Μόνο η πίστη

white printer paper on black tablet computer

«16 Διότι  δεν ντρέπομαι  το ευαγγέλιο του Χριστού· επειδή είναι δύναμη Θεού προς σωτηρία σε κάθε έναν που πιστεύει, στον Ιουδαίο, πρώτα, και στον Έλληνα· 17 διότι διαμέσου αυτού η δικαιοσύνη τού Θεού αποκαλύπτεται από πίστη σε πίστη, καθώς είναι γραμμένο: «Ο δίκαιος, βέβαια, θα ζήσει εκ πίστεως».

Ρωμ. 1

Ο Μαρτίνος Λούθηρος απεχθανόταν τη δικαιοσύνη του Θεού γιατί εξαιτίας αυτής της δικαιοσύνης καταδικάζεται ο αμαρτωλός άνθρωπος. «Ο Θεός είναι δίκαιος και τιμωρεί τον άδικο αμαρτωλό» έλεγε. Ο αμαρτωλός άνθρωπος δεν μπορεί να εκπληρώσει τις απαιτήσεις της θείας δικαιοσύνης όσες προσπάθειες και εάν κάνει. Όσο και αν κάποιος συμμετέχει στα μυστήρια της εκκλησίας, όσο και εάν μετανοεί και εξομολογείται, δεν μπορεί να φτάσει την τελειότητα της δικαιοσύνης του Θεού. 

Αυτή η στάση του Λούθηρου άλλαξε καθώς μελετώντας τα παραπάνω εδάφια κατάλαβε ότι η δικαιοσύνη του Θεού η οποία αποκαλύπτεται στο ευαγγέλιο δεν είναι τόσο εκείνη την οποία ο Θεός απαιτεί αλλά εκείνη την οποία ο Θεός χαρίζει∙ δεν είναι η δικαιοσύνη την οποία ο άνθρωπος ενεργητικά επιτυγχάνει αλλά η δικαιοσύνη την οποία ο άνθρωπος παθητικά αποδέχεται. Δεν είναι μια δικαιοσύνη την οποία ο ίδιος ο άνθρωπος κατέχει αλλά μια δικαιοσύνη κάποιου άλλου. Είναι μια «ξένη» δικαιοσύνη η οποία βρίσκεται έξω από τον εαυτό μας, μια δικαιοσύνη την οποία μόνο ο Χριστός πέτυχε και κέρδισε με την υπακοή Του και την οποία ο Θεός λογαριάζει σε κείνον που πιστεύει. Ο Λούθηρος λέει: «Όταν το ανακάλυψα αυτό αναγεννήθηκα από το Άγιο Πνεύμα. Και πέρασα από τις  πόρτες του Παραδείσου που άνοιξαν». 

Το σύνθημα λοιπόν «μόνο η πίστη», το οποίο θα μελετήσουμε κατέχει μεταξύ των Αρχών της Μεταρρύθμισης την ιστορική προτεραιότητα καθώς ήταν αυτή η αλήθεια που πυροδότησε τη Μεταρρύθμιση και έφερε στην επιφάνεια και τις άλλες. Τα πέντε συνθήματα της Μεταρρύθμισης διακήρυτταν το ένα και βασικό μήνυμα της διαμαρτύρησης: Η δικαίωση λαμβάνεται εξαιτίας και μόνον της χάρης, μόνον δια της Πίστης, στον Χριστό και μόνο, με βάση τις Γραφές και μόνο, με αποκλειστικό και μόνο σκοπό τη δόξα του Θεού. 

Το σύνθημα λοιπόν «Μόνο η Πίστη» δεν σημαίνει ότι ως Διαμαρτυρόμενοι δε μας ενδιαφέρουν τα καλά έργα ή ότι τα καλά έργα δεν έχουν έναν σημαντικό ρόλο στη Χριστιανική ζωή, αλλά ότι η δικαίωση λαμβάνεται δια της πίστεως μόνο χωρίς την προϋπόθεση των έργων. Ο Μαρτίνος Λούθηρος περιέγραψε το άρθρο της Δικαίωσης δια της πίστεως ως εκείνο το άρθρο της Πίστης που αποφασίζει εάν η εκκλησία στέκεται ή πέφτει. Η δικαίωση εκ πίστεως μόνο ήταν η μεγάλη αλήθεια της διαμαρτύρησης. 

