Περιβαλλοντική υγεία και η χριστιανική ευθύνη

lake near mountain during daytime

Περιβαλλοντική υγεία είναι η μελέτη των παραγόντων στο περιβάλλον που επηρεάζουν την ανθρώπινη υγεία. Οι παράγοντες αυτοί (ρύποι ή τοξικές ουσίες) μπορεί να βρίσκονται στον αέρα, το νερό, το έδαφος ή τα τρόφιμα και η έκθεση των ανθρώπων σε αυτούς μπορεί να γίνει μέσω εισπνοής, κατάποσης ή δερματικής απορρόφησης, με αποτέλεσμα την πρόκληση δυσμενών επιπτώσεων στην υγεία. Ως περιβαλλοντική έκθεση χαρακτηρίζεται κάθε έκθεση που δεν καθορίζεται από γενετικούς παράγοντες ή που, πιο συγκεκριμένα, δεν μπορεί να ελέγξει άμεσα ένα άτομο.

Οι επιδράσεις της περιβαλλοντικής ρύπανσης στη δημόσια υγεία μπορούν να εκφραστούν σε σχέση με το προσδόκιμο ζωής, τον πρόωρο θάνατο, τη νοσηλεία, την αύξηση στη χρήση φαρμάκων και τις ημέρες περιορισμένης δραστηριότητας. Οι πιο ευαίσθητες πληθυσμιακές ομάδες είναι όσοι βρίσκονται σε χαμηλή κοινωνικο-οικονομική θέση, οι γυναίκες, τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι, οι μετανάστες, οι μειονότητες και τα άτομα με ειδικές ανάγκες.  Όλοι οι παραπάνω μπορεί να είναι πιο ευάλωτοι είτε λόγω της γενετικής προδιάθεσης είτε λόγω της περιορισμένης αυτονομίας και του δικαιώματος ελέγχου του περιβάλλοντος στο οποίο ζουν.

Για να μπορούμε να συσχετίσουμε την έκθεση σε περιβαλλοντικούς παράγοντες με την επακόλουθη ανάπτυξη νόσου είναι απαραίτητη αφενός η διαχρονική επιτήρηση ασθενειών και αφετέρου η επιτήρηση των περιβαλλοντικών εκθέσεων, η μελέτη των οποίων είναι αντικείμενο της περιβαλλοντικής επιδημιολογίας.  Η επιτήρηση των ασθενειών προϋποθέτει την ύπαρξη συστημάτων επιδημιολογικής επιτήρησης και αρχείων καταγραφής νεοπλασιών και συγγενών διαμαρτιών, τα οποία υφίστανται στις περισσότερες ανεπτυγμένες χώρες.  Όσον αφορά στις περιβαλλοντικές εκθέσεις, οι αντίστοιχοι αρμόδιοι φορείς επιτηρούν τη ρύπανση του περιβάλλοντος. Κάποια από τα θέματα που απασχολούν λοιπόν την περιβαλλοντική υγεία είναι η ρύπανση της ατμόσφαιρας, του νερού και των τροφών, η έκθεση σε βαρέα μέταλλα και οι παγκόσμιες κλιματικές αλλαγές.

Επιπτώσεις ατμοσφαιρικών ρύπων στη δημόσια υγεία

Οι αέριοι ρύποι κατηγοριοποιούνται σε έμμονους οργανικούς ρύπους και αέριους ρύπους με μικρό χρόνο παραμονής στο περιβάλλον. Οι πρώτοι έχουν την ιδιότητα να συγκεντρώνονται μέσα στον οργανισμό (βιοσυσσώρευση) και κατά μήκος της τροφικής αλυσίδας (βιομεγέθυνση) προκαλώντας ενδοκρινικές διαταραχές. Ένα παράδειγμα είναι οι διοξίνες, χημικές ενώσεις που ενδεικτικά σχηματίζονται κατά τη λεύκανση του χαρτιού με χλώριο. Οι πιο γνωστοί αέριοι ρύποι με μικρό χρόνο παραμονής στο περιβάλλον προέρχονται από την ατελή καύση ορυκτών στερεών ή υγρών καυσίμων και ελευθερώνονται στην ατμόσφαιρα από τις βιομηχανίες, από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, την κυκλοφορία αυτοκινήτων καθώς και από οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα όπου καίγεται ξύλο ή λιθάνθρακας. Τα συμπτώματα από την εισπνοή τους κυμαίνονται από ελαφρά κεφαλαλγία έως αναστολή λειτουργίας του αναπνευστικού κέντρου που οδηγεί στον θάνατο (μονοξείδιο του άνθρακα), αναπνευστικές διαταραχές, πνευμονικό οίδημα, πτώση του ανοσοποιητικού συστήματος, καταρράκτη, φωτογήρανση και καρκίνο του δέρματος (όζον και πολυκυκλικοί αρωματικοί υδρογονάνθρακες). Οι περισσότεροι από αυτούς θεωρούνται καρκινογόνοι.

