Το θέμα που θα μας απασχολήσει είναι η εν Χριστώ ταυτότητα του πιστού. Θα ήθελα να κατανοήσουμε καλύτερα τι σημαίνει ότι ο πιστός εν Χριστώ είναι καινούργιος άνθρωπος. Για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να καταλάβουμε τι έχει συμβεί με τον παλιό άνθρωπο. Είναι ο πιστός εν Χριστώ καινούργιος ή παλιός άνθρωπος; Αν είναι καινούργιος, τι έχει γίνει με τον παλιό; Συνεχίζει να υπάρχει; Αν ναι, τότε είναι δυνατόν ο πιστός να είναι ταυτόχρονα καινούργιος και παλιός άνθρωπος; Είναι δυνατόν ο πιστός να είναι δύο άνθρωποι; Συχνά υπάρχει σύγχυση στο θέμα αυτό.
Κάποιοι έχουν την άποψη ότι ο παλιός και καινούργιος άνθρωπος είναι τμήμα, μέρος, ή φύση του πιστού. Θεωρούν ότι ο αγώνας του πιστού, είναι μεταξύ του παλαιού ανθρώπου και του καινούργιου. Ο παλιός άνθρωπος, αν και έχει μετατοπιστεί από το κέντρο, παλεύει όλο και πιο έντονα για να κρατήσει τον τόπο που κατείχε. Έτσι, η μάχη είναι μεταξύ δύο ανθρώπων που βρίσκονται μέσα στο ίδιο άτομο. Η μάχη είναι μεταξύ του παλιού και του καινούργιου ανθρώπου. Είναι όμως έτσι;
Σε τούτο το άρθρο θα ήθελα να υποστηρίξω ότι ο πιστός εν Χριστώ, είναι καινούργιος άνθρωπος ενώ ο παλαιός άνθρωπος έχει πεθάνει και δεν υπάρχει πια. Ο πιστός έχει γίνει πραγματικά καινούργιος άνθρωπος εν Χριστώ. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο πιστός είναι αναμάρτητος ή τέλειος.
Ας εξετάσουμε σύντομα την διδασκαλία της Καινής Διαθήκης για τον παλαιό άνθρωπο. Για το θέμα του παλιού ανθρώπου ο Απόστολος Παύλος γράφει σε τρεις επιστολές του. Στην προς Ρωμαίους, Κολοσσαείς και Εφεσίους επιστολή.
1. Ρωμαίους
«Τούτο γινώσκοντες ότι ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη»(Ρωμ.6:6) Ο παλιός άνθρωπος δεν θα πρέπει να ερμηνευτεί ως η παλιά μας φύση ή κάποιο τμήμα του πιστού. Εάν ο παλιός άνθρωπος είναι η παλιά μας φύση, η συνέχεια στο σκεπτικό είναι ότι ο πιστός έλαβε μία καινούργια φύση, η οποία αντικατάστησε την παλιά ή προστέθηκε στην παλιά. Ο παλαιός και καινούργιος άνθρωπος, όμως, δεν αναφέρεται πρωταρχικά στην φύση, αλλά στη σχέση του ανθρώπου. Δεν είναι οντολογικός, αλλά διαπροσωπικός. Αναφέρεται στην εν Αδάμ και στην εν Χριστώ σχέση μας. «Αυτό που σταυρώθηκε με τον Χριστό δεν ήταν ένα τμήμα του εαυτού μου το οποίο ονομάζεται η παλαιά μου φύση, αλλά ολόκληρος ο εαυτός μου όπως ήμουν πριν την μεταστροφή μου» (Στοττ). Δεν είναι η Αδαμική αμαρτωλή μας φύση που σταυρώθηκε, αλλά εμείς όπως ήμασταν πριν την μεταστροφή μας στον Χριστό.
