Ο Χριστός– Στο κέντρο της μεταρρύθμισης

«Ημείς δε κηρύττομεν Χριστόν εσταυρωμένον»
Α΄ Κορ. α΄23

Στο χωρίο αυτό διαπιστώνουμε την αποστολική πρακτική. Περιγράφεται μόνο με μια λέξη: Χριστοκεντρικότητα! Όσοι επιθυμούν να βαδίσουν στη γραμμή της αποστολικής διαδοχής οφείλουν να βαδίσουν τον ίδιο δρόμο. Καθ όλη τη διάρκεια του μεσαίωνα υπήρχαν τοπικές εκκλησίες (μικρές, αφανείς, υπόγειες και σκληρά διωκόμενες) που διατήρησαν αυτήν την αποστολική παράδοση. Το ίδιο συνέβη, αλλά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό κατά την Μεταρρύθμιση. Ήταν μια κίνηση που παραγκωνίζοντας τις φρικαλέες στρεβλώσεις της κρατούσης εκκλησίας έδωσε την έμφαση εκεί που την έδωσαν και οι απόστολοι και όλοι οι απηνώς διωκόμενοι διάδοχοί τους κατά το μεσαίωνα. Οι μεταρρυθμιστές, στα κηρύγματα και στα γραπτά τους, και οι ομολογίες τις οποίες συνέταξαν τα κατοπινά χρόνια παραμένουν αδιάψευστα μνημεία της Χριστοκεντρικότητας της Μεταρρύθμισης. Τα λόγια του Παύλου και όλης της Γραφής σού θυμίζουν αυτές οι ομολογίες όταν τις διαβάζεις. Επιτέλους η διωκόμενη αλήθεια του ευαγγελίου είχε έρθει δυναμικά στο προσκήνιο της ανθρώπινης επικαιρότητας. Επιτέλους ο αποστολικός χριστιανισμός, διωκόμενος και κατά τον μεσαίωνα και στα χρόνια της Μεταρρύθμισης, έλαμπε τώρα πλέον με όλη τη δόξα τού σωτήρα και μοναδικού Μεσίτη των αμαρτωλών Ιησού Χριστού. Ας δούμε μερικά παραδείγματα. 

Ομολογίες για τον Χριστό

Στην ομολογία που συνετάχθη στην πόλη Augsburg, άρθρο 21, διαβάζουμε: «Δεν μπορεί να αποδειχθεί από τις Γραφές ότι πρέπει να επικαλούμαστε αγίους ή να ζητάμε βοήθεια από αυτούς. “Διότι υπάρχει ένας Μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων, ο Χριστός Ιησούς” (1 Τιμ.2:5), ο οποίος είναι ο μόνος σωτήρας, ο μόνος αρχιερέας, παράκλητος και μεσίτης ενώπιον του Θεού (Ρωμ.8:34). Μόνο Αυτός υποσχέθηκε να ακούσει τις προσευχές μας. Επιπλέον, σύμφωνα με τις Γραφές, η ανώτερη μορφή θείας λατρείας είναι ειλικρινώς να ζητήσεις και επικαλεστείς τον ίδιο αυτόν Ιησού Χριστό σε κάθε περίσταση ανάγκης. “Και εάν αμαρτήσωμεν, έχομεν παράκλητον προς τον Πατέρα, τον Ιησούν Χριστόν τον δίκαιον”» (1 Iωά. 2:1).

Στην Ομολογία της Σκωτίας, κεφάλαιο 11, διαβάζουμε: «Ουδόλως αμφιβάλλουμε ότι το ίδιο σώμα, το οποίο γεννήθηκε από την Παρθένο, σταυρώθηκε, πέθανε και ετάφη, και το οποίο ανέστη, το ίδιο αυτό σώμα αναλήφθηκε στους ουρανούς για την εκπλήρωση πάντων· όπου, εξ ονόματος ημών, και για τη δική μας παρηγοριά έλαβε πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης, όπου κάθεται στα δεξιά του Πατέρα εγκατεστημένος στη βασιλεία Του, Παράκλητος και μοναδικός Μεσίτης υπέρ ημών, την οποία δόξα, τιμή και προνόμιο Αυτός μόνος ανάμεσα στους αδελφούς κατέχει, έως ότου οι εχθροί Του γίνουν υποπόδιον των ποδών Του, όπως πιστεύουμε χωρίς αμφιβολία ότι θα γίνουν την ημέρα της κρίσης. […] εκείνη την ευλογημένη κοινωνία πιστών, την οποία εμείς, τα μέλη, κατέχουμε μαζί με την κεφαλή μας και μοναδικό Μεσίτη μας Ιησού Χριστό· τον Οποίο ομολογούμε ως τον υπεσχημένο Μεσσία, την μόνη κεφαλή της εκκλησίας Του, ως τον δίκαιο Νομοθέτη μας, ως τον μόνο Αρχιερέα μας, Παράκλητο και Μεσίτη. Εις αυτές δε τις τιμές και αξιώματα, εάν άγγελος ή άνθρωπος τολμήσει να εισβάλλει, αυτούς εμείς εντελώς τους απεχθανόμαστε, ως βλάσφημους προς τον Κυρίαρχο και Υπέρτατο Κυβερνήτη, Ιησού Χριστό».

