Το ανθρώπινο πεπρωμένο έχει υπαρξιακή και οντολογική τελεολογία. Το ότι υπάρχουμε και το πώς υπάρχουμε έχουν και τα δύο κάποιον τελικό στόχο. Αλλά υπάρχουν μόνο δύο εναλλακτικές, μετά από μία τροχιά που από κάποιο σημείο και έπειτα χωρίζεται στα δύο, χωρίς τα μονοπάτια που προκύπτουν να μπορούν να ενωθούν ξανά. Ο διαχωρισμός, το «διαζύγιο» είναι απόλυτο. Καταλήγεις είτε στον παράδεισο, όπου ζεις σύμφωνα με τις αξίες που τον χαρακτηρίζουν, είτε στην κόλαση, όπου ισχύει κάτι αντίστοιχο. Και μεταξύ των δύο δεν υπάρχει κάτι κοινό, αξιολογικά αλλά και οντολογικά. Γιατί αυτά τα δύο δεν μπορούν ποτέ να έρθουν σε σύνθεση προς ανάδυση μίας νέας πραγματικότητας. Είναι πάντα εχθροί, αλλά όχι ισότιμοι: διότι όπως ισχύει με τον Θεό και τον Σατανά, δεν έχουμε να κάνουμε με μία αμφίρροπη μάχη μεταξύ δύο ίσων σε ισχύ αρχών, αλλά σε μία μάχη μεταξύ του απόλυτου Είναι και του σχεδόν τίποτα. Ο παράδεισος και η κόλαση δεν είναι απλώς και μόνο δύο εναλλακτικές, οι οποίες ίσως και να μπορούν να «παντρευτούν» με κάποιον τρόπο, ή οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Δεν υπάρχει τίποτα κοινό μεταξύ τους, από οντολογικής και αξιολογικής σκοπιάς. Και ο άνθρωπος θα πρέπει να διαλέξει, να κάνει μία επιλογή – το κριτήριο που ορίζει την τροχιά που αναφέραμε παραπάνω – με άπειρο βάρος: θα επιλέξει τον παράδεισο μέσα από την πίστη στον Χριστό και όσα αυτή περιλαμβάνει ή θα επιλέξει τον εαυτό του με όσα – και πάλι – αυτό περιλαμβάνει; Αυτή θα μπορούσε να είναι μία περίληψη του Μεγάλου Διαζυγίου, αλλά προς το παρόν μία περίληψη δεν είναι αρκετή. Και ο C. S. Lewis μας προσφέρει ένα αρκετά ενδιαφέρον (κι επικίνδυνο) ταξίδι για να αρκεστούμε σε μία περίληψη.
Η στοχαστική δεινότητα του Lewis και η κοσμοπλαστική του ικανότητα είναι αδιαμφισβήτητες, όπως είναι και ο πλατωνίζων Χριστιανισμός του, ο οποίος σε συνδυασμό με τα παραπάνω στοιχεία εισάγει τον αναγνώστη σε εναλλακτικούς αληθοφανείς κόσμους που έχουν ως στόχο τη μεταμόρφωσή του. Κι αν η θέαση – ή, καλύτερα, το βίωμα – αυτών των κόσμων μάς οδηγούν στο να ανακαλύψουμε εκ νέου τον δικό μας, η διαδικασία δεν είναι πάντα εύκολη. Όχι απαραίτητα επειδή ο Lewis μερικές φορές δίνει την εντύπωση ότι κοιτάζει περισσότερο τον Πλάτωνα απ’ ό,τι τις ιερές Γραφές – αυτή η ματιά μπορεί κάλλιστα να είναι αναζωογονητική κάτω από προϋποθέσεις – αλλά επειδή σού δίνει την εντύπωση ότι πάντα κάτι έχεις παραβλέψει, πάντα υπάρχει ένας γρίφος μπροστά στα μάτια σου που δεν κατάφερες να διακρίνεις, πόσο μάλλον να λύσεις. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με το Μεγάλο Διαζύγιο, και τα όσα ακολουθούν αποτελούν γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο μία άποψη και μόνο. Διότι ο υπογράφων δεν μπορεί να αποδιώξει την εντύπωση ότι κάτι τού έχει διαφύγει. Η αφήγηση που μάς προσφέρει το βιβλίο είναι από μόνη της ένας γρίφος που ο Lewis θέλει να λύσουμε, χωρίς όμως να μάς αφήνει αβοήθητους στη σύγχυσή μας. Το πρόβλημα εντοπίζεται στο αν επιλέξαμε τα σωστά στοιχεία, αφ’ ενός, και αφ’ ετέρου αν η ερμηνεία μας είναι η σωστή.
