«Ουδείς δύναται να έλθει προς εμέ, εάν δεν ελκύσει αυτόν ο Πατήρ ο πέμψας με» (Ιωά.6:44). «Ψυχικός δε άνθρωπος ου δέχεται τα του Πνεύματος του Θεού· μωρία γαρ αυτώ εστί, και ου δύναται γνώναι, ότι πνευματικώς ανακρίνεται» (1 Κορ. 2:14).
Η σωτηρία είναι έργο του Χριστού, επειδή το έργο της σωτηρίας εκτελέσθηκε από Αυτόν. Εάν η σωτηρία είναι του Χριστού, τότε η προσέλευση προς Αυτόν είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την οικειοποίηση αυτής της σωτηρίας. Η ανάγκη είναι ο αμαρτωλός να έλθει στον Χριστό. Ο δρόμος προς τον Χριστό είναι η μόνη προσκυνηματική πορεία που καλείται ο άνθρωπος να αναλάβει. Δεν χρειάζεται να μπει στον κόπο να ταξιδέψει σε κανέναν τόπο, είτε στην ξηρά είτε σε νησί, όπως συνήθως γίνεται, προς αναζήτηση της μεσιτείας πεθαμένων ανθρώπων, αφού η παρουσία του Χριστού είναι ο μεγάλος απών σε όλους αυτούς τους τόπους, επειδή τώρα Αυτός βρίσκεται στον Ουρανό. Είναι ανάγκη όμως για τη σωτηρία του να πλησιάσει τον Χριστό, να έλθει προς Αυτόν με συνειδητή πίστη προς τη δωρεάν προσφορά Του.
Αυτή η αλήθεια είναι διάσπαρτη σε όλη την Αγία Γραφή, και το φως της ίδιας αυτής αλήθειας είναι αυτό που λάμπει και στο χωρίο μας. Μιλάμε, δηλαδή, όχι για κάποια κεράκια εδώ κι εκεί που τρεμοπαίζουν προξενώντας κάποια ανησυχία στους ανθρώπους μήπως τυχόν και σβήσουν και τους αφήσουν στο σκοτάδι, αλλά πρόκειται για μια άσβεστη αλήθεια, μια δέσμη φωτός κατευθείαν από τον ήλιο που λάμπει τόσο έντονα και καθαρά, που μόνο όσοι είναι θεληματικά και πεισματικά τυφλοί δεν μπορούν να τη δουν.
Μία απόλυτη δήλωση
Όσο όμως βασική και σαφής είναι η αλήθεια για την ανάγκη να έλθουμε στον Χριστό για σωτηρία, άλλο τόσο αληθινή είναι και η ανικανότητα του φυσικού ανθρώπου να το κάνει. Μέσα στα αψευδή αυτά λόγια του Χριστού συναντάμε τη μόνη αντικειμενική πραγματικότητα για την απόλυτη διαφθορά της ανθρώπινης καρδιάς.
Εδώ ο Χριστός παρουσιάζει έναν κανόνα. Και ίσως θα περιμέναμε να συμβεί και εδώ αυτό που συμβαίνει σχεδόν με όλους τους κανόνες που μαθαίνουμε στο σχολείο: να υπάρχουν και εξαιρέσεις. Διαπιστώνουμε όμως μία σοβαρή αλήθεια που πρέπει να μας κάνει να κατανοήσουμε το βάθος της ανθρώπινης πτώσης, που είχε την αφετηρία της στον κήπο της Εδέμ. Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπάρχουν εξαιρέσεις. Ο Κύριος είναι σαφής, όταν λέει: «Ουδείς δύναται να έλθει προς εμέ». Δεν εξαιρεί κανέναν από τη γενική αλήθεια ότι κανείς δεν μπορεί να πιστέψει σ’ Αυτόν, κανείς δεν έχει την ικανότητα να έλθει προς Αυτόν. Μιλάει με τρόπο που περιγράφει την πλήρη πνευματική ανικανότητα του κάθε ανθρώπου και όχι την πνευματική ανικανότητα μόνον κάποιων ανθρώπων. Δεν είναι η δήλωση του Χριστού που φυλακίζει τους ανθρώπους σ’ αυτήν την ανικανότητα˙ η δήλωση του Χριστού απλά περιγράφει την πνευματική αθλιότητα του κάθε ανθρώπου, εκφράζει την ανικανότητά του να πιστέψει στον Σωτήρα και διατυπώνει το βάθος της ανθρώπινης διαφθοράς.