Στη γιορτή αυτή των αληθειών της Μεταρρύθμισης θα ακούσουμε τις αλήθειες αυτές από την Αγία Γραφή αλλά και από το στόμα των Μεταρρυθμιστών όπως εκείνοι τις διατύπωσαν σε σχόλια και ομολογίες πίστεως. Αν και έχουμε αναφερθεί ξανά στο θέμα αυτό (Βλ. Αστήρ Ανατολής Τεύχος Οκτώβριος 2014) σ’ αυτό το άρθρο δεν γίνεται απλώς μια επανάληψη του θέματος. Θα μελετήσουμε: 1. Τον ορισμό της δικαίωσης, 2. Τη βάση της δικαίωσης και 3. Το μέσον της δικαίωσης. 

1. Ο ορισμός της δικαίωσης

Η Ομολογία Πίστης του Augsburg (1530)

Ο αυτοκράτορας Κάρολος κάλεσε μια αυτοκρατορική Σύνοδο στο Augsburg για να αποκαταστήσει τη θρησκευτική ενότητα της αυτοκρατορίας. Ζητήθηκε από τους οπαδούς του Λουθήρου να παραδώσουν μια περίληψη της πίστης τους. Έτσι, αυτή η ομολογία Πίστης του Augsburg προετοιμάστηκε από τον πιο ξεχωριστό οπαδό του Λουθήρου, τον Φίλιππο Μελάγχθονα; (1497-1560) και εγκρίθηκε από τον Λούθηρο. Αναφέρεται λοιπόν στο τι οι διάφορες  διαμαρτυρόμενες εκκλησίες πιστεύουν. 

Άρθρο 4 Περί  Δικαίωσης 

«Διδάσκουν επίσης ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να δικαιωθούν μπροστά στον Θεό με τις δικές τους δυνάμεις, αξίες ή έργα αλλά δικαιώνονται δωρεάν χάριν του Χριστού, δια της πίστεως, όταν πιστεύουν ότι γίνονται αποδεκτοί εξαιτίας της εύνοιας και ότι οι αμαρτίες τους συγχωρούνται χάριν του Χριστού, ο οποίος με τον θάνατο Του πρόσφερε ικανοποίηση υπέρ των αμαρτιών μας. Αυτή την πίστη ο Θεός λογαριάζει ως δικαιοσύνη μπροστά Του. Ρωμ. iii και iv.»

Η δικαίωση είναι ένας νομικός, δικανικός όρος με τον οποίο μεταφερόμαστε στο δικαστήριο (Εξ. 23:6-7, Δευτ. 25:1, Παρ. 17:15, Ησ. 5:23, 43:9, 26, Ιώβ 27:5, 1 Βασ. 8:32-2, Χρον. 6:23)  και το αντίθετο της δικαίωσης είναι η καταδίκη ή κατάκριση. (Δευτ. 25:1, Παρ. 17:15, Α’ Βασ. 8:32, Ματθ. 12:37, Ρωμ. 5:16, 8:33,34)

Το νομικό υπόβαθρο της δικαίωσης στη Παλαιά Διαθήκη φανερώνεται αντιπροσωπευτικά στα παρακάτω εδάφια. 

«ΑΝ συμβεί μια διαφορά ανάμεσα σε ανθρώπους, και έρθουν σε κρίση, και τους κρίνουν, τότε θα δικαιώσουν τον δίκαιο, και θα καταδικάσουν στον ένοχο.» (Δευτ. 25:1) (Βλ. επίσης Εξ. 23:6-7, Παρ. 17:15, Α’ Βασ. 8:32). 

Το ίδιο νομικό πλαίσιο υπογραμμίζεται καθώς συνεχίζει και στην Καινή διαθήκη στη σχέση μας με τον Ίδιο τον Θεό. 

36 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πᾶν ῥῆμα ἀργὸν ὃ ἐὰν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως· 37 ἐκ γὰρ τῶν λόγων σου δικαιωθήσῃ καὶ ἐκ τῶν λόγων σου καταδικασθήσῃ».

Ματθ.12

Η ημέρα της Κρίσεως είναι η ημέρα της θείας δίκης. Η δικαίωση στέκεται σε αντίθεση με την καταδίκη. Είτε κάποιος θα ακούσει τον θείο Κριτή να λέει: αθώος (δίκαιος) ο κατηγορούμενος ή θα τον ακούσει να λέει: «ένοχος»! «Καταδικάζεσαι». 