Η ιστορία αφορά στο πέρασμα ενός λεωφορείου από μία γκρίζα πόλη που εκτείνεται για αμέτρητα χιλιόμετρα προς κάθε κατεύθυνση προς τον παράδεισο. Οι κάτοικοι, οι οποίοι ζουν σε ένα μόνιμο ημίφως το οποίο δεν είναι σαφές για τους ίδιους αν προοιωνίζει μια βαθιά νύχτα ή την ανατολή του ήλιου, έχουν ένα κοινό γνώρισμα: είναι απορροφημένοι από τον εαυτό τους. Κι αυτός είναι ο λόγος που ευθύνεται για την έκταση της πόλης: δεν αντέχουν ο ένας τον άλλο και γι’ αυτό διαρκώς αλλάζουν κατοικία ώστε να είναι μόνοι τους. Παρόλα αυτά, μερικοί αποφασίζουν να επιβιβαστούν στο λεωφορείο – μεταξύ των οποίων και ο ανώνυμος πρωταγωνιστής της ιστορίας, και τελικά να επισκεφθούν τον παράδεισο, αν, εν τω μεταξύ, δεν μαλώσουν μεταξύ τους κι εγκαταλείψουν τελικά το εγχείρημα οργισμένοι. Ο παράδεισος, σε αντίθεση με τη γκρίζα, μουντή πόλη είναι πλημμυρισμένος από φως. Εκεί η ύλη είναι συμπαγής, σε αντίθεση με την ισχνή κι εύθρυπτη – που αγγίζει την ανυπαρξία – ύλη της πόλης, όπως συμπαγή και λαμπρά είναι τα σώματα όσων συναντούν τους επισκέπτες, οι οποίοι είναι σχεδόν αδιόρατοι – μάς παρουσιάζονται και περιγράφονται ως φαντάσματα. Καθώς ο ανώνυμος πρωταγωνιστής – ας τον ονομάσουμε Α – ξεναγείται στο ουράνιο βασίλειο με τη βοήθεια του δικού του «Βιργίλιου», του σκωτσέζου συγγραφέα και θεολόγου George McDonald, παρατηρεί τον τρόπο με τον οποίο οι συμπαγείς άνθρωποι ή οι άγγελοι προσπαθούν να πείσουν τα φαντάσματα-επισκέπτες να επιλέξουν τον παράδεισο αντί για την πόλη τους – μόνο ένας μέσα στο βιβλίο τελικά επιλέγει να μείνει – όπως παρατηρεί και τους τρόπους με τους οποίους τα περισσότερα φαντάσματα απορρίπτουν την πρόσκληση. Και μέσα σε όλα αυτά έρχεται αντιμέτωπος με μία αλήθεια: ενώ η ταυτότητα του παραδείσου ή του ουρανού είναι αδιαμφισβήτητη, η ταυτότητα της γκρίζας πόλης εξαρτάται από την επιλογή των κατοίκων της: αν επιλέξουν τελικά τον παράδεισο και τις αξίες που βασιλεύουν εκεί, τότε η πόλη ήταν γι’ αυτούς το καθαρτήριο. Αν επιλέξουν τελικά την πόλη με τις δικές της αξίες, τότε η πόλη είναι γι’ αυτούς η κόλαση. Αν ο Α μάς μιλά με τη φωνή του Lewis, και όντως φαίνεται να το κάνει, τότε η δογματική του ορθότητα τίθεται υπό αμφισβήτηση. Οι Γραφές δεν μιλούν για καθαρτήριο, και είναι αμφίβολο το κατά πόσο μετά θάνατον μπορεί για όλους να υπάρξει επιλογή του παραδείσου αντί της κόλασης. Σωστά;
Ο ίδιος ο Lewis στον πρόλογό του μάς λέει: «Λάθος!» Και μας προειδοποιεί:
Εκλιπαρώ τους αναγνώστες να θυμούνται διαρκώς ότι πρόκειται για φανταστική λογοτεχνία. Προφανώς και υπάρχει ηθικό δίδαγμα – αυτός είναι ο στόχος μου. Αλλά οι συνθήκες που βρίσκονται εκτός του πεδίου των θνητών είναι απλώς εικασίες που ξεπηδούν απ’ τη φαντασία: δεν πρόκειται καν για υποθέσεις ή σενάρια για το τι είναι αυτό που μάς περιμένει. Το τελευταίο που επιθυμώ είναι να διεγείρω την περιέργεια για το ποια είναι πραγματικά τα γνωρίσματα του κόσμου στη μετά θάνατον ζωή.[1]