Στην Κατήχηση της Χαϊδελβέργης, με τη μορφή ερωταποκρίσεων διαβάζουμε τα εξής:
Ερώτ. 1: Ποια είναι η μόνη σου παρηγοριά στη ζωή και στο θάνατο; Απάντ.: Ότι δεν ανήκω στον εαυτό μου, αλλά, με σώμα και ψυχή, στη ζωή και στο θάνατο, ανήκω στον πιστό σωτήρα μου Ιησού Χριστό. Αυτός έχει πλήρως πληρώσει για όλες τις αμαρτίες μου με το πολύτιμο αίμα Του και με έχει ελευθερώσει από τη δύναμη του διαβόλου. Επίσης με τηρεί με τέτοιο τρόπο ώστε άνευ του θελήματος τού ουράνιου Πατέρα ούτε μια τρίχα δεν μπορεί να πέσει από την κεφαλή μου… Ως εκ τούτου, δια του Αγίου Πνεύματός Του, με βεβαιώνει για την αιώνια ζωή και με κάνει εκ καρδίας πρόθυμο από δω και εις το εξής να ζήσω γι΄Αυτόν.
Ερώτ. 29: Γιατί ο Υιός του Θεού καλείται Ιησούς, δηλαδή Σωτήρας; Απάντ.: Διότι Αυτός μας σώζει από όλες τις αμαρτίες μας, και διότι η σωτηρία δεν μπορεί να βρεθεί σε, ή να αναζητηθεί από οποιονδήποτε άλλον.
Ερώτ. 31: Γιατί καλείται Χριστός, δηλαδή Χρισμένος; Απάντ.: Διότι έχει ορισθεί από τον Θεό Πατέρα και χρισθεί με το Άγιο Πνεύμα να είναι ο Προφήτης μας και Διδάσκαλος, ο οποίος μας έχει πλήρως αποκαλύψει τη μυστική βουλή και θέλημα του Θεού σχετικά με τη λύτρωσή μας· ο μοναδικός αρχιερέας μας, ο οποίος δια της μιάς θυσίας του σώματός Του μας λύτρωσε, και ο Οποίος διαρκώς μεσιτεύει για μας ενώπιον του Πατέρα· και ο αιώνιος Βασιλιάς μας, ο Οποίος μας διοικεί δια του Λόγου Του και του Πνεύματός Του, και ο Οποίος μας προασπίζεται και διαφυλάττει εν τη λύτρωση την οποία απέκτησε για μας.
Ερώτ. 60: Πώς είσαι δίκαιος ενώπιον του Θεού; Απάντ.: Μόνο δια της αληθινής πίστεως στον Ιησού Χριστό. Αν και η συνείδησή μου με ελέγχει ότι έχω αμαρτήσει εναντίον όλων των εντολών του Θεού, και ποτέ δεν έχω τηρήσει οποιαδήποτε από αυτές, και ακόμη έχω την τάση προς κάθε κακό, εν τούτοις ο Θεός, χωρίς καμία δική μου αξία, παρά μόνο με τη χάρη Του, μου καταλογίζει την τέλεια ικανοποίηση, δικαιοσύνη και αγιότητα του Χριστού. Αυτά μου τα χορηγεί ως εάν εγώ να μην είχα διαπράξει ποτέ καμία αμαρτία και ως εάν εγώ ο ίδιος είχα πετύχει όλη την υπακοή την οποία ο Χριστός πέτυχε για μένα, με μόνη την προϋπόθεση να δεχθώ την δωρεά με μια καρδιά πίστεως.
Στην ερώτηση 117, περί προσευχής, διαβάζουμε τα εξής ως απάντηση: «… αν και δεν αξίζουμε την εύνοια του Θεού, ο Θεός θα ακούσει την προσευχή μας χάριν του Χριστού». Στην Δεύτερη Ομολογία της Ελβετίας, κεφάλαιο 5, διαβάζουμε: «Μόνο το Θεό πρέπει να επικαλούμαστε μέσω της μεσιτείας του Χριστού και μόνο. Σε όλες τις κρίσεις και δοκιμασίες της ζωής μας επικαλούμαστε μόνο Αυτόν, και το κάνουμε αυτό δια της μεσιτείας τού μοναδικού Μεσίτη μας, Ιησού Χριστού». Και «Διότι ο Θεός και ο Χριστός ο Μεσίτης είναι επαρκείς για μας». Επίσης: «Εν Αυτώ, εκείνοι που δίνουν την συγκατάθεσή τους δια της πίστεως δεν αναζητούν τίποτα έξω από τον Χριστό». Και σε κάποιο άλλο σημείο της ίδιας Ομολογίας: «Ως εκ τούτου, ομολογούμε ευθαρσώς και κηρύττουμε ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο μόνος Λυτρωτής και Σωτήρας του κόσμου, ο Βασιλεύς και Αρχιερέας, ο αληθινός και αναμενόμενος Μεσσίας, εκείνος ο Άγιος και Ευλογημένος τον οποίο όλοι οι συμβολισμοί του Νόμου και οι προβλέψεις των προφητών προεικόνιζαν και υπόσχονταν· και ότι ο Θεός Τον διόρισε εκ των προτέρων και Τον απέστειλε σε μας, ώστε τώρα δεν πρέπει να προσβλέπουμε σε κάποιον άλλον. Τώρα απομένει σε όλους μας να αποδώσουμε όλη τη δόξα στο Χριστό, να πιστέψουμε σ’ Αυτόν, να αναπαυθούμε μόνο σ’ Αυτόν, περιφρονώντας και απορρίπτοντας κάθε άλλη βοήθεια στη ζωή. Διότι όσοι ζητάνε σωτηρία σε οιονδήποτε άλλον εκτός του Χριστού έχουν ξεπέσει της χάριτος του Θεού και έχουν καταστήσει τον Χριστό κενό και μάταιο για τους εαυτούς τους» (Γαλ.5:4).