Ο παλιός άνθρωπος είναι προτιμότερο να μην μεταφραστεί ούτε ως ο παλιός εαυτός. Ο Αδάμ και ο Χριστός αναφέρονται ως άνθρωποι στο προηγούμενο κεφάλαιο: «Διότι όπως δια μέσω της παρακοής του ενός ανθρώπου, αμαρτωλοί καταστάθηκαν οι πολλοί, έτσι και δια μέσω της υπακοής του ενός (ανθρώπου) δίκαιοι θα κατασταθούν οι πολλοί». Επιπλέον, η λέξη άνθρωπος είναι προτιμότερη από την λέξη «εαυτός», διότι η διδασκαλία για τον καινούργιο άνθρωπο δεν περιορίζεται στο άτομο ή στον εαυτό μας. Ο Χριστός κατήργησε την έχθρα που υπήρχε μεταξύ Ιουδαίων και εθνικών «ἵνα τοὺς δύο κτίσῃ ἐν ἑαυτῷ εἰς ἕνα καινὸν ἄνθρωπον ποιῶν εἰρήνην» ( Εφ.2:15). Ο καινούργιος άνθρωπος διαπιστώνουμε ότι είναι συλλογικός.
Πίσω από την αντίθεση μεταξύ του παλαιού και καινούργιου ανθρώπου, βρίσκεται η αντίθεση μεταξύ του Αδάμ και του Χριστού. Του πρώτου ανθρώπου και του τελευταίου. Όσοι ανήκουν στον Αδάμ, (εν Αδάμ), ζουν ως παλαιός άνθρωπος. Όσοι ανήκουν στον Χριστό, (εν Χριστώ) είναι ο νέος άνθρωπος. Ο παλαιός και καινούργιος άνθρωπος ως όροι, φανερώνουν την σχέση που έχουμε με τους δύο αντιπροσώπους μας που στέκουν ως κεφαλές των δύο αντίθετων αιώνων (εποχών) της λυτρωτικής ιστορίας. Ο μελλοντικός καινούργιος αιώνας άρχισε ήδη, αλλά και ο παλαιός πονηρός αιώνας συνεχίζει να υπάρχει. Έτσι, ζούμε μέσα στην ένταση του «ήδη, αλλά όχι ακόμη». Ο πιστός εν Χριστώ, λοιπόν, είναι ήδη καινούργιος άνθρωπος, αλλά όχι ακόμη πλήρως και ολοκληρωτικά.
Ο παλαιός άνθρωπος, αυτός που ήταν ενωμένος με τον Αδάμ, πέθανε χάρη στην ένωσή μας με τον έσχατο Αδάμ. Αυτό που ήμασταν εν Αδάμ δεν υπάρχει πια, αλλά μέχρι να βρεθούμε στην παρουσία του Θεού, ο πειρασμός να ζήσουμε όπως ο Αδάμ, θα παραμένει.
Το ότι ο παλαιός άνθρωπος δεν υπάρχει πλέον, το συμπεραίνουμε από την διδασκαλία. Ας δούμε τι λέει η επιστολή: «Τούτο γινώσκοντες ότι ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη» (Ρωμ.6:6). Ο παλαιός άνθρωπος σταυρώθηκε μαζί με τον Χριστό. Όπως δηλαδή ο Χριστός πέθανε (σωματικά) με την σταύρωση, έτσι και ο παλιός άνθρωπος έχει πεθάνει (πνευματικά) με την συσταύρωσή του με τον Χριστό. Χρησιμοποιείται ο αόριστος χρόνος: «συνεσταυρώθη». Ο θάνατος του παλιού ανθρώπου δεν είναι μία διαδικασία σε εξέλιξη, αλλά ένα τετελεσμένο γεγονός. «Συνετάφημεν» (6:4), «ει γαρ σύμφυτοι γεγόναμεν τω ομοιώματι του θανάτου αυτού» (6:5), «ει δε απεθάνομεν συν Χριστώ» (8), «ούτω και υμείς λογίζεσθε εαυτούς είναι νεκρούς μεν τη αμαρτία ζώντας δε τω Θεώ» (11).
Το να θεωρούμε ότι ο παλιός άνθρωπος δεν έχει πεθάνει αλλά ζει ακόμη, είναι αντίστοιχο με το να πούμε ότι ο Χριστός δεν έχει πεθάνει, αλλά είναι ακόμη στην διαδικασία του θανάτου. Το λέμε αυτό διότι η επιστολή λέει ότι, «έχουμε γίνει σύμφυτοι ως προς την ομοιότητα του θανάτου του» (Ρωμ.6:5).
