις – πολύ σπάνια υψηλού επιπέδου- στην τηλεόραση, στο ραδιόφωνο και στα καφενεία παλαιάς και νέας, «ηλεκτρονικής» μορφής.
Αυτό όμως απλά είναι ένα από τα «παράπλευρα» οφέλη που προέκυψαν από τη διάδοση και τη μελέτη της Αγίας Γραφής. Γιατί το κυριότερο είναι η απελευθέρωση του ατόμου από τα ασφυκτικά δεσμά της εκκλησίας, και η πνευματική «ενηλικίωσή» του, έτσι ώστε να αισθανθεί αυτός άτομο υπεύθυνο και ελεύθερο, έχοντας να δώσει λόγο για τις πράξεις και τα πιστεύω του μονάχα στο Θεό με βάση αυτά που μελετά και μαθαίνει μέσα από το λόγο Του. Είναι αυτό ακριβώς που εξέφρασε ο Χριστός λέγοντας: «Εάν ο Υιός σας ελευθερώση, όντως ελεύθεροι θέλετε είσθαι». Μια μυστηριακή δηλ. ένωση του ανθρώπου με τη θεότητα, δικαίωμα που μας χαρίστηκε με τη σταυρική θυσία του Χριστού, αυτό που εμείς οι ευαγγελικοί χαρακτηρίζουμε σαν «αναγέννηση», κάτι που θυμίζει τη «θέωση» της ορθόδοξης θεολογίας -με αρκετές όμως διαφορές απ’ αυτήν- που βασίζεται μεν στη Βίβλο, κακοποιήθηκε όμως κατά το χειρότερο τρόπο από τις πολιτικοθρησκευτικές ομάδες των ΗΠΑ που αναφέραμε πιο πριν.
Ας αφήσουμε όμως τους «παράδρομους» του θέματός μας κι ας ξαναγυρίσουμε στην κεντρική μας λεωφόρο, κι ας το επαναλάβουμε: Τούτη η «ανακάλυψη» της Αγίας Γραφής κι η επαφή μαζί της και η μελέτη της σε βάθος που κυριάρχησε σ’ολόκληρο το χριστιανικό προτεσταντικό κόσμο, χάρισε ανεκτίμητα πλεονεκτήματα και διαμόρφωσε το δυτικό πολιτισμό, τη δυτική «κουλτούρα» με την ευρύτερη έννοια του όρου όσο λίγα ρεύματα στην ιστορία, και κυρίως στις χώρες όπου επικράτησε η μεταρρύθμιση. Είναι μια ιστορία εντελώς σχεδόν άγνωστη στο δικό μας το χώρο εδώ στην πατρίδα μας, και είναι αδύνατον να την ξετυλίξουμε με λεπτομέρειες αυτή την ώρα. Αναγκαστικά λοιπόν θα περιοριστούμε σε κάποια ονόματα και σε κάποιες εντελώς βασικές πληροφορίες.
Δύο μονάχα απ’ αυτά τα μεγάλα ονόματα θα αναφέρουμε, δειγματοληπτικά μόνο, από όλους εκείνους που συνέβαλαν καθοριστικά στο να κτιστεί το οικοδόμημα του δυτικού πολιτισμού. Ο πρώτος είναι ο μεγάλος θεολόγος και ιεροκήρυκας John Wesley, ιδρυτής του προτεσταντικού κινήματος των μεθοδιστών, που κυριάρχησε με τη θρησκευτική και κοινωνική του δράση στη Βρετανία σε μεγάλο μέρος του 18ου αιώνα. Γράφει σχετικά ο σημαντικός αμερικανός θεολόγος John Barber στο έξοχο βιβλίο του «Ο Δρόμος από την Εδέμ» («The Road from Eden», έκδοση 2008): «Έχοντας συναντήσει εμπόδια στο να κηρύξει στις παραδοσιακές αγγλικανικές εκκλησίες της εποχής του, στράφηκε ο Wesley προς άλλες κατευθύνσεις οργανώνοντας μεγάλες υπαίθριες συγκεντρώσεις, όπου καβάλα στην πλάτη ενός αλόγου κήρυττε το Χριστό σε ανθρακωρύχους, εργάτες εργοστασίων, ιερόδουλες και αλκοολικούς. Χιλιάδες άνθρωποι συνέρρεαν για ν’ ακούσουν το ελπιδοφόρο μήνυμά του. Έτσι πολλοί αναγεννήθηκαν με την πενηντατριάχρονη διακονία του Wesley, με αποτέλεσμα η αγγλική κοινωνία κυριολεκτικά να μεταμορφωθεί. Ιδρύθηκαν εκκλησιαστικές υπηρεσίες για τους φτωχούς. Κτίστηκαν ορφανοτροφεία και σχολεία. Ο αλκοολισμός και η πορνεία ουσιαστικά ξεριζώθηκαν. Την ίδια εποχή, από την απέναντι πλευρά της Μάγχης η διδασκαλία του Βολταίρου ότι η κοινωνία έπρεπε να ελευθερωθεί από τις ηθικές διδασκαλίες του χριστιανισμού, οδηγούσε σε πλήρη διάλυση της κοινωνικής δομής στη Γαλλία».
