Τσιγγάνοι ή Ρομά; Έχει σημασία (Εκκλησία καταυλισμού Περαίας – 1ο μέρος)

Αφήνοντας την δημοσιά που οδηγεί από το αεροδρόμιο ”ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ” της Θεσσαλονίκης προς την όμορφη Περαία, στο ύψος του φαναριού του LIDL και διαλέγοντας να πορευτούμε στον χωματόδρομο, φτάνουμε μετά από λίγο σε έναν σκουπιδότοπο. Πέρα από τους λόφους των σκουπιδιών υπάρχει εγκαταστημένος εδώ και είκοσι περίπου χρόνια ένας καταυλισμός Ρομά. Παράγκες κατασκευασμένες από ξύλο-συνήθως από μεταχειρισμένα υλικά οικοδομών-και πλαστικό. Όπου υπάρχει λαμαρίνα είναι πολυτέλεια. Άτακτη δόμηση, χωρίς δρόμους, χωρίς αποχέτευση, χωρίς ηλεκτρισμό. Με ακαθαρσίες, σκουπίδια και με τους αρουραίους να περιφέρονται ακόμα και μέρα μεσημέρι, να μπαίνουν μέσα στις παράγκες και ακόμη χειρότερο να δαγκώνουν τα παιδάκια που κάθονται στις αυλές. Και εμείς, τι δουλειά έχουμε εκεί;

Πριν δεκατέσσερα περίπου χρόνια ο Σ.Κ. και η σύζυγός του, άνθρωποι του Θεού που η χριστιανική τους πίστη μετουσιώνεται σε πράξεις της καθημερινής ζωής, που στόχος και χαρά της ζωής τους είναι η βασιλεία των ουρανών, κοίταξαν πέρα από τους λόφους των σκουπιδιών. Είδαν εκεί ανθρώπους με διαφορετικό χρώμα δέρματος, διαφορετική γλώσσα, κουλτούρα και συνήθειες, να ζούνε αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κοινωνικό ιστό. Να ζούνε από τα υποπροϊόντα του δικού μας τρόπου ζωής. Να ζούνε χωρίς καμία προοπτική και χωρίς καμία ελπίδα. Ούτε γι΄αυτήν την ζωή αλλά ούτε και για την ζωή την πέραν του τάφου. Και το χειρότερο, ο φόβος και η εξουσία του σκοταδιού. Μαυρισμένες και σκοτισμένες καρδιές. Θα έλεγε κάποιος πως το εξωτερικό περιβάλλον στο οποίο ζούν είναι η προέκταση του εσωτερικού τους περιβάλλοντος. Οι φωτιές που καίνε τα λάστιχα και τα καλώδια και γεμίζουν με μαύρο καπνό τον ουρανό κάνοντας τον αέρα δύσοσμο και βρωμερό, είναι ίδιες με τις φωτιές του μίσους, του παραλογισμού, και του εγωισμού που φωλιάζουν στην καρδιά. Η θολωμένη ατμόσφαιρα ίδια με το θολωμένο μυαλό απο το πάθος, την ζήλια, την πονηριά και την εξαπάτηση, αν όχι και από το αλκοόλ ή άλλες ουσίες. Είδαν λοιπόν τ᾽αδέρφια μας αυτούς τους ανθρώπους και τους αγάπησαν. Και θέλησαν να τους βοηθήσουν. Ήξεραν οτι το πρώτο που έχουν ανάγκη, το πρώτο-πρώτο πράγμα που χρειάζονται απελπισμένα είναι μια ”καινούργια” καρδιά.  Πολλά πράγματα  έχουν ανάγκη, ρούχα, παπούτσια, φαγητό, εκπαίδευση, υγειονομική περίθαλψη κ.ά.. Αυτό όμως που πρωτίστως χρειάζονται είναι μία ”σάρκινη ” καρδιά στην θέση της ”πέτρινης”. Χρειάζονται ένα φως που θα έρθει και θα διώξει το σκοτάδι που υπάρχει στο μυαλό και στην καρδιά.