Το να θεωρήσουμε ότι ο παλαιός άνθρωπος έχει σταυρωθεί αλλά συνεχίζει και ζει, ή ότι αναστήθηκε ως παλαιός άνθρωπος, είναι έξω από την διδασκαλία της Γραφής για τον σταυρό. Η δική μας ευθύνη είναι: «οὕτω καὶ ὑμεῖς λογίζεσθε ἑαυτοὺς νεκροὺς μὲν εἶναι τῇ ἁμαρτίᾳ, ζῶντας δὲ τῷ Θεῷ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν» (6:11). Καλούμαστε αυτό να λογαριάζουμε, αυτό να θεωρούμε, αυτό να φρονούμε και να σκεπτόμαστε, για τον εαυτό μας. Ότι είμαστε νεκροί για την αμαρτία. Καλούμαστε να λογαριάζουμε για τον εαυτό μας ότι είμαστε νεκροί, όχι για να γίνει πραγματικότητα, αλλά επειδή είναι πραγματικότητα. Τι σημαίνει αυτό; Μήπως το ότι έχουμε γίνει αναμάρτητοι; Η ότι δεν έχουμε καμία σχέση με την αμαρτία; Όχι.
Το αποτέλεσμα της σταύρωσης και θανάτου του παλαιού ανθρώπου, σημαίνει ότι έχουμε πεθάνει ως προς την αμαρτία με μια συγκεκριμένη έννοια. Το αποτέλεσμα είναι ότι, ακριβώς επειδή ο παλιός άνθρωπος πέθανε, ως νέοι εν Χριστώ άνθρωποι δεν είμαστε πλέον κάτω από την κυριαρχία και εξουσία της αμαρτίας. Δεν είμαστε πια υποδουλωμένοι στην αμαρτία, όπως ήταν ο παλαιός άνθρωπος. Αυτό ακριβώς τονίζει όλη η περικοπή της επιστολής μας.
Ο παλαιός άνθρωπος σταυρώθηκε μαζί με τον Χριστό, προκειμένου να μην είμαστε πια δούλοι της αμαρτίας. (6:6). Το πρακτικό αποτέλεσμα είναι ότι πλέον μπορούμε να βιώσουμε μια αλλαγή στη σχέση μας με την αμαρτία και «να μην βασιλεύει λοιπόν η αμαρτία στο θνητό μας σώμα ώστε να υπακούμε σε αυτήν» (6:12). Χαιρόμαστε για τα καλά νέα, ότι η αμαρτία δεν θα μας κυριεύσει (6:14), διότι έχουμε ελευθερωθεί από την αμαρτία.(6: 18)
Δεν βρισκόμαστε κάτω από την κυρίαρχη επιρροή της αμαρτίας. Ναι, όσο ζούμε με τούτο το σώμα, θα έχουμε πειρασμούς και θα παλεύουμε ενάντια στην αμαρτία. Η παρουσία της αμαρτίας θα συνεχίσει να μας ενοχλεί. Η διαφορά, όμως, που μας χαρίζει ο Χριστός είναι ότι, άλλο πράγμα η παρουσία της αμαρτίας και άλλο η κυριαρχία της αμαρτίας. Ως καινούργιοι εν Χριστώ άνθρωποι, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υποκύπτουμε και δουλικά να συνεχίσουμε να υπακούμε στην αμαρτία. Εν Χριστώ είμαστε ελεύθεροι από την εξουσία της αμαρτίας.
Ο καινούργιος άνθρωπος είναι ελεύθερος από την εξουσία, κυριαρχία και βασιλεία της αμαρτίας. Η υποδούλωση στην αμαρτία, ήταν το αποτέλεσμα της αμαρτίας του Αδάμ. Ο παλαιός άνθρωπος δεν μπορεί να μην αμαρτήσει. Η αμαρτία τον έχει υποδουλώσει και τον κατευθύνει σε όλα, ώστε να υπηρετεί εκείνην και όχι το θέλημα του Θεού. Ο πιστός εν Χριστώ είναι ελεύθερος από αυτήν την κυριαρχία, γιατί ο παλιός άνθρωπος σταυρώθηκε και πέθανε οριστικά.
