Ματιές στον Γερμανικό Φιλελληνισμό

low-angle photography of column ruins during daytime

Ο «ἀοιδὸς τῆς ἑλληνικῆς ἐλευθερίας» – αντί εισαγωγής

«Οδός Μυλλέρου»! Ένας από τους χιλιάδες δρόμους της Αθήνας. Βιαστικοί περαστικοί, Αθηναίοι και ξένοι, άνθρωποι της γειτονιάς, οι ίδιοι οι κάτοικοι αυτού του δρόμου στο Μεταξουργείο είναι σχεδόν βέβαιο ότι αγνοούν (έστω η μεγάλη πλειοψηφία) ποιος ήταν ο άνθρωπος πίσω από την ελληνοποιημένη εκδοχή του Γερμανικού Müller. Και φυσικά αγνοούν ότι είναι εκείνος που το 1824 έγραφε τους στίχους: «Λαοί απ’ όλες τις γωνιές της γης ελάτε –ελάτε και βοηθήστε ν’ απελευθερώσουμε τη χώρα που όλους εσάς ελευθέρωσε»1.

Το τελευταίο διάστημα, με την ευκαιρία του εορτασμού των 200 χρόνων από την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης και στα πλαίσια διαφόρων σχετικών δράσεων η «Εταιρεία για τον Ελληνισμό και τον Φιλελληνισμό» ανέδειξε με εμπεριστατωμένη ανάρτηση στην ιστοσελίδα της προσωπικότητες πολλών Φιλελλήνων, μεταξύ αυτών και την μορφή του Wilhelm Müller (1794-1827), γνωστού κυρίως στον περιορισμένο κύκλο των ερευνητών της σύγχρονης Νεοελληνικής ιστορίας.2 Είναι πιθανότατα γνωστός και στους σπουδαστές της Μουσικής, ως ο στιχουργός που έδωσε στον Franz Schubert το υλικό για τη σύνθεση κάποιων από τα ωραιότερα Lieder του, όπως τη συλλογή «Die Winterreise» («Χειμωνιάτικο Ταξίδι»). Ο Γερμανός λυρικός ποιητής και σημαντικός εκπρόσωπος του Γερμανικού Ρομαντισμού, με σπουδές φιλολογίας και ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, αφιέρωσε μεγάλο μέρος του ποιητικού του έργου σε θέματα εμπνευσμένα από τον αγώνα των Ελλήνων για την ανεξαρτησία. Περισσότερα από πενήντα ποιήματά του εκδόθηκαν σε διάφορες συλλογές υπό τον τίτλο «Τραγούδια των Ελλήνων» (Lieder der Griechen), ή αργότερα «Νέα τραγούδια των Ελλήνων». Το πάθος του για την ιστορία αυτής της μακρινής αρχέγονης πατρίδας όλων των ιδεών που θαύμαζε αλλά και για τη σύγχρονη εξέγερση με στόχο την ελευθερία ήταν η αιτία να τον ονομάσουν οι συμπατριώτες και αναγνώστες του «Müller των Ελλήνων» (Griechen-Müller).

Η θεματική των ποιημάτων του Müller έχει μεγάλο εύρος: μορφές και σύμβολα της Κλασσικής Ελλάδος σε αντιπαράθεση με εικόνες της σκλαβιάς αλλά και τον πόθο της ελευθερίας, σκίτσα ηρώων της Επανάστασης (Μπότσαρης, Κανάρης, αλλά και Λόρδος Βύρων), έντονη κριτική στην αρνητική απέναντι στον ελληνικό αγώνα στάση των Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, τρυφερές εικόνες από τον ανώνυμο αγωνιστή. Σ’ ένα ποίημα του που ιδιαίτερα αγαπήθηκε με τίτλο «Το μικρό Υδραιόπουλο» («Der kleine Hydriot») ακούμε να μιλά ένα μικρό αγόρι. Διηγείται πώς ο πατέρας του του έμαθε να κολυμπά, να κωπηλατεί, να διευθύνει ένα πλοίο, να μένει ατάραχος και ψύχραιμος αντιμετωπίζοντας ισχυρούς ανέμους και πανύψηλα κύματα. Κάθε φορά ο πατέρας περήφανος τον βλέπει να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του. «Με το καλό, Υδραιόπουλο», φωνάζει κάθε φορά. «Σήμερα όμως», λέει το αγόρι, «μου έβαλε στο χέρι ένα σπαθί, είπε πως τώρα πια είμαι ένας πολεμιστής για τον Θεό και την πατρίδα». Το αγόρι νιώθει τη ματιά του πατέρα να διαπερνά την καρδιά του. Σηκώνει το σπαθί ψηλά προς τον ουρανό, νιώθει εκείνη την ώρα πως είναι κι όλας άντρας. Άλλη μια φορά το πρόσωπο του πατέρα γίνεται «κόκκινο σαν αίμα» από την περηφάνια. «Με το καλό, Υδραιόπουλο!», φωνάζει. «Πάντα με το σπαθί στο χέρι».3

Η μνήμη του Wilhelm Müller, της απήχησης που είχε το ποιητικό του έργο στις συνειδήσεις των Ευρωπαίων και των αισθημάτων θαυμασμού και συμπάθειας που προκαλούσε απέναντι στον αγώνα των Ελλήνων, ήταν νωπά τις πρώτες δεκαετίες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Στην γενέτειρα του ποιητή, στο Dessau, η Ελλάς προσέφερε πεντελικό μάρμαρο για να ανεγερθεί προτομή και να εντοιχισθεί αναμνηστική πλάκα στην οικία του. Στο βάθρο της προτομής τέσσερις παραστάσεις γυναικείων μορφών συμβολίζουν την Ποίηση, την Επιστήμη, την Γερμανία και την Ελλάδα, η οποία φέρει ξίφος και σπάζει τις αλυσίδες της. Στην ελληνική επιγραφή αναγράφονται τα εξής: «Τῷ τῆς ἑλληνικῆς ἐλευθερίας ἀοιδῷ τὸν λίθον ἐκ τῶν Ἀττικῶν καὶ Λακωνικῶν λατομείων ἡ Ἑλλὰς εὐγνωμονοῦσα». Στην Αθήνα ο δρόμος του Μεταξουργείου έλαβε το όνομα του Γερμανού ποιητή το 1884 ύστερα από πρόταση του Νικολάου Πολίτη. Ως γνώστης της Ευρωπαϊκής ποίησης ο Πολίτης ήταν σε θέση να εκτιμήσει τη σημασία του έργου του Wilhelm Müller για την υπόθεση του Ελληνικού Αγώνα.

200 χρόνια μετά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης όχι μόνον ο Wilhelm Müller αλλά και το Γερμανικό Φιλελληνικό κίνημα γενικά είναι ελάχιστα γνωστά στο ευρύ κοινό, μοιάζει να μην έχουν αφήσει σοβαρό αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη. Η αιτία δεν είναι δύσκολο να βρεθεί. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Κατοχή ταύτισαν για τους πολλούς τον Ναζισμό με οτιδήποτε Γερμανικό. Έριξαν στη λήθη μεγάλες μορφές της Γερμανικής διανόησης, θεολόγους, πάστορες που με πάθος επιχειρηματολόγησαν υπέρ της Ελληνικής Επανάστασης. Ξεχάστηκαν επίσης από τους πολλούς οι Γερμανοί εθελοντές που από τον πρώτο χρόνο της εξέγερσης ήρθαν στην Ελλάδα για να πολεμήσουν, οι περισσότεροι αριθμητικά ανάμεσα στις άλλες ξένες εθνότητες. Και φυσικά ξεχάστηκαν οι νεκροί Γερμανοί, κι αυτοί, αναλογικά, οι περισσότεροι από τους άλλους νεκρούς Φιλέλληνες. Το θέμα «Γερμανικός Φιλελληνισμός» έμεινε περιορισμένο κυρίως στον χώρο της ιστορικής έρευνας.4

«Γαλήνη και ειρήνη θέλει η Ευρώπη – Γιατί τα αναστάτωσες;»5

Αυτό το έλλειμμα της μνήμης είναι επιπλέον άδικο, επειδή, σε αντίθεση με αντίστοιχα κινήματα σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες όπως η Μ. Βρετανία, η Γαλλία, ή η Ρωσία, ο Γερμανικός Φιλελληνισμός δεν δημιουργήθηκε στο πλαίσιο ενός ισχυρού συγκροτημένου κράτους, η πολιτική ηγεσία του οποίου επρόκειτο να αποκτήσει οικονομικά και στρατιωτικά συμφέροντα από τη δημιουργία ενός αυτόνομου Ελληνικού κράτους.