Συμπερασματικά, η ατμοσφαιρική ρύπανση είναι ένας περιβαλλοντικός παράγοντας με πολύ μεγάλη επίδραση στη δημόσια υγεία και ξεκινά όχι μόνο από τις βιομηχανίες αλλά και από το αυτοκίνητό μας ή το τζάκι μας. Πρόσφατες έρευνες εκτιμούν ότι 20 εκατομμύρια Ευρωπαίοι υποφέρουν καθημερινά από αναπνευστικές ασθένειες.  Αρκετές μελέτες δείχνουν μία πολύ μεγάλη συσχέτιση μεταξύ της έκθεσης σε ατμοσφαιρικούς ρύπους και την έξαρση του άσθματος και του καρκίνου του αναπνευστικού συστήματος, ενώ με τη βελτίωση της ποιότητας του αέρα βελτιώνεται η αναπνευστική λειτουργία.  Ως εκ τούτου, καθώς είναι απαραίτητη και η ανάπτυξη της κατάλληλης νομοθεσίας για την προστασία της δημόσιας υγείας, περίπου 500 διαφορετικές χημικές ουσίες έχουν χαρακτηριστεί καρκινογόνες και έχουν απαγορευτεί.

Περιβαλλοντική έκθεση σε μέταλλα και δημόσια υγεία

Μερικά μέταλλα είναι απαραίτητα για την ομαλή ανάπτυξη και την καλή λειτουργία του οργανισμού του ανθρώπου και των άλλων έμβιων όντων.  Άλλα όμως είναι τοξικά ακόμη και όταν βρίσκονται σε πολύ χαμηλές συγκεντρώσεις στον οργανισμό. Τα τοξικά μέταλλα προκαλούν βλάβες στον εγκέφαλο, στο ήπαρ, τους νεφρούς και τα οστά. Για τα περισσότερα μέταλλα η τοξικότητα εξαρτάται από τη συγκέντρωση. Πολλά από αυτά που χαρακτηρίζονται απαραίτητα, προκαλούν βλάβες όταν βρίσκονται σε μεγάλη συγκέντρωση στον οργανισμό. Αντίθετα, πολλά μέταλλα τα οποία χαρακτηρίζονται ως τοξικά, είναι απαραίτητα σε μικρές συγκεντρώσεις. 

Τα μέταλλα υδράργυρος, κάδμιο, και μόλυβδος κατατάσσονται στα πλέον τοξικά, διότι δεν εμφανίζουν φυσιολογική δράση ακόμη και όταν βρίσκονται σε ίχνη. Για παράδειγμα, η πρόσληψη της τοξικής μορφής του μολύβδου παρεμποδίζει το σχηματισμό αιμοσφαιρίνης και τη λήψη του ιωδίου από το θυρεοειδή αδένα, προκαλεί νευρομυϊκές διαταραχές, μείωση του IQ κυρίως των μικρών παιδιών, διαταραχές  στους νεφρούς, στο ήπαρ, στο γαστρεντερικό και στο κεντρικό νευρικό σύστημα. Παρομοίως, το κάδμιο θεωρείται καρκινογόνο και μελέτες το συνδέουν με καρκίνο του πνεύμονα και του προστάτη. Οι κυριότεροι τρόποι εισαγωγής του στο περιβάλλον είναι μέσω της βιομηχανικής δραστηριότητας (μεταλλουργικές εργασίες, ηλεκτρο-επιμεταλλώσεις και παραγωγή χρωμάτων) και της διάθεσης υγρών βιομηχανικών αποβλήτων. Τα όργανα που επηρεάζονται περισσότερο από αυτό είναι οι πνεύμονες και οι νεφροί. Σε χρόνια έκθεση, αθροίζεται στο σώμα, ιδιαίτερα στους νεφρούς, στον θυρεοειδή αδένα και το ήπαρ. 

Ένα άλλο παραπροϊόν της βιομηχανίας (συγκεκριμένα βιντεοταινιών, συντηρητικών ξύλου, επιμεταλλωτηρίων, χρωστικών, και βαφών) είναι το εξασθενές χρώμιο, το οποίο αποτελεί θανατηφόρο ρύπο. Προβλήματα υγείας ανθρώπων που εκτέθηκαν σε αυτό περιλαμβάνουν καρκίνο ήπατος, νεφρική ανεπάρκεια, αναπνευστική δυσχέρεια, κυκλοφορικές και γαστρεντερικές διαταραχές,  προβλήματα αναπαραγωγής, καρκίνο του εγκεφάλου και διαφόρων οργάνων του σώματος. Ως «ελαφρότερες» παρενέργειες αναφέρονται ρινορραγίες, κεφαλαλγίες και καλοήθεις όγκοι. 

