«Μόνο Στο Θεό η Δόξα» (Soli Deo Gloria)

Εύκολα αντιλαμβανόμαστε τη σπουδαιότητα των θεολογικών θέσεων της Μεταρρύθμισης: μόνο η Γραφή, μόνο η Πίστη, μόνο ο Χριστός, μόνο η Χάρη (solas). Οι δηλώσεις αυτές, άλλαξαν εντελώς το θεολογικό τοπίο στα θέματα της αποκάλυψης, της σωτηρίας και της δικαίωσης. Κι ενώ όλοι κατανοούμε την επιτακτική ανάγκη αυτών των θέσεων, μέσα στο ιστορικό πλαίσιο της Μεταρρύθμισης, δεν μπορούμε το ίδιο να ισχυριστούμε για τη θέση «μόνο Στο Θεό η δόξα». Τί ήταν αυτό που έκανε αναγκαία τη δήλωση αυτή; Ιδιαίτερα, εάν υποθέσουμε πως αυτή θα έβρισκε σύμφωνη τη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία της εποχής, καθώς και κάθε δόγμα ή απόχρωση του Χριστιανισμού σήμερα. Δύσκολα βρίσκει κανείς κάποια εκκλησία, διακονία, ή παραεκκλησιαστική οργάνωση, η οποία να μη δηλώνει ως σκοπό ύπαρξης και δραστηριοποίησης της, τη δόξα Του Θεού.

Γιατί ήταν σημαντική η δήλωση «Μόνο στο Θεό η δόξα» για τους Μεταρρυθμιστές;

Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τη σπουδαιότητα αυτής της θεολογικής αλήθειας, είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε τη γενικότερη αντίληψη της Μεταρρύθμισης πίσω από τα «solas». Έχοντας μελετήσει τα τέσσερα πρώτα μόνο η Γραφή, μόνο η Πίστη, μόνο ο Χριστός, μόνο η Χάρη εύκολα καταλήγουμε, πως ο κοινός τους παρονομαστής είναι πως ο Θεός δίνει στον άνθρωπο

Ο Θεός προσφέρει αποκάλυψη για τον χαρακτήρα Του και τις ενέργειες Του στον γραπτό λόγο Του. Ο Χριστός γίνεται η οδός για τη σωτηρία του ανθρώπου. Η πίστη είναι και αυτή δώρο Του Θεού στον άνθρωπο, ενώ η χάρη μιλά από μόνη της. Όλα αυτά εκφράζουν μία σημαντική αλήθεια για τους Μεταρρυθμιστές: όλα είναι δοσμένα από τον Θεό.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να κατανοηθεί και το «μόνο Στο Θεό η δόξα». Η έμφαση δεν είναι στο τι ο άνθρωπος οφείλει να προσφέρει, αλλά στο τι ο Θεός πρόσφερε. Μάλιστα, υπό μία έννοια, κάθε ένα από τα «solas» εμπεριέχει και οδηγεί στη δήλωση «μόνο Στο Θεό η δόξα»1.

Για να καταλήξει ο απ. Παύλος στη δήλωση “αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας”2,νωρίτερα έχει πει “ὅτι ἐξ αὐτοῦ καὶ δι᾿ αὐτοῦ καὶ εἰς αὐτὸν τὰ πάντα3. «Και επειδή όντως όλα είναι ‘εξ’ αυτού και δια αυτού και εις αυτόν, για αυτό πλέον μπορούμε να πούμε μόνο Στο Θεό η Δόξα».4

Συνεπώς, θα ήταν εσφαλμένη η εντύπωση ή τουλάχιστον εκτός πλαισίου εάν θεωρούσαμε πως τα τέσσερα πρώτα «solas», μας δείχνουν τι ο Θεός έκανε για τον άνθρωπο, ενώ το πέμπτο μας υποδεικνύει τι οφείλει ο άνθρωπος να κάνει για Τον Θεό.

Αυτό που θα προσπαθήσω να υποστηρίξω είναι πως η ίδια η θέση, «μόνο Στο Θεό η δόξα», αποτελεί από μόνη της, μία δήλωση για έναν Θεό που πρωτίστως δίνει και όχι για έναν Θεό που ζητά.