Μεταξύ των πολλαπλών ρυθμίσεων οι οποίες αποφασίστηκαν κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης (1814-15) από τις Δυνάμεις που συνετέλεσαν στην πτώση του Ναπολέοντα υπήρχε και η δημιουργία της Γερμανικής Συνομοσπονδίας (Deutscher Bund). 38 κράτη-μέλη (ο αριθμός άλλαζε κατά καιρούς) και 4 ελεύθερες πόλεις, Αμβούργο, Φρανκφούρτη στον Μάϊν, Λυβέκη (Lübeck) και Βρέμη, συναποτέλεσαν ένα χαλαρό σχήμα του οποίου οι ιδρυτικοί στόχοι, – διατήρηση της εξωτερικής και εσωτερικής ασφάλειας, της ανεξαρτησίας και ακεραιότητας των μεμονωμένων κρατών – απέκλειαν τη λειτουργία συγκροτημένου και ενοποιημένου κρατικού μορφώματος. Όπως έχει επισημανθεί, το σχήμα αυτό δεν οδηγούσε στη δημιουργία ενοποιημένου Γερμανικού κράτους, αντίθετα στόχευε ακριβώς στο να παρεμποδίσει μια τέτοια εξέλιξη. Τμήματα του βασιλείου της Πρωσίας συνιστούσαν το ισχυρό κράτος του Βορρά και τμήματα της Αυστριακής ηγεμονίας αποτελούσαν το ισχυρό νοτιοανατολικό σκέλος της Γερμανικής Συνομοσπονδίας. Άλλωστε η Αυστρία είχε μόνιμα την προεδρία του διαρκούς Ομοσπονδιακού Συμβουλίου που έδρευε στη Φρανκφούρτη. Οι πολιτικές δυνάμεις εντός του Γερμανικού χώρου που επεδίωκαν την ενοποίηση ή τις μεταρρυθμίσεις και την εισαγωγή φιλελεύθερων συνταγμάτων, οι φοιτητές που επέστρεψαν στα Πανεπιστήμια από τον «απελευθερωτικό πόλεμο» εναντίον της Γαλλικής κατοχής, όλοι αυτοί βρέθηκαν μέσα σε ένα κρατικό πλαίσιο ελεγχόμενο από τις δυνάμεις που αναγνώριζαν την απόλυτη εξουσία στην κεφαλή της εκάστοτε εξουσίας και υπό τον έλεγχο του πανίσχυρου καγκελαρίου και υπουργού Εξωτερικών της Αυστρίας Clemens Wenzel von Metternich.6 Μάλιστα με αφορμή ταραχές που ξέσπασαν κυρίως στον χώρο των Πανεπιστημίων επιβλήθηκαν το 1819 επιπρόσθετα κατασταλτικά μέτρα (τα διατάγματα του Karlsbad) και λογοκρισία στον Τύπο και σε όλες τις εκδόσεις.

Τα δεδομένα αυτά έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς βοηθούν να αντιληφθούμε το αρνητικό πολιτικό κλίμα, μέσα στο οποίο εκδηλώθηκε το Γερμανικό κίνημα υποστήριξης προς τους επαναστατημένους Έλληνες. Και το γενικότερο πολιτικό κλίμα της Ευρώπης ήταν αρνητικό απέναντι στα επαναστατικά κινήματα. Ύστερα από τις αναστατώσεις των Ναπολεόντειων πολέμων, τις καταστροφές, τα εκατομμύρια των νεκρών, οι αποφάσεις των νικητών κινήθηκαν προς την παλινόρθωση των προεπαναστατικών δυναστικών οίκων και την επιβολή των ισχυρών μοναρχιών ως νόμιμων καθεστώτων της Ευρώπης που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν το μεγάλο ζητούμενο: ειρήνη. Η «Ευρωπαϊκή Συμμαχία» (Concert of Europe), το σύμφωνο συνεργασίας που συνέπηξαν η Ρωσία, η Αυστρία, η Πρωσία και η Αγγλία (και η Γαλλία μετά την παλινόρθωση του βασιλικού οίκου των Βουρβώνων) είχε ως κύριο στόχο τη διαφύλαξη της ειρήνης μέσω της διατήρησης του πολιτικού και εδαφικού status quo που συναποφασίσθηκe το 1815 στο Συνέδριο της Βιέννης. Επιπλέον, το ίδιο έτος, η άτυπη συμφωνία, γνωστή ως Ιερά Συμμαχία, καρπός της πρωτοβουλίας του ιδιαίτερα θρησκευόμενου αυτοκράτορα της Ρωσίας Αλεξάνδρου Α’, καλούσε σε συνεργασία τους ηγεμόνες της ορθόδοξης Ρωσίας, της καθολικής Αυστρίας και της προτεσταντικής Πρωσίας σε αδελφική αλληλεγγύη και διακυβέρνηση σύμφωνα με τις χριστιανικές αρχές της αγάπης, της δικαιοσύνης και ειρήνης και σε αναγνώριση ως μοναδικού ηγεμόνος του Κυρίου Ιησού Χριστού. Παρά τις υψηλές αυτές διακηρύξεις και άλλες παρόμοιες που περιέχονται στα άρθρα της συμφωνίας η Ιερά Συμμαχία (ιδίως με την κατοπινή διευρυμένη της σύνθεση) έγινε, κυρίως υπό την πολιτική επιρροή του Μέττερνιχ, όχημα για την προσπάθεια καταστολής μεταρρυθμιστικών και απελευθερωτικών κινημάτων. Και βέβαια καταλαβαίνει κανείς, ότι οι δύο κατεξοχήν πολυεθνικές αυτοκρατορίες της Ευρώπης, η Αυστρία και Ρωσία, δεν θα ήταν δυνατόν να ευνοούν κινήματα που θα μπορούσαν να απειλήσουν τη συνοχή και ακεραιότητα της δικής τους επικράτειας. Ιδιαιτέρως δε εντός της Γερμανικής Συνομοσπονδίας οι ηγεσίες αντιμετώπιζαν με καχυποψία και εχθρότητα οποιαδήποτε τάση υποστήριξης απελευθερωτικών κινημάτων στο εξωτερικό φοβούμενες ότι αποτελούσαν προάγγελο εσωτερικών εξεγέρσεων με στόχο την παραχώρηση φιλελεύθερων συνταγμάτων αλλά και την ενοποίηση της Γερμανίας.