Γενικά, στις ανεπτυγμένες κοινωνίες, η πρόσληψη πιθανών τοξικών χημικών στοιχείων από τον άνθρωπο μέσω της τροφής ή του νερού μπορεί να είναι πολύ χαμηλή λόγω των περίπλοκων συστημάτων διανομής τροφής και νερού. Το αντίθετο συμβαίνει όμως στις αναπτυσσόμενες χώρες, όπου οι τοπικές κοινωνίες ζουν πιο κοντά στη γη.

Κλιματικές αλλαγές, φυσικές καταστροφές, βιομηχανικά ατυχήματα και δημόσια υγεία

Μιλώντας για παγκόσμιες κλιματικές αλλαγές εννοούμε ουσιαστικά μεταβολές στη θερμοκρασία, που σε συνδυασμό με την ατμοσφαιρική ρύπανση επιδρούν στην παραγωγή τροφών, σε μικροοργανισμούς και λοιμώδη νοσήματα, ενώ ακραίες κλιματικές επιδράσεις μπορούν να θεωρηθούν η άνοδος του επιπέδου των θαλασσών και η μείωση του στρώματος όζοντος.

Οι πιθανές συνέπειες στην υγεία από τις παγκόσμιες κλιματικές αλλαγές μπορεί να είναι άμεσες, έμμεσες, πρόωρες και όψιμες. Άμεσες και πρόωρες είναι για παράδειγμα οι ασθένειες και θάνατοι σχετιζόμενοι με τη θερμοκρασία (π.χ. καύσωνες). Έμμεσες και πρόωρες είναι οι αλλαγές στη γεωγραφική κατανομή των λοιμωδών ασθενειών λόγω αλλαγών στον ξενιστή (π.χ. ελονοσία). Έμμεσες και όψιμες είναι η μείωση της βιωσιμότητας των ψαριών λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας των θαλασσών.

Ως φυσικές καταστροφές εννοούμε κατά κύριο λόγο τα ηφαίστεια, τους σεισμούς, και τις πλημμύρες, τα οποία επίσης φέρουν επιπτώσεις στην υγεία. Το διοξείδιο του θείου, για παράδειγμα, που μπορεί να προέλθει από ηφαιστειακή δράση, προκαλεί ερεθισμό της αναπνευστικής οδού, έκκριση βλέννας,  συντομία αναπνοής και βήχα στα ευαίσθητα άτομα και δύναται να οδηγήσει σε αυξημένη θνησιμότητα.

Υπάρχουν όμως και βιομηχανικά ατυχήματα, τα οποία έχουν προκληθεί από τον άνθρωπο, όπως στο Chernobil και στη Fukushima. Ένα άλλο γνωστό συμβάν σημειώθηκε το 1947 στην Ιαπωνία, όπου απόβλητα ενός μεταλλείου κατέληξαν στον ποταμό Jintsu, τα νερά του οποίου χρησιμοποιούνταν για την άρδευση ορυζώνων. Στον πληθυσμό εκδηλώθηκαν σοβαρές παθήσεις σε διάφορα όργανα λόγω του καδμίου που υπήρχε στα απόβλητα, και η ασθένεια αυτή ονομάστηκε Itai-Itai. 

Η δική μας  ευθύνη

Τις φυσικές καταστροφές δύσκολα μπορούμε να τις προβλέψουμε. Όμως για τους κινδύνους που εξαρτώνται από την ανθρώπινη δραστηριότητα, θα πρέπει να λαμβάνονται όλα τα δυνατά μέτρα πρόληψης. Το θέμα είναι όμως πώς αντιλαμβανόμαστε τον κίνδυνο. Η αντίληψη του κινδύνου σχετίζεται άμεσα με τους παράγοντες φόβου. Οι κίνδυνοι/εκθέσεις προκαλούν περισσότερο φόβο και είναι λιγότερο αποδεκτοί όταν προσλαμβάνονται ως ακούσιοι (π.χ. ατμοσφαιρική ρύπανση) παρά εκούσιοι (π.χ. “extreme” σπορ, κάπνισμα), ως κατανεμημένοι με άνισο τρόπο (μερικοί κερδίζουν ενώ άλλοι πληρώνουν τις επιπτώσεις) και ως μη προληπτέοι. Επίσης, έχουμε την τάση να φοβόμαστε περισσότερο μια έκθεση όταν προκαλείται από μια πηγή που είναι καινούργια ή άγνωστη, όταν είναι ανθρωπογενής παρά από φυσικές αιτίες, όταν προκαλεί επιδράσεις στην υγεία που δεν είναι εμφανείς και αναστρέψιμες, όταν βάζει σε κίνδυνο έγκυες γυναίκες και παιδιά (και γενικότερα τις επόμενες γενιές), όταν σχετίζεται με μια ασθένεια που προκαλεί φόβο, όταν επηρεάζει γνωστά πρόσωπα παρά ανώνυμα θύματα, όταν η επιστήμη δεν γνωρίζει τη σχέση έκθεσης-ασθένειας και όταν γίνονται αντιφατικές δηλώσεις από διαφορετικές αρχές (ή ακόμα χειρότερα από την ίδια αρχή).

