Δεν ήταν απλώς ένα ταξίδι σε έναν τόπο. Ήταν μια βαθιά συνάντηση με την Ιστορία, μια επιστροφή σε χώματα ποτισμένα με τα δάκρυα των ξεριζωμένων, αλλά και μια ματιά γεμάτη ελπίδα προς το μέλλον.
Στον Πόντο, στην αγκαλιά της Μαύρης Θάλασσας, ταξιδέψαμε έξι νέοι, κουβαλώντας μαζί μας το βάρος και το βάθος αυτής της Ιστορίας. Πόσες αφηγήσεις, πόσες εικόνες έχουν χαραχτεί μέσα μας από τις διηγήσεις των παππούδων και των γιαγιάδων γι’ αυτές τις γωνιές της γης! Τι έχει απομείνει, άραγε, μετά από 102 χρόνια στις αλησμόνητες πατρίδες; Εκεί όπου κάποτε ανθούσε μια ζωντανή χριστιανική παρουσία, πού βρίσκεται σήμερα ο απόηχος εκείνης της μαρτυρίας;
Γνωρίζαμε πως κάποιοι αδελφοί συνεχίζουν το έργο του Ευαγγελίου, αλλά αναρωτιόμασταν: Πώς ζουν; Ποια είναι η κατάστασή τους σήμερα, στο κέντρο μιας κοινωνίας βαθιά μουσουλμανικής και έντονα εθνικιστικής; Ερωτήματα σαν κι αυτά με συνόδευαν καθ’ όλη τη διαδρομή. Ερωτήματα που δυνάμωναν όσο πλησιάζαμε σε γη ποτισμένη με Ιστορία μα και με πίστη, που – όπως αποδείχθηκε – δεν ξεριζώνεται εύκολα.
Ο προορισμός μας ήταν η Σαμψούντα, μια ζωντανή πόλη στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας με περίπου 718.000 κατοίκους. Εκεί είχαμε τη χαρά να γνωρίσουμε τον ποιμένα Ορχάν Πιτσακλάρ, ο οποίος διακονεί στη μεγαλύτερη Προτεσταντική εκκλησία της περιοχής. Περίπου 250 ενεργά μέλη συναθροίζονται σε έναν ιδιαίτερο χώρο λατρείας, που δε θυμίζει δυτική Ευαγγελική εκκλησία, αντίθετα, αποπνέει άρωμα Ανατολής. Οι τοίχοι και οι κολώνες είναι διακοσμημένες με όμορφες βιβλικές παραστάσεις, οι οποίες λειτουργούν ως ένα ζωντανό ευαγγελιστικό εργαλείο για ανθρώπους που μπαίνουν από περιέργεια, χωρίς να έχουν σχεδόν καμία γνώση για τον Χριστιανισμό.
Η υποδοχή που μας επιφύλαξαν τα αδέλφια εκεί ήταν κάτι πολύ περισσότερο από θερμή, ήταν βαθιά οικογενειακή. Ένιωθες πως δεν ήσουν ξένος, αλλά αγαπημένος συγγενής που γύρισε σπίτι. Μια αγκαλιά ήταν αρκετή για να σβήσει κάθε ιστορικό ή πολιτικό φορτίο μέσα μας. Ίσως ακούγεται παράξενο, αλλά έτσι το ζήσαμε: σαν να μας γνώριζαν από πάντα.
Ανταμώσαμε τόσα πρόσωπα γεμάτα προσμονή και χαρά για την επίσκεψή μας. Και δεν ήταν μόνο Τούρκοι. Μαζί τους Κούρδοι, Ιρανοί, Αφρικανοί, καθένας με μια ξεχωριστή, συγκλονιστική ιστορία για το πώς γνώρισε τον Κύριο και άφησε πίσω του το Ισλάμ, για να ακολουθήσει τον Ζωντανό Χριστό. Όπως η ιστορία μιας 22χρονης Τουρκάλας της Φικριέ από το Ικόνιο, που σπουδάζει Αραβική Φιλολογία στη Σαμψούντα. Αν και προέρχεται από οικογένεια ευσεβών μουσουλμάνων, η ίδια άρχισε να αμφισβητεί το Κοράνι, εντοπίζοντας αντιφάσεις και αναζητώντας την αλήθεια για την πίστη. Στη διάρκεια των φοιτητικών της χρόνων γνώρισε τον Χριστό. Είχα τη χαρά και την τιμή, μαζί με τον ποιμένα Ορχάν, να τη βαπτίσω στα νερά της Μαύρης Θάλασσας – δημόσια, στην καρδιά του Ισλάμ. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο το βάπτισμα δεν είναι απλώς μια θρησκευτική πράξη, αλλά απόφαση ζωής, τολμηρή ομολογία και ταύτιση με τον Χριστό ως Σωτήρα και Κύριο.