Συνεπώς, όπως η καταδίκη έτσι και η δικαίωση είναι μια διακήρυξη, μια ετυμηγορία του Δικαστή και Κριτή Θεού. Η  διακήρυξη αυτή συμβαίνει στο βήμα του Θεού και όχι μέσα στον άνθρωπο. Με την δικαίωση δεν αλλάζει ενώπιον του Θεού η εσωτερική κατάσταση του αμαρτωλού,  (όπως με την αναγέννηση και τον αγιασμό) αλλά η θέση του. Η δικαίωση (όπως και η καταδίκη) δεν είναι μια διαδικασία όπως ο αγιασμός αλλά ένα στιγμιαίο γεγονός. Ο αμαρτωλός διακηρύσσεται ότι είναι απαλλαγμένος από την καταδίκη και αποδεκτός από τον Θεό. Με τη δικαίωση, η ετυμηγορία του Θεού που θα ακουστεί στην τελική κρίση γνωστοποιείται από τώρα στον πιστό.

Ενώ το δόγμα της δικαίωσης είναι η μεγάλη αλήθεια της Μεταρρύθμισης «στην ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας και θεολογίας, από την άλλη πλευρά, είναι άξιο παρατήρησης η σχεδόν πλήρη απουσία οποιασδήποτε αναφοράς της ιδέας της δικαίωσης δια πίστεως.» 1

Η Ορθόδοξη Εκκλησία σύμφωνα με τα λόγια του Π. Τρεμπέλα κατανοεί ότι: «Η δικαίωσις καταλύουσα την υπό της αμαρτίας δημιουργηθείσαν εν τω ανθρώπω κατάστασιν, την καταστήσασαν αυτόν παλαιόν άνθρωπον, εγκαινίζει εν αυτώ την νέαν του αγιασμού υπερφυά ζωήν, αναδεικνύουσα τον δικαιούμενον καινήν κτίσιν. Η διπλή αυτή όψις της δικαιώσεως, ως τε αφέσεως των αμαρτιών και ως εγκαινισμού της νέας εν Χριστώ ζωής αγιασμού…»2

Η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία ορίζει ότι η «δικαίωση δεν είναι μόνο η άφεση των αμαρτιών αλλά και ο αγιασμός και η ανανέωση του εσωτερικού ανθρώπου με την εθελοντική αποδοχή της χάρης και χαρισμάτων∙ εξ  ου και ο άνθρωπος από άδικος γίνεται δίκαιος…»3

Από αυτούς τους ορισμούς διαπιστώνουμε ότι και οι δύο εκκλησίες συμφωνούν ότι η δικαίωση είναι μια διαδικασία που προοδευτικά εξελίσσεται και η οποία περιλαμβάνει μαζί με τη συγχώρηση των αμαρτιών και τον αγιασμό. Κατ’ αυτόν τον τρόπο δεν υπάρχει καμία βεβαιότητα ότι κάποιος ήδη δικαιώθηκε, όπως η Γραφή διδάσκει, (Λουκ. 18:14, Ρωμ. 5:1,9, 8:30, Τιτ. 3:7) καθώς ο αγιασμός διαρκεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας. 

Δεν πρέπει όμως να εξηγούμε τη δικαίωση με όρους που δανειζόμαστε από τον αγιασμό, την αναγέννηση και την ανακαίνιση. Ο Καλβίνος σχολιάζοντας την Επιστολή προς Ρωμαίους 3:21 λέει:

Είναι αλήθεια ότι ο Θεός εκείνον που δικαιώνει, τον αγιάζει επίσης∙ αλλά η δικαίωση δεν είναι ο αγιασμός και η απόδοση δικαιοσύνης δεν είναι μετάδοση δικαιοσύνης.  