Μέσα σ’ αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα εκδηλώθηκε η Ελληνική Επανάσταση. «Η Ευρώπη θέλει ειρήνη, γιατί την τάραξες;», ρωτά ο «Müller των Ελλήνων» στους στίχους του ποιήματος «Η ελπίδα της Ελλάδος». Όπως αργότερα και ο Διονύσιος Σολωμός στον Ύμνο στην Ελευθερία, προειδοποιεί κι αυτός τους Έλληνες ότι δεν πρέπει να περιμένουν βοήθεια από τις Ευρωπαϊκές δυνάμεις. «Ελλάς, που είναι στραμμένο το βλέμμα σου;», ρωτά και πάλι ο Müller. Κι έρχεται η απάντηση: «Γιε μου, κοιτάω ψηλά στον Θεό, την παρηγοριά μου… το καταφύγιό μου στον αγώνα και στον θάνατο».7

«Όλοι ενώνονται στο ενδιαφέρον τους για τους Έλληνες»

Το κίνημα του Φιλελληνισμού, καταλήγει η σύγχρονη έρευνα, δεν ήταν ένα μονοδιάστατο φαινόμενο.8 Αυτό βεβαίως ισχύει και στον Γερμανικό χώρο. Οπωσδήποτε, ιδίως στη Γερμανία, ο θαυμασμός για την Αρχαία Ελλάδα και η μελέτη του πολιτισμού της απετέλεσε σημαντικό παράγοντα για την εκδήλωση του κινήματος. Η Κλασσική Τέχνη και Λογοτεχνία, η πολιτική σκέψη της Κλασσικής Ελλάδος αποτελούσαν από τον 18ο αιώνα σημείο αναφοράς για την Γερμανική διανόηση, η Αρχαία Ελλάδα στάθηκε βασική πηγή έμπνευσης των μεγάλων Γερμανών ποιητών, Goethe, Schiller, Hölderlin. Συγχρόνως με την έκδοση και τον φιλολογικό σχολιασμό των κειμένων της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας άρχισε στα Γερμανικά Πανεπιστήμια η μεγάλη παράδοση των Κλασσικών Σπουδών. Την ίδια περίοδο οι περιηγητές, ιστορικοί και αρχαιολόγοι, που έρχονται στην «καθ’ ἡμᾶς» Ανατολή αναζητώντας τα ίχνη του κλασσικού παρελθόντος στη χώρα που αγάπησαν και γνώρισαν μέσα στις μελέτες τους ανακαλύπτουν συγχρόνως έναν λαό έκθετο στη δεσποτική κυριαρχία των Οθωμανών. Δεν είναι τυχαίο ότι από την ποίηση του Hölderlin αναδύεται έντονη συγκίνηση για την αιματηρή καταστολή της αποτυχημένης εξέγερσης του 1770.9

Στην περίπτωση του Γερμανικού Φιλελληνισμού σημαντικό ρόλο έπαιξε η παραδοχή ότι οι υπόδουλοι Νεοέλληνες ήταν απόγονοι των δημιουργών του πολιτισμού που έθρεψε την Ευρώπη. Συνεπώς η όποια βοήθεια στον αγώνα αυτού του λαού για ανεξαρτησία αποτελούσε οφειλή ευγνωμοσύνης από πλευράς της Ευρώπης. Ο φιλόλογος Carl Jakob Ludwig Iken σχολίαζε: «μήπως οι πρόγονοι των Νεοελλήνων δεν είναι και δικοί μας πατέρες στη γνώση και άσκηση της αρετής, σε λόγο και έργο, δεν είναι οι πατέρες της επιστήμης μας, το πρότυπο της ποίησής μας, οι δάσκαλοί μας στις Τέχνες;».10

Βεβαίως, όπως ήδη αναφέρθηκε, υπήρχαν κι άλλοι παράγοντες που επηρέασαν το φιλελληνικό κίνημα στη Γερμανία. Υπήρχε η έντονη δυσφορία για το πολιτικό καθεστώς που είχε επιβληθεί στα Γερμανικά κρατίδια και η τάση, με όχημα τη στήριξη ενός απελευθερωτικού κινήματος να ενισχυθούν οι εντόπιες φιλελληνικές δυνάμεις. Και βέβαια πολλοί ήταν εκείνοι, ιδίως στην ηγεσία της Ευαγγελικής Εκκλησίας, που έβλεπαν με θλίψη την κυριαρχία μη Χριστιανικών δυνάμεων στα εδάφη, όπου είχε κηρυχθεί το Ευαγγέλιο και δημιουργήθηκαν οι πρώτες Χριστιανικές εκκλησίες. Έβλεπαν με θλίψη σκλαβωμένο τον λαό που στη γλώσσα των προγόνων του είχε γραφτεί η Καινή Διαθήκη.

Όπως εύστοχα σχολίαζε ένα σύγχρονος των γεγονότων: «Όλοι ενωμένοι στο ενδιαφέρον τους για την Ελλάδα: τους ευσεβείς κινεί η κοινή πίστη, τους μορφωμένους οι αναμνήσεις της κλασσικής τους παιδείας, τους φιλελεύθερους η ελπίδα η αρχαία ελληνική δημοκρατία να γίνει προπομπός και τροφός του εκδημοκρατισμού της Ευρώπης».11

«Χωρίς Ελευθερία τι θα ήσουν, Ελλάς; Χωρίς εσένα, Ελλάς, τι θα ήταν ο κόσμος;»12

Την Κυριακή των Βαΐων του 1821 ο καντιανός φιλόσοφος (είχε διαδεχθεί παλαιότερα τον Immanuel Kant στο Πανεπιστήμιο του Königsberg), καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας Wilhelm Traugott Krug (1770-1842), εξεφώνησε έναν λόγο που θεωρείται από πολλούς η «ιδρυτική διακήρυξη του Φιλελληνισμού». Τίτλος του: «Η αναγέννηση της Ελλάδος. Ένα πρόγραμμα για την εορτή της Ανάστασης» (Griechenlands Wiedergeburt. Ein Programm zum Auferstehungsfeste).13 Γνωστός για τις φιλελεύθερες απόψεις του, τις οποίες μάλιστα δεν δίσταζε να κάνει γνωστές μέσω φυλλαδίων που εξέδιδε,14 o Krug έπαιρνε δημόσια θέση πάνω στα πολιτικά θέματα της εποχής του υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων την ελευθερία του Τύπου και το αντιπροσωπευτικό κοινοβουλευτικό σύστημα. Στη σύνταξη του λόγου, ο οποίος τυπώθηκε, κυκλοφόρησε ευρύτατα και ανατυπώθηκε βρίσκοντας μεγάλη απήχηση στον Γερμανικό χώρο, ο Krug παρακινήθηκε και από τους ενθουσιώδεις Έλληνες φοιτητές των Γερμανικών Πανεπιστημίων και έχοντας μόνη την πληροφόρηση για την εξέγερση στη Μολδαβία.15

«Η εξουσία των Τούρκων στην Ευρώπη», σχολίαζε μεταξύ άλλων ο Krug, «δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να θεωρηθεί νόμιμη. Πρόκειται για προϊόν σφετερισμού. Δημιουργήθηκε ύστερα από έναν επιθετικό, κατακτητικό πόλεμο. Μια τέτοια αφετηρία, σύμφωνα με όλα όσα προβλέπουν οι υγιείς, δηλ. οι ορθολογικοί όροι του διεθνούς Δικαίου, δεν μπορεί ποτέ να νομιμοποιήσει την εξουσία ενός λαού επί ενός άλλου».16

Το γεγονός ότι ο Krug συνέδεσε αυτή τη δημόσια προβολή της ελληνικής υπόθεσης με την Ανάσταση του Κυρίου παραπέμπει βεβαίως σε έναν βαθύτερο συμβολισμό. Οι υπόδουλοι Έλληνες δεν είναι απλώς οι απόγονοι εκείνων, στους οποίους η Ευρώπη οφείλει τις απαρχές του πολιτισμού και της επιστημονικής ανάπτυξης αλλά και οι Χριστιανοί αδελφοί που προσβλέπουν στη δική τους ανάσταση. Απευθυνόμενος σ’ αυτούς κλείνει τον λόγο του με το όραμα της «βεβηλωμένης Αγίας Σοφίας» που ανοίγει τις πύλες της για να υποδεχθεί τους νικητές Έλληνες που εισέρχονται κρατώντας τον Σταυρό. Τον Αύγουστο του 1821 ο περίφημος, γνωστός ως σήμερα, εκδοτικός οίκος Brockhaus τύπωσε προκήρυξη του Krug, με την οποία ο επιφανής λόγιος ζητούσε τη στήριξη του ελληνικού αγώνα μέσω της ίδρυσης φιλελληνικών επιτροπών και συλλόγων οι οποίοι θα οργάνωναν την προώθηση εθελοντών στις επαναστατημένες περιοχές αλλά και την αποστολή βοήθειας στον λαό που υπέφερε. Παρ’ όλη την εχθρότητα των Αρχών εντός του πολιτικού και ιδεολογικού πλαισίου που πιο πάνω διαγράψαμε, οι θέσεις του Krug είχαν ευρεία απήχηση. Ανάλογες εκκλήσεις διατυπώθηκαν μέσω και του Τύπου στη Βρέμη και στο Αμβούργο.