Όπως αντιλαμβάνεστε, ο συγγραφέας με την τελευταία αυτή φράση αναφέρεται στο λεγόμενο κίνημα του αθεϊστικού διαφωτισμού και στη γαλλική επανάσταση, ένα ξέσπασμα όπου οδήγησε η αυταρχικότητα της καθολικής εκκλησίας και η τυραννία της άρχουσας τάξης των ευγενών. Υποστηρίζεται από πολλούς σοβαρούς μελετητές, ότι η δραστηριότητα του John Wesley υπήρξε ο κυριότερος παράγοντας που η Μεγάλη Βρετανία οδηγήθηκε σε έναν ειρηνικό κοινωνικό μετασχηματισμό και απέφυγε τις αιματηρές περιπέτειες της γαλλικής επανάστασης. Προσωπική μου γνώμη είναι εδώ και πολλά χρόνια (κάτι που νομίζω ότι υποστηρίζεται σήμερα και από κάποιους σοβαρούς ιστορικούς) ότι και η Γαλλία θα είχε ομαλή ειρηνική πορεία αν δεν είχε αφανιστεί με απελάσεις, διώξεις και σφαγές σαν εκείνη της νύχτας του Αγίου Βαρθολομαίου το κίνημα των ουγενότων (καλβινιστών διαμαρτυρομένων) που αποτελούσαν την αφρόκρεμα της αστικής τάξης από κάθε άποψη στη χώρα. Είναι δυστύχημα ότι αυτή η μεγάλη προσπάθεια του John Wesley δεν συνεχίστηκε στον ίδιο βαθμό και με την ίδια ένταση στο 19ο αιώνα, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί η κοινωνική εξαθλίωση με τη βιομηχανική επανάσταση που τόσο παραστατικά περιγράφει ο Charles Dickens στα μυθιστορήματά του.
Και το δεύτερο μεγάλο όνομα που αξίζει ν’ αναφέρουμε είναι εκείνο του William Wilberforce (1759-1833), που αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του σαν επίλεκτο μέλος του βρετανικού κοινοβουλίου στην κατάργηση πρώτα του δουλεμπορίου και στη συνέχεια στην κατάργηση του θεσμού της δουλείας στη Μεγάλη Βρετανία, γεγονός που άνοιξε το δρόμο και στον Αβραάμ Λίνκολν τριάντα χρόνια αργότερα για την κατάργηση της δουλείας και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Περιττό βέβαια να τονίσουμε ότι από το άλλο μέρος ο ίδιος αυτός θεσμός της δουλείας που επικράτησε για πολλές δεκαετίες σε χώρες όπως η Βρετανία και οι ΗΠΑ, καθώς και οι φυλετικές διακρίσεις που στιγμάτισαν χώρες όπως και πάλι οι ΗΠΑ και μέχρι πρόσφατα η Νοτιοαφρικανική Ένωση, αποτελούν σελίδες από τις πιο μελανές για ένα αρκετά μεγάλο μέρος του προτεσταντικού κινήματος σ’ αυτές τις χώρες, με ελαφρυντικό όμως ότι και πάλι η κατάργησή τους οφείλεται στους αγώνες μεγάλων χριστιανών διαμαρτυρομένων, όπως για τη δουλεία ο William Wilberforce και ο αμερικανός πρόεδρος Αβραάμ Λίνκολν που αναφέραμε πιο πριν, και για τις φυλετικές διακρίσεις ο μεγάλος αγωνιστής Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, κληρικός ποιμένας (πάστορας) της ευαγγελικής εκκλησίας, και αρκετοί άλλοι συνεργάτες τους. Κλείνουμε όμως εδώ αυτό το κεφάλαιο για να πάμε σε κάποια άλλα εξίσου σημαντικά.
