Η ενδοοικογενειακή βία μέσα σε ένα διαπολιτισμικό, προσφυγικό περιβάλλον

gray scale photography of woman carrying baby looking at camper trailer

Ο Μαχμούτ1 είναι ένας νεαρός χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση και με έναν πολύ απλό τρόπο σκέψης. Προέρχεται από μία αγροτική περιοχή της χώρας του και έφτασε στη δική μας για λόγους υγείας. Όταν χαμογελάει, το χαμόγελό του φωτίζει ολόκληρο το πρόσωπό του. Όταν μοιράζεται σκέψεις, γεγονότα και συναισθήματα, το πρόσωπό του γίνεται κατακόκκινο. Τον ρώτησα πόσα παιδιά είναι στην οικογένειά του, και η απάντηση ήταν αποστομωτική, «Eίμαστε 8 παιδιά και 7 κορίτσια. Επίσης, άλλα 6 έχουν πεθάνει στη γέννα». «Με όλες αυτές τις εμπειρίες που έχεις, τόση κούραση και τα τεράστια προβλήματα υγείας, εσύ τι θα ήθελες να κάνεις;», τον ρώτησα. Κοκκίνισε, και πάλι, και μου απάντησε, «θέλω όπως και ο πατέρας μου να παντρευτώ τρεις γυναίκες. Εκείνος είχε δύο». Σταμάτησα να γράφω και του ζήτησα να με βοηθήσει να καταλάβω λίγο περισσότερο από τις συνήθειές τους, τι συμβαίνει όταν ένας άντρας έχει δύο ή τρεις συζύγους, ποιες είναι οι συνήθειες, πόσες κρεβατοκάμαρες, πόσα σπίτια; Για άλλη μια φορά, κοκκίνισε και χαμογελώντας μου είπε, «στο δικό μας το σπίτι είχαν μία κρεβατοκάμαρα και ο μπαμπάς κοιμόταν και με τις δύο γυναίκες μαζί στο κρεβάτι».

Σταμάτησα προσπαθώντας να μαζέψω τις σκέψεις μου. Αυτό που στο δικό μου σύστημα αξιών ήταν εξευτελιστικό, βίαιο, προσβλητικό και ταπεινωτικό, στο δικό του ήταν όχι απλά αποδεκτό αλλά και ικανό να αναπαραχθεί ως πρότυπο.

Από το 2015 και μετά, την εποχή της μεγάλης προσφυγικής προσέλευσης στην Ελλάδα, έχουμε περάσει σε μία εποχή όπου καλούμαστε όχι μόνο να αντιληφθούμε όρους όπως «ενδοοικογενειακή βία» μέσα στον προσφυγικό πληθυσμό αλλά, επίσης, καλούμαστε να θέσουμε και ένα αληθινό πρότυπο που θα φέρει την αλλαγή πρώτα σε εμάς και κατόπιν σε αυτόν τον πληθυσμό. Πρόκειται για έναν πληθυσμό που κάποιες φορές τον προσκαλούμε και κάποιες άλλες βιαίως εισέρχεται στην κοινωνία μας. Σε κάθε όμως περίπτωση, και προς όφελος όλων, καλείται να ενσωματωθεί. Σε αυτή, τώρα, τη διαδικασία της ενσωμάτωσης, υπάρχουν δύο βασικά ερωτήματα: ποια είναι η νέα εικόνα που τους προσφέρουμε και τι εμείς αντιλαμβανόμαστε από το δικό τους πολιτισμό.