Αν πρέπει να ψάξουμε να βρούμε τον ένοχο για μια τέτοια τραγική κατάσταση πνευματικής διαφθοράς και αθλιότητας, τότε βλέπουμε τη Γραφή να μας πληροφορεί ότι ο ίδιος ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος, αφού ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο ευθύ, αλλά αυτοί επεζήτησαν λογισμούς πολλούς (Εκκλ. 7:29). Ο ίδιος ο άνθρωπος είναι αυτός που φυλάκισε τον εαυτό του σ’ αυτόν τον τάφο, από τον οποίο τώρα είναι εντελώς ανίκανος να ελευθερώσει τον εαυτό του. Η αρχέγονη εκείνη Πτώση στην αμαρτία ήταν αυτό που του αφαίρεσε ανεπιστρεπτί την ικανότητα να αισθάνεται κάποια πνευματική κλίση προς τον αληθινό Θεό.
Έτσι τώρα ολόκληρο το γένος του Αδάμ κρατείται δέσμιο σε μια ολοκληρωτική διαφθορά, διότι, ενώ γνωρίζει την υποχρέωση να συμφιλιωθεί με τον Θεό, αφού αυτό του το υπαγορεύει η ίδια του η συνείδηση, δεν έχει καμία διάθεση να το κάνει. Ενώ αισθάνεται τις ενοχλήσεις αυτής της συνείδησής του για τις αμαρτίες του, δεν έχει τη διάθεση να ταπεινωθεί, να τις εγκαταλείψει, αν και αναζητά κάποια ανακούφιση από τα συμπτώματα της κατάστασής του που είναι τα συναισθήματα της ενοχής, τα οποία έστω και ασυνείδητα πασχίζει να βρει τρόπο να καταπνίξει. Δεν έχει όμως τη σκέψη να επιστρέψει στον Θεό και ούτε θέλει να το κάνει, και αυτό ο Κύριος το συνοψίζει με τα λόγια: «Ουδείς δύναται».
Όποια προϋπόθεση είναι απαραίτητη για τη σωτηρία του ανθρώπου, όπως πχ. η πίστη στον Χριστό, η μετάνοια, η διάθεση εγκατάλειψης κάθε αμαρτίας, ακόμα και της πιο αγαπημένης, ιδιαίτερα μάλιστα της πιο αγαπημένης, όποια κι αν συμβαίνει να είναι αυτή, η παραδοχή εκ μέρους του ανθρώπου ότι «ναι, πράγματι είμαι ένοχος ενώπιον του Θεού», είναι προϋποθέσεις που ο καρδιογνώστης Κύριος τις τοποθετεί τελείως έξω από την ανθρώπινη ικανότητα. Το «ουδείς δύναται» δεν αφήνει κανένα περιθώριο. Ο κάθε άνθρωπος είναι απελπιστικά χαμένος! Εκτός κι αν η ελπίδα του για σωτηρία ξεπροβάλλει από κάποιο άλλο σημείο του ορίζοντα! Όσον αφορά στη θέληση του ανθρώπου, η αμαρτία ενοικεί όχι στο σώμα του αλλά ακριβώς στη θέλησή του, πράγμα που δεν της επιτρέπει να είναι πνευματικά ελεύθερη.