Μέσα σε δύο μόλις χρόνια, 374 άνθρωποι έχουν βαπτιστεί στα παράλια του Πόντου – ένα αληθινό κύμα αγιοπνευματικής αναζωογόνησης που δεν υπήρχε σ’ αυτήν την ένταση λίγα μόλις χρόνια πριν. Σήμερα στον Πόντο λειτουργούν οχτώ Ευαγγελικές εκκλησίες, με τον συνολικό αριθμό των μελών να υπολογίζεται μεταξύ 650 και 700 πιστών. Συγκεκριμένα: στη Σαμψούντα υπάρχουν περίπου 250 μέλη, στο Τσορούμ 200, στα Κοτύωρα 70, στη Σινώπη 40, στην Αμάσεια 30, στο Τοκάτ 30, στην Κασταμονή 30 και στο Τσανκιρί επίσης 30.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το πώς κάποιοι άνθρωποι αναγνωρίζουν ότι πατούν πάνω σε μια ιερή χριστιανική κληρονομιά που προϋπήρχε στον τόπο τους. Όταν επισκεφθήκαμε τα Κοτύωρα και γνωρίσαμε την τοπική κοινότητα των πιστών, εντυπωσιάστηκα από τα λόγια του ποιμένα: «Στεκόμαστε πάνω σε ώμους γιγάντων». Οι κάτοικοι της περιοχής, όπως μας είπε, εξακολουθούν να θυμούνται – μέσα από διηγήσεις και μνήμες – τους χριστιανούς που κάποτε ζούσαν εκεί. Και αυτή η μαρτυρία, αντί να προκαλεί αντίσταση, φέρνει ευνοϊκό έδαφος και ανοίγει καρδιές.
Δε σας κρύβω πως, όταν αντίκρισα στην Ορντού ιστορικούς Ορθόδοξους ναούς, όπως εκείνον της «Υπαπαντής», να έχουν μετατραπεί σε γκαλερί και θέατρα με ασβεστωμένες εικόνες, ένιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι. Κι όμως, πίσω στη Σαμψούντα, ο ποιμένας Ορχάν παραχωρεί τον ευκτήριο οίκο της εκκλησίας σε μια μικρή ουκρανική ορθόδοξη κοινότητα, για να λατρεύει εκεί μαζί με τον ιερέα της. Μια πράξη βαθιάς χριστιανικής αγάπης.
Θυμήθηκα τότε πως η λατρεία του Κυρίου δεν περιορίζεται σε πέτρες και τοίχους. Ακόμα κι αν το κτήριο της Ευαγγελικής εκκλησίας στα Κοτύωρα πλέον δεν επαρκεί για να χωρέσει όλους τους πιστούς, η Εκκλησία του Χριστού συνεχίζει να ζει, να αναπτύσσεται και να καρποφορεί.
Επισκεφτήκαμε και τη Φάτσα, όπου σήμερα η χριστιανική μαρτυρία είναι περιορισμένη. Εκεί γνωρίσαμε τον Ισμαήλ, που πριν από 35 χρόνια είχε γνωρίσει τον αδελφό Πάρι Παπαγεωργίου σε ένα βιβλιοπωλείο, όπου του έδωσε μια Καινή Διαθήκη στα τουρκικά. Ήταν συγκινητικό για τον νεαρό Ανδρέα να γνωρίσει αυτόν, που είχε διακονήσει ο πατέρας του δεκαετίες πριν. Η ανάγκη για εργάτες του Ευαγγελίου και εκεί είναι πιο επιτακτική από ποτέ.
Στην εκκλησία της Σαμψούντας, κάθε μέρα μπαίνουν και βγαίνουν επισκέπτες – κυρίως φοιτητές – που, με περιέργεια, ρωτούν και μαθαίνουν για τον Χριστιανισμό. Το είδα με τα ίδια μου τα μάτια: πόρτες ανοιχτές, καρδιές έτοιμες να ακούσουν. Την ημέρα που ετοιμάζαμε σφακιανές πίτες για τη νεολαία με τη βοήθεια του χρυσοχέρη αδελφού Λεωνίδα Μαχανίδη, ο αδελφός Ανέστης Ψαρρός ετοίμαζε το μήνυμα για την παραβολή του χαμένου προβάτου. Εκείνη τη στιγμή μπήκε η Έλεν, μια φοιτήτρια γεμάτη απορίες. Οι αδελφοί την αγκάλιασαν με αγάπη και ανοιχτές Γραφές. Όταν όμως έμαθε ότι υπάρχουν Έλληνες στον χώρο, είπε αυθόρμητα: «Εγώ αντιπαθώ τους Έλληνες». Τότε κατάλαβα πόσο βαθιά ριζώνουν οι προκαταλήψεις και στις δύο πλευρές. Κι όμως, μέσα σε τρεις μέρες, η αγάπη και η συντροφιά γκρέμισαν τα τείχη. Το πρωί της Κυριακής, με δάκρυα στα μάτια, μας είπε: «Κλαίω γιατί φεύγετε… Μαζί σας γνώρισα τον Χριστό πιο βαθιά».