Καλβίνος, Σχόλια του Καλβίνου

Ο Λούθηρος συνήθιζε να χρησιμοποιεί ζωηρά και ακραία παραδείγματα. Έκανε αναφορά σε έναν σωρό κοπριάς. Η θέα είναι αποκρουστική και η οσμή αηδιαστική. Παρομοίασε λοιπόν την πνευματική κατάσταση του ανθρώπου με αυτόν τον σωρό κοπριάς. Η πνευματική κατάσταση του ανθρώπου μπροστά στον Θεό είναι αποκρουστική.  Ο Λούθηρος συνεχίζοντας μεταφορικά αυτή την εικόνα έλεγε: όταν όμως χιονίσει όλα καλύπτονται από το χιόνι και γίνονται ολόλευκα. Η θέα ακόμη και αυτού του σωρού της κοπριάς έχει αλλάξει και είναι όμορφη. Ακόμη και η δυσάρεστη οσμή έχει εξαφανιστεί. Η δικαίωση είναι σαν το χιόνι που μας καλύπτει και αλλάζει τη θέση μας ενώπιον του Θεού. Στεκόμαστε δικαιωμένοι με μια δικαιοσύνη που είναι έξω από εμάς και η οποία μας σκεπάζει! Ο Λούθηρος δεν αρνήθηκε την εσωτερική αλλαγή του ανθρώπου η οποία γίνεται με τον αγιασμό. Η δικαίωση όμως του ανθρώπου δεν είναι ο αγιασμός του. 

Είναι ανάγκη να διακρίνουμε μεταξύ της δικαίωσης και του αγιασμού και να αναγνωρίσουμε τις διαφορές που υπάρχουν. 

 Η Κατήχηση του Γουεστμίνστερ εξηγεί: «Πώς διαφέρει η δικαίωση από τον αγιασμό;»

«Παρόλο που ο αγιασμός είναι αδιαχώριστα συνδεδεμένος με την δικαίωση διαφέρουν μεταξύ τους. Στην δικαίωση ο Θεός πιστώνει την δικαιοσύνη του Χριστού ενώ στον αγιασμό ενσταλάζει χάρη και ικανώνει την εφαρμογή της∙ στην δικαίωση η αμαρτία συγχωρείται ενώ στον αγιασμό καθυποτάσσεται. Η δικαίωση ελευθερώνει όλους τους πιστούς εξ’ ίσου και τέλεια σε τούτη την ζωή από την εκδικητική οργή του Θεού έτσι ώστε να μην πέσουν ποτέ σε καταδίκη ενώ ο αγιασμός δεν είναι ίσος σε όλους ούτε τέλειος σε κάποιον σε τούτη την ζωή αλλά αυξάνει σε τελειότητα»4

2. Η βάση της δικαίωσης: η υπακοή του Χριστού

Α. Η δικαίωση δεν λαμβάνεται με βάση τα καλά μας έργα

Η Καινή Διαθήκη μας διδάσκει πολλές φορές αυτή την αλήθεια, την οποία υπογραμμίζουμε. 

«20 Επειδή, από έργα τού νόμου δεν θα δικαιωθεί μπροστά του καμιά σάρκα… 28 Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι ο άνθρωπος δικαιώνεται διαμέσου τής πίστης, χωρίς τα έργα τού νόμου». (Ρωμ. 3). «Επειδή όμως ξέρουμε ότι ο άνθρωπος δε δικαιώνεται με τα έργα του νόμου, παρά μόνο με την πίστη στον Ιησού Χριστό, γι’ αυτό κι εμείς στον Ιησού Χριστό πιστέψαμε, για να δικαιωθούμε με την πίστη στον Χριστό και όχι με τα έργα του νόμου. Γιατί με τα έργα του νόμου δε θα δικαιωθεί κανένας απολύτως.» (Γαλ. 2:16, Βλ. Γαλ. 3:10-11, Πραξ. 13:38-39) 

Το συμπέρασμα δεν είναι ότι τα έργα δεν έχουν καμία θέση στη ζωή του πιστού καθώς η πίστη ενεργεί δια της αγάπης, αλλά ότι δεν απαιτούνται για τη δικαίωσή του. 

Β. Η βάση της δικαίωσης: το έργο του Χριστού

«18 ρα ον ς δι’ νς παραπτώματος ες πάντας νθρώπους ες κατάκριμα, οτω κα δι’ νς δικαιώματος ες πάντας νθρώπους ες δικαίωσιν ζως. 19 σπερ γρ δι τς παρακος το νς νθρώπου μαρτωλο κατεστάθησαν ο πολλοί, οτω κα δι τς πακος το νς δίκαιοι κατασταθήσονται ο πολλοί». (Ρωμ.5)