Η πρώτη επαφή ήταν δύσκολη. ”Τι δουλειά έχει ένας ξένος ανάμεσά μας;” Η καχυποψία για τους μπαλαμούς  (μπαλαμός: ο μή τσιγγάνος, ο ξένος)  ήταν (και είναι) έκδηλη.  Τα αδέρφια μας ξεκίνησαν με αγάπη στην καρδιά και ειλικρινές ενδιαφέρον για την υγεία (πρώτα των σωμάτων) των κατοίκων του καταυλισμού. Επισκέψεις στις παράγκες των αρρώστων, κάποια φάρμακα, εντριβές, μεταφορά με το Ι.Χ. αυτοκίνητο στο Κέντρο Υγείας αδύναμων και ανήμπορων και οτιδήποτε άλλο, που δεν είναι της ώρας να αναφέρουμε, αλλά που ένα μυαλό σκαρφίζεται ώστε να βάλει τα χέρια και τα πόδια που ελέγχει (ιατρικώς ομιλώ) να υπηρετήσουν τον ασθενή, τον ελάχιστο, τον περιφρονημένο – πολλές φορές ακόμη και από τους οικείους του. (Μήπως η Καλκούτα της μητέρας Τερέζας είναι τελικά δίπλα μας;)  Αυτός ο κόπος της αγάπης άρχισε να φέρνει τους πρώτους καρπούς. Η επιφυλακτικότητα σιγά -σιγά υποχωρεί. Στο ερώτημα των αδερφών αν θα μπορούσαν να κάνουν κάτι άλλο για να βοηθήσουν η απάντηση είναι “Να μάθετε στα παιδιά μας γράμματα”. Ξεκίνησαν τότε τα αδέρφια μας, με όσες γνώσεις και δυνατότητες είχαν να παραδίδουν μαθήματα γλώσσας. (Σημείωση:  στο συγκεκριμένο καταυλισμό ο αναλφαβητισμός είναι 95%. Τα παιδιά ξεκίνησαν για πρώτη φορά να πηγαίνουν στο Δημόσιο σχολείο μόλις πριν από τρία χρόνια -και αυτό μετά από πολλά προβλήματα και αντιδράσεις- στο πλαίσιο υλοποίησης από το Παιδαγωγικό τμήμα του Α.Π.Θ. πρόγραμμα της Ε.Ε. για την εκπαίδευση των Ρομά. Ευχαριστούμε την Αλεξάνδρα, τον Παντελή και τον Δημήτρη για την πολύτιμη συμβολή τους. Ευχόμαστε να συνεχιστεί και για φέτος αυτό το πρόγραμμα).  Έτσι ξεκίνησαν δειλά-δειλά και τα πρώτα μαθήματα. Αυτά τα ”μαθήματα ζωής ” και ανιδιοτελούς αγάπης είχαν σαν αποτέλεσμα κάποιοι από τους κατοίκους του καταυλισμού να προβληματιστούν καθώς έβλεπαν ότι οι άνθρωποι αυτοί δεν είχαν έρθει για να τους εκμεταλλευτούν, ούτε για να τους πάρουν την ψήφο τους ή τα χρήματά τους. Τότε τους ζήτησαν το λόγο, να τους εξηγήσουν γιατί κάνουν αυτά που κάνουν, τι είναι αυτό που τους παρακινεί να έχουν μια τέτοια ξεχωριστή συμπεριφορά.  Ο δρόμος είχε ανοιχτεί για να κηρυχτεί το ευαγγέλιο.