2. Κολοσσαείς
Ήδη ο Απόστολος έκανε την παρακάτω δήλωση και με βάση αυτή αναρωτιέται: «Αφού, λοιπόν, πεθάνατε μαζί με το Χριστό και λυτρωθήκατε από τα στοιχεία του κόσμου, γιατί ζείτε σαν να είστε υποταγμένοι σ’ αυτά;» (2:20). Ο απόστολος περίμενε να έβαζαν σε πρακτική εφαρμογή την ελευθερία που απέκτησαν, καθώς, αφού πνευματικά πέθαναν, δεν βρίσκονταν πλέον κάτω από την εξουσία του προηγούμενου δυνάστη. Επίσης, συνεχίζει λέγοντας: «Αφού, λοιπόν, συναναστηθήκατε μαζί με τον Χριστό, να ζητάτε τα άνω, όπου είναι ο Χριστός καθισμένος στα δεξιά τού Θεού. Να φρονείτε τα άνω, όχι αυτά που είναι επάνω στη γη. Επειδή, πεθάνατε, και η ζωή σας είναι κρυμμένη μαζί με τον Χριστό μέσα στον Θεό.» (3:1-3). Η αιτιολογική βάση για την προτροπή να φρονούν τα άνω, είναι το γεγονός ότι έχουν πεθάνει και αναστηθεί μαζί με τον Χριστό.
Όπως στην προς Ρωμαίους οι πιστοί κλήθηκαν «δια τού Πνεύματος, να θανατώνετε τις πράξεις τού σώματος» (Ρωμ.8:13), έτσι κι εδώ στην προς Κολοσσαείς οι πιστοί καλούνται «Nεκρώστε, λοιπόν, τα μέλη σας τα επί της γης, (δεν αναφέρεται κυριολεκτικά στα μέλη του σώματος μας αλλά στα αμαρτωλά πάθη τα οποία αναφέρει στην συνέχεια και τα οποία κατοικούν μέσα μας και εκφράζονται δια των μελών του σώματος μας ). Πορνεία, ακαθαρσία, πάθος, κακή επιθυμία, και την πλεονεξία, που είναι ειδωλολατρία·» (Κολ. 3:5). Ως πιστοί δεν καλούμαστε να νεκρώσουμε τον παλαιό άνθρωπο, γιατί αυτός ήδη πέθανε!
Η ίδια αρχή συνεχίζεται με πρακτικές εφαρμογές αποφυγής της αμαρτίας και με την ίδια αιτιολόγηση. Η προτροπή είναι:
«Μη ψεύδεσθε εις αλλήλους» και η διπλή αιτιολόγηση: «απεκδυσάμενοι τον παλαιόν άνθρωπον συν ταις πράξεσιν αυτού και ενδυσάμενοι τον νέον τον ανακαινούμενον εις επίγνωσιν κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν» (Κολ.3:9-10).
Τα «απεκδυσάμενοι» και «ενδυσάμενοι», είναι μετοχές αορίστου και θα μπορούσαν να έχουν την προστακτική έννοια (π.χ.Ρωμ.6:9). Όμως, προτιμότερο είναι ότι δηλώνουν αιτία, δηλαδή επεξηγούν (προσδιορίζουν) το ρήμα «μη ψεύδεσθε». Αυτό σημαίνει ότι οι πιστοί δεν καλούνται να ξεντυθούν τον παλιό άνθρωπο και να ντυθούν τον καινούργιο. Ο Απόστολος προτρέπει τους πιστούς να μη λένε ψέματα, διότι έχουν ήδη ξεντυθεί οριστικά τον παλιό άνθρωπο και ντυθεί τον καινούργιο. Οι αμαρτίες είναι χαρακτηριστικό του παλιού ανθρώπου τον οποίο οι πιστοί «ξεντυθήκαν», πέταξαν από πάνω τους «συν ταις πράξεσιν αυτού» και ντύθηκαν τον νέο. Καλούνται να μην λένε ψέματα, διότι οι αμαρτίες είναι χαρακτηριστικό του παλαιού ανθρώπου, τον οποίο οι πιστοί ξεντύθηκαν και ντύθηκαν τον καινούργιο.
Αν λοιπόν θεωρούμε πως ο πιστός είναι καινούργιος άνθρωπος, ενώ και ο παλιός άνθρωπος συνεχίζει ταυτόχρονα να υπάρχει, τότε αυτό παραμορφώνει την διδασκαλία του αποστόλου. Αυτό θα σήμαινε πως ο πιστός δεν ξεντύθηκε τον παλαιό άνθρωπο, αλλά απλώς ότι ντύθηκε τον νέο άνθρωπο πάνω από τον παλιό και ότι κατά βάθος ο παλιός άνθρωπος συνεχίζει να ζει. Άρα, θα συμπεραίναμε ότι ο πιστός είναι ντυμένος με τα ρούχα και των δύο ανθρώπων! Ο απόστολος όμως λέει ότι, ο πιστός έχει απεκδυθεί τον παλιό άνθρωπο και ντύθηκε τον καινούργιο.