Άλλος σπουδαίος παράγων του Γερμανικού φιλελληνικού κινήματος με κέντρο το Μόναχο ήταν ο περίφημος Κλασσικός φιλόλογος Friedrich Wilhelm Thiersch (1784-1860).17 Η αγάπη και το ενδιαφέρον του όχι μόνον για την Αρχαία Ελλάδα αλλά και για τον σύγχρονο λαό που σε μεγάλο βαθμό αυτοπροσδιοριζόταν ως Έλληνες είχε δημιουργηθεί πριν την εξέγερση του ’21, κάτι που ισχύει για πολλούς διανοούμενους και καθηγητές των Γερμανικών Πανεπιστημίων της εποχής. Όπως ορθώς έχει επισημανθεί, χωρίς αυτή την ενασχόληση με την υπόθεση της Ελλάδος πολύ πριν ξεσπάσει η επανάσταση «θα ήταν αδιανόητο να φανταστούμε το κύμα συμπάθειας που περιγράφεται σε γερμανικά κείμενα μετά την εκδήλωση της Επανάστασης».18 Αυτή η αγάπη οδήγησε μάλιστα τον Thiersch στο να εξελληνίσει το όνομά του υιοθετώντας την εκδοχή «Ειρηναίος Θείρσιος»! Ο Thiersch θεμελίωσε τις Κλασσικές Σπουδές στη Βαυαρία και οργάνωσε, ιδίως μετά την ανάρρηση στον βαυαρικό θρόνο (1825) του επίσης Φιλέλληνα ηγεμόνα Λουδοβίκου Α’, τις βαθμίδες τις εκπαίδευσης με ανθρωπιστικό προσανατολισμό.

Tην ιδεολογία του καθόριζαν οι φιλελεύθερες ιδέες και η χριστιανική του πίστη. Την ίδια περίοδο με τον Krug εμφανίστηκε και η δική του προκήρυξη «Η σωτηρία της Ελλάδος, η υπόθεση της υπόχρεης Ευρώπης» με κύριους άξονες την γνωστή πνευματική οφειλή της Ευρώπης στον ελληνικό λαό αλλά και την οφειλόμενη βοήθεια προς τους υπόδουλους Χριστιανούς αδελφούς της Ανατολής. Αυτές οι θέσεις που με παρρησία προβάλλονταν αλλά και η πρωτοβουλία του Τhiersch να καταρτισθεί Γερμανική Λεγεώνα που θα πολεμούσε στο πλευρό των Ελλήνων προκάλεσαν την οργή των υπηρεσιών του Metternich.

Φιλελληνικοί σύλλογοι – εθελοντές

Η κινητοποίηση αυτή οδήγησε στη δημιουργία φιλελληνικών συλλόγων σε πολλές πόλεις της Γερμανίας όπως βέβαια και της Ελβετίας.19 Κομβικό ρόλο έπαιξε σε όλη τη δράση ο σύλλογος που ιδρύθηκε το φθινόπωρο του 1821 στη Στουτγάρδη. Στις γνωστές πανεπιστημιουπόλεις Χαϊδελβέργη, Τυβίγγη(Tübingen), δημιουργήθηκαν επίσης παρόμοια κέντρα, ενώ ως το 1824 στο βασίλειο της Βιττεμβέργης συγκεντρώθηκαν 19.575 φιορίνια από τους φιλελληνικούς συλλόγους 513(!) πόλεων και κοινοτήτων. Σύλλογοι δραστηριοποιήθηκαν σε πολλές άλλες πόλεις. Ενδεικτικά αναφέρονται το Ντάρμσταντ, το Φράϊμπουργκ, η Φρανκφούρτη του Μάϊν, το Αμβούργο, στην Ελβετία η Ζυρίχη, η Βασιλεία, η Γενεύη, έδρα του τραπεζίτη Εϋνάρδου, μεγάλου Φιλέλληνα και στενού φίλου του Ιωάννη Καποδίστρια, με πολυποίκιλη δραστηριότητα. Η ιστορική έρευνα έχει ασχοληθεί επανειλημμένα με την κοινωνική σύνθεση των κατά τόπους συλλόγων καταλήγοντας σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα. Οπωσδήποτε οι πρώτοι που κάλεσαν τους Γερμανούς να στηρίξουν τον ελληνικό αγώνα, όπως και τα ηγετικά στελέχη των συλλόγων ανήκαν στα ανώτερα μορφωμένα αστικά στρώματα και επίσης στον χώρο της Ευαγγελικής εκκλησίας.20

Από τις τοπικές κυβερνήσεις υπήρξε σαφώς αντίδραση σύμφωνα με την εχθρική προς τα επαναστατικά κινήματα πολιτική που κυριαρχούσε στη Γερμανική Συνομοσπονδία, αντίδραση όμως που διαφοροποιούνταν σε ένταση στα επιμέρους κρατίδια ανάλογα με τις ιδιαίτερες πολιτικές συνθήκες. Δεν είναι βεβαίως τυχαίο ότι το φιλελληνικό κίνημα αναπτύχθηκε με μεγαλύτερη ευκολία στα νοτιοδυτικά κρατίδια, όπου επικρατούσαν συγκριτικά περισσότερο φιλελεύθερες πολιτικές συνθήκες, είχαν εκπονηθεί συντάγματα που προέβλεπαν μεγαλύτερη εκπροσώπηση των πολιτών και εγγυούνταν βασικές ατομικές ελευθερίες, όπως το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι.

Βασικός στόχος των συλλόγων ήταν αρχικά ο συντονισμός και η χρηματοδότηση της αποστολής εθελοντών, προκειμένου να στηρίξουν την ελληνική επανάσταση, αλλά βέβαια και η συγκέντρωση δωρεών σε χρήματα και είδος… Υπολογίζεται ότι οι κύριες αποστολές εθελοντών έγιναν κυρίως τα δύο πρώτα χρόνια της Επανάστασης. Τα κίνητρα των εθελοντών παρουσιάζουν διαφορές. Όπως συμβαίνει πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, εκτός από τους ιδεαλιστές που προσέτρεξαν συνεπαρμένοι από το όραμα της «Ανάστασης» της Ελλάδος υπήρχαν στις τάξεις τους και τυχοδιώκτες, άνθρωποι που προσέβλεπαν σε κάποια μορφή κέρδους. Μέσα στις ομάδες Ευρωπαίων που προωθήθηκαν στην Ελλάδα το μεγαλύτερο μέρος κατελάμβαναν οι Γερμανοί, περισσότεροι από 300. Σ’ αυτούς συναριθμούνται και τα 130 μέλη της ατελώς εκπαιδευμένης Γερμανικής Λεγεώνας που δημιουργήθηκε σύμφωνα με το όραμα του Τhiersch δεν μπόρεσε όμως να εκπληρώσει τους στόχους της. Το ήμισυ περίπου αυτών των ανδρών έχασαν τη ζωή τους, είτε από ασθένειες, είτε πολεμώντας, κυρίως στη μάχη του Πέτα (1822).21