Αυτή είναι η πρώτη πρόκληση – ή το πρώτο στοιχείο – που αντιμετωπίζει κάποιος όταν προσπαθεί να αποκρυπτογραφήσει το κείμενο ώστε να εντοπίσει το «ηθικό δίδαγμα» που έκρυψε μέσα σε αυτό ο Lewis. Αλλά οι εγγενείς δυσκολίες είναι – αλίμονο – ακόμη περισσότερες. Για παράδειγμα, ο Lewis ταυτίζεται με τον Α ή τον McDonald; Ή και με τους δύο; Αν ναι, σε ποιο ποσοστό; Και αν όχι, για ποιον λόγο επέλεξε αυτούς τους χαρακτήρες για να εκφράσει ιδέες την ορθότητα των οποίων δεν υποστηρίζει; Έχει σημασία το γεγονός πως όσα διαδραματίζονται λαμβάνουν χώρα σε ένα όνειρο; Θεωρώ ότι η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα κρύβεται στην αγαπημένη δανέζικη συνταγή της «έμμεσης επικοινωνίας», σύμφωνα με την οποία ο συγγραφέας δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τους χαρακτήρες που δημιουργεί, ώστε να οδηγήσει τον αναγνώστη σε μεγαλύτερη απορία και διανοητική ένταση και τελικά αξιολόγηση της δικής του/της πνευματικής και υπαρξιακής κατάστασης, κάτι που ο ίδιος ο Lewis φαίνεται να υπονοεί στο παραπάνω απόσπασμα. Μπορεί να φαίνεται σαν μία ανειλικρινής ή ανήθικη τακτική – θα προτιμούσαμε σαφείς δογματικές τοποθετήσεις – αλλά ας μην ξεχνούμε ότι ο Lewis μας έχει εισαγάγει σε έναν κόσμο για να τον εξερευνήσουμε. Και αυτό δεν γίνεται με άρθρα ομολογιών πίστης, αν και η μοναδικότητα του Χριστού ως σωτήρα όχι μόνο υπονοείται αλλά διατυπώνεται εμφανώς.[2] Για τους σκοπούς του κειμένου, ας τον πιστέψουμε κι ας τον εμπιστευθούμε.
Επιστρέφοντας στα δογματικής φύσης ζητήματα, όσον αφορά τη μετά θάνατον ζωή, φαίνεται ότι και ο ίδιος ο Lewis περίμενε τις οποιεσδήποτε ενστάσεις επάνω στην περιγραφή του επέκεινα, γι’ αυτό, όταν ο Α εκφράζει τις ίδιες απορίες στον McDonald, η απάντηση -φιλοσοφική ακροβασία που λαμβάνει είναι η εξής:
Γιε μου, είπε, δεν μπορείς στην παρούσα κατάσταση να κατανοήσεις την αιωνιότητα… Μην αναλώνεσαι σε τέτοιες ερωτήσεις. Δεν μπορείς να κατανοήσεις πλήρως τη σχέση μεταξύ επιλογής και Χρόνου, έως ότου βρεθείς πέρα και απ’ τα δύο. Και δεν βρέθηκες εδώ για να μελετήσεις τέτοιους γρίφους. Αυτό που σε απασχολεί είναι η φύση της ίδιας της επιλογής: και αυτή η επιλογή είναι που θα τους παρακολουθήσεις να κάνουν.[3]
Σε αυτό το σημείο είναι που ο George Mc Donald μάς προσφέρει και τον σκοπό της ιστορίας: η διερεύνηση της επιλογής με όλες της τις υπαρξιακές, οντολογικές και πνευματικές πτυχές. Η έμμεση επικοινωνία του Lewis δεν έχει ως στόχο την αντικατάσταση των βιβλικών δογμάτων, αλλά τη συμμετοχή του αναγνώστη στο πάθος του Α, καθώς αυτός έρχεται αντιμέτωπος με το άπειρο βάρος της επιλογής που καλούνται να κάνουν οι χαρακτήρες τους οποίους παρατηρεί (οι οποίοι μας μοιάζουν ανησυχητικά πολύ), μιας επιλογής που ορίζει αιώνια πεπρωμένα. Αν όμως η επιλογή είναι επιλογή μεταξύ δύο ασύμβατων πραγμάτων ή καταστάσεων, ένα σαφές και αδιαμφισβήτητο είτε/είτε, τότε ποια είναι αυτά;
