Η οικογένεια και η φιλοξενία του πρόσφυγα

group of children standing on grass field during daytime

Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί, 

αισθάνομαι ότι είναι μεγάλη τιμή για μένα να βρίσκομαι ανάμεσα σε ανθρώπους που είναι εμπεπιστευμένοι τόσο υψηλή πνευματική ευθύνη στο ποίμνιο του Χριστού, και δη ως ομιλητής1. Ταυτόχρονα είναι και μεγάλη η χαρά μου που στη συνάντηση αυτή αντιπροσωπεύονται διαφορετικές οικογένειες αυτού του ποιμνίου. Θα ήθελα από τη θέση αυτή να εκφράσω την ευχαριστία μου για την τιμή που μου κάνετε και για την εμπιστοσύνη που μου δείχνετε. 

Θα ήθελα να φέρω στη συνάντησή αυτή λίγες σκέψεις που αναφέρονται στην πρόσφατη εμπλοκή όλων μας, ως πιστών του Χριστού, στην προσφυγική κρίση.

Η συνάντηση με τον λόγο του Θεού

Πριν να μιλήσουμε για τη συνάντησή μας με τους πρόσφυγες, οφείλουμε να μιλήσουμε για τη συνάντησή μας με τον λόγο του Θεού. Το ζήτημα λοιπόν είναι ότι ο λόγος του Θεού μας φέρνει αντιμέτωπους με μια υψηλή ανθρωπολογία. Ο Κύριός μας που έγινε ξένος στον ίδιο του τον κόσμο (Κατά Ιωάννην 1:11) και πρόσφυγας από τη βρεφική του ηλικία (Κατά Ματθαίον 2: 14-15) μας δίδαξε ότι όλος ο νόμος και οι προφήτες συγκεφαλαιώνονται σε δύο εντολές ίσης αξίας, την αγάπη προς τον Θεό και την αγάπη προς τον πλησίον (Κατά Λουκάν 10: 25-29). Φαίνεται μάλιστα ότι κατά περίεργο τρόπο, ακριβώς λόγω της ενσάρκωσης του Κυρίου, οι δύο εντολές γίνονται μία. Η μία περίπτωση όπου οι δύο εντολές φαίνεται να ενώνονται σε μία είναι η αφήγηση της τελικής κρίσης (Κατά Ματθαίον 25). «Ήμουν ξένος και με περιμαζέψατε» ακούγεται να λέει η φωνή του Κριτή, αποκαλύπτοντας το κριτήριο με το οποίο θα μετρήσει όλους τους ανθρώπους. Ο Κύριος ταυτίζεται με τους αναγκεμένους και δέχεται την αγάπη και την υπηρεσία μας στο πρόσωπό τους. Η δεύτερη περικοπή προέρχεται από την Α’ Ιωάννου 4:20-21. Ο απόστολος Ιωάννης αποκρούει μια δήθεν αγάπη προς τον Θεό η οποία δεν εκφράζεται ως αγάπη προς τον αδελφό. 

Μήπως όμως η αγάπη μας αφορά, θα ρωτήσει κάποιος, μόνο τον αδελφό και τον όμοιό μας; Ο Κύριος, στην παραβολή του Καλού Σαμαρείτη (Κατά Λουκάν 10:30-37), με την οποία εξήγησε ποιος είναι ο πλησίον, αναφέρθηκε σε κάποιον ετερόδοξο ή αλλόδοξο και μας κάλεσε να τον μιμηθούμε. Ακόμη περισσότερο στην Επί του όρους ομιλία θεώρησε την αγάπη μόνο προς τους αδελφούς μας, δηλαδή τους ομοεθνείς και ομοϊδεάτες μας, όμοια με την αγάπη των τελωνών και εθνικών, και μας κάλεσε να αγαπήσουμε και να ευεργετήσουμε τους εχθρούς μας (Κατά Ματθαίον 5:43-48). Ο απόστολος Παύλος στα χνάρια του Κυρίου μας καλεί να αλλάξουμε τον κόσμο με την αγάπη, να νικήσουμε το καλό με το κακό, να ευεργετήσουμε  τους εχθρούς (Ρωμαίους 12:19-21), ξεπερνώντας κάθε εθνική, φυλετική ή κοινωνική διαφορά (Γαλάτας 3:28 και 5:6). 