Αρκετοί από αυτούς που επέστρεψαν κατέγραψαν τις εμπειρίες τους. Σε πολλούς είναι έκδηλη η απογοήτευση από την κατάσταση που αντίκρισαν, πολύ διαφορετική από την εξιδανικευμένη εικόνα που οι μελετητές της ελληνικής Αρχαιότητος είχαν πλάσει και προβάλει. Η μέθοδος του ανορθόδοξου κλεφτοπολέμου, η μη τήρηση κανόνων στη μεταχείριση του αντιπάλου, οι εσωτερικές διχόνοιες και εμφύλιες συγκρούσεις, όλα αυτά ήταν αρνητικά σημεία που επηρέασαν τόσο τους ίδιους τους εθελοντές όσο και τους αναγνώστες των γραπτών τους. Από την άλλη πλευρά η μελέτη των στρατιωτικών αυτών αναμνήσεων αποκαλύπτει και την ισορροπημένη και διεισδυτική ματιά εκείνων των εθελοντών που ήταν σε θέση να κάνουν μια ορθή εκτίμηση της πραγματικότητας που συνάντησαν στην επαναστατημένη Ελλάδα, να την ερμηνεύσουν με βάση τα όσα είχε υποφέρει ο υπόδουλος λαός όπως και την έλλειψη ομαλού βίου και εκπαίδευσης υπογραμμίζοντας τελικά ότι δεν υπάρχει ικανότερος πολεμιστής από τον Έλληνα που πολεμά για την ελευθερία του. Μέσα σε ακραίες κακουχίες, κατέληγαν, χωρίς σωστή διατροφή, χωρίς τον κατάλληλο εξοπλισμό, μέσα σε δύσβατες περιοχές αναδεικνύεται ανώτερος στην πολεμική αρετή από όλους τους Ευρωπαίους.22

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι φιλελληνικές επιτροπές πληροφορούμενες την κατάσταση που χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν τα σώματα των εθελοντών αποφάσισαν οι μελλοντικοί υποψήφιοι πολεμιστές να υπογράφουν υποχρεωτικά μία δήλωση ανάληψης ιδίας ευθύνης αναφορικά με τους κινδύνους και τις δυσκολίες που θα αντιμετώπιζαν, δήλωση ότι δεν υπάρχει εκ μέρους τους προσδοκία προσωπικού κέρδους ή ακόμη και αναγνώρισης: «Εγώ ο υπογεγραμμένος δηλώνω ότι αποφάσισα με την ελεύθερή μου βούληση να σπεύσω στη βοήθεια των Χριστιανών της Ελλάδος. Δηλώνω ότι ο σύλλογος μου παρουσίασε σαφώς ότι η ζωή μου θα κινδυνεύσει, ότι ενδεχομένως η θυσία μου δεν θα έχει άμεσο αποτέλεσμα, ότι είναι πολύ πιθανόν να υποστώ κάθε είδους κακουχίες, να αντιμετωπίσω αγνωμοσύνη… Δηλώνω όμως ότι έχοντας συνεκτιμήσει όλα αυτά μένω σταθερός στην απόφασή μου να προσφέρω σ’ αυτόν τον αγώνα τη ζωή και όλα μου τα αγαθά. Για όλα τις συνέπειες υπεύθυνος θα είμαι εγώ και μόνον εγώ».23

Όταν αναδείχθηκαν οι ιδιαίτερες δυσκολίες που οι ξένοι εθελοντές αντιμετώπιζαν στην επαναστατημένη Ελλάδα, αλλά και καθώς άρχιζε να δημιουργείται μια θετική στάση σε επίπεδο ευρωπαϊκών κυβερνήσεων πια απέναντι στο ενδεχόμενο δημιουργίας αυτόνομου τουλάχιστον ελληνικού κράτους, βλέπουμε τους φιλελληνικούς συλλόγους σε μια δεύτερη φάση της δράσης τους να επικεντρώνονται στην ανθρωπιστική κυρίως βοήθεια προς τον ελληνικό λαό.

Ένας εστεμμένος φιλέλλην

Ο φιλελληνικός σύλλογος του Μονάχου υποστηρίχθηκε ένθερμα από τον διάδοχο του Βαυαρικού θρόνου, κατοπινό βασιλέα Λουδοβίκο Α’ (1786-1868).24 Μέσα στο εχθρικό κλίμα που επικρατούσε στους ηγετικούς κύκλους της Ευρώπης αναφορικά με τον αγώνα των Ελλήνων για ανεξαρτησία είναι ενδιαφέρον να θυμηθούμε αυτή την εξαίρεση. Ο από το έτος 1825 βασιλεύς του κρατιδίου της Βαυαρίας έδειχνε με κάθε τρόπο τη βαθιά του αγάπη για την Ελλάδα και τον πόθο του να πετύχει ο αγώνας για την Ελευθερία. Μαζί με τον Friedemann Thiersch ήταν οι πρωτεργάτες ενός έντονου φιλελληνικού ρεύματος στη Βαυαρία. Για τον Λουδοβίκο ο θαυμασμός και σεβασμός του για τον Κλασσικό ελληνικό πολιτισμό συνδυαζόταν με την θεώρηση της Ελλάδος ως της Πύλης για την είσοδο του Ευαγγελίου στην Ευρώπη, ως της χώρας που έδωσε τη γλώσσα της για να γραφτεί το Ευαγγέλιο. Μελετούσε κάθε βράδυ την Καινή Διαθήκη στο πρωτότυπο. Και γι’ αυτόν όπως και για τον Τhiersch οι Έλληνες ήταν οι Χριστιανοί αδελφοί που ζητούσαν βοήθεια για να απελευθερωθούν από έναν αλλόθρησκο ζυγό.

Σε ένα ποίημα, από τα πολλά που συνέθεσε, έβλεπε την Ελλάδα σαν τη χώρα, όπου άνθισαν η Τέχνη, η σοφία, η επιστήμη, πατρίδα του Ωραίου και του Μεγάλου. Σχολίαζε όμως και ως εξής: «Εκεί που στέκουν οι πρώτες Χριστιανικές εκκλησίες, εκεί που ο Παύλος κήρυξε τον Λόγο του Χριστού – εκεί τώρα ο Χριστιανισμός χάνεται και δολοφονείται».

Συνέγραψε άρθρα και προκηρύξεις υπέρ του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, για τις ανάγκες του οποίου προσέφερε ο ίδιος 1.500.000 φιορίνια. Με δικά του χρήματα επίσης εξαγόραζε αιχμαλώτους, ενώ από το 1823 καλούσε στο Μόναχο παιδιά αγωνιστών, κυρίως ορφανά, φροντίζοντας για τη διαβίωση και την εκπαίδευσή τους. Συνήθως σπούδαζαν είτε στη Βαυαρική Στρατιωτική Βασιλική Ακαδημία, είτε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Χρηματοδοτούσε υποτροφίες Ελλήνων φοιτητών στο Μόναχο και προίκιζε θυγατέρες αγωνιστών. Κατά την περίοδο 1825-26 έστειλε αξιωματικούς του Βαυαρικού στρατού στην Ελλάδα για να βοηθήσουν στον αγώνα των Ελλήνων – ανάμεσά τους ο συνταγματάρχης Carl Wilhelm von Heideck (1788-1861), μέλος αργότερα της Αντιβασιλείας και ο υπολοχαγός Carl Krazeisen (1794-1878). Ο τελευταίος, αυτοδίδακτος ζωγράφος, φιλοτέχνησε 19 πορτραίτα αγωνιστών. H μορφή του Κολοκοτρώνη, γνωστή σε όλους μας από το χαρτονόμισμα των 5000 δρχ. που κυκλοφόρησε το 1984, είναι ένα από αυτά τα πορτραίτα.25

Μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου (10.4.1826) ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος ηγεμόνας που ζήτησε τη λήξη του πολέμου και την απόδοση ανεξαρτησίας στους Έλληνες. Λέγεται, ότι όταν πληροφορήθηκε μια σημαντική νίκη των αγωνιστών, αναφώνησε «Ανέστη η Ελλάς μου!» Το οικοδομικό πρόγραμμα του Λουδοβίκου για τη βαυαρική πρωτεύουσα είχε ως στόχο να δημιουργηθεί αυτό που ο σημερινός επισκέπτης αντικρίζει, μια «Αθήνα στις όχθες του ποταμού Isar».