Η εύκολη και σύντομη απάντηση είναι η εξής: επιλέγω μεταξύ του εαυτού μου και του Θεού. Η πιο δύσπεπτη απάντηση είναι πάλι αυτή: επιλέγω μεταξύ του εαυτού μου όπως είναι και του εαυτού μου όπως πλάστηκε να είναι, δηλαδή, σύμφωνα με τον Lewis – McDonald, πρόσωπο.[4]
Και αυτό το πρόσωπο γίνεται τέτοιο ακριβώς επειδή πεθαίνει ως προς τις επιθυμίες του και την εξυπηρέτηση του εγώ, και ζει πλέον για τη δόξα του Θεού, την απόλαυση της χαράς που συνοδεύει τη θέαση του Θεού και την υπηρεσία του άλλου. Αν υπάρχει μια προτροπή που επαναλαμβάνεται διαρκώς – αν και με διαφορετική διατύπωση κάθε φορά – μέσα στο βιβλίο είναι αυτή: Φίλε…μπορείς για μία μόνο στιγμή να εστιάσεις σε κάτι άλλο πέρα από τον εαυτό σου;[5] Υπάρχουν διάφοροι τρόποι με τους οποίους ο Lewis επικοινωνεί αυτή την προτροπή: η γκρίζα πόλη κατοικείται από ανθρώπους στα όρια της ανυπαρξίας, των οποίων σημείο αναφοράς είναι ο εαυτός τους. Μπροστά από τα μάτια του Α στον παράδεισο παρελαύνουν διάφορες μορφές, των οποίων η φιλαυτία αναδύεται μέσα από τις προκλήσεις/προσκλήσεις που τους θέτουν οι συμπαγείς άνθρωποι (αυτοί που θα αποκαλούσαμε «σωσμένους») ή οι άγγελοι, μορφές οι οποίες – δυστυχώς – αποκαλύπτουν κάτι από εμάς τους ίδιους.
Έτσι, μπορούμε κι εμείς να παρατηρήσουμε μαζί με τον Α τη «στοργική» μητέρα, η οποία είχε εμμονή με τον γιο της, κάτι που την κατέστησε ανίκανη να αντιληφθεί την πηγή της πραγματικής αγάπης, μπροστά στην οποία η δική της κτητική αγάπη αναδύεται ως ελάττωμα. Μπορούμε να ανοίξουμε διάλογο με τη σύζυγο που παρουσιάζει τον εαυτό της ως μάρτυρα, καθώς «αγάπησε» τον άντρα της με τρόπο που δεν έγινε για το δικό του καλό, αλλά για την ικανοποίηση των δικών της ναρκισσιστικών και χειριστικών τάσεων. Ίσως δούμε τον εαυτό μας στον κυνικό άντρα που βλέπει θεωρίες συνωμοσίας πίσω απ’ οτιδήποτε, επικαλούμενος τους «άλλους» ώστε να αποφύγει να κάνει μια επιλογή με υπαρξιακό βάρος. Ίσως ταυτιστούμε με τη γκρινιάρα κυρία, η οποία πλέον έχει χάσει τον εαυτό της – ή ό,τι υπήρχε κάποτε τέλος πάντων – κι έχει γίνει η ίδια γκρίνια, μια γκρίνια η οποία συνεχίζει ως μηχανή εις το διηνεκές. Όλοι αυτοί αρνούνται την πρόσκληση να παραμείνουν στον παράδεισο, διότι για να μείνει κάποιος στη χώρα του Θεού πρέπει να πεθάνει: «Τίποτα, ακόμη και το καλύτερο ή πιο ευγενές πράγμα, δεν μπορεί να συνεχίσει όπως είναι τώρα. Τίποτα, ακόμη και το πιο ασήμαντο και πιο ζωώδες δεν θα αναστηθεί αν δεν υποταχθεί στον θάνατο.»[6] Αυτή είναι η επιλογή: ή επιμένεις στον εαυτό σου ή πεθαίνεις για να γίνεις αυτό που πλάστηκες να είσαι. Σε τελική ανάλυση «υπάρχουν μόνο δύο είδη ανθρώπων: αυτοί που λένε στον Θεό «γενηθήτω το θέλημά σου» και αυτοί στους οποίους ο Θεός λέει «γενηθήτω το θέλημά σου». Οι πρώτοι υπάρχουν. Οι δεύτεροι είναι σχεδόν τίποτα. Και έτσι είναι που αποκτούμε άφθονο υλικό για να αξιολογήσουμε τον εαυτό μας. Διότι όλοι αυτοί οι χαρακτήρες έχουν κάτι κοινό, πέρα από την προσήλωση στον εαυτό τους: μάς μοιάζουν.