Με λίγα λόγια, ως ακόλουθοι του Χριστού, δεν έχουμε επιλογές. Η χριστιανική αγάπη ξεχύνεται να αγκαλιάσει τον κόσμο, να νικήσει το κακό, να μεταφέρει την ευλογία του Θεού σε όλους. Ο Θεός με τη θυσιαστική Του αγάπη ανακαινίζει τον κόσμο και για τον λόγο αυτό, οι μαθητές Του δεν φοβούνται τον κόσμο. Καλούνται να τον μπολιάσουν και να τον ζυμώσουν με τη μαγιά της βασιλείας Του Θεού.

Η συνάντηση με τους πρόσφυγες: η εμπειρία της Ειδομένης

Ήταν τον Ιανουάριο του 2015, όταν μέσω του διαδικτύου πληροφορηθήκαμε πρώτη φορά για τους «εγκλωβισμένους» της Ειδομένης, δηλαδή για κάποιες εκατοντάδες πρόσφυγες μία ώρα μακριά από εμάς, οι οποίοι αναγκάστηκαν να περάσουν μεγάλο κομμάτι του χειμώνα σε μια «ουδέτερη» ζώνη μεταξύ Ελλάδος και Π.Γ.Δ.Μ. κάτω από άθλιες συνθήκες. Αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε ότι κάτι έχει αλλάξει στην πορεία που ακολουθούσαν οι πρόσφυγες, ότι το ζήτημα πλέον μας αγγίζει και γεωγραφικά.  Έτσι, στα τέλη του Φεβρουαρίου και ύστερα ξανά στα τέλη του Μαρτίου, σε συνεννόηση με τους εθελοντές της περιοχής Ειδομένης, κάναμε ως Ευαγγελική Εκκλησία Κατερίνης δύο μικρές αναγνωριστικές αποστολές στην Ειδομένη από κοινού με το Σωματείο για την προστασία παιδιών Βενιαμίν. Μέσα στις δύο – τρεις ώρες που μείναμε εκεί κάθε φορά διαπιστώσαμε μια διαρκή ροή από ομάδες ανθρώπων, περίπου 150-200 στις λίγες αυτές ώρες, κυρίως νέοι άνδρες από τη Συρία αλλά και το Ιράκ και το Αφγανιστάν, λιγότεροι από άλλες χώρες, χωρίς να λείπουν οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά. Άνθρωποι σαν και μας, αλλά ρακένδυτοι, πεινασμένοι, αρκετοί άρρωστοι και όλοι φοβισμένοι κατευθύνονταν προς τα Σκόπια. Οι άνθρωποι αυτοί κατά το λαθραίο αυτό πέρασμα ήταν έρμαιο των διακινητών και των συμμοριών που μετά τα σύνορα τους επιτίθεντο, τους λήστευαν και τους κακοποιούσαν. Όσοι είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν προστασία, συνέχιζαν κάπως ανενόχλητοι. Οι κακήν κακώς διώξεις από τους φύλακες των συνόρων, ιδίως των Σκοπίων ήταν καθημερινότητα. Άνθρωποι σαν και μας είχαν καταντήσει ο κανένας στο έλεος του καθένα!