Οικονομία – εργασιακή ηθική
Πολύς λόγος γίνεται ακόμη από τους δημοσιογράφους μας για τη γέννηση και την ανάπτυξη του καπιταλισμού με αφορμή την οικονομική κρίση και την πρόσφατη εμπλοκή μας με τις προτεσταντικές χώρες του βορρά και κυρίως με τη Γερμανία, σε αναφορά μάλιστα με το πασίγνωστο, κλασικό πια, βιβλίο του γερμανού κοινωνιολόγου Max Weber γραμμένο στις αρχές του 20ου αιώνα με τον τίτλο «Η Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού». Συχνά μάλιστα γίνεται λόγος και για την «καλβινιστική», όπως την ονομάζουν, εργασιακή ηθική. Κι εδώ είναι που πρέπει και πάλι να διορθώσουμε κάποια πράγματα. Το πρώτο είναι μια μάλλον επουσιώδης λεπτομέρεια, ιδιαίτερα για μας που ζούμε εδώ στο νότο. Είναι λάθος να μιλούμε για καλβινισμό προκειμένου για τη Γερμανία ή για τις σκανδιναβικές χώρες όπου επικρατεί ο λουθηρανικός κλάδος του προτεσταντισμού, σε αντίθεση με τις αγγλόφωνες χώρες και την Ολλανδία και σε αρκετό ποσοστό και την Ελβετία που ακολούθησαν τον καλβινισμό και διαμορφώθηκαν από αυτόν. Είναι περιττό να μπούμε σε λεπτομέρειες σχετικά με τις διαφορές μεταξύ τους. Θα πούμε όμως ότι το κοινό σημείο των δύο ευαγγελικών αποχρώσεων σχετικά με την εργασία, είναι η διδασκαλία ότι ο Θεός έχει τοποθετήσει τον κάθε πιστό χριστιανό σε κάποια θέση σ’ αυτόν τον κόσμο, σε κάποιο «πόστο», κι ο καθένας όπου και αν βρίσκεται έχει την υποχρέωση να εργάζεται με επιμέλεια και συνέπεια, «ως εις τον Κύριον, και ουχί εις ανθρώπους», όπως τονίζει ο απόστολος Παύλος. Αναπτύσσοντας μάλιστα ακόμη περισσότερο αυτή την ιδέα, υποστηρίζουν οι μεταρρυθμιστές ότι με τη συναίσθηση πως εργάζονται για τη δόξα του Θεού, αποκτούν οι πιστοί ένα αίσθημα ικανοποίησης και αυτοεκτίμησης, που δεν μπορεί ν’ αποκτηθεί με άλλου είδους μέσα. Κι αυτό ισχύει για οποιαδήποτε απασχόληση που στα μάτια του Θεού έχουν όλες την ίδια αξία, αδιάφορο αν κάποιος ή κάποια είναι γιατρός, δικηγόρος, έμπορος, τεχνίτης, καλλιτέχνης, εργάτης, φοιτητής, αγρότης, νοικοκυρά, κι όλα αυτά είναι εξίσου σημαντικά με το καθαρά θρησκευτικό λειτούργημα του διακόνου, του πάστορα ή του επισκόπου. Χαρακτηριστικά μάλιστα ο Λούθηρος τονίζει σχετικά με το νοικοκυριό ότι παρόλο που αυτό «δεν έχει προφανή σχέση με την αγιότητα, ωστόσο όλες αυτές οι σπιτικές δουλειές αξίζουν περισσότερο από τις δουλειές του μοναχού ή της μοναχής». Κι αλλού γράφει ότι «ο Θεός δεν δίνει προσοχή στο πόσο ασήμαντη είναι η εργασία που κάνεις, αλλά βλέπει μέσα στην καρδιά που Τον υπηρετεί σ’ αυτό το έργο. Κι αυτό ισχύει ακόμη και για καθημερινές σπιτικές αγγαρείες, όπως το πλύσιμο των πιάτων ή το άρμεγμα των αγελάδων». Ενδεικτικό του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζει την εργασία ο Λούθηρος είναι ότι αυτός πρώτος καθιερώνει τον όρο «Beruf» προκειμένου για το επάγγελμα, που στα γερμανικά προέρχεται από το ρήμα «rufen» που σημαίνει «καλώ». Κάτι που υποδηλώνει ότι ο κάθε πιστός έχει την υποχρέωση να θεωρήσει την όποια απασχόλησή του σαν «κλήση» («vocatio» στα λατινικά ή «vocation» στα αγγλικά) από μέρους του Θεού, σαν μια δηλ. ιερή υποχρέωση να εργάζεται για τη δόξα Του, ή «για την αύξηση της δόξας Του», σύμφωνα με την έκφραση του άλλου μεγάλου μεταρρυθμιστή, του