Η υπακοή του Χριστού είναι αντιπροσωπευτική όπως ήταν και του Αδάμ. Όπως με την παρακοή του Αδάμ ήρθε κατάκριση σε όλους όσους αντιπροσώπευε έτσι και με την υπακοή και τη δικαιοσύνη του Χριστού έρχεται η δικαίωση σε όλους όσους αντιπροσώπευε, δηλαδή τους πιστούς. Ο Χριστός υπάκουσε κατά πάντα και εκπλήρωσε τον Νόμο του Θεού για χάρη μας. Έκανε για μας αυτό που εμείς δεν μπορούσαμε να κάνουμε. Δεν αρκούσε όμως αυτό για τη σωτηρία μας.  Ως παραβάτες είμαστε ένοχοι και η δικαιοσύνη του Θεού απαιτεί την τιμωρία της αμαρτίας. 

Συνεπώς, δεν αρκούσε ο Χριστός να υπακούσει υπέρ ημών αλλά και να πληρώσει την ποινή των παραβάσεών μας∙ να πεθάνει υπέρ ημών. Εμείς δικαιωνόμαστε δωρεάν με τη χάρη του μόνο και μόνο γιατί ο Χριστός πλήρωσε τα λύτρα και έγινε το εξιλαστήριο θύμα. (Ρωμ. 3:24-25)

Ο Χριστός είναι ο δίκαιος και πάσχων δούλος που εκπλήρωσε αυτό που περιγράφει ο Ησαΐας:

Θα δει τους καρπούς του πόνου της ψυχής του, και θα χορτάσει· ο δίκαιος δούλος μου θα δικαιώσει πολλούς διαμέσου τής επίγνωσής του· επειδή, αυτός θα σηκώσει τις ανομίες τους.

Ησ. 53:11

Ο Καλβίνος λέει: «Επειδή η κατάρα εξ’ αιτίας της αμαρτίας μας, μάς περίμενε στη ουράνια δικαστική έδρα… Η καταδίκη του Χριστού έγινε μπροστά στο Πόντιο Πιλάτο… ώστε να γνωρίζουμε ότι η ποινή στην οποία εμείς ήμασταν υπόδικοι, έχει πέσει επάνω σ’ αυτόν τον δίκαιο άνθρωπο… όταν στάθηκε μπροστά σε μία δικαστική έδρα, κατηγορήθηκε και κατέθεσαν μαρτυρίες εναντίον Του και καταδικάστηκε σε θάνατο από τα λόγια ενός δικαστή, γνωρίζουμε από αυτές τις αναφορές ότι ο ρόλος αυτός ήταν ενός ένοχου αμαρτωλού… Βλέπουμε τον ρόλο ενός αμαρτωλού και εγκληματία αντιπροσωπευόμενος στο Χριστό όμως από την λαμπερή Του αθωότητα γίνεται ολοφάνερο ότι είχε επωμιστεί με τις παραβάσεις άλλων παρά τις δικές Του… Αυτή είναι η αθώωση μας, ότι η ενοχή που επιβαρύνει εμάς για να τιμωρηθούμε μεταβιβάστηκε στο κεφάλι του Υιού του Θεού. «Έγινε αμαρτία υπέρ ημών». Βάσταξε στην ψυχή Του τα φοβερά βάσανα ενός καταδικασμένου και χαμένου ανθρώπου ώστε στη δική μας ψυχή, η χαρά της γνώσης της συγχώρησης του Θεού και της δικής Του εύνοιας να βασιλεύει.»

πολλῷ οὖν μᾶλλον δικαιωθέντες νῦν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ σωθησόμεθα δι’ αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὀργῆς.

Ρωμ. 5:9

Ένας πιστός είδε ένα όνειρο ότι στέκεται μπροστά στον θρόνο του Θεού για να κριθεί. Ένας άγγελος είχε ανακοινώσει το όνομά του και ήταν έτοιμος να διαβάσει όλες τις αμαρτίες που είχε κάνει στη ζωή του. Το κατηγορητήριο ήταν μεγάλο. Πριν όμως ο άγγελος ξεκινήσει να διαβάζει, παρουσιάστηκε ένας άνδρας με λευκά ρούχα και ματωμένα χέρια, ο οποίος πλησίασε τον άγγελο, πήρε το κατηγορητήριο στα χέρια του, τοποθέτησε τη ματωμένη παλάμη του στις κατηγορίες και μετά το έδωσε πίσω στον άγγελο, λέγοντάς του να τις διαβάσει τώρα. Ο άγγελος το πήρε στα χέρια του και αφού στράφηκε στον άνδρα είπε: «δεν μπορώ γιατί  είναι καλυμμένες με το αίμα».  