Η εικόνα μάς σόκαρε. Είχαμε την εντύπωση ότι αυτό που κάναμε ήταν μια σταγόνα στον ωκεανό. Ίσως ήταν αυτή η αίσθηση πιο πολύ που μας έκανε να κλειστούμε στα της κοινότητας και της πόλης μας ως το καλοκαίρι. Κρατήσαμε τουλάχιστον επαφή με τους εθελοντές της Ειδομένης, έχοντας στο πίσω μέρος του μυαλού μας να επανέλθουμε πιο συστηματικά. Ως το καλοκαίρι βέβαια, ιδιαίτερα τον Αύγουστο, η ανθρωπιστική κρίση είχε γιγαντωθεί. Οι εκατοντάδες πρόσφυγες έγιναν χιλιάδες. Οι ειδήσεις για τους πνιγμούς κατά το πέρασμα του Αιγαίου ευαισθητοποίησαν την κοινή γνώμη και μια σωρεία από οργανώσεις. Όταν ξαναπήγαμε στα τέλη Αυγούστου στην περιοχή της Ειδομένης η εικόνα ήταν διαφορετική από εκείνη του περασμένου χειμώνα. Πλέον εκτός από τους εθελοντές βρίσκονταν στον χώρο η Αστυνομία, η Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. και μια χορεία από Μ.Κ.Ο. οι οποίοι σταδιακά οργάνωσαν την υποδοχή, τον έλεγχο και την εξυπηρέτηση των άμεσων αναγκών των προσφύγων. Η επιδίωξή μας από εκεί και πέρα ήταν να βοηθήσουμε συστηματικά. Για τον σκοπό αυτό έπρεπε να συντονιστούμε αφενός με ομάδες από άλλες ευαγγελικές εκκλησίες και αφετέρου γενικότερα με τις υπόλοιπες εθελοντικές οργανώσεις. Από εκεί και ύστερα η παρουσία μας στην Ειδομένη έγινε συστηματική, τουλάχιστον μία φορά εβδομαδιαίως, με νερά, σάντουιτς και ξηρά τροφή, ενώ η ομάδα εθελοντών της εκκλησίας μας διευρύνθηκε κατά πολύ συμπεριλαμβάνοντας, εκτός από τους διακόνους, μέλη της Εκκλησίας μας από διάφορες ηλικίες. 

Η φιλοξενία των προσφύγων

Από τις αρχές του 2016 με το κλείσιμο των συνόρων της Π.Γ.Δ.Μ. η κατάσταση έπαιρνε νέα τροπή. Στην Ειδομένη είχε συσσωρευτεί ένας αριθμός περίπου δεκαπέντε χιλιάδων προσφύγων, στην πλειοψηφία τους πλέον γυναικόπαιδα, συγκεκριμένα το 40% ήταν παιδιά. Η διαρκής διάδοση ανεύθυνων φημών για επικείμενο άνοιγμα των συνόρων κρατούσε το τεράστιο αυτό πλήθος σε μια ιδιότυπη ομηρία. Η αδυναμία του άτυπου καταυλισμού να καλύψει τις ανάγκες αυτού του τεράστιου πλήθους και η πολυήμερη επιδείνωση του καιρού τον Μάρτιο οδήγησαν τους πρόσφυγες σε πλήρη εξαθλίωση και στην απώλεια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Ο κρατικός μηχανισμός άρχισε να μεριμνά για τη μετεγκατάσταση των προσφύγων σε νέους καταυλισμούς, ορισμένοι από τους οποίους άνοιξαν και στον νομό μας, τον Νομό Πιερίας. Αρχίσαμε να αντιλαμβανόμαστε ότι η διακονία ήταν ανάγκη να πάρει πιο δραστική μορφή. Ήταν ανάγκη άνθρωποι να διασωθούν από τις απάνθρωπες συνθήκες της Ειδομένης και να ζήσουν όχι σε καταυλισμούς, ούτε σε απομόνωση από την κοινωνία, αλλά να φιλοξενηθούν  αξιοπρεπώς σε σπίτια. Ήταν θέμα διάσωσης και ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι τη φιλοξενία προσφύγων για μικρότερα ή μεγαλύτερα διαστήματα την είχαν ήδη τολμήσει γνωστοί μας εθελοντές από την περιοχή Ειδομένης και Πολυκάστρου, που δεν ανήκαν σε εκκλησιαστικές ομάδες εθελοντών, καθώς και ορισμένοι αδελφοί από την Θεσσαλονίκη. Έτσι από τα μέσα Μαρτίου ξεκίνησε και στην Κατερίνη η φιλοξενία προσφύγων σε σπίτια.