Δύο ενστάσεις

Η παρουσίαση ενός Θεού που επιδιώκει μέσα από κάθετι που κάνει τη δόξα Του, φαίνεται ιδιαίτερα προβληματική. Η ένσταση είναι διττή. Πρώτον, δίνει την εντύπωση ενός Θεού εγωϊστή που κάνει τα πάντα για τη δόξα Του. Δεύτερον, παρουσιάζει ένα Θεό σε απόλυτη ανάγκη από τα δημιουργήματα Του5. Εμφανίζεται ένας Θεός εγωϊστής και μη αυτάρκης. 

Ο τρόπος με τον οποίο υπερπηδούμε αυτές τις ενστάσεις, έγκειται στην προσπάθειά μας να αποδείξουμε ως λογική, μία τέτοια απαίτηση από Τον Θεό. Εάν ο Θεός είναι το ύψιστο Ον, και το τέλειο «αγαθό», τότε είναι απόλυτα λογικό να βρίσκει ικανοποίηση αποκλειστικά στον Εαυτό του και να ζητά τη δόξα Του6. Στην πιο απλοϊκή μορφή του το επιχείρημα, περιορίζεται απλά στο ότι ως Θεός, είναι λογικό να ζητά δόξα από τα δημιουργήματα Του, χωρίς αυτό να Τον κάνει εγωιστή, καθώς εμείς Τον δοξάζουμε και Εκείνος μας ευεργετεί.

Τα παραπάνω επιχειρήματα είναι έγκυρα και βοηθητικά. Ωστόσο, αποτυγχάνουν να σκιαγραφήσουν απόλυτα, τη βιβλική εικόνα του χαρακτήρα του Θεού, σχετικά με την αναζήτηση της δόξας Του και πιο συγκεκριμένα, δεν καταφέρνουν να δείξουν τον Θεό, που μέσα από την εκζήτηση της δόξας Του, στην ουσία δίνει και δίνεται στον άνθρωπο. Χρειάζεται να χτίσουμε ένα επιχείρημα, που από τη μια θα υποστηρίζει το «πάθος» του7 Θεού για τη δόξα Του, ενώ την ίδια στιγμή θα επιτρέπει την κατανόηση της δοτικότητάς Του.8

“…τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον

(Ιν. 17.5)

Το ότι η εκζήτηση της δόξας του Θεού θα πρέπει να κατανοηθεί μέσα στο πλαίσιο της αντίληψης ενός Θεού που δίνει, υπαγορεύεται από τον τρόπο που βλέπουμε να αποδίδεται η δόξα, ανάμεσα στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας. 

Στο ευαγγέλιο του Ιωάννη, το στοιχείο της δόξας εμφανίζεται διαρκώς στις ‘ενδοτριαδικές’ σχέσεις. Στο προοίμιο του ευαγγελίου, η δόξα του μονογενή Υιού είναι δοσμένη από τον Πατέρα (1:14). Ο Πατέρας δοξάζεται “ἐν τῷ υἱῷ” (14:13), ενώ το Άγιο Πνεύμα δοξάζει τον Υιό (16:14).

Στο υπόλοιπο ευαγγέλιο, συναντούμε δύο ακόμη σημαντικές στιγμές που αφορούν στην έρευνά μας. Απαντώντας στις κατηγορίες των Ιουδαίων, ο Ιησούς λέει: «Αν εγώ αποδώσω δόξα στον εαυτό μου, η δόξα μου δεν είναι τίποτα· υπάρχει αυτός που με δοξάζει, ο Πατέρας μου» (8:54). Ιδιαίτερα σε αυτό το σημείο, βλέπουμε τον Θεό που όχι μόνο προσφέρει στον Υιό Του τη δόξα— το ένα πρόσωπο προς το άλλο —αλλά επισημαίνουμε ως ακόμη πιο σημαντικό το γεγονός, ότι το κάθε πρόσωπο δεν επιδιώκει τη δόξα για τον εαυτό Του, θεωρώντας μάλιστα μία τέτοια επιδίωξη ματαιόδοξη. Το ίδιο ακριβώς συναντούμε και στην αρχιερατική προσευχή του Ιησού: «Πατέρα, έφτασε η ώρα· φανέρωσε τη δόξα του Υιού σου, ώστε κι ο Υιός σου να φανερώσει τη δική σου δόξα …Πατέρα, δόξασέ με κοντά σ’ εσένα με τη δόξα που είχα κοντά σου προτού να γίνει ο κόσμος»(17:1,5).