Η χάρις της Θείας εκλογής
Η αδυναμία και ανικανότητα του ίδιου του ανθρώπου να σπεύσει και να πλησιάσει τον Χριστό μπορεί να μην αφήνει κανένα περιθώριο για τον ίδιο να σηκώσει τον εαυτό του. Εντούτοις αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να «έλθει άλλοθεν αναψυχή και σωτηρία» στους ανθρώπους. Απεναντίας είναι η αδυναμία και η πνευματική ανικανότητα του ανθρώπου που αφήνει περιθώριο να ενεργήσει ο Θεός και αφήνει ελεύθερο το πεδίο για να ενεργήσει η χάρις του Θεού, ανοίγοντας και πάλι τη θύρα, που η διαφθορά της ανθρώπινης αμαρτίας και αποστασίας είχε κλείσει
Εδώ ο Υιός φανερώνει ότι οι πιστοί που υπάρχουν στον κόσμο αυτόν οφείλουν την πίστη και τη σωτηρία τους στο ότι τους έλκυσε ο Πατήρ που έπεμψε τον Υιό Του. Η ανικανότητα του φυσικού ανθρώπου είναι δυνατόν να ξεπεραστεί από την κυρίαρχη ενέργεια της χάριτος του Θεού, ο Οποίος καλεί και ζωοποιεί αυτούς τους οποίους Αυτός θέλει. Στη ζωή και στην ψυχή εκείνων που ο Θεός προτίθεται να τους φέρει στη σωτηρία, η δύναμη της Θείας έλξης είναι ακατανίκητη και δεν είναι δυνατόν να ματαιωθεί ή να εξουδετερωθεί από την ανθρώπινη αντίσταση. Στη ζωή των ανθρώπων που ο Θεός τούς έχει προορίσει να πιστέψουν, η αντίστασή τους στο κάλεσμα του Θεού ενδέχεται να διαρκέσει πολύ χρόνο και οι προσπάθειες του ανθρώπου να αποφύγει το κάλεσμα του Θεού ενδέχεται να είναι συνεχείς και επανειλημμένες, αλλά, εάν τελικά έλθουν στον Χριστό, αυτό θα οφείλεται εξολοκλήρου στην κυρίαρχη χάρη του Θεού.
Ασφαλώς πολλοί άνθρωποι αντιστέκονται στο κάλεσμα του Θεού, οι οποίοι τελικά και χάνονται για πάντα. Το θέμα μας όμως δεν είναι αυτό. Το θέμα μας είναι ότι όλοι όσοι έχουν πιστέψει στον Χριστό, έχουν πιστέψει όχι διότι οι ίδιοι κατάφεραν να το κάνουν, αλλά διότι αυτούς τους έλκυσε ο Ίδιος ο Θεός με μια ενέργεια που, αν ο Θεός δεν είχε προβεί σ’ αυτήν, οι άνθρωποι αυτοί θα πέθαιναν μέσα στις αμαρτίες τους. Η σωτηρία μας οφείλεται στο ότι ο Θεός με την κυρίαρχη απόφασή Του θέλησε να μας ελκύσει στον Χριστό και φυσικά αυτό δεν ήταν μια απόφαση της στιγμής, αλλά σχηματίσθηκε μέσα στις αιώνιες βουλές Του για μας.
Η εκλογή αυτή και ο τρόπος ενέργειας του Θεού για την έλξη συγκεκριμένων ανθρώπων στη σωτηρία αποτελεί έπαινο της δόξας και της χάριτος του Θεού. Τι ελπίδα σωτηρίας είχαμε διαφορετικά; Απολύτως καμία. Ήμασταν εμείς λιγότερο διεφθαρμένοι και εχθροί του Θεού από ότι οι υπόλοιποι άνθρωποι; Δεν ήταν γεγονός και για εμάς τους νυν πιστούς ότι ήμασταν νεκροί μέσα στις αμαρτίες και παραβάσεις και συνεπώς ανήμποροι να κάνουμε έστω και την παραμικρή κίνηση προς τη σωτηρία; Εκτός εάν πιστεύουμε ότι οι νεκροί μπορούν πράγματι να κινηθούν! Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να συμβεί, εκτός εάν ο Θεός δώσει ζωή σε έναν άνθρωπο και πράγματι ο Θεός το έχει κάνει στην εμπειρία όλων εκείνων που έχει καλέσει με το Ευαγγέλιο του Χριστού και έχει υλοποιήσει στη ζωή τους την αιώνια βουλή Του να τους φέρει στη σωτηρία.