Μακάριοι είναι εκείνοι, των οποίων συγχωρήθηκαν οι ανομίες, και των οποίων σκεπάστηκαν οι αμαρτίες.

Ρωμ. 4:7

Η Βελγική Ομολογία Πίστεως λέει: Αυτός είναι ο λόγος που

προσκολλώμαστε σ’ αυτό το θεμέλιο το οποίο είναι σταθερό για πάντα αποδίδοντας όλη την δόξα στον Θεό, ταπεινώνοντας τον εαυτό μας… χωρίς να διεκδικούμε ούτε το παραμικρό στον εαυτό μας ή στην δική μας αξία και στηριζόμαστε και αναπαυόμαστε στην μοναδική υπακοή του εσταυρωμένου Χριστού, η οποία είναι δική μας όταν πιστέψουμε σ’ Αυτόν. 

Άρθρο 23: Η Δικαίωση των αμαρτωλών

3. Το μέσον της δικαίωσης: μόνον η πίστης

Α. Η δικαίωση λαμβάνεται δια της πίστεως

Εάν ψάξουμε να βρούμε ένα εδάφιο στην Αγία Γραφή που να λέει ότι δικαιωνόμαστε «μόνο με την πίστη» θα το βρούμε μόνο στη μετάφραση του παρακάτω εδαφίου:

Επειδή όμως ξέρουμε ότι ο άνθρωπος δε δικαιώνεται με τα έργα του νόμου, παρά μόνο με την πίστη στον Ιησού Χριστό, γι’ αυτό κι εμείς στον Ιησού Χριστό πιστέψαμε, για να δικαιωθούμε με την πίστη στον Χριστό και όχι με τα έργα του νόμου. Γιατί με τα έργα του νόμου δε θα δικαιωθεί κανένας απολύτως. 

Γαλ. 2:16

Οι Μεταρρυθμιστές δίδασκαν ότι η δικαίωση λαμβάνεται μόνον με την πίστη.

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι ο άνθρωπος δικαιώνεται διαμέσου τής πίστης, χωρίς τα έργα τού νόμου. 

Ρωμ. 3:28

Η Βελγική Ομολογία Πίστεως  

Είναι η παλαιότερη Ομολογία Πίστης της Αναμορφωμένης θεολογίας (1561 μ.Χ.) και αφορούσε τότε μαζί το Βέλγιο και την Ολλανδία. Η Ομολογία Πίστης εστάλη στον βασιλιά Φίλιππο ΙΙ ως απολογία ότι δεν είναι επικίνδυνοι αναρχικοί. Την περίοδο εκείνη οι εκκλησίες διώκονταν φρικτά από τη Ρωμαιοκαθολική εκκλησία. Μαζί με την ομολογία πίστης διαβεβαιώνουν τον βασιλιά ότι η στάση τους θα είναι πρόθυμα να υπακούν στην κυβέρνηση για κάθε νόμιμο θέμα αλλά και ότι θα «προσφέρουν την πλάτη τους σε μαστιγώσεις, τη γλώσσα τους στα μαχαίρια, το στόμα τους σε φίμωτρα, και όλο το σώμα τους στην φωτιά» παρά να αρνηθούν την ομολογία αυτής της πίστης. Η Πίστη των Μεταρρυθμιστών ήταν πολύτιμη. Δεν ήταν απλώς λόγια ούτε θεωρίες.    

Στο θέμα: Η Δικαιοσύνη της Πίστης λέει:  

…Διότι κατ’ ανάγκη πρέπει να επακολουθεί είτε ότι όλα όσα απαιτούνται για την σωτηρία μας δεν βρίσκονται εν Χριστώ είτε εάν όλα είναι εν Αυτώ τότε εκείνος που εκ πίστεως έχει τον Χριστό έχει ολόκληρη την σωτηρία του.  Επομένως το να ισχυριζόμαστε ότι ο Χριστός δεν επαρκεί αλλά κάτι άλλο επίσης είναι αναγκαίο είναι η πιο μεγάλη βλασφημία κατά του Θεού διότι θα επακολουθούσε ότι ο Ιησούς Χριστός είναι μόνο μισός Σωτήρας. Συνεπώς κι εμείς με τον Παύλο δικαίως λέμε ότι δικαιωνόμαστε «μόνο με την πίστη» ή με την πίστη «χωρίς τα έργα. 