Δύο επιπλέον σημαντικά στοιχεία αντλούμε από το Ευαγγέλιο του Ιωάννη. Πρώτον, μας διδάσκει πως η δημιουργία του Θεού δεν ικανοποιεί κάποια ανάγκη του ίδιου του Θεού, καθώς ο Θεός προ καταβολής του κόσμου απολαμβάνει τη δόξα που υπάρχει ανάμεσα στις σχέσεις των Προσώπων. Δεύτερον, μας λέει πως όταν ο Θεός δοξάζεται στην ουσία ο Θεός δίνει. Το ένα πρόσωπο δίνει στο άλλο.

«κατ᾿ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ᾿ ὁμοίωσιν»

Φυσικά, το ερώτημα που μένει να απαντήσουμε είναι, εάν αυτή η αρχή που συναντούμε στις ‘ενδοτριαδικές’ σχέσεις, αντανακλάται στη σχέση του Θεού με τον άνθρωπο. Πώς κατανοούμε πως ο Θεός ουσιαστικά δίνει, όταν ζητά δόξα από τα δημιουργήματά Του;

Μία πρώτη απάντηση βρίσκεται στον απλό συλλογισμό, πως η απαίτηση του Θεού από τον άνθρωπο για δόξα, προϋποθέτει αναγκαστικά, έναν Θεό που αρχικά δίνει προτού να ζητήσει. Εάν όλα όσα γνωρίζουμε στη ζωή, έχουν ως πηγή το Θεό9 και δεν υπάρχει άλλη αρχή, τότε ο Θεός ζητά από τον άνθρωπο να δώσει από όσα του έχουν ήδη δοθεί.

Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στην θεολογική έννοια της «εικόνας». Ο άνθρωπος δημιουργείται σύμφωνα με τις υψηλότερες προδιαγραφές που μπορούν να υπάρχουν στον κόσμο αυτό˙ δημιουργείται σύμφωνα με την εικόνα του ίδιου του Θεού. Στην ουσία ο Θεός δίνει τη δόξα Του στον άνθρωπο. Ο απ. Παύλος μάλιστα, παραλληλίζει την έννοια της εικόνας με την έννοια της δόξας λέγοντας ουσιαστικά πως ο άνθρωπος είναι εικόνα και δόξα του Θεού (Α’ Κορ.11:7).10 Ο άνθρωπος γίνεται μέτοχος της δόξας του Θεού. Όταν ο Θεός δίνει αποστολή στους πρωτόπλαστους «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε», δηλαδή να Τον δοξάσουν φέρνοντας την εικόνα Του και τη δόξα Του σε όλη τη κτίση, σε αυτή την εντολή ο Θεός ονειρεύεται μία ανθρωπότητα που θα ζήσει σύμφωνα με τις υψηλότερες προδιαγραφές που μπορούν να υπάρξουν. Όταν ο Θεός ζητά να δοξασθεί σημαίνει, κυριολεκτικά, πως δίνει. Συμμερίζεται ότι πολυτιμότερο υπάρχει: τη δόξα Του.

Για αυτό άλλωστε ο απ. Παύλος περιγράφει την πτώση του ανθρώπου, ως άρνηση των ανθρώπων να δοξάσουν Τον Θεό (Ρωμ. 1:21), αλλάζοντας τη δόξα της εικόνας του άφθαρτου Θεού με φθαρτές εικόνες (Ρωμ. 1:23). Για να καταλήξει να πει πως «πάντες γὰρ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ» (Ρωμ. 3:23). Για τον απ. Παύλο, φαίνεται να ήταν τόσο ξεκάθαρο πως ο Θεός δίνει όταν ζητά να δοξασθεί, ώστε όταν περιγράφει την κατάσταση της αμαρτίας, να την χαρακτηρίζει ως στέρηση της δόξας του Θεού.

Αυτό το πάθος Του για τη δόξα Του, μία δόξα που δίνεται στον άνθρωπο και αντανακλάται σε όλη τη δημιουργία, κορυφώνεται στο σχέδιο της σωτηρίας του ανθρώπου και ουσιαστικά στην επανάκτηση της εικόνας και της δόξας του Θεού. Ο σταυρός του Χριστού παρουσιάζεται, ιδιαίτερα στο ευαγγέλιο του Ιωάννη,11 ως το σημείο της αποκορύφωσης της δόξας του Υιού. Δεν θα μπορούσε να δηλωθεί πιο εμφατικά πως όταν ο Θεός δοξάζεται στην ουσία δίνεται. Ο Χριστός έβλεπε ως το ύψιστο σημείο της διακήρυξης της δόξας Του, τη στιγμή που θα προσφερόταν ως θυσία για τους ανθρώπους.