Θα μιλήσω για την οικογένειά μας. Μέσα σε αυτή την τραγωδία δεν μπορούσαμε να κρατήσουμε την καρδιά και το σπίτι μας κλειστό. Χρειάστηκε βέβαια να ξεπεράσουμε τους φόβους μας για να φιλοξενήσουμε πρόσφυγες, και μάλιστα φόβους ποικίλους: Ποιοι θα είναι αυτοί οι άνθρωποι; Πώς θα τους επιλέξουμε; Για πόσο διάστημα θα μείνουν στο σπίτι μας; Τι συνήθειες θα έχουν; Θα είναι καθαροί; Θα έχουν ασθένειες; Πώς θα επικοινωνούμε; Πώς θα μοιάζει η κοινή ζωή μας; Τους φόβους αυτούς τους αντιμετωπίσαμε με προσευχή και αγάπη. Εξάλλου, ο λόγος του Θεού λέει ότι η τελεία αγάπη έξω διώκει τον φόβο (Α’ Ιωάν. 4: 18). Πραγματικά, όταν κάποιος αγαπά, όταν θεωρεί τον άλλο δικό του, αδελφό του, είναι πρόθυμος να ξεπεράσει πολλά εμπόδια. Στα μέσα Μαρτίου λοιπόν πήγαμε στον λασπότοπο της Ειδομένης  και πήραμε έξι άτομα, δύο νεαρές γυναίκες με τα παιδιά τους, συγγενείς μεταξύ τους, η μία με τον πατέρα της και η άλλη με τη μητέρα της. Αργότερα προστέθηκαν μία ακόμη κοπέλα με την κορούλα της και μια μεγάλη γυναίκα με προβλήματα υγείας. Τους είπαμε ότι έχουν αδελφούς στην Ελλάδα που δεν τους γνώριζαν. Τους είπαμε ότι είναι οι δικοί μας άνθρωποι. Τους είπαμε για τον λόγο του Χριστού «ήμουν ξένος και με περιμαζέψατε». Τους είπαμε ακόμη ότι τη φιλοξενία τους τη χρωστάμε και για άλλο λόγο. Ανήκουμε σε προσφυγικό συνοικισμό και οι παππούδες μας πολλές φορές μας αφηγήθηκαν ότι άλλοι για οκτώ μήνες, άλλοι για ενάμισι χρόνο, φιλοξενήθηκαν στο Χαλέπι της Συρίας. «Οι Άραβες είναι πολύ καλοί άνθρωποι» μας είχαν πει. Τους είπαμε, εν ολίγοις, «θα μάθουμε να ζούμε μαζί».

Δεν αργήσαμε ωστόσο να ανακαλύψουμε ότι φόβοι, και μάλιστα περισσότεροι και μεγαλύτεροι υπήρχαν και από την άλλη πλευρά. Καταλάβαμε ότι δύσκολα οι γυναίκες πηγαίνουν οπουδήποτε ασυνόδευτες από κάποιον άνδρα εμπιστοσύνης, όπως αρχικά είχαμε σχεδιάσει. Γιατί να μας εμπιστευτούν; Δεν μας γνώριζαν. Δεν ήξεραν τις συνήθειές μας, τα ποικίλα θρησκευτικά και κοινωνικά όριά μας, τις αντοχές μας, αν ήμασταν καλοί ή κακοί άνθρωποι που θέλουμε να εκμεταλλευτούμε την κατάστασή τους. Αργότερα, αναφάνηκαν άλλοι φόβοι: Θα μπορούσαν να επιστρέψουν και πάλι αν έφευγαν μακριά για να πάνε σε κάποια υπηρεσία; Πώς θα τους αντιμετωπίζαμε αν έρχονταν σε μια μεταξύ τους σύγκρουση; Ύστερα από κάποιο διάστημα, φάνηκε ότι τα όρια της συμβίωσης με εμάς (π.χ. ο αλληλοσεβασμός σε ζητήματα ένδυσης και φαγητού) αλλά κυρίως μεταξύ τους (π.χ. ο χρόνος λειτουργίας των συσκευών, οι ώρες κοινής ησυχίας) θα έπρεπε να είναι πιο ξεκάθαρα. Οι όροι και τα όρια βοηθούν τη συμβίωση.

Ύστερα από λίγο, και άλλα σπίτια στην κοινότητά μας άνοιξαν για να δεχτούν πρόσφυγες. Το Πρεσβυτέριο της Εκκλησίας Κατερίνης αγκάλιασε αυτή την πρωτοβουλία και προχώρησε στην εφαρμογή ενός προγράμματος στέγασης, περίθαλψης και παροχής νομικών συμβουλών για τα διάφορα προγράμματα που προσφέρει η κρατική υπηρεσία ασύλου (μετεγκατάσταση, επανένωση οικογενειών κλπ.). Φτάσαμε να φιλοξενούμε σε σπίτια τριάντα δύο πρόσφυγες, ολόκληρες οικογένειες, γυναίκες με παιδιά, μεταξύ των οποίων μία εγκυμονούσα, αλλά και μεμονωμένα άτομα, και ευελπιστούμε να αυξήσουμε σημαντικά τον αριθμό αυτό, στο μέτρο που θα μπορέσουμε να εξεύρουμε πόρους και να βρούμε ανοιχτές καρδιές και σπίτια που θα παραχωρηθούν δωρεάν ή θα προσφερθούν προς ενοικίαση. 