Ο γιος του Όθων (1815-1867) ανεδείχθη το 1832 από τις Προστάτιδες Δυνάμεις πρώτος βασιλεύς των Ελλήνων και ήρθε στη μικρή Ελλάδα με ομάδα στρατιωτικών, νομικών, καλλιτεχνών – όλοι με την πρόθεση να συνεισφέρουν στην οργάνωση του νεοσύστατου κράτους. Η δράση τους, όπως και η πολιτεία του Όθωνος, αντικείμενο ιστορικής έρευνας, δεν μπορεί να αποτιμηθεί μέσα σε λίγες γραμμές, με απόλυτους αφορισμούς, ούτε μονοδιάστατα. Σε εκείνο που κανείς σχεδόν ιστορικός δεν διαφωνεί είναι στη βαθιά αγάπη του Όθωνα για την Ελλάδα.

“Η υπόθεση της Ελλάδος, υπόθεση της Ευρώπης»

Έγινε προσπάθεια να δοθούν κάποια ενδεικτικά στοιχεία, προκειμένου να διαγραφεί κάπως η ιδιαίτερη φυσιογνωμία του Γερμανικού φιλελληνικού κινήματος. Λιγότερο γνωστό σε σύγκριση με άλλα κινήματα, εκτός του κύκλου των ιστορικών, αποκαλύπτει στον ερευνητή μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ποικιλία δράσεων, κοινωνικών ομάδων που συμμετείχαν, αποκαλύπτει το πάθος με το οποίο εξέχοντα μέλη της Γερμανικής διανόησης υποστήριξαν την υπόθεση των Ελλήνων.

Δύο απαραίτητες επισημάνσεις θα πρέπει να γίνουν, έστω απολύτως επιγραμματικά χωρίς περαιτέρω σχόλια. Το πρώτο: με όσα ενδεικτικά αναφέρθηκαν για την ειλικρινή αγάπη και το πάθος των Φιλελλήνων για την υπόθεση της ελληνικής ανεξαρτησίας δεν επιδιώκεται η αγιοποίησή τους. Το δεύτερο: αρκετοί από τους Φιλέλληνες είχαν πλάσει μια ιδανική εικόνα για τους σύγχρονους Έλληνες, επηρεασμένη από μια επίσης εξιδανικευμένη εικόνα της Κλασσικής Αρχαιότητας, με αποτέλεσμα η πραγματικότητα που αντίκριζαν συχνά να τους απογοητεύει. Δεν ήταν για όλους εύκολο να καταλάβουν την ψυχοσύνθεση του Έλληνα, τις τοπικές αντιπαλότητες ενός κατακερματισμένου κόσμου, τη δυσκολία να προσαρμοσθεί ο κόσμος αυτός σε πλαίσιο κράτους δικαίου.

Η έρευνα του Γερμανικού Φιλελληνισμού αποκαλύπτει επίσης τον κρίσιμο ρόλο της Χριστιανικής πίστης για πολλούς από τους πρωταγωνιστές και βεβαίως για τους ανθρώπους στην ηγεσία της Ευαγγελικής Εκκλησίας που δεν δίστασαν δημόσια, από άμβωνος ή στα γραπτά τους, να μιλούν με ενθουσιασμό για τον αγώνα των Ελλήνων να αποτινάξουν τον ζυγό των Οθωμανών.

Ένας από αυτούς ήταν ο Heinrich Gottlieb Tzschirner (1778-1828), διαπρεπής προτεστάντης θεολόγος, πρύτανης του Πανεπιστημίου της Λειψίας και φίλος του Wilhelm Traugott Krug, συγγραφέως, όπως είδαμε, του κειμένου που θεωρήθηκε προγραμματική διακήρυξη του Φιλελληνισμού.26 Τον Μάιο του 1821 ο Tzschirner (Τσίρνερ) δημοσίευσε στη Λειψία κείμενο υπό τον τίτλο «Η υπόθεση των Ελλήνων, υπόθεση της Ευρώπης»(«Die Sache der Griechen, die Sache Europas»). Πρόκειται για εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σύγχρονη μαρτυρία, η οποία φωτίζει τον τρόπο σκέψης πνευματικών ανθρώπων που στήριξαν την ελληνική επανάσταση. Δεσπόζει ένα ακραίο αντιτουρκικό μένος, ένας ανεπιφύλακτος και απόλυτος θαυμασμός για τους Έλληνες και η πεποίθηση πως η Ελλάδα δικαιούται και πρέπει ως ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος να βρει τη θέση της εντός της Ευρωπαϊκής οικογένειας. Με μια επιλογή χαρακτηριστικών χωρίων από αυτό το κείμενο (εξ όσων γνωρίζω αμετάφραστο ως τώρα στα Ελληνικά) θα θέλαμε να ολοκληρώσουμε τη σύντομη αυτή παρουσίαση.27

Είναι χαρακτηριστικός ο τρόπος με τον οποίον ο Tzschirner «συστήνει» τον λαό που σε μια γωνιά της Ευρώπης διεκδικεί την ελευθερία του:

«Εδώ και 400 χρόνια ζει κάτω από την καταπίεση και την τυραννία ξένων βαρβάρων ένας πολυπληθής, περίφημος λαός, δημιουργός μεγάλου μέρους του ευρωπαϊκού πολιτισμού… Οι Έλληνες δεν επέζησαν απλώς ως λαός, αλλά ως ευρωπαϊκός λαός. Μιλούν ακόμη τη γλώσσα των πατέρων τους, όσες αλλαγές κι αν αυτή έχει δεχθεί με το πέρασμα του χρόνου και τον εκφυλισμό του εθνικού χαρακτήρα. Ομολογούν ακόμη και ασκούν την πίστη που η Ευρώπη ομολογεί και ασκεί… Οι Έλληνες δεν λησμόνησαν την συγγένειά τους με τους Ευρωπαίους και παρέμειναν σε πνευματική επαφή μαζί τους. Τα κλασσικά έργα της Αγγλικής, Γαλλικής και Γερμανικής λογοτεχνίας μεταφράστηκαν στα Νεοελληνικά. Όταν οι Έλληνες αναζητούν μόρφωση και εκπαίδευση στο εξωτερικό δεν πηγαίνουν στο Μαρόκο αλλά στο Παρίσι, στο Λονδίνο και στη Βιέννη. Ποτέ δεν ξέχασαν τελείως την Ευρώπη και τις επιστήμες της. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια πολλοί νέοι Έλληνες έχουν έρθει σε ευρωπαϊκές πόλεις και βέβαια σε γερμανικές πόλεις, στη Βιέννη, στο Μόναχο, στη Γοτύγγη και στη Λειψία, για να βρουν και πάλι <στα Πανεπιστήμια> τη σοφία των πατέρων τους, τη γνώση που γεννήθηκε στην πατρίδα τους και προκειμένου να σπουδάσουν τη γερμανική γλώσσα και επιστήμη… Σαφώς διαχωρισμένοι από τους Τούρκους όσον αφορά την πίστη, τη γλώσσα και τα ήθη οι Έλληνες παρέμειναν ένας ευρωπαϊκός λαός.»

Ποια η σημασία αυτού του λαού;

«Ποια ιστορία έχουν να επιδείξουν οι Έλληνες, τι σπουδαία μνημεία! Κάθε πτυχή της ανθρώπινης παιδείας αναπτύχθηκε μέσα και από αυτόν τον λαό. Και πάλι θ’ αναπτυχθεί, όταν καταφέρει να λύσει τα δεσμά του. Η απελευθέρωση των Ελλήνων είναι για την ανθρωπότητα υπόσχεση προόδου και ανάπτυξης, έτσι η μοίρα τους δεν μπορεί να είναι αδιάφορη σε κανέναν που αγαπά την τέχνη και την επιστήμη.