Άρθρο 22

Η δικαίωση αποκτάται μόνο με την πίστη γιατί η δικαιοσύνη του Χριστού είναι η μόνη αιτία της δικαίωσης και είναι μόνο με την πίστη που μπορούμε να αγκαλιάσουμε τον Χριστό και η δική Του δικαιοσύνη να γίνει δική μας. Η πίστη είναι η συνειδητή αναγνώριση της δικής μας αδικίας και ασέβειας και με αυτή τη βάση εμπιστευόμαστε τον Χριστό ως τη δική μας δικαιοσύνη. Η πίστη είναι μια δική μας πράξη αλλά όχι δικό μας έργο. Είναι το μέσον με το οποίο αποδεχόμαστε χωρίς να είναι ένα μέσον με το οποίο μπορούμε να κερδίσουμε ή να ανταμειφθούμε. 

Δυστυχώς η Ομολογία Πίστεως του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Δοσίθεου (μια ομολογία που ανασκευάζει την Ομολογία Πίστεως του Πατριάρχη Κύριλλου Λούκαρη, ο οποίος είχε ασπαστεί τις αλήθειες της Μεταρρύθμισης) λέει: «Πιστεύομεν ου δια πίστεως απλώς μόνης δικαιούσθαι τον άνθρωπον αλλά δια πίστεως και ενεργουμένης δια της αγάπης, ταυτόν ειπείν, δια της πίστεως και των έργων… Τουναντίον δε μάλλον πιστεύομεν, ότι ου της πίστεως αναφορικόν αλλά την ούσαν εν ημίν πίστιν δια των έργων δικαιούν ημάς παρά Χριστού…»5 .

Η Ρωμαιοκαθολική Σύνοδος του Τρέντο (1545-63) καταδίκασε τον ορισμό της δικαίωσης λέγοντας: «Εάν κάποιος λέει ότι η δικαιώνουσα πίστη δεν είναι τίποτα άλλο παρά πεποίθηση στο έλεος του Θεού το οποίο συγχωρεί αμαρτίες χάριν του Χριστού, ή ότι με αυτή τη πεποίθηση μόνον δικαιωνόμαστε, ας είναι ανάθεμα» (Παρ. 6, Καν.12) 

Εύστοχα η Μεγάλη Κατήχηση του Γουεστμίνστερ διευκρινίζει: 

Ερώτηση: 73. «Πώς η πίστη δικαιώνει έναν αμαρτωλό μπροστά στον Θεό;»

«Η πίστη δεν δικαιώνει έναν αμαρτωλό μπροστά στον Θεό εξαιτίας των άλλων αρετών οι οποίες πάντοτε την συνοδεύουν ή των καλών έργων τα οποία είναι οι καρποί της ούτε η χάρη της πίστης ή οποιοδήποτε έργο της πίστης λογαριάζεται σ’ αυτόν για την δικαίωσή του. Αλλά η πίστη δικαιώνει μόνο εξ’ αιτίας του ότι είναι ένα μέσον με το οποίο ο αμαρτωλός λαμβάνει και εφαρμόζει τον Χριστό και την δική Του δικαιοσύνη.» 

Ο J.I. Packer ορθά έχει πει ότι η πίστη είναι «απλώς ένα μέσον με το οποίο κάποιος βρίσκει όλη την ελπίδα του έξω από τον εαυτό του, στο πρόσωπο και το έργο κάποιου άλλου και σε καμία περίπτωση ως την δημιουργική αιτία ή την αντικειμενική βάση για την δικαίωση. Διότι η αληθινή πίστη είναι ενεργός μόνο στον άνθρωπο που είναι εντελώς απασχολημένος με τον Χριστό∙ η πρακτική της σημαίνει  ότι κάθε ευλογία προέρχεται από κάποιον άλλον. Γι’ αυτό και η πίστη είναι αποκλειστική και δεν ανέχεται την παρέα∙ είναι πραγματικά παρούσα μόνο εκεί όπου κάθε συνεισφορά για την σωτηρία του από πλευράς του πιστού ή της εκκλησίας έχει απόλυτα αποκλειστεί.» 6