Ιωάννη Καλβίνου. Κι είναι αυτός ο τελευταίος που αναπτύσσει περισσότερο και συστηματοποιεί αυτή την έννοια της «κλήσης» στην όποια απασχόληση, με χαρακτηριστικά της την πειθαρχημένη και συνεπή εργασία συνδυασμένη με αυστηρή εργασιακή ηθική, και με λιτότητα στην καθημερινή ζωή, που πάνω σ’ αυτά βασίστηκε και η ανάπτυξη του υγιούς καπιταλισμού στις προτεσταντικές και κυρίως στις καλβινιστικές χώρες, όπως –ας το ξαναθυμίσουμε- η Μεγάλη Βρετανία, οι ΗΠΑ, οι υπόλοιπες αγγλόφωνες χώρες καθώς και η Ολλανδία και η Ελβετία. Αναφέρω μάλιστα πάνω σ’ αυτό τη μαρτυρία δύο επιφανών συμπατριωτών μας, για να μη θεωρηθεί ότι τάχα ως προτεστάντης μεροληπτώ υπέρ του προτεσταντισμού και υπερβάλλω την πραγματικότητα. Ο πρώτος είναι ο διάσημος γλύπτης Κώστας Βαρώτσος (ας θυμηθούμε τον περίφημο «Δρομέα» του που κοσμούσε άλλοτε την πλατεία Ομονοίας στην Αθήνα) που έχει ζήσει αρκετά χρόνια στις ΗΠΑ, και που σε συνέντευξή του τον Ιούνιο του 2014 αναφέρθηκε στον Ανδρέα Παπανδρέου λέγοντας ότι «έπεισε τους Έλληνες ότι ένα παιδί του λαού [κατά το πρότυπο των ΗΠΑ] μπορεί να γίνει πλούσιο, δυνατό, πανίσχυρο κοινωνικά, οικονομικά ή και πολιτικά, ξέχασε όμως να μεταλαμπαδεύσει και την προτεσταντική ηθική». Και ο δεύτερος απ’ αυτούς είναι ο Αλέκος Παπαδόπουλος, από τους ελάχιστους ακέραιους έλληνες πολιτικούς που γέννησαν οι τελευταίες δεκαετίες, που δήλωσε σε συνέντευξή του, και πάλι την ίδια χρονια: «Η Ελλάδα ούτε από την πειθαρχία του καπιταλισμού πέρασε, ούτε η οικονομία της οργανώθηκε με βάση την προτεσταντική ηθική».
Κι εδώ ακριβώς είναι το δεύτερο και πιο βασικό λάθος που κυκλοφορεί στα διάφορα έντυπα και στα διάφορα ΜΜΕ στη χώρα μας, εκτός δηλ. από τη σύγχυση ανάμεσα στο λουθηρανισμό και τον καλβινισμό που αναφέραμε. Είναι το λάθος ότι ο καλβινισμός δημιούργησε τον καπιταλισμό που στη χώρα μας εξορκίζεται σα δαιμονικό σύστημα και που συνδέεται με την καταπίεση και την εκμετάλλευση του εργάτη. Ούτε το ένα –η προέλευση του καπιταλισμού- ούτε το άλλο –η δαιμονοποίηση του καπιταλισμού σε οποιαδήποτε μορφή και έκδοσή του- είναι σωστά. Τον καπιταλισμό δεν τον γέννησε ο προτεσταντισμός. Καπιταλισμός υπήρχε και πριν από το Λούθηρο, ήδη από την εποχή της αναγέννησης και πιο πριν. Αναφέρουμε ενδεικτικά τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της οικογένειας των Μεδίκων στη Φλωρεντία και το μεγάλο τραπεζικό οργανισμό των Fugger στο Augsburg της Γερμανίας. Είναι όμως γεγονός ότι η επιχειρηματικότητα και η ελεύθερη οικονομία αναπτύχθηκαν με τον προτεσταντισμό και τοποθετήθηκαν σε καινούργια, εντελώς διαφορετική βάση, όχι σαν αυτοσκοπός, αλλά σαν αποτέλεσμα της διδασκαλίας των μεταρρυθμιστών σχετικά με την «κλήση» στο επάγγελμα και την εργασιακή ηθική που δίδαξαν οι μεταρρυθμιστές και που εκθέσαμε με λίγα λόγια πιο πριν. Πιο συγκεκριμένα, ενώ οι άνθρωποι της αναγέννησης στο νότο συγκέντρωναν χρήματα για την πολυτελή τους διαβίωση καθώς και για την επίδειξη του πλούτου τους μέσα από εκθαμβωτικά οικοδομήματα και εντυπωσιακά έργα τέχνης, οι άνθρωποι της μεταρρύθμισης στο βορρά απέβλεπαν στη συσσώρευση πλούτου αποταμιεύοντάς τον για φιλανθρωπικούς σκοπούς και κληροδοτώντας τον στους απογόνους τους. Είναι