Μολονότι μεσολάβησαν περισσότερα από 2000 χρόνια ανάμεσα στο σήμερα και στην ακμή του ελληνικού Κλασσικού κόσμου, οι σύγχρονοι Έλληνες είναι οι απόγονοι εκείνων των Ελλήνων οι αθάνατες αξίες των οποίων συναρπάζουν και σήμερα τα πνεύματα, είναι οι απόγονοι εκείνων των Ελλήνων, η σοφία και η επιστήμη των οποίων έγινε κοινό κτήμα της οικουμένης. Από τους Έλληνες παρέλαβαν τα πολιτιστικά αγαθά οι Ρωμαίοι και ό,τι εμείς παραλάβαμε από τους Ρωμαίους προέρχεται στο μεγαλύτερο βαθμό και πάλι από τους Έλληνες. Από το φως αυτού του πολιτισμού άναψε το φως που φώτισε τον 14ο και 15ο αι. την Ευρώπη. Ο Πλάτων και το Αριστοτέλης είναι πάντα οι δάσκαλοί μας. Με δέος ο φίλος της Κλασσικής Αρχαιότητας πατά στο έδαφος που φέρει τα ερειπωμένα τους μνημεία. Άραγε τα ζωντανά μνημεία των Αρχαίων, οι σύγχρονοι Έλληνες μπορούν να μας είναι αδιάφορο; Ένας λαός με τέτοια κοσμοϊστορική σημασία δεν αξίζει τη συμπαράστασή μας;»

Και άλλοι λαοί μέσα στο πέρασμα της ιστορίας κατακτήθηκαν, σχολιάζει ο Tzschirner, όμως επήλθε μια σχετική αφομοίωση. Ύστερα από κάποιες γενιές οι περισσότεροι δεν είχαν συνείδηση της καταγωγής τους, αν προέρχονται από τους κατακτητές ή τους κατακτημένους.

«Αυτό», υπογραμμίζει, «δεν συνέβη με τους Έλληνες».

«Εδώ παραμένει μέχρι αυτή τη στιγμή ζωντανή η αντίθεση και η διαφορά ανάμεσα σε νικητές και ηττημένους, εδώ δεν υπήρξε προσέγγιση. Εδώ ο Τούρκος είναι Τούρκος, Ασιάτης και Μωαμεθανός – ο Έλληνας παραμένει Έλληνας, Χριστιανός και Ευρωπαίος. Εδώ ο Έλληνας νιώθει όπως την ημέρα που έπεσε η Κωνσταντινούπολη, ο χρόνος δεν έφερε τη λήθη της συμφοράς και των ταπεινώσεων.»

Ο συγγραφέας δεν αμφισβητεί ούτε στιγμή το δικαίωμα των υποδούλων Ελλήνων να εξεγερθούν:

«Οι Έλληνες στο πρόσωπο του Σουλτάνου δεν έχουν έναν ηγεμόνα, αλλά έναν τύραννο. Ζουν σε πλαίσιο απουσίας δικαίου. Όταν δεν υφίσταται δίκαιο και νόμος, δεν υφίσταται και καθήκον εκ μέρους των υπηκόων. Οι Έλληνες δεν είναι στασιαστές, δεν έχουν έναν νόμιμο ηγεμόνα, είναι δούλοι ενός ξένου λαού και του κυρίαρχου δεσπότη του. Ο δούλος δεν έχει υποχρέωση υπακοής στην εξουσία, καθώς και η εξουσία δεν του αναγνωρίζει ατομικά δικαιώματα.»

Και ήρθε η στιγμή της εξέγερσης:

«Αυτοί λοιπόν οι Ευρωπαίοι που όχι μόνον κατακτήθηκαν από τους βαρβάρους της Ασίας αλλά ζουν μέσα σε καταπίεση και ταπεινώσεις έχουν τώρα ξεσηκωθεί, προκειμένου να αποτινάξουν τον ζυγό μιας μακρόχρονης δουλείας. Θέλουν να γίνουν λαός αυτόνομος, ελεύθερος από ξένη κυριαρχία, απαιτούν να ανακτήσουν με τα όπλα το πρώτο και ιερότερο δικαίωμα των λαών.

Ποια πρέπει να είναι η στάση της Ευρώπης απέναντι σ’ αυτόν τον ξεσηκωμό, ρωτά ο Tzschirner:

«Είναι δυνατόν η Ευρώπη να παρακολουθεί απλώς αδιάφορη αυτόν τον αγώνα;… Οι Έλληνες είναι Ευρωπαίοι και αν νικήσουν, στο ομορφότερο μέρος της Ευρώπης θα επιστρέψουν ευρωπαϊκά ήθη και πολιτισμός. Γι’ αυτόν τον λόγο η υπόθεση των Ελλήνων είναι υπόθεση της Ευρώπης. Ο λαός των Ελλήνων που αποσπάσθηκε από τον κύκλο μας θα ξαναγίνει μέλος της οικογένειας των κρατών μας.»

Ο συγγραφέας δηλώνει με παρρησία ποιος είναι ο στόχος του κειμένου που δημοσιεύει:

«Στόχος αυτών των γραμμών είναι το κάλεσμα στη στήριξη των Ελλήνων. Μακάρι οι Έλληνες να βγουν από τον πολιτικό τους θάνατο και με νεανική δύναμη, γεμάτοι ζωή να μπουν και πάλι στους κόλπους των Ευρωπαϊκών λαών. Το θέλω μέσα απ’ την καρδιά μου, όχι μόνον ως Ευρωπαίος, αλλά και ως Χριστιανός και ως άνθρωπος.

Και γι’ αυτόν τον λόγο στηρίζω την υπόθεση των Ελλήνων, επειδή είναι υπόθεση της Χριστιανοσύνης.»

Ο Tzschirner εκφράζει τη λύπη του, γιατί στις χώρες που πρωτακούστηκε το μήνυμα του Ευαγγελίου επικρατεί τώρα ο Μουσουλμανισμός κι εκφράζει την ελπίδα του να υψωθεί και πάλι ο Σταυρός σε κάποια απ’ αυτές τις περιοχές, στη γη των Ελλήνων. Η νίκη τους, δηλώνει, θα είναι και η νίκη του Χριστιανισμού πάνω στα δόγματα του Ισλάμ. Είναι ενδιαφέρον, ότι ενώ γνωρίζει και αναγνωρίζει τις διαφορές της δικής του πνευματικής προσέγγισης, ως οπαδού της Μεταρρύθμισης, από τους Έλληνες Χριστιανούς Ορθόδοξους, διαβεβαιώνει ότι αυτές οι διαφορές δεν επηρεάζουν τους αδελφικούς δεσμούς που αισθάνεται να τον συνδέουν μαζί τους.

Βλέπει ήδη μπροστά του το αποτέλεσμα που θα έχει η επιτυχία της επανάστασης και η απελευθέρωση:

«Αν οι Έλληνες αποκτήσουν και πάλι την ελευθερία και την ανεξαρτησία τους, θα έρθει η στιγμή που θα υπάρξουν και πάλι ελληνική νομοθεσία, πολιτική ζωή, τέχνη και επιστήμες… Δώστε τους την ελευθερία τους και το πνεύμα τους θα ξυπνήσει σε μια καινούρια ζωή. Αν Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί είχαν βρεθεί κάτω από τον Τουρκικό ζυγό θα βίωναν κι εκείνοι τις ίδιες συνέπειες και θα καταλάβαιναν πώς και γιατί έχει παραλύσει το πνεύμα των Ελλήνων. Βγάλτε όμως τα δεσμά από τους Έλληνες και σύντομα θα δούμε να γεννιέται και πάλι η τέχνη και η επιστήμη αυτού του ευφυούς και δημιουργικού λαού, σύντομα η ζωή του πνεύματος θα πάρει μορφή και θα αποκαλυφθεί μπροστά μας, σύντομα ο Έλληνας θα σταθεί επάξια δίπλα στους υπόλοιπους Ευρωπαίους και θα αρχίσει να μοιράζεται μαζί τους πολλά περισσότερα από τους καρπούς της γης του».

Μάιος του 1821, υπενθυμίζω, και ο Tzschirner κλείνει αυτό το κάλεσμα με μια γεμάτη πάθος ευχή: «Ω, μακάρι γρήγορα να ανατείλει γι’ αυτούς η μέρα της Λύτρωσης!