Το ενδιαφέρον είναι ότι τα χαρακτηριστικά της ενδοοικογενειακής βίας είναι ακριβώς τα ίδια, ο κύκλος της βίας είναι ο ίδιος, οι συναισθηματικές επιπτώσεις είναι οι ίδιες, τα χαρακτηριστικά θυτών και θυμάτων είναι τα ίδια, όμως οι κοινωνικές, νομικές και θρησκευτικές νόρμες δημιουργούν μία στρεβλή πραγματικότητα η οποία μεταδίδεται, αναπαράγεται και καθιστά το θύμα εντελώς άβουλο και χωρίς καμία ελευθερία αυτοδιάθεσης, αυτοπροσδιορισμού, επιλογών. Είτε πρόκειται για ανήλικο είτε για ενήλικο άτομο, η πατρική οικογένεια έχει το κοινωνικό δικαίωμα να παρεμβαίνει ακόμα και βίαια στις επιλογές της κόρης ή και της αδελφής. Και γι’ αυτό το λόγο, μάλιστα, ένας λόγος που κάποιοι οδηγούνται στην προσφυγιά είναι οι «βεντέτες» αφού η ζωή τους βρίσκεται σε κίνδυνο ακόμα και μέσα στην ίδια τους την οικογένεια. Στη σημείο αυτό, είναι σημαντικό να αντιληφθούμε ότι το θύμα μπορεί να είναι και μία ολόκληρη οικογένεια που θυματοποιείται από την πατρική οικογένεια ενός εκ των δύο συζύγων.

Προσφάτως, ψηφίστηκε στη Σαουδική Αραβία ένας καινούριος νόμος όπου η γυναίκα πρέπει να ειδοποιείται με γραπτό μήνυμα από το σύζυγο ότι τη χωρίζει και όχι μόνο προφορικά! Το προφορικό διαζύγιο είναι κάτι πολύ κοινό και γνωστό, «Τάλα, τάλα, τάλα», όπως αναφέρεται στην αραβική γλώσσα. Τρεις φορές «σε χωρίζω». Αν δούμε, όμως τις πρακτικές επιπτώσεις αυτού του «νόμιμου» διαζυγίου θα αντιληφθούμε τις τεράστιες συνέπειές του.

Μονογονεϊκές οικογένειες φθάνουν στην Ελλάδα, με μητέρες χωρισμένες που όμως δεν μπορούν να αποδείξουν ότι έχουν χωρίσει και ως εκ τούτου ούτε μπορούν να αποδείξουν την επιμέλεια των τέκνων τους αλλά και οι ίδιες δεν μπορούν να ξαναπαντρευτούν αν το επιθυμούν. Ο Δυτικός γραφειοκρατικός πολιτισμός δικαίως ζητά αποδείξεις για όλες αυτές τις πράξεις αλλιώς, «χωρίς χαρτιά η ζωή δεν προχωρά». Πρακτικά, λοιπόν, αυτές οι γυναίκες εκδιώχθηκαν από τη συζυγική τους στέγη, με έναν νόμιμο – κοινωνικά και θρησκευτικά – τρόπο για τον τόπο τους που όμως δεν τους αφήνει περιθώρια να μπορέσουν οι ίδιες να προχωρήσουν στα επόμενα βήματά τους. Πρόκειται, λοιπόν, για μία άλλη μορφή βίας η οποία ορίζεται εξ αιτίας της αλλαγής του πολιτισμικού και νομικού πλαισίου.

Αυτή, βεβαίως, η ευκολία του προφορικού διαζυγίου, κοινωνικά αποδεκτή και δογματικά θεσπισμένη σε πολλές περιπτώσεις είναι το επιστέγασμα της προϋπάρχουσας σωματικής ή/και ψυχολογικής βίας. Πολλάκις, σύζυγοι έχουν αντικατασταθεί από χώρα σε χώρα με το θύμα να θεωρεί ότι ο σύζυγός της έχει το νόμιμο δικαίωμα να το πράξει.