Έχουμε έρθει στον Χριστό, διότι ο Θεός μάς έφερε σ’ Αυτόν. Αυτή είναι η προσφορά της χάριτος του Θεού, και η ευφροσύνη μας είναι ότι άνθρωποι αμαρτωλοί που δεν αξίζουν παρά μόνο την οργή Του και ενώ δεν είχαν καμία ελπίδα σωτηρίας, γίνονται τα αντικείμενα μιας τέτοιας ενέργειας του Θεού, που τους εξασφαλίζεται η αιώνια σωτηρία τους. Αυτή είναι η εξήγηση της πίστεως και σωτηρίας μας.
Μπορούμε να χαιρόμαστε με αυτήν την αλήθεια, διότι αποδίδει τη δόξα όχι στον άνθρωπο, αλλά εκεί που αυτή ανήκει, δηλαδή στον Ύψιστο, Ένδοξο, Ελεήμονα και Κυρίαρχο Θεό. Εάν ο Θεός μάς έλκυσε στον Χριστό, αυτό δεν αποτελεί σημείο αντιδικίας με τον Θεό αλλά κίνητρο και αιτία αιώνιας ευγνωμοσύνης προς Αυτόν!
Ας «επιτρέψουμε» επιτέλους στον Θεό να είναι αυτό που είναι, δηλαδή Θεός. Ας αποδίδουμε σ’ Αυτόν τη δόξα που Του ανήκει. Ας αναγνωρίζουμε τη χάρη Του σε κάθε πνευματική ευλογία που υπάρχει στη ζωή μας. Ας διακρίνουμε τη δική Του χάρη σε καθετί το καλό, σωτήριο και ευαγγελικό που υπάρχει μέσα μας. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί η υποτιθέμενη ανθρώπινη αγαθότητα, ούτε η δήθεν καλοσύνη του, να ανταγωνιστεί τη χάρη και αγαθότητα του Θεού! Δεν είναι δυνατόν η ανθρώπινη αξία ή η όποια ικανότητα να επισκιάσει τη δόξα και τη χάρη του Θεού. Μόνο ο Θεός είναι αληθής, πας δε άνθρωπος ψεύστης. Εκ φύσεως αγαπάμε το ψέμα και ας θυμηθούμε ότι η ζωή της αμαρτίας είναι το μεγαλύτερο. Εάν εκ φύσεως αγαπάμε το ψέμα, η αλήθεια του Ευαγγελίου δεν μπορεί να αποτελεί ούτε προτίμησή μας ούτε επιλογή μας
Ο Θεός αφού πρώτα μας εξέλεξε, ήρθε ο καιρός και μας έλκυσε. Κάποτε ζούσαμε χωρίς Χριστό, η αιώνια κόλαση ήταν η μόνη μας προοπτική, η πνευματική μας κατάσταση ήταν τέτοια, που δεν άφηνε κανένα περιθώριο ελπίδας σωτηρίας εξ ημών αυτών. Κι όμως, τώρα είναι όλα τόσο διαφορετικά. Έχουμε έρθει στον Χριστό! Πιστεύουμε και ανήκουμε σ’ Αυτόν! Αιώνια ζωή ο προορισμός μας! Εάν μπορούσαμε να καυχηθούμε στους εαυτούς μας γι’ αυτήν τη νέα κατάστασή μας, θα υπήρχε κάτι το ανάρμοστο στην καύχησή μας. Μόνο να ντρεπόμαστε για τον εαυτό μας μπορούμε. Αν καυχηθούμε στον Σωτήρα μας Χριστό και στον ουράνιο Πατέρα μας Θεό, δεν νομίζω ότι Τον δυσαρεστούμε! Εσύ τι λες;