Σχεδόν ένα τέταρτο του συνόλου των νοσημάτων οφείλεται σε περιβαλλοντικές εκθέσεις που δύνανται να προληφθούν, σύμφωνα με εκτιμήσεις του παγκόσμιου φορτίου νοσηρότητας. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν δυσκολίες στην έρευνα πληθυσμών, η δημόσια υγεία έχει σημειώσει επιτυχίες στον περιορισμό των επιπτώσεων των περιβαλλοντικών εκθέσεων. Για παράδειγμα, η χλωρίωση του νερού είναι μια από τις πιο σημαντικές παρεμβάσεις δημόσιας υγείας.  Όμως η επίδραση του περιβάλλοντος στην υγεία του ανθρώπου είναι πολύπλοκη υπόθεση.  Γι’ αυτό και θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί πριν χαρακτηρίσουμε ως αιτιολογικό παράγοντα μιας ασθένειας  μία συγκεκριμένη περιβαλλοντική έκθεση, εάν αυτό δεν έχει αποδειχτεί επιστημονικά. Η συσχέτιση της έκθεσης σε έναν παράγοντα με την εμφάνιση μιας ασθένειας δεν μας επιτρέπει να την αποδώσουμε εξολοκλήρου σε αυτόν.

Επιπλέον, τα καρδιαγγειακά νοσήματα, που είναι η πρώτη αιτία θανάτου ενηλίκων στις περισσότερες ανεπτυγμένες κοινωνίες, οφείλονται σε ένα μεγάλο βαθμό, μεταξύ άλλων, στην κακή διατροφή, στο κάπνισμα και την έλλειψη φυσικής άσκησης, παράγοντες που αποτελούν μάλλον προσωπική επιλογή παρά περιβαλλοντική έκθεση. Επομένως, είναι ανεύθυνο να κατηγορούμε τις «βιομηχανίες» που «μολύνουν το περιβάλλον» και να καταφεύγουμε σε κινδυνολογίες του τύπου «μας ψεκάζουν» για να δικαιολογήσουμε την κάθε ασθένεια, όταν εμείς οι ίδιοι αποφεύγουμε την πρόληψή τους με τα διαθέσιμα μέσα (μέτρα ατομικής προστασίας, εμβόλια, έγκαιροι διαγνωστικοί έλεγχοι κλπ.).  Άλλωστε οι δικές μας καθημερινές δραστηριότητες, όπως το αν θα επιλέξουμε το αυτοκίνητο ή το περπάτημα για μια σύντομη διαδρομή, επηρεάζουν τόσο το περιβάλλον όσο και την υγεία μας. Είτε ως εργαζόμενοι, είτε ως καταναλωτές, είτε ως απλοί πολίτες έχουμε μερίδιο ευθύνης για τη δική μας υγεία, για την περιβαλλοντική υγεία και κατ’ επέκταση για την υγεία του πλησίον μας.

Βιβλιογραφία

  • Bowie SHU, Thornton I. Environmental Geochemistry and Health, Report to the Royal Society’s British National Committee for Problems of the Environment. D. Reidel Publishing Company. Dordrecht, 1985.
  • Εβρένογλου Λ. Επιπτώσεις ατμοσφαιρικών ρύπων στη δημόσια υγεία. Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας. Αθήνα, Δεκέμβριος 2014.
  • European Environmental Agency. Dangerous substances in waste, Technical report no. 38. EEA, Copenhagen, 2000.
  • Κογεβίνας Μ, Κάβουρα Ο. Περιβάλλον και υγεία. Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας. Αθήνα, Δεκέμβριος 2014.
  • Prüss-Üstün A, Corvalán C. Preventing disease through healthy environments, Towards an estimate of the environmental burden of disease. World Health Organization (WHO), 2006.
Scroll to top