Ω, μακάρι ο Θεός να δώσει και οι Έλληνες να αποκτήσουν τα πολυτιμότερα αγαθά της ζωής, την ελευθερία και την ειρήνη.»

Βιβλιογραφικές Αναφορές

  1. Kommt, ihr Völker aller Zonen/ Kommt und helfet frei sie machen/Die euch alle frei gemacht!“
  2. Στην ιστοσελίδα της «Εταιρείας» θα παραπέμψω και στη συνέχεια.
  3. «Da sprach er, und die Wange, ward ihm, wie Blut, so roth: /Glück zu, mit deinem Schwerte, du kleiner Hydriot!»
  4. Όποιος θελήσει να προσεγγίσει ερευνητικά το θέμα του Γερμανικού Φιλελληνισμού ανακαλύπτει τον πλούτο της επιστημονικής βιβλιογραφίας, σε μεγάλο βαθμό γερμανόγλωσσης. Για μια πρώτη ενημέρωση πολύ χρήσιμη είναι η συνοπτική αλλά εξαιρετικά κατατοπιστική μελέτη ενός σύγχρονου Φιλέλληνα, του καθηγητή Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης Gunnar Hering (1934-1994), “Der griechische Unabhängigkeitskrieg und der Philhellenismus“ (στο Alfred Noe (επιμ.), Der Philhellenismus in der westeuropäischen Literatur 1780-1830). Μεταφρασμένο στα Ελληνικά από τον Αγαθοκλή Αζέλη εκδόθηκε πρόσφατα (Μάρτιος 2021) υπό τον τίτλο ‘Ο Αγώνας των Ελλήνων για την Ανεξαρτησία και ο Φιλελληνισμός’ από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Στις ενότητες που αφορούν τον Γερμανικό Φιλελληνισμό ο αναγνώστης εκτός από μια πυκνή παρουσίαση και ανάλυση του φαινομένου βρίσκει έγκριτη πληροφόρηση και καθοδήγηση στη διεθνή και ελληνική βιβλιογραφία. Από τις Εκδόσεις Παρισιάνου και στη σειρά Φιλελληνική Βιβλιοθήκη κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες η μελέτη των Wilhelm Barth και Max Kehrig-Korn, Η Εποχή των Φιλελλήνων (Die Philhellenenzeit. Von der Mitte des 18. Jahrhunderts bis zur Ermordung Kapodistrias, Μόναχο 1960). Από τις ίδιες Εκδόσεις προγραμματίζεται η έκδοση της μελέτης της Ρεγγίνα (Regine) Μανουσάκη, Ελληνική Επανάσταση και Γερμανικός Φιλελληνισμός.
  5. «Ruh‘ und Friede will Europa – Warum hast du sie gestört?». Από το ποίημα του Wilhelm Müller «Η ελπίδα της Ελλάδος»(Griechenlands Hoffnung).
  6. Ικανός αντίπαλος του ισχυρού καγκελάριου αποδείχθηκε στο Συνέδριο της Βιέννης και κατά την  περίοδο 1816-1822 ως επικεφαλής της Ρωσικής διπλωματίας ο Ιωάννης Καποδίστριας. Βλ. ενδεικτικά: Θάνος Μ. Βερέμης – Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης, Ιωάννης Καποδίστριας – Ο «αμνός» της Παλιγγενεσίας των Ελλήνων, Αθήνα 2020, 32 κ.εξ.
  7. «Sohn, ich schau’ empor zu Gott –Gott, mein Trost in Schuld und Buße, Gott, mein Hort in Kampf und Tod!»
  8. Βλ. σχετικά, Hering, Αγώνας για την Ανεξαρτησία και Φιλελληνισμός, 76 κ.εξ.
  9. Βλ. σχετικά Evangelos Konstantinou, Griechenlandbegeisterung und Philhellenismus, EGO (Europäische Geschichte Online), κεφ. 1-4.
  10. Βλ.Konstantinou, ό.π., 23.
  11. Βλ.Konstantinou, ό.π., 22-23.
  12. «Ohne die Freiheit, was wärest du, Hellas Ohne dich, Hellas, was wäre die Welt?». Από το ποίημα του Wilhelm Müller, «Η Ελλάς και ο κόσμος» (Hellas und die Welt).
  13. Βλ.Hering, ό.π., 37, όπου και περισσότερη βιβλιογραφία, Konstantinou, ό.π., 25-27. Βλ. και στην προαναφερθείσα ιστοσελίδα:  https://www.eefshp.org/wilhelm-traugott-krug-germanos-filellinas-promachos-toy-ellinikoy-agona-gia-eleytheria-kai-anexartisia/
  14. Τα πολιτικά του φυλλάδια ανέρχονται στα 189.
  15. Ένας από τους φοιτητές, ο γνωστός από την μετέπειτα πολιτική ιστορία Αναστάσιος Πολυζωΐδης, μετέφρασε αργότερα στα Ελληνικά το κείμενο του λόγου: «Ἀναγέννησις τῆς Ἑλλάδος ὡς Πρόγραμμα εἰς τὴν ἑορτὴν τοῦ Πάσχα, ἐκτεθὲν μὲν Γερμανιστὶ ὑπὸ Γουλλιέλμου Τραυγόττου Κρουγ μεταφρασθὲν δὲ παρὰ Ἀναστασίου Πολυζωἱδου». Βλ. σχετικά Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου, «Ο W.T Krug καὶ οἱ Ἕλληνες», Ο ΕΡΑΝΙΣΤΗΣ Ι’  60 (1972-73), 267-273.  
  16. Βλ. Konstantinou, ό.π. 25.
  17. Βλ.Konstantinou, ό.π., 29, Hering, ό.π. 61, σημ. 106, όπου και ενδεικτική βιβλιογραφία. Βλ. επίσης εδώ.
  18. G. Grimm. “Griechenland in Forschung und Lehre an den deutschen Universitäten vor dem Ausbruch des griechischen Unabhängigkeitskrieges“, στο Der Philhellenismus und die Modernisierung in Griechenland und Deutschland. Erstes Symposium, organisiert in Thessaloniki und Volos (7-10 März 1985) vom Institut für Balkan – Studien und der Südosteuropa-Gesellschaft München (Institute for Balkan Studies 207), Thessaloniki 1985,30.
  19. Περιεκτική και εμπεριστατωμένη έκθεση της δημιουργίας, δράσης και σύνθεσης των συλλόγων και βεβαίως περαιτέρω βιβλιογραφία από τον Hering, ό.π. 38-41, 58-68.
  20. Hering, ό.π., 38 κ.εξ.
  21. Για τους εθελοντές βλ. ενδεικτικά Karl Dieterich (επιμ.), Deutsche Philhellenen in Griechenland 1821-1822. Auswahl aus ihren Tagebüchern, (Historisch-literarische Schriftenreihe der Deutsch-Griechischen Gesellschaft, 4), Αμβούργο 1929, 3-17 (Εισαγωγή). Πρόκειται για επιλογή από εμπειρίες και εντυπώσεις, όπως τις κατέγραψαν Γερμανοί εθελοντές. Επίσης, Regine Quack-Manoussakis, Die deutschen Freiwilligen im griechischen Freiheitskampf von 1821, Schriftenreihe Otto-König-von-Griechenland-Museum (5). Και οι δύο μελέτες είναι προσβάσιμες στο Διαδίκτυο.
  22. K. Dieterich, ό.π., 10-11.
  23. K. Dieterich, ό.π., 11.
  24. Βλ. ενδεικτικά Konstantinou, ό.π., 30-33. Βλ. και εδώ.
  25. Εδώ.
  26. Βλ. Hering, ό.π., 37, Konstantinou, ό.π. 28.
  27. Το κείμενο είναι προσιτό και στο Διαδίκτυο στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη του Κέντρου Ψηφιοποίησης (Münchener DigitalisierungsZentrum, MDZ) της Κρατικής Βαυαρικής Βιβλιοθήκης. Βλ. εδώ.
Scroll to top