αυτό που εύστοχα διατυπώνει ο βρετανός ιστορικός του πουριτανισμού Christopher Hill με τα εξής λόγια: «Οι πετυχημένοι επιχειρηματίες του μεσαίωνα πέθαιναν με αισθήματα ενοχής, και άφηναν χρήματα στην εκκλησία για να χρησιμοποιηθούν σε αντιπαραγωγικές τοποθετήσεις. Αντίθετα οι επιτυχημένοι προτεστάντες επιχειρηματίες δεν ντρέπονταν για τις παραγωγικές δραστηριότητές τους όσο ζούσαν, και άφηναν χρήματα για να βοηθήσουν τους άλλους να τους μιμηθούν». Κι ίσως πιο πετυχημένα απ’ όλους διατύπωσε επιγραμματικά ο John Wesley τις βασικές αρχές του προτεσταντικού καπιταλισμού: «Κέρδιζε όσο μπορείς, αποταμίευε όσο μπορείς και μοίραζε όσο μπορείς».
Εύκολο πια είναι να καταλάβουμε πού οφείλεται η οικονομική πρόοδος αυτών των λαών και πόσο πολύ η νοοτροπία τους απέχει από τη δική μας.
Ανάπτυξη και λειτουργία της δημοκρατίας
Είπαμε ακόμη ότι οι χώρες της μεταρρύθμισης βρίσκονται πάντα στις πρώτες θέσεις ανάμεσα σ’ εκείνες όπου το δημοκρατικό πολίτευμα λειτουργεί πιο υποδειγματικά, κι αυτό ισχύει σήμερα και για τη Γερμανία που για να μπει στο δημοκρατικό της δρόμο χρειάστηκε να περάσει από αρκετές κακοτοπιές. Είναι καταρχήν φανερό σε όλους μας, πιστεύω, ότι η πνευματική απελευθέρωση που έδωσε η θρησκευτική μεταρρύθμιση ήδη από τη γέννησή της, συνέβαλε αυτονόητα και στην ανάπτυξη της πολιτικής ελευθερίας. Και μάλιστα αρκετοί από τους ακραίους μεταρρυθμιστές, παρανοώντας τον πνευματικό χαρακτήρα της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας, προκάλεσαν κοινωνικές εξεγέρσεις που πιο γνωστή απ’ αυτές είναι εκείνη των χωρικών στην εποχή του Λούθηρου, που αποτέλεσε μάλιστα κίνδυνο για την ομαλή συνέχιση του μεταρρυθμιστικού λουθηρανικού κινήματος. Δεν είναι όμως μονάχα αυτό. Είναι ίσως ένα περίεργο ιστορικό φαινόμενο το γεγονός ότι ο Ιωάννης Καλβίνος που επέβαλε μια δεσποτική θεοκρατία στη Γενεύη, είναι ο ίδιος που συνέβαλε καθοριστικά στην εμπέδωση του δημοκρατικού πολιτεύματος στις χώρες όπου επικράτησε ο καλβινισμός. Άλλωστε και η ίδια η Γενεύη διοικούνταν δημοκρατικά χωρίς κληρονομικούς ηγεμόνες, ήδη προτού ο Καλβίνος εγκατασταθεί εκεί. Το βασικό όμως στοιχείο που έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη της δημοκρατίας στις καλβινιστικές χώρες βρίσκεται και πάλι στη διδασκαλία του Καλβίνου. Τονίζει ότι οι αναγεννημένοι πιστοί που αποτελούν τους εκλεκτούς του Θεού έχουν το δικαίωμα όταν και όπου ο άρχοντας της χώρας τους ενεργεί αντίθετα από το θεϊκό νόμο, αντίθετα δηλ. προς την ηθική και τη δικαιοσύνη, να τον ελέγχουν και ν’ αντιτάσσονται στο θέλημά του, με ειρηνικό όμως τρόπο και όχι με επαναστάσεις και εξεγέρσεις, θέση που στηρίζεται στη διακήρυξη των αποστόλων «πειθαρχείν δει Θεώ μάλλον ή ανθρώποις» -«πρέπει να πειθαρχούμε στο Θεό μάλλον παρά στους ανθρώπους», όπως και στο παράδειγμα των προφητών της Παλιάς Διαθήκης, που κυριολεκτικά δεν άφηναν σε «χλωρό κλαρί» τους άρχοντες του λαού τους, όταν αυτοί ξέφευγαν από τις επιταγές του θεϊκού νόμου. Κι ας θυμηθούμε ότι η αμερικανική επανάσταση με τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας και τη διατύπωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που έγινε από ανθρώπους διαποτισμένους από τις ιδέες και