Ο νέος άνθρωπος είναι εκείνος που ανακαινίζεται, ανανεώνεται. Αυτό σημαίνει ότι ως νέος άνθρωπος ο πιστός, δεν είναι τέλειος διότι καλείται να ανακαινίζεται σύμφωνα με την εικόνα εκείνου που τον έκτισε. Ο πιστός, ως νέος άνθρωπος, καλείται να ανακαινίζει τον νου του (Ρωμ.12:2), να αυξάνεται και από νήπιο να γίνει πνευματικά ώριμος. Πιο πρακτικά αυτό σημαίνει ότι, όταν αμαρτήσουμε, δεν αμαρτάνει ο παλιός άνθρωπος, αλλά ο καινούργιος. Ο αναγεννημένος άνθρωπος ενώ ήδη εν Χριστώ είναι καινούργιος άνθρωπος, δεν είναι ακόμη ολοκληρωμένος, αλλά συνεχίζει να πειράζεται, να αστοχεί και να πέφτει.
Στην Ομολογία Πίστεως του Γουέστμινστερ για την ανθρώπινη ελευθερία διαβάζουμε: «Όταν ο Θεός μεταστρέφει κάποιον αμαρτωλό και τον φέρνει μέσα στην κατάσταση της χάρης, τον ελευθερώνει από την φυσική του υποδούλωση στην αμαρτία και με την χάρη Του και μόνο τον ικανώνει να θέλει και να πράττει εκείνο που είναι πνευματικά αγαθό. Παρόλα αυτά, η φθορά παραμένει, έτσι ώστε να μη θέλει τέλεια και συνεχώς το αγαθό, αλλά να θέλει και το κακό» (9:4).
Ο πιστός είναι καινούργιος άνθρωπος, αλλά όχι ακόμη πλήρως. Όταν λοιπόν αμαρτήσουμε, δεν αμαρτάνει ο παλιός άνθρωπος, ενώ καλείται ο νέος άνθρωπος να εξομολογηθεί για τις αμαρτίες του παλιού. Ο πιστός δεν είναι πολλά πρόσωπα, αλλά ένα! Ο πιστός δεν είναι πολλοί άνθρωποι, αλλά ένας. Ο πιστός ως νέος άνθρωπος καλείται να τελειοποιείται και να γίνεται άγιος σε κάθε τομέα.
3. Εφεσίους
Τώρα ερχόμαστε στην Εφεσίους επιστολή 4:17-25. Η περικοπή είναι μια πρακτική προτροπή. Αρχίζει λέγοντας: «Τούτο σας λέω και το τονίζω, στο όνομα του Κυρίου: να μη ζείτε πια όπως ζουν οι ειδωλολάτρες, που ακολουθούν τους μάταιους διαλογισμούς τους» (4:17). Στη συνέχεια αναφέρει τα αρνητικά χαρακτηριστικά που έχουν οι ειδωλολάτρες: «Είναι αναίσθητοι, ασελγούν αδιάντροπα, και εκτελούν χωρίς φραγμό βρώμικες πράξεις» (4:19) και προχωρά λέγοντας γιατί ως Χριστιανοί καλούμαστε να διαφέρουμε από εκείνους:
«Εσείς, αντίθετα, δεν διδαχθήκατε έναν τέτοιο Χριστό, αφού ασφαλώς ακούσατε γι’ αυτόν και διδαχθήκατε αυτό που είναι η χριστιανική αλήθεια: Να πετάξετε από πάνω σας τον παλιό άνθρωπο, που σας συνδέει με την προηγούμενη ζωή σας και που φθείρεται με τις απατηλές επιθυμίες του. Να ανανεωθείτε σ’ όλο το πνευματικό σας βάθος. Να ντυθείτε τον καινούριο άνθρωπο, που ο Θεός κατά το σχέδιό του τον έχει πλάσει για να ζει με δικαιοσύνη και αγιότητα που προέρχονται από την αλήθεια». Εφεσίους 4:20-24.