Μέσα από τη σταύρωση και την ανάσταση, ο Χριστός επαναφέρει τη χαμένη εικόνα και δόξα στην ανθρωπότητα ως δεύτερος Αδάμ. Στην Β’ Επιστολή προς Κορινθίους, ο Χριστός το ευαγγέλιο της δόξας παρουσιάζεται ως η εικόνα του Θεού (Β’ Κορ. 4:4), ενώ στην Α’ Επιστολή προς Κορινθίους ο Χριστός παρουσιάζεται ως ο δεύτερος Αδάμ ο επουράνιος ο οποίος έχει γίνει “εἰς πνεῦμα ζωοποιοῦν” (Α’ Κορ. 15:45), ώστε εμείς να ντυθούμε την εικόνα Του (Α’Κορ.15:49)12. Στην Επιστολή προς Ρωμαίους, οι πιστοί αποκαλούνται ‘σύμμορφοι της εικόνας’ του Υιού του Θεού (Ρωμ.8:29).
Το ότι ο άνθρωπος συμπεριλαμβάνεται στο σκοπό της δόξας του Θεού, έρχεται να επιβεβαιωθεί από τη συμμετοχή του σε αυτή. Το τέλος, για όσους προόρισε, κάλεσε και δικαίωσε, είναι η δόξα Του (Ρωμ.8:30). Η εμπειρία του πιστού περιγράφεται ως μία μεταμόρφωση από δόξα σε δόξα (Β’ Κορ.3:18). Ενώ η κατάσταση του πιστού —“Χριστὸς ἐν ὑμῖν”— παρουσιάζεται ως “ἡ ἐλπὶς τῆς δόξης” (Κολ.1:27).

Επίλογος

Ίσως δεν υπάρχουν πιο κατάλληλα λόγια για να επαναδιατυπώσουμε την θέση, πως ο Θεός μέσα από το να δοξάζεται στην ουσία δίνει στον άνθρωπο, από το να θυμηθούμε τα πρώτα λόγια της Κατήχησης του Γουεστμίνστερ. Στην ερώτηση: «Ποιός είναι ο πρωταρχικός σκοπός του ανθρώπου;», απαντούν:«ο πρωταρχικός σκοπός του ανθρώπου είναι να δοξάζει το Θεό και να Τον απολαμβάνει για πάντα».

Σχολιάζει ο Thomas Watson: «στη δήλωση αυτή δύο σκοποί καθορίζονται, πρώτον η δόξα του Θεού, δεύτερον η απόλαυση του Θεού».13

Στο να δοξάζει τον Θεό, ο άνθρωπος βρίσκει ολοκλήρωση και απόλαυση. Η δόξα του Θεού είναι το ύψιστο αγαθό που δίνεται από τον Θεό στον άνθρωπο.

  1. James M. Boice, Romans, Vol. 3, God and History (Chapters 9-11), Grand Rapids: Baker, 1993, pg. 1465-1466.
  2. Ρωμ.11:36β
  3. Ρωμ.11:36α
  4. Boice, σελ.1466
  5. Herman Bavinck, tr. John Vriend, ed. John Bolt, Reformed Dogmatics, Vol.2 “God and Creation”, 3d ed., Grand Rapids, MI: Baker Academic, 2008, pg. 434-435.
  6. Christopher W. Morgan, ed. Christopher W. Morgan & Robert A. Peterson, The Glory of God: “Toward a Theology of the Glory of God”, Wheaton IL: Crossway, 2008, pg.153.
  7. Ησ.48:9-11, 43:6-7, Ιεζ.36:22-23
  8. Εφ.2:4-10, Ρωμ.3:25-26, 9:20-23, 11:36
  9. βλ. Ρωμ. 11:36, Φιλπ. 1:16, Πρ.17:24-25,28
  10. Gaffin Richard Jr., ed. Christopher W. Morgan & Robert A. Peterson, The Glory of God “The Glory of God in Paul’s Epistles”, Crossway, Wheaton IL: 2008,pg.127.
  11. Ιωάν. 12:23-33
  12. Gaffin, et. al., pg. 137-139.
  13. Watson Thomas, μτ. Γ. Σ. Κανταρτζής “Θησαυρός Πρακτικτής Θεολογίας”, Ο Λόγος, Αθήναι

Scroll to top