Από παράγκα σε παράγκα, πίνοντας καφέ ή πορτοκαλάδα οι δεσμοί φιλίας δυνάμωναν και οι καινούργιοι στην πίστη μαθητές άρχισαν να κάνουν τα πρώτα τους ευλογημένα βήματα. Πολύτιμοι βοηθοί και συμπαραστάτες ήρθαν αργότερα και άλλοι αδερφοί όπως ο Μ.Π. από την ”Κίνηση για την Χριστιανική Διαπαιδαγώγηση” που επισκεπτόταν δύο φορές την εβδομάδα τον καταυλισμό και έκανε μαθήματα ή έδειχνε ταινίες στα μεγαλύτερα παιδάκια, ενώ παράλληλα άλλοι αδερφοί και αδερφές απασχολούσαν και έπαιζαν με τα μικρότερα.  Κατασκευάζεται μία παράγκα για να χρησιμεύσει σαν σχολείο ή χώρος συναθροίσεων (η λέξη εκκλησία είναι ακόμη ”απαγορευμένη”). Λειτουργεί για κάποιο διάστημα μέχρι την στιγμή που κάποιοι από τον καταυλισμό ζηλεύοντας  την καινούργια κατασκευή αποφασίζουν να αφήσουν την παλιά τους παράγκα και να ”μετακομίσουν” σ’αυτήν την καινούργια, αποφασίζοντας με το ”έτσι θέλω” ότι πλέον τους ανήκει. Η κατάσταση είναι πολλή δύσκολη, νόμος και τάξη όπως την ξέρουμε δεν υφίσταται σ’αυτόν τον χώρο και τα πράγματα ξεκινούν πάλι απο την αρχή. Αγνωμοσύνη και εκμετάλλευση εκ μέρους κάποιων κατοίκων του καταυλισμού, ενθάρρυνση και παρηγοριά εκ μέρους του Κυρίου των Δυνάμεων στα δικά Tου παιδιά να συνεχίσουν τον καλό αγώνα. Το σκοτάδι δεν νικάει το φως, η αγάπη νικάει την απογοήτευση. Με την δύναμη του Θεού, με την παρέμβαση του Θεού (και το τονίζω αυτό γιατί οι ανθρώπινες ικανότητες και οι ανθρώπινες δυνατότητες  είναι περιορισμένες, είναι πεπερασμένες ενώ όσες προέρχονται από ψηλά είναι άπειρες, είναι απεριόριστες) συγχωρούν, προσεύχονται, συνεχίζουν να διακονούν και να κοπιάζουν στην αγάπη.  Αγάπη χωρίς κόπο δεν υπάρχει.  Με την συνδρομή του Α.Β. βαπτίζονται οι πρώτοι πιστοί οι οποίοι γίνονται αντικείμενο λοιδορίας από τους οικείους τους.  Ο δεύτερος ”ευκτήριος οίκος ” που λίγο αργότερα κατασκευάζεται λειτουργεί για κάποιο χρονικό διάστημα, πάλι όμως υπάρχουν άνθρωποι που αντιτίθενται στο κήρυγμα  του ευαγγελίου, υπάρχουν δυνάμεις του σκοταδιού που δεν θέλουν το φως, ένοχες συνειδήσεις που δεν αντέχουν τον έλεγχο, δεσμά πνευματικά που τυφλώνουν όσους έχουν σκληρές καρδιές και δεν θέλουν να έρθουν στην ελευθερία που δίνει ο Χριστός. Αυθαιρετώντας μετατρέπουν τον χώρο που κηρύσσεται το ευαγγέλιο σε πάρκινγκ αυτοκινήτων (στην καλύτερη περίπτωση), σε στάβλο, ακόμα και σε αποχωρητήριο. Πάλι λοιπόν χωρίς μια στέγη, χωρίς ένα χώρο, η διακονία συνεχίζεται απο παράγκα σε παράγκα, από οικογένεια σε οικογένεια. Ο  Μ.Π. εξοπλισμένος με δράπανο μπαταρίας τους βοηθάει να επισκευάσουν τις παράγκες. Τους βοηθάει όλους, ακόμη και αυτούς που κατέστρεψαν τις κατασκευές που είχε κάνει. Τα χρόνια περνούν, οι πρώτοι πιστοί  μεγαλώνουν σε πίστη και σε ηλικία και παρά τις κοροϊδίες και τις αντιξοότητες αποτελούν πλέον ένα ευδιάκριτο κομμάτι της μικρής και αποκλεισμένης κοινωνίας του καταυλισμού της Περαίας. Ένα τρίτο εκκλησιαστικό κτίριο κατασκευάζεται σε μία υποβαθμισμένη γωνιά του καταυλισμού, δίπλα στα νερά που λιμνάζουν. (Δοξάζουμε τον Θεό γιατί σήμερα την εικόνα αυτή την βλέπουμε μόνο στις φωτογραφίες).