Ίσως κάποιος ισχυριστεί ότι ο παλαιός άνθρωπος σίγουρα συνεχίζει να υπάρχει στον πιστό, διότι εδώ φαίνεται καθαρά ότι έχουμε μια προτροπή προς τους πιστούς που λέει: «Να αποβάλετε το παλιό άνθρωπο … και να ντυθείτε τον καινούργιο».
Αυτό ακούγεται κάπως αντιφατικό, διότι μέχρι τώρα ακούσαμε ότι ο παλιός άνθρωπος σταυρώθηκε (Ρωμαίους) και ότι οι πιστοί ξεντύθηκαν τον παλιό άνθρωπο και ντύθηκαν τον καινούργιο (Κολοσσαείς). Τώρα διαβάζουμε να πετάξουν τον παλιό άνθρωπο. Η ερώτηση που προκύπτει είναι: δεν είχαν αποβάλει τον παλιό άνθρωπο; Δεν είχαν ντυθεί ήδη τον καινούργιο; Εάν ο πιστός καλείται να πετάξει τον παλιό άνθρωπο και να ντυθεί τον καινούργιο, τότε τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι ο πιστός είναι ο καινούργιος άνθρωπος που καλείται να πετάξει τον παλιό; Ή μήπως σημαίνει ότι ο πιστός είναι ακόμη παλιός άνθρωπος, διότι καλείται να ντυθεί τον καινούργιο; Ή μήπως ο πιστός είναι ο καινούργιος, που όμως συνυπάρχει με τον παλιό; Πόσοι τέλος πάντων άνθρωποι είναι ο Χριστιανός;
Θα επιχειρήσουμε να δώσουμε κάποιες ερμηνευτικές απαντήσεις. Ο απόστολος υπενθυμίζει στους πιστούς αυτό που έμαθαν και διδάχθηκαν, όταν άκουσαν και πίστεψαν στο μήνυμα του ευαγγελίου. Ήταν τότε που άκουσαν ότι πρέπει να πετάξουν τον παλαιό άνθρωπο και να φορέσουν τον καινούργιο. Έτσι τα λόγια «αποβάλετε» και «ντυθείτε» δεν είναι νέες εντολές που δίδονται στους πιστούς της Εφέσου τώρα που λαμβάνουν την επιστολή, αλλά παλιές. Είναι η περιγραφή για το μήνυμα που οι Εφέσιοι διδάχθηκαν, όταν αρχικά άκουσαν το ευαγγέλιο, και που τώρα τους το υπενθυμίζει. Διδάχθηκαν ότι, για να γίνουν Χριστιανοί, θα έπρεπε να συμβεί μια οριστική ρήξη με το παρελθόν. Θα έπρεπε να απορρίψουν τον παλιό άνθρωπο και να ντυθούν τον καινούργιο. Είχαν διδαχθεί, λοιπόν, ότι το να γίνουν Χριστιανοί περιλαμβάνει την μετάνοια και μεταστροφή τους με την αποποίηση του παλιού ανθρώπου και την αναδημιουργία ενός καινούργιου ανθρώπου. Μας θυμίζει το μήνυμα του Χριστού προς τον Νικόδημο: «πρέπει να γεννηθείτε άνωθεν» (Ιωαν.3:7).
Άλλωστε το «απόθεσθαι» υμάς … τον παλαιόν άνθρωπον … και το «ενδύσασθαι» τον καινόν άνθρωπον, είναι απαρέμφατα στον αόριστο χρόνο και εκφράζουν μάλλον οριστικά τετελεσμένα γεγονότα παρά ενέργειες που βρίσκονται σε διαδικασία και εξέλιξη. Είναι μόνο το απαρέμφατο «ἀνανεοῦσθαι» δὲ τῷ πνεύματι τοῦ νοὸς ὑμῶν» (4:23) το οποίο βρίσκεται σε χρόνο ενεστώτα και έχει συνεχιζόμενη σημασία.
Ο παλαιός άνθρωπος αναφέρεται εδώ ότι ενεργούσε στο παρελθόν, στην «προτέραν» συμπεριφορά που είχαν πριν πιστέψουν στον Χριστό. Ήταν στο παρελθόν που ο παλαιός άνθρωπος φθειρόταν σύμφωνα με τις απατηλές επιθυμίες του και όχι στο παρόν.