«Η σώζουσα δύναμη της πίστης κατοικεί… όχι στον εαυτό της αλλά στον Παντοδύναμο Σωτήρα πάνω στον οποίο αναπαύεται. Δεν είναι η πίστη που σώζει αλλά η πίστη στον Χριστό… μιλώντας κυριολεκτικά δεν είναι ούτε η πίστη στον Χριστό που σώζει αλλά ο Χριστός σώζει δια της πίστεως. Η σώζουσα δύναμη κατοικεί αποκλειστικά όχι στην πράξη της πίστης ή στην διάθεση της πίστης ή στην φύση της πίστης αλλά στο αντικείμενο της πίστης… δε θα μπορούσαμε περισσότερο να παρεξηγήσουμε (την βιβλική αντιπροσώπευση της πίστης) από το να μεταφέρουμε στην πίστη ακόμη και την παραμικρή ποσότητα από αυτή την σώζουσα ενέργεια, η οποία αποδίδεται μέσα στις Γραφές αποκλειστικά και μόνον στο Χριστό». (B.B. Warfield – Πίστη) 

Ένα παράδειγμα ανθρώπου που έλαβε τη δικαίωση μόνο με την πίστη είναι ο Τελώνης στη γνωστή Παραβολή του Φαρισαίου και του Τελώνη. 

13 Και ο τελώνης, που στεκόταν από μακριά δεν ήθελε ούτε τα μάτια του να υψώσει στον ουρανό, αλλά χτυπούσε στο στήθος του, λέγοντας: Θεέ μου, σκέπασε με έλεος εμένα τον αμαρτωλό. 14 Σας λέω: Αυτός κατέβηκε στο σπίτι του δικαιωμένος, παρά εκείνος· επειδή, όποιος υψώνει τον εαυτό του, θα ταπεινωθεί· και εκείνος που ταπεινώνει τον εαυτό του, θα υψωθεί.

Λουκ. 18

Ο Ίδιος ο Χριστός μας βεβαιώνει ότι ο Τελώνης καθώς μετανοημένος και με πίστη ζήτησε το έλεος του Θεού χωρίς να χρειαστεί να κάνει ούτε ένα έργο μετάνοιας ή μια αγαθοεργία πηγαίνει στο σπίτι του δικαιωμένος! Αυτό ακριβώς  έλεγαν και οι Μεταρρυθμιστές. Ο άνθρωπος δικαιώνεται μόνο δια της πίστεως. «Μόνο η Πίστη». 

Η δικαίωση δεν είναι ανταμοιβή στα καλά έργα της πίστης. Η δικαίωση προσφέρεται στα απλωμένα άδεια και λερωμένα χέρια της μετανοούσας πίστης που εκλιπαρεί για άφεση έχοντας μόνο ένα επιχείρημα: «ότι ο Χριστός αρκεί». 

Όπως έχει ειπωθεί, το δόγμα της δικαίωσης μόνο με την πίστη είναι σαν τον Άτλαντα που σηκώνει πάνω στους ώμους του ολόκληρο τον κόσμο της γνώσης του Σωτήρα Θεού. Αν αυτός ο Άτλας σκοντάψει στο περπάτημά του, όλος ο κόσμος της γνώσης του Θεού πάνω στον οποίο στηρίζεται καταρρέει.

_____________

  1. Daniel B. Clendenin, Eastern Orthodox Christianity A Western Perspective, Second edition, Baker Academic, 2003, σελ.123.)
  2. Παναγιώτου  Ν. Τρεμπέλα ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΟΜΟΣ Β’ Αδελφότης Θεολόγων «Ο ΣΩΤΗΡ» 1979, σελ.276.
  3.  Σύνοδος Τριδέντου, 6
  4.  Η Μεγάλη Κατήχηση του Γουεστμίνστερ Σύγκριση δικαίωσης και αγιασμού: 77
  5. Philip Schaff, The Creeds of Christendom, Vol. II, The Greek and Latin Creeds. Η Ομολογία του Δοσίθεου ή των δεκαοχτώ αποφάσεων της Συνόδου των Ιεροσολύμων 1672 μ.Χ. Όρος ιγ’ σελ. 418.
  6. SOLA FIDE: THE REFORMED DOCTRINE OF JUSTIFICATION Dr. J. I. Packer σελ. 7

Scroll to top