Και καθώς έρχεται το πλήρωμα του χρόνου, ο Σ.Κ. και η σύζυγός του -άξιος βοηθός και συνεργάτης του στην δύσκολη αυτή διακονία- συναντώνται με το πρεσβυτέριο της Ε.Ε.Ε.Θεσσαλονίκης και ούτε λίγο ούτε πολύ μας θέτουν την εξής πρόσκληση-πρόκληση:  ”Μέχρι τώρα εμείς κάναμε αυτό που εσείς δεν μπορούσατε να κάνετε. Σας ανοίξαμε τον δρόμο.  Είναι καιρός να αναλάβετε τώρα εσείς -σαν εκκλησία- να διακονήσετε αυτούς τους ανθρώπους ώστε εμείς να πάμε παραπέρα. Να πάμε κάπου αλλού. Υπάρχουν πολλοί Ρομά στην Θεσσαλονίκη και γύρω απο την Θεσσαλονίκη που χρειάζονται την βοήθειά μας. Κάνετε σαν εκκλησία αυτό που εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε. Εμάς ο Κύριος μας κάλεσε να ανοίγουμε δρόμους, να ανοίγουμε πόρτες και μετά να έρχονται άλλοι αδερφοί σταλμένοι από την τοπική εκκλησία και να ολοκληρώνουν το οικοδόμημα του οποίου εμείς βάλαμε τα θεμέλια. Αυτή είναι η αποστολή μας και ταυτόχρονα  ο σταυρός μας.”  Μετά από συζήτηση και προσευχή τα βλέμματα των συμπρεσβυτέρων  στράφηκαν σ’εμένα.  “Γιάννη, πήγαινε να δείς πως είναι τα πράγματα και έλα να μας πεις εάν μπορούμε να εμπλακούμε σ’αυτήν την υπόθεση”.

Την ερχόμενη Κυριακή καθώς οδηγούσα προς την Περαία η σύζυγός μου η Κατερίνα επαναλάμβανε, ”Πηγαίνουμε μόνο για να δούμε.” Και εγώ απαντούσα ” Βεβαίως, μόνο για να δούμε.”  Άσχετα εάν μέσα μας είχαμε και οι δυό μας την βεβαιότητα  ότι δεν θα ήταν μόνο για να δούμε. Κάτι μέσα μας μας έλεγε ότι αυτή δεν θα ήταν μία απλή, αναγνωριστική επίσκεψη. Πάντα ελπίζουμε ότι ο Θεός για τα σχέδιά Του έχει κάποιον άλλο ποιό κατάλληλο από εμάς, κάποιον ποιό εκπαιδευμένο, ποιό καταρτισμένο, με περισσότερο χρόνο στη διάθεσή του τέλος πάντων κάποιον άλλο όχι πάντως εμάς. Το ”σύνδρομο του Μωυσή” που περιγράφεται στην Έξοδο 3:11 και συνεχίζεται και στο κεφάλαιο 4, φαίνεται δεν είναι και τόσο σπάνιο. Όλα αυτά γίνονται τον Νοέμβριο του 2010.

                                                                                                                          Συνεχίζεται

Scroll to top