τις αρχές του καλβινιστικού χριστιανισμού, προηγήθηκε από την αθεϊστική γαλλική επανάσταση και φυσικά επηρέασε τις ιδέες και τις αρχές της. Κι ακόμη έννοιες όπως η έννοια της πολιτικής ελευθερίας, η διάκριση των εξουσιών με τον υποδειγματικό τρόπο που λειτουργεί στις ΗΠΑ και ο χωρισμός εκκλησίας και κράτους (κάτι που δεν έχουμε καταφέρει μέχρι και σήμερα να πραγματοποιήσουμε εδώ στη χώρα μας) αναπτύχθηκαν και καλλιεργήθηκαν με βάση τις αρχές της Αγίας Γραφής από τον ίδιο τον Καλβίνο και από τους καλβινιστές για αρκετούς αιώνες μετά απ’ αυτόν. Γράφει ο Harry Emerson Fosdick (1878-1969), γνωστός αμερικανός θεολόγος και κληρικός: «Το καθεστώς του Καλβίνου στη Γενεύη εικονίζει ακριβώς το αντίθετο της πολιτικής ελευθερίας, κι όμως ο καλβινισμός κατέληξε να είναι από τους μεγαλύτερους παράγοντες της πολιτικής ελευθερίας που χαίρονται οι σύγχρονοι άνθρωποι». Κι ο γνωστός ολλανδός ιστορικός Χέντρικ βαν Λουν τονίζει στο βιβλίο του «Η Πορεία του Ανθρωπισμού» (εκδόσεις «Διογένης»,1975): «Προσωπικά χαίρομαι που δεν έτυχε να ζω στη Γενεύη του 16ου αιώνα. Ταυτόχρονα όμως αισθάνομαι βαθύτατη ευγνωμοσύνη, γιατί υπήρξε Γενεύη κατά το 16ο αιώνα. Χωρίς αυτήν, ο κόσμος του 20ου αιώνα θα ήταν πολύ άβολος, κι εγώ πιθανότατα να βρισκόμουν σε κανένα μπουντρούμι». Είναι ακριβώς σ’ αυτή τη Γενεύη του Καλβίνου όπου ο λαός εκλέγει όχι μόνο τους πολιτικούς του άρχοντες, αλλά και τους πνευματικούς του ποιμένες. Εύκολα λοιπόν μπορούμε ν’ αντιληφθούμε πως όταν ο καλβινισμός επικράτησε στις χώρες που αναφέραμε προηγουμένως κι έμαθε ο λαός να εκλέγει την εκκλησιαστική ηγεσία του, σύντομα απαίτησε και το δικαίωμα να εκλέγει και τους κοσμικούς κυβερνήτες του.
Εκπαίδευση – φυσικές επιστήμες
Κι είναι ακόμη και η εκπαίδευση και η πρόοδος των φυσικών κυρίως επιστημών. Πόσοι από μας γνωρίζουμε ότι η ακαδημία της Γενεύης δημιουργήθηκε από τον ίδιο τον Καλβίνο στα 1559, κι ακόμη ότι πανεπιστήμια όπως το περίφημο πανεπιστήμιο του Harvard, σταθερά από τα πρώτα σε αξιολόγηση σ’ ολόκληρο τον κόσμο, ιδρύθηκε από χριστιανούς καλβινιστές στα 1636, καθώς και άλλα σπουδαία ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα όπως το πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης στη Γερμανία, το πανεπιστήμιο του Leiden στην Ολλανδία, το ελεύθερο πανεπιστήμιο του Άμστερνταμ στην ίδια χώρα και πολλά άλλα;
Κι όσο για τις φυσικές ειδικά επιστήμες είναι ακριβώς η καλβινιστική διδασκαλία που ενθαρρύνει την επιστημονική έρευνα και απελευθερώνει τη χριστιανική σκέψη από εμπόδια σαν κι εκείνο που τόσο άδικα εμπόδισε το Γαλιλαίο να διακηρύξει ελεύθερα την ανακάλυψή του για την κίνηση της γης γύρω από τον ήλιο. Κι αυτό έγινε και πάλι με τη διδασκαλία του Καλβίνου της εν τω κόσμω παρουσίας του χριστιανού, που έχει δικαίωμα και υποχρέωση να γνωρίσει και να ερευνήσει σε βάθος τη δημιουργία του Θεού και να Τον δοξάσει αποκαλύπτοντας τη σοφία Του και την τελειότητα σε όσα Εκείνος δημιούργησε. Είναι εκπληκτικό με πόσο ανοικτή σκέψη πραγματεύεται ο μεγάλος μεταρρυθμιστής το θέμα της σχέσης ανάμεσα στην επιστήμη και στη Βίβλο, τη στιγμή που ακόμη και σημερινοί θεολόγοι μπερδεύουν έννοιες και διατυπώνουν παράλογες και αναχρονιστικές θεωρίες.