Η Λέιλα είναι μία νέα κοπέλα με ένα τρίχρονο αγοράκι και ένα τετράμηνο κορίτσι. Όταν ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί, εδώ στην Ελλάδα, ο διακινητής τους έκλεψε τα χρήματα. Ο σύζυγός της θεώρησε ότι αυτή ήταν υπεύθυνη και έτσι, απλά την εγκατέλειψε. Έζησε με το γιο της σε κάποια πλατεία για ένα μήνα περίπου μέχρι που γέννησε. Έκτοτε, ζει στο σπίτι της γιατρού που τη βοήθησε στη γέννα. Πήγε σε κάποια οργάνωση για να ζητήσει βοήθεια αφού ο σύζυγος είχε εξαφανιστεί, και για να κάνει αίτημα στέγασης. Όταν ο σύζυγος αντιλήφθηκε ότι εξ’ αιτίας του μωρού θα μπορούσαν να αιτηθούν στέγαση εύκολα, την πλησίασε και την απείλησε. «Ή θα μείνουμε μαζί ή θα σου πάρω το αγόρι», της είπε. Στις συνεντεύξεις που ακολούθησαν, έγινε φανερό ότι η βία της εγκατάλειψης δεν ήταν παρά μία διαφορετική μορφή βίας από αυτή που μέχρι τότε είχε η ίδια υποστεί όπως και η μητέρα της και η αδελφή της. Επί χρόνια ήταν θύματα σωματικής και ψυχολογικής βίας. Ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι θα μπορούσε να ζητήσει βοήθεια. Χρειάστηκε πολύς χρόνος όχι μόνο για να ενισχυθεί ψυχολογικά, «αν τον αφήσω, θα πέσει στα ναρκωτικά», αλλά και για να της εξηγηθούν τα δικαιώματά της στην Ελλάδα, ότι μπορούσε να ζητήσει προστασία και αν ήθελε να ζητήσει διαζύγιο μπορούσε να το κάνει. Σε μία εκ των τελευταίων συνεδριών, είπε «τα καταλαβαίνω όλα αυτά αλλά η μαμά μου ποτέ δεν θα τα καταλάβει. Ντροπή, ντροπή, ντροπή. Ποτέ δεν θα με αφήσει να χωρίσω. Πώς θα της το πω;»

Ένας από τους πλέον επιβαρυντικούς παράγοντες της ενδοοικογενειακής βίας στον προσφυγικό πληθυσμό είναι η έλλειψη υποστηρικτικού περιβάλλοντος. Ξαφνικά, το θύμα βρίσκεται σε ένα ξένο περιβάλλον, χωρίς δυνατότητα επικοινωνίας, λόγω διαφορετικής γλώσσας, με εξαιρετικά μειωμένες οικονομικές δυνατότητες, χωρίς άλλα μέλη του οικογενειακού του περιβάλλοντος και χωρίς άλλους φίλους. Βρίσκεται σε ένα περιβάλλον όπου καθετί που θεωρούσε δεδομένο στη χώρα του, εδώ δεν είναι. Επομένως, εκτός της βίας που βίωνε και πιθανόν εξακολουθεί να βιώνει, είναι σαν να έχει περιέλθει και σε μία κατάσταση τύφλωσης όπου σταδιακά αντιλαμβάνεται ότι οι κοινωνικές, νομικές και οικογενειακές πρακτικές που γνώριζε μέχρι τώρα δεν έχουν πλέον το ίδιο αποτέλεσμα και ως εκ τούτου θα πρέπει να εκπαιδευτεί από την αρχή. Σύζυγοι, οικογένειες με ή χωρίς παιδιά, ερχόμενοι στην Ελλάδα εισέρχονται σε ένα νομικό καθεστώς που είναι δεσμευτικό για κάθε μικρή ή μεγάλη απόφαση που θα πάρουν. Για παράδειγμα, ως αιτούντες άσυλο, έχουν ένα φάκελο, ένα σπίτι, ένα λογαριασμό για την οικονομική τους ενίσχυση και όλα συγκεντρώνονται στο όνομα του συζύγου. Έτσι, λοιπόν, το ερώτημα που το θύμα έχει πολύ συχνά είναι «αν φύγω, πού θα μείνω; Πόσο σύντομα θα βρεθεί σπίτι; Πόσο σύντομα θα έχω και πάλι οικονομική ενίσχυση; Αν πάω στην αστυνομία ή στο νοσοκομείο πώς θα συνεννοηθώ; Αλλά ακόμα και αν πάω στην αστυνομία, μήπως υπάρχει ο κίνδυνος να συλλάβουν και εμένα επειδή είμαι γυναίκα;» Έτσι, ξαφνικά, η ενδοοικογενειακή βία παίρνει τη μορφή και της κοινωνικής βίας.