Εκείνη την Κυριακή είχα τη χαρά να κηρύξω για τον απόστολο Θωμά και τις αμφιβολίες του απέναντι στην Ανάσταση. Ανάμεσα στο πλήθος, διέκρινα τέσσερις γυναίκες με μαντίλα, μία απ’ αυτές, η Αγισεγκιούλ, φοιτήτρια μουσουλμανικής θεολογίας, είχε έρθει για επιτόπια έρευνα. Η εμπειρία της τη συγκλόνισε – ο Κύριος εργάζεται! Και τότε, μετά από 102 χρόνια, στον Πόντο αντήχησαν ξανά χριστιανικοί ύμνοι στα ελληνικά. Όχι μόνο από Έλληνες, αλλά και από Τούρκους αδελφούς. Υμνήσαμε μαζί τον Κύριο – μια γεύση από τη Βασιλεία Του, μια μαρτυρία μιας άλλης πραγματικότητας, ουράνιας, εσχατολογικής. Η Ειρήνη Ζαχαρογιάννη από την ομάδα μας το είπε πολύ σωστά: «Ήταν ένα από τα πιο σημαντικά ταξίδια της ζωής μας».
Θέλω να κλείσω αυτό το αφιέρωμα με την πιο συγκινητική στιγμή του ταξιδιού: την ώρα της συμπροσευχής. Καθώς ο αδελφός Ανέστης Κοκτσίδης μιλούσε για τη δύναμη της προσευχής, η Εζκί μια Τουρκάλα αδελφή εν Χριστώ, γύρισε και μου είπε: «Ποιμένα Νίκο, παρακαλώ, διάβασε αυτήν την προσευχή».
«Πατέρα, πριν από περισσότερο από εκατό χρόνια, οι πρόγονοί μας συμμετείχαν σε μια ανταλλαγή πληθυσμών. Μουσουλμάνοι μεταφέρθηκαν από την Ελλάδα στην Τουρκία για να ζήσουν, και Χριστιανοί Έλληνες εξαναγκάστηκαν να φύγουν από αυτήν τη γη, όπου ζούσαν για χιλιάδες χρόνια. Οι οικογένειες των φίλων μας, που είναι εδώ σήμερα, κατάγονταν από αυτά τα μέρη. Πατέρα, υπήρχαν πολλοί λόγοι γι’ αυτήν την απόφαση, αλλά προκάλεσε θλίψη, δυσαρέσκεια και μίσος. Έτσι, εκ μέρους των Τούρκων προγόνων μου και του τουρκικού λαού γενικότερα, ζητώ συγχώρηση από Εσένα, Θεέ, και επίσης από τους Έλληνες φίλους μας που είναι εδώ σήμερα.
Η Α΄ Ιωάννου 1:9 λέει ότι, αν ομολογήσουμε τις αμαρτίες μας, Εσύ, Θεέ, είσαι πιστός και δίκαιος να μας συγχωρήσεις και να μας καθαρίσεις από κάθε αδικία. Ομολογώ ότι οι Τούρκοι πρόγονοί μας αμάρτησαν. Σε παρακαλώ, συγχώρησέ μας τώρα και καθάρισέ μας, εμάς και τη γη μας. Σ’ ευχαριστώ που αφαιρείς τις αμαρτίες μας όσο απέχει η ανατολή από τη δύση. Σ’ ευχαριστώ που ο Ιησούς έβαλε τέλος στο εθνοτικό μίσος. Σ’ ευχαριστώ για την ελευθερία που φέρνει η συγχώρησή Σου!
Ζητώ να μας συγχωρήσουν οι Έλληνες και εμείς, ως Τούρκοι, να τους συγχωρήσουμε. Σ’ ευχαριστώ, Πατέρα, που μπορούμε να αγαπάμε, επειδή Εσύ πρώτος μας αγάπησες. Σ’ ευχαριστώ για όλα αυτά, στο παντοδύναμο όνομα του Ιησού. Αμήν».
Δε θα ήθελα να επιχειρήσω να σχολιάσω αυτήν την προσευχή. Υπάρχουν στιγμές που τα λόγια είναι περιττά και τα δάκρυα επαρκή. Ο Κύριος εργάζεται. Κάτι νέο γεννιέται – ήδη ανατέλλει. Ο Θεός ανοίγει δρόμο μέσα στην έρημο, χαράζει ποταμούς μέσα στην ξηρασία, κατεδαφίζει τα τείχη που διχάζουν και γεφυρώνει ανθρώπους με το Ευαγγέλιο της ειρήνης. Στα χώματα του ξεριζωμού και του πόνου έχει ριζώσει το Ευαγγέλιο της ειρήνης – και αυτό κανένας δεν μπορεί να το ξεριζώσει!
(Το ταξίδι αυτό πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των ιεραποστολικών ταξιδιών μικρής διάρκειας, που οργανώνει η Επιτροπή Ιεραποστολών της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας).