Θέλετε ενδεικτικά κάποιο αποτέλεσμα; Και πάλι χωρίς καμιά διάθεση ανταγωνιστικότητας παραθέτω τις πληροφορίες που αναφέρει ο Alister McGrath, χριστιανός προτεστάντης καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, στο βιβλίο του με τη βιογραφία του Ιωάννη Καλβίνου: «Στη μεγάλη έρευνα που έκανε ο Alphonse de Gandolle σχετικά με τους ξένους που μετείχαν σαν μέλη της παρισινής ακαδημίας των επιστημών ανάμεσα στα έτη 1666- 1883», γράφει ο McGrath, «βρήκε ότι παίρνοντας σα βάση τη σύνθεση του συνόλου των ξένων που παροικούσαν στην παρισινή πρωτεύουσα, θα έπρεπε το 60 τοις εκατό από τους ξένους ακαδημαϊκούς να είναι ρωμαιοκαθολικοί και 40 τοις εκατό προτεστάντες. Ωστόσο οι πραγματικοί αριθμοί ήταν 18,2% για τους καθολικούς και 81,8% για τους προτεστάντες. Αν και οι καλβινιστές στη νότια Ολλανδία ήταν κατά τη διάρκεια του 16ου αιώνα μια μικρή μειονότητα, το μεγαλύτερο ποσοστό των φυσικών επιστημόνων της περιοχής προέρχονταν απ’ αυτούς. Και τέλος στα πρώτα μέλη της βασιλικής ακαδημίας του Λονδίνου κυριαρχούσαν οι πουριτανοί [καλβινιστές και αυτοί]. Όπως δείχνει η μια έρευνα μετά την άλλη, και οι φυσικές και οι βιολογικές επιστήμες κυριαρχούνταν από καλβινιστές κατά τη διάρκεια του δέκατου έκτου και δέκατου έβδομου αιώνα».
Μουσική
Και τέλος, δεν πρέπει να ξεχνούμε την τεράστια συμβολή του χριστιανικού προτεσταντικού κινήματος στη θρησκευτική μουσική, ξεκινώντας από τον ίδιο το Μαρτίνο Λούθηρο που καθιέρωσε το χορικό (choral), ένα απλό χριστιανικό τραγούδι με πολλές στροφές που αργότερα χρησιμοποιήθηκε κι αναδείχτηκε από μεγάλους συνθέτες όπως ο Heindrich Schütz, ο Michael Prätorius, ο Georg Philip Telemann, κι έφτασε στο αποκορύφωμά του με το μέγιστο Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ και το Φελιξ Μέντελσον. Για όλους αυτούς και για πολλούς άλλους όπως είναι ο Georg Friedrich Händel με τον περίφημο «Μεσσία» του και τα άλλα ορατόριά του η ευαγγελική εκκλησία είναι περήφανη. Κι ακόμη και για τους θρησκευτικούς ύμνους του 19ου αιώνα, αγγλοσαξονικής και αμερικανικής κυρίως προέλευσης, που τόσο συχνά ακούγονται και στις διάφορες κινηματογραφικές ταινίες ακόμη και σήμερα, και που ψάλλονται και στις δικές μας ευαγγελικές εκκλησίες εδώ στον τόπο μας. Και τέλος για την πλούσια παραγωγή με μοντέρνα συγκροτήματα στον 20ο αιώνα και στις μέρες μας, όπου σημαντική συμβολή έχουν οι αφροαμερικανοί με τα negro spirituals από την εποχή της δουλείας και με τα συγκροτήματα gospels που οργώνουν κυριολεκτικά ολόκληρο τον κόσμο και που συναυλίες τους έχουμε παρακολουθήσει αρκετές φορές και εδώ στη χώρα μας.