Και για να προσθέσουμε και κάτι από τις 95 θέσεις του Λούθηρου όπου διαβάζουμε στις δύο  τελευταίες: «Οι Χριστιανοί ας είναι επιμελείς στο να ακολουθούν τον Χριστό, την Κεφαλή τους, μέσα από ποινές, θανάτους και κολάσεις. Κι έτσι να είναι βέβαιοι για την είσοδό τους στον παράδεισο μέσα από πολλές δοκιμασίες».

Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε άνετα σε αυτές τις μαρτυρίες της κεντρικής θέσης που κατείχε ο Χριστός κατά την Μεταρρύθμιση, αλλά θεωρούμε ότι είναι αρκετές.

Η αληθινή εκκλησία του Θεού

Η Χριστοκεντρικότητα είναι κριτήριο της αλήθειας και άρα κριτήριο για την αναγνώριση της αποστολικότητας μιας εκκλησίας ή μιας πνευματικής κίνησης. Ο Θεός μας έδωσε τέτοια ασφαλή εφόδια στρέφοντας την προσοχή μας προς το πρόσωπο του Υιού Του λέγοντάς μας, «Ο μη τιμών τον Υιόν δεν τιμά τον Πατέρα τον πέμψαντα Αυτόν». Υπάρχει ένα ασφαλές κριτήριο που επιβάλλεται να χρησιμοποιούμε στην προσπάθειά μας να αξιολογήσουμε και να κρίνουμε εάν μια πνευματική κίνηση ή μια Εκκλησία είναι από τον Θεό και απολαμβάνει την επιδοκιμασία Του: το κριτήριο είναι εάν φέρει το χαρακτηριστικό της Μεταρρύθμισης – εάν έχει σαν κέντρο της διδασκαλίας και του κηρύγματος τον Ιησού Χριστό. Εάν έχει τον Χριστό στο κέντρο των δοξασιών και της πρακτικής της, εάν υψώνει τον Χριστό και προβάλλει την δόξα Του, εάν επιφυλάσσει αποκλειστικά γι’ Αυτόν την επίκληση των ανθρώπων και Τον παρουσιάζει ως επαρκή για τις ανάγκες ενός αμαρτωλού κόσμου που αναζητά τη βοήθεια και τη χάρη του Θεού. Εάν συστήνει στους ανθρώπους τον Χριστό, αυτή η εκκλησία κατέχει την αιώνια αλήθεια του ευαγγελίου, αναγνωρίζεται από το Θεό ως η δική Του εκκλησία και είναι ευάρεστη σ’ Αυτόν˙ εάν όμως προβάλλει δίπλα στον Χριστό και οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο, ζωντανό ή πεθαμένο, τότε η πραγματικότητα είναι ότι έχει πλανηθεί και έχει εγκαταλείψει την αλήθεια, εν γνώσει ή εν αγνοία της. Η Χριστοκεντρικότητα στην διδασκαλία, θεολογία και πρακτική της είναι το κριτήριο.                                                                                                              
Με το ίδιο αυτό ασφαλές κριτήριο επιβάλλεται να κρίνουμε και την Μεταρρύθμιση. Καθώς ερευνούμε τα γραπτά των μεταρρυθμιστών και ιδιαίτερα τα θεολογικά συγγράμματα και τις Ομολογίες πίστεως διαπιστώνουμε εάν η Μεταρρύθμιση πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισης από τον Θεό.

Scroll to top