Το μοντέλο αυτό, της φιλοξενίας σε σπίτια, σε χώρους όπου απολαμβάνουν ανθρώπινη αξιοπρέπεια και βρίσκονται ενταγμένοι στην κοινωνία, πιστεύουμε ότι είναι και αποτελεσματικό μοντέλο κοινωνικής ενσωμάτωσης. Οι άνθρωποι αυτοί διακονούνται με τον τρόπο αυτό ολιστικά και έχουν μέσω της φιλοξενίας πρόσωπα αναφοράς, οι οποίοι αποτελούν τους οδηγούς τους για τον εγκλιματισμό τους μέσα στην ελληνική κοινωνία. Δεν γνωρίζουμε πόσοι από αυτούς θα παραμείνουν στην Ελλάδα. Ευχόμαστε να έρθει και πάλι η ειρήνη στον τόπο τους και να μπορέσουν απρόσκοπτα να επανασυνδεθούν με τις οικογένειές τους, να βρουν τη φωλιά τους, να κτίσουν τη ζωή τους. Σε αυτούς που θα έχουν φύγει, θα τους έχουμε δώσει ένα ποτήρι κρύο νερό στο όνομα του Χριστού. Στο μέτρο ωστόσο που θα παραμείνουν ανάμεσά μας, θα έχουμε εμείς την ευκαιρία να γίνουμε οι πολιτισμικοί τους διερμηνείς.  

Επιλογικά, το ερώτημα τίθεται άμεσα προς την εκκλησία του Χριστού αλλά και σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία: Πώς στεκόμαστε απέναντι σε αυτή την πρόκληση των καιρών; Πώς βιώνουμε επί του συγκεκριμένου το μήνυμα του ευαγγελίου; Η κρίση που χτύπησε τη χώρα μας εδώ και έξι χρόνια και τα μεγάλα κύματα των προσφύγων του 2015 και 2016 μοιάζουν με σοβαρές και αυστηρές δοκιμασίες μπροστά στις οποίες ο Θεός θέτει τόσο την εκκλησία Του όσο και ολόκληρη την ελληνική κοινωνία. Μια παραίνεση προς την ελληνική κοινωνία της φτώχειας. Ας θυμηθούμε την περίπτωση του προφήτη Ηλία, τον οποίο ο Θεός έστειλε σε μια φτωχή χήρα στα Σαρεπτά της Σιδώνος (Α΄ Βασιλέων 17: 1-16). Η χήρα επρόκειτο να ζυμώσει το τελευταίο ψωμί της και κατόπιν να πεθάνει από την πείνα μαζί με τον γιο της. Κι όμως προστάχθηκε από το τελευταίο ψωμί να προσφέρει πρώτα στον πρόσφυγα προφήτη του Θεού. Αυτή η δοκιμασία θα έκρινε αν θα ελάμβανε την ευλογία του Θεού. Ας το σκεφτούμε: Εν τέλει, το πιθάρι της με το αλεύρι δεν στέρεψε και το λάδι στο δοχείο δε λιγόστεψε. Ένας ενθαρρυντικός λόγος ιδιαίτερα προς το σώμα του Χριστού: Εν μέσω των εθνικιστικών κηρυγμάτων μίσους, η Εκκλησία του Χριστού (και οι οικογένειες του Χριστού) έχει την ευθύνη να ζήσει την αγάπη, να υπηρετήσει τον Χριστό στο πρόσωπο των προσφύγων, και στους πολιτισμικούς πολέμους της εποχής μας να παίξει τον ρόλο του ειρηνοποιού: να άρει  την κατάρα της Βαβέλ και να μεταφέρει κάτι από την γλωσσική ομόνοια της Πεντηκοστής. 

Scroll to top