Είπαμε στην αρχή ότι η θρησκευτική μεταρρύθμιση είναι άγνωστη σχεδόν στην πατρίδα μας. Πρέπει μάλιστα να προσθέσουμε ότι στο παρελθόν κυρίως, εμείς οι έλληνες χριστιανοί προτεστάντες έχουμε αντιμετωπισθεί εντελώς αρνητικά από τους ορθόδοξους συμπατριώτες μας. Θυμάμαι τον εαυτό μου να κοκκινίζει και να δακρύζει από ντροπή όταν στο δημοτικό σχολείο δήλωνα «διαμαρτυρόμενος», αντιμετωπίζοντας τα ειρωνικά σχόλια και το «μπούλινγκ» των συμμαθητών μου –και αυτό είναι βέβαια το λιγότερο μπροστά σε όσα άλλα συνέβαιναν, κυρίως στα μικρότερα μέρη. Απόψε μας δόθηκε η ευκαιρία να δώσουμε κάποιες άγνωστες πληροφορίες όπως έπρεπε να το είχαμε κάνει εδώ και πολλά χρόνια σε πολύ ευρύτερη κλίμακα. Δεν πειράζει· «κάλλιο αργά παρά ποτέ». Εκείνο όμως που πρέπει να επαναλάβουμε και να κρατήσουμε απ’ όλη αυτή την ομιλία είναι ότι η πρόοδος σε όλους τους τομείς του προτεσταντικού κόσμου στηρίχθηκε στις αρχές της Αγίας Γραφής και προπάντων στη διδασκαλία του Χριστού όπως αυτή εκτίθεται στα ευαγγέλια. Είναι μια διαδικασία πολλών αιώνων που δημιούργησε μια νοοτροπία και μια παράδοση που είναι πολύ δύσκολο να την καταλάβουμε εμείς εδώ στον τόπο μας, όπου η Αγία Γραφή, παρ’ όλη την πρόοδο που σημειώθηκε τα τελευταία χρόνια στη διάδοσή της, εξακολουθεί να είναι βιβλίο άγνωστο για το λαό μας. Ατέλειες υπήρξαν πολλές, ακόμη και παρανοήσεις και καμιά φορά και διαστρεβλώσεις από μέρους αρκετών μελετητών και αρκετών ερμηνευτών της Βίβλου στον προτεσταντικό κόσμο. Ωστόσο όσο πιο κοντά βρισκόμαστε στη διδασκαλία του Χριστού και της Βίβλου, τόσο υπερέχουμε σε σχέση με όσους αναζητούν αλλού στηρίγματα για να διαμορφώσουν τους κανόνες, τις αρχές τους και τον τρόπο ζωής τους. Σήμερα η πίστη του Χριστού σ’ αυτές τις χώρες δε ζει την καλύτερη εποχή της, κι αυτός είναι ο λόγος που, όπως εγώ τουλάχιστον πιστεύω, οι χώρες αυτές δε ζουν και τις καλύτερες μέρες τους. Οι βασικές όμως αρχές στο μεγάλο ποσοστό τους παραμένουν οι ίδιες, όπως στο παρελθόν. Βλέπετε, παρ’ όλες τις «φιλότιμες» προσπάθειες αρκετών πολιτικών σ’ ολόκληρη την ευρωπαϊκή ένωση και ιδιαίτερα στη Βρετανία, οι αρχές αυτές δεν ξεριζώνονται εύκολα. Κι ακριβώς αυτό είναι που κάνει τη διαφορά. Κι αν αξίζει να κρατήσουμε απ’ αυτή την ομιλία μία μονάχα σκέψη διατυπωμένη σε μορφή συνθήματος, θα σας θυμίσω τη φράση–«σλόγκαν» που χρησιμοποίησε ο πρόεδρος Κλίντον στην πρώτη προεκλογική εκστρατεία του στα 1992, θέλοντας να τονίσει τη σπουδαιότητα που απέδιδε στην οικονομική ανόρθωση της χώρας του: «It’ s the economy, stupid!» – «Είναι η οικονομία, ανόητε!» Παραφράζοντας λοιπόν τη φράση του προέδρου Κλίντον, στο ερώτημα ποιος είναι ο λόγος που οι προτεσταντικές χώρες προόδευσαν τόσο πολύ σε σχέση με τις υπόλοιπες, απαντούμε: «Είναι η Βίβλος, ανόητε!» – «It’ s the Bible, stupid!».