Η ομορφιά της αφήγησης του Lewis και οι τακτικές που μεταχειρίζεται για να μάς παρασύρει στο υπαρξιακό δράμα των χαρακτήρων του βιβλίου δεν μπορούν να εξαντληθούν σε μερικές σελίδες. Πολλά ακόμη μπορούμε να σχολιάσουμε, όπως για παράδειγμα το ότι η «κόλαση» χωρά σε μια μικρή ρωγμή στο χώμα του παραδείσου, κάτι που είναι ο τρόπος του Lewis να μάς πει ότι δεν υπάρχει σύγκριση μεταξύ των δύο ή ότι ο Θεός είναι η πραγματική πραγματικότητα και οτιδήποτε άλλο είναι σχεδόν τίποτα, ουσιαστικά ανύπαρκτο. Παραβλέποντας όμως αυτές τις (όμορφες αλλά και επικίνδυνες) πλατωνίζουσες πτυχές, ας θυμηθούμε – αν έχουμε αντιληφθεί κι ερμηνεύσει σωστά τα στοιχεία που μάς προσφέρει ο Lewis – ότι ολόκληρο το βιβλίο δεν είναι πρωτίστως μια οντολογική σύγκριση μεταξύ Θεού κι εαυτού, αλλά μια αφηγηματική παρουσίαση του αιωνίου βάρος της επιλογής: είτε θα επιλέξεις τον εαυτό σου όπως είναι είτε τον εαυτό σου όπως θα έπρεπε να είναι, δηλαδή νεκρός ως προς τις ροπές του, ζωντανός εν Χριστώ, απολαμβάνοντας την αγάπη και τη δόξα του Θεού. Η σύνδεση της επιλογής με την οντολογία είναι θαυμάσια, όπως θαυμάσια είναι και η παρουσίαση των συνεπειών του homo incurvatus in se, ή, με τη γλώσσα του Lewis, του γεγονότος ότι «μια καταραμένη ψυχή είναι σχεδόν τίποτα – είναι συρρικνωμένη, κλεισμένη ερμητικά στον εαυτό της».[7] Η διέξοδος ποια είναι; Μα φυσικά ο Θεός που προσφέρει τον Eαυτό Tου για εσένα και σου ζητά να επιλέξεις τον θάνατο για να βρεις τη ζωή. Ο Θεός της εκτυφλωτικής λαμπρότητας και τρομακτικής αγιότητας.
«Ξυπνήστε, κοιμώμενοι! Έρχεται, έρχεται, έρχεται.» Με μια τρομακτική ματιά πάνω από τον ώμο μου τόλμησα να κοιτάξω – όχι αρκετά για να δω (ή μήπως είδα;) το χείλος της ανατολής που σκοτώνει τον Χρόνο με χρυσά βέλη και τρέπει σε φυγή κάθε φάντασμα. Ουρλιάζοντας, έκρυψα το πρόσωπό μου στις πτυχές του ιματίου του Δασκάλου μου. «Το πρωί! Το πρωί!» φώναξα. «Με έπιασε το πρωί και είμαι φάντασμα.”[8]
Και οι συμπαγείς άνθρωποι, όχι τα φαντάσματα, είναι που αντέχουν το εκτυφλωτικό φως της λαμπρότητας του Θεού.
- C. S. Lewis, The Great Divorce (New York: Harper Collins, 2012), x. H μετάφραση των αποσπασμάτων είναι του υπογράφοντος.
- Ibid. 74
- Ibid. 69, 71
- Ibid. 84
- Ibid. 62
- Ibid. 114
- Ibid. 139
- Ibid. 145