Από την άλλη, σε αυτούς τους παράγοντες της βίας, δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε αυτόν της ψευδούς ελευθερίας, της παραποιημένης εικόνας με την οποία οι πρόσφυγες φτάνουν στην Ευρώπη, της εύκολης και ελεύθερης πρόσβασης σε πορνογραφικό υλικό, σε οίκους ανοχής, σε διακίνηση ανθρώπων. 

Θα ξεγελούσαμε, όμως, τον εαυτό μας αν θεωρήσουμε ότι εμείς δεν έχουμε καμία συμμετοχή σε όλα αυτά. Και μπορεί, η ενδοοικογενειακή βία να είναι θέμα «οικογένειας» όμως, οι αιτίες, η αναπαραγωγή, η πρόληψη και η θεραπεία της μας αφορά όλους.

Ο Μοχάμεντ είναι παιδί εκτός γάμου, ορφανός που τον μεγάλωσε η γιαγιά του μέχρι τα δέκα του όπου και εκείνη πέθανε. Έκτοτε μεγαλώνει στο δρόμο προσπαθώντας να φροντίσει τον εαυτό του. Έφτασε στην Ελλάδα και είναι αιτών άσυλο. Πάσχει από μετατραυματική διαταραχή και κατάθλιψη. Έχει καταλήξει να κοιμάται σε παγκάκια αφού ακόμα δεν έχει έρθει η σειρά του για να στεγαστεί. Κλαίει βουβά κάθε φορά που του προσφέρουμε φαγητό.

Δυστυχώς δεν είναι λίγες οι φορές που ένα άτομο έχει θυματοποιηθεί μέσα στην οικογένειά του, έχει κατασταθεί ψυχικά ανάπηρο με αποτέλεσμα να είναι πολύ εύκολη βορά στην κοινωνική θυματοποίηση. 

Και εδώ καλούμαστε εμείς, με το διαφορετικό πολιτισμό, τους διαφορετικούς νόμους, το διαφορετικό σύστημα αξιών, τις διαφορετικές εμπειρίες, τα διαφορετικά «πιστεύω» να παίξουμε το δικό μας ρόλο. Μερικές φορές μπερδευόμαστε και νομίζουμε ότι ο ρόλος μας είναι να γίνουν σαν εμάς και αρχίζουμε να τους φορτώνουμε με δυσβάσταχτα φορτία, με ενοχές, με «πρέπει» και «δεν πρέπει» που ούτε εμείς οι ίδιοι μπορούμε να τηρήσουμε. Παρέχουμε γρήγορες λύσεις και απαιτούμε γρήγορες θεραπείες χωρίς να αντιλαμβανόμαστε το βαθύ πόνο στον οποίο βρίσκονται. Μας τρομάζει ο πόνος και η διαφορετικότητα και προσπαθούμε να την εξαφανίσουμε στα γρήγορα. Αυτό που χρειάζονται, όμως, είναι ό,τι και όλοι μας, ένα ασφαλές περιβάλλον χάριτος, που κανείς δεν θα τους κρίνει για την προέλευσή τους, τη γλώσσα τους, τη θρησκεία τους, τα λάθη τους, ένα περιβάλλον που θα νιώθουν ασφαλείς ώστε αν ό,τι στρεβλό ή νοσηρό πίστευαν μέχρι τότε γκρεμιστεί, θα μπορούν να ξεκινήσουν από την αρχή.

  1. Ονόματα και τοποθεσίες είναι πλασματικά για την προστασία των προσωπικών δεδομένων και της ζωής των φίλων μας

Scroll to top