Έτσι για τους παρακάτω λόγους πιστεύουμε ότι ούτε η προς Εφεσίους επιστολή διδάσκει ότι ο παλιός άνθρωπος συνεχίζει να υπάρχει. Οι λόγοι είναι οι εξής:
1. Τα απαρέμφατα που παρουσιάζονται ως προστακτικές δεν αναφέρονται σε πράξεις του σήμερα σχετικά με τον παλαιό και νέο άνθρωπο, αλλά αναφέρονται σε πράξεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί στο παρελθόν, όπως βεβαιώνει και το αμέσως επόμενο εδάφιο, το 4:25, όπου διαβάζουμε ότι οι πιστοί έχουν ήδη αποβάλει τον παλαιό άνθρωπο με τις πράξεις του: «διο αποθέμενοι το ψεύδος λαλείτε αλήθειαν…». (Εφ.4:25). Κάθε φορά που αναφέρεται το «διο» στην Εφεσίους, βασίζεται πάνω στο τι διδάχθηκαν και όχι πάνω σε μία εντολή (2:11, 3:13, 4:8, 5:14). Τα απαρέμφατα που παρουσιάζονται ως προστακτικές, λοιπόν, ερμηνεύονται ως ρήματα οριστικής έγκλισης (πράξεις που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί) και όχι ως ρήματα προστακτικής (πράξεις που καλούμαστε να κάνουμε από εδώ και στο εξής).
2. Τα χαρακτηριστικά του παλιού ανθρώπου περιγράφονται με πολύ μελανά χρώματα για να μπορούν να είναι χαρακτηριστικά του πιστού. Θα ήταν πολύ παράξενος ο χαρακτηρισμός για τους πιστούς.
3. Η παράλληλη περικοπή Κολ. 3:9-10, συμφωνεί ότι η απόρριψη του παλιού και το ντύσιμο του καινούργιου ανθρώπου έχουν ήδη γίνει (μετοχές αορίστου, παθητική).
4. Η συμπεριφορά του παλαιού ανθρώπου έρχεται σε πλήρη αντίθεση με αυτή του καινούργιου. Η αντίθεση αυτή αναγνωρίζεται από τον απόστολο με τα λόγια: «Υμείς δε ουχ ούτως εμάθατε τον Χριστόν». Έτσι, είναι δύσκολο να δεχθούμε ότι ο απ. Παύλος θα έβλεπε τον πιστό ακόμη ως καινούργιο και παλιό άνθρωπο.
Ο αόριστος χρόνος δηλώνει την μια για πάντα, οριστική και ολοκληρωμένη δράση. Επίσης, οι όροι «πετάξτε» και «ντυθείτε», εκφράζουν τετελεσμένα γεγονότα και όχι προοδευτικές ενέργειες και διαδικασία.
Ο παλιός κατακυριευόταν από επιθυμίες και αχαλίνωτα πάθη. Ο καινούργιος κτίστηκε με δικαιοσύνη και αγιότητα. Οι επιθυμίες του παλιού είναι απατηλές, η δικαιοσύνη του καινούργιου αληθινή. Ο παλιός βρίσκεται σε αντίθεση με τον νέο!
Πιο πρακτικά, ο παλαιός άνθρωπος είναι ο μη αναγεννημένος. Ο νέος άνθρωπος είναι ο αναγεννημένος. Εάν ο παλαιός άνθρωπος συνυπάρχει με τον καινούργιο άνθρωπο, τότε ο πιστός θα ήταν ταυτόχρονα αναγεννημένος και μη αναγεννημένος άνθρωπος.
Συμπέρασμα: ο πιστός εν Χριστώ είναι νέα κτίση. Ο παλιός άνθρωπος, ο υποδουλωμένος στην αμαρτία, έχει πεθάνει. Ο πιστός έχει αναγεννηθεί και είναι ένας καινούργιος άνθρωπος. Μπορεί να αποφύγει την αμαρτία και να νικήσει τους πειρασμούς. Καλείται όμως να είναι προσεκτικός για να μην αμαρτήσει, να είναι προσευχόμενος για να αντιμετωπίσει τον πειρασμό, να αυξάνεται για να μην παραμένει νήπιος και να μεταμορφώνεται και να τελειοποιείται σύμφωνα με την εικόνα του πλαστή Του!