Η «ύβρις» του βασιλιά και η «ημιτελής συμφωνία» – Δανιήλ κεφ.4

lion and lion wall art

Πολλά είναι τα ονόματα ανθρώπων και τόπων που έμειναν στην ιστορία σαν σύμβολα. Άλλα απ’ αυτά γεννάνε μέσα μας συναισθήματα θαυμασμού και σεβασμού, άλλα συναισθήματα απέχθειας και αηδίας. Ο αρχαίος Αριστείδης, για παράδειγμα, έμεινε σαν πρότυπο της δικαιοσύνης και της ακεραιότητας· ο Νέρωνας, σύμβολο της σκληρότητας, της διαστροφής και της εγκληματικότητας· ο Ιώβ της υπομονής και της καρτερίας.  Η αρχαία Ρώμη έμεινε συνώνυμη με τη δύναμη και τη δόξα, υπόδειγμα για το ρωμαϊκό της δίκαιο και την κρατική της οργάνωση, ταυτόχρονα όμως σύμβολο και της υπερβολικής χλιδής και της έσχατης διαφθοράς. Η αρχαία Αθήνα ταυτίστηκε με τις έννοιες της δημοκρατίας και του πολιτισμού, κι αυτό αποδείχτηκε αβάσταχτο για τους ώμους των κατοπινών γενεών του ελληνισμού, που νομίζουν πως δε χρωστούν τίποτε σε κανέναν,  και πως οι άλλοι πρέπει να τους τρέφουν δια βίου, σαν αμοιβή για τη συνεισφορά των προγόνων τους. Τα Σόδομα και τα Γόμορα έμειναν αξεπέραστο παράδειγμα ηθικής αποκτήνωσης και διαστροφής. Και η «Βαβυλών η μεγάλη», η πανάρχαια Βαβέλ, θα μείνει στην ιστορία σύμβολο της ανθρώπινης αλαζονείας και υπερηφάνειας με διαστάσεις πολύ πάνω απ’ τα επιτρεπτά όρια, σύμβολο της έπαρσης και της περιφρόνησης απέναντι σε κάθε θεϊκό νόμο, σύμβολο εκείνου που οι αρχαίοι έλληνες ονόμασαν μ’ ένα όνομα εύστοχο και εύγλωττο: «ύβρις». Κι είναι αυτή η ύβρις, η ανθρώπινη αλαζονεία και έπαρση απέναντι στο Θεό, και η λατρεία της ανθρώπινης παντοδυναμίας σε βάρος του θεϊκού ελέους και της θεϊκής χάρης και η περιφρόνηση της θεϊκής δικαιοσύνης  έννοια τόσο παλιά,  όσο παλιός είναι και ο άνθρωπος.  Αυτή άλλωστε είναι η αμαρτία που τον κατέστρεψε κι έφερε την πτώση του: το προπατορικό αμάρτημα δεν είναι τίποτε άλλο παρά απόπειρα του ανθρώπου να εκθρονίσει το Δημιουργό του από το θρόνο Του και να καθίσει εκείνος στη θέση Του θέλοντας να γίνει αυτόνομος και αυτεξούσιος, με τελικό αποτέλεσμα να καταντήσει να γίνει αιχμάλωτος στα χέρια μιας σκοτεινής δύναμης, που τον παίζει όπως θέλει και που απεργάζεται τον όλεθρο και την καταστροφή του. Είναι μια ιστορία που έχει επαναληφθεί από τότε αμέτρητες φορές, και που απ’ ό,τι φαίνεται τη ζούμε εμείς στις μέρες μας στην πιο ολοκληρωμένη μορφή της,  κι ίσως θα τη ζήσουν οι νεότεροι μέχρι την τελική της κατάληξη. Ας ξαναγυρίσουμε όμως στη Βαβυλώνα και στο Ναβουχοδονόσορα.

Είναι λοιπόν εκεί, στη Βαβυλώνα, όπου ένα πρωί ο μεγάλος βασιλιάς Ναβουχοδονόσορ περπατώντας στα βασιλικά δώματα αντικρίζει την περίλαμπρη πόλη, και φουσκωμένος από έπαρση και αλαζονεία αναφωνεί: «Δεν είναι αύτη η Βαβυλών η μεγάλη την οποίαν εγώ ωκοδόμησα δια καθέδραν του βασιλείου με την ισχύν της δυνάμεώς μου, και εις την τιμήν της δόξης μου;»

Τον είχε προειδοποιήσει ο Δανιήλ: «Θα διωχτείς από την ανθρώπινη κοινωνία και θα πας να μείνεις μαζί με τ’ άγρια θηρία […] Κι όταν περάσουν εφτά χρόνια, θα καταλάβεις ότι ο Ύψιστος είναι κυρίαρχος όλων των ανθρώπινων βασιλείων, και σ’ όποιον αυτός θέλει, τα δίνει […] Γι αυτό, βασιλιά, ακολούθησε τη συμβουλή μου, και πάρε το δρόμο της δικαιοσύνης μακριά απ’ την αμαρτία, και σπλαχνίσου τους φτωχούς εγκαταλείποντας την ανομία, μήπως και συνεχιστούν οι ευτυχισμένες μέρες»…

Ωστόσο ο μεγάλος βασιλιάς δεν άκουσε τον προφήτη του Θεού. Το ’χει καταφέρει, βλέπετε, ο σατανάς κι έκανε τον άνθρωπο μετά την πτώση του να ζει μεσ’ στην αυταπάτη και σε ψευδαισθήσεις: Πως τάχα θα μείνει αιώνια πάνω στη γη, κι αγωνίζεται και τρέχει και συσσωρεύει πλούτο για τούτη την ανύπαρκτη αιωνιότητα· πως τάχα η υγεία του είναι σιδερένια και απρόσβλητη από την αρρώστια, κι ωστόσο απ’ τη μια στιγμή στην άλλη μπορεί να μεταβληθεί σε θρύψαλα και απομεινάρια του παλιού εαυτού του· πως τάχα τα όποια χαρίσματα και ταλέντα και κατορθώματά του τα οφείλει μονάχα στην ικανότητα και στη δεξιότητά του,  και πως αυτός είναι τα άλφα και το ωμέγα και η πηγή κάθε δύναμης και κάθε ικανότητας, ενώ στην πραγματικότητα οι ικανότητες και τα ταλέντα και το ίδιο το μυαλό μας με τις απεριόριστες δυνατότητες και τη λογική του αποτελούν δώρα του Θεού, που τα χάρισε άφθονα κι απλόχερα στους ανθρώπους που Τον ξέχασαν και νομίζουν πως αυτοί είναι το κέντρο του σύμπαντος. Φτάσαμε έτσι στη λατρεία της λογικής (κι είχε στηθεί κι ένας βωμός για τη λατρεία της στην εποχή της γαλλικής επανάστασης) και τώρα πια κοντεύουμε – τι κοντεύουμε, το καταφέραμε – να καταργήσουμε και τη λογική με τις τρελές φιλοσοφίες της εποχής μας, με τις αστρολογίες και τις κάθε μορφής μαγείες, με τις ανατολικές θρησκείες που διαλύουν μέσα στο άπειρο και μέσα στην πλήρη μακαριότητά τους  και μέσα στην πλήρη αδράνεια κι απραξία όποια ανθρώπινη δραστηριότητα κι όποιο θαυμαστό επίτευγμα του ανθρώπινου μυαλού, κι ακόμα και με τη σημερινή τέχνη που εκφράζει – με απόλυτη επιτυχία, πρέπει να τ’ ομολογήσουμε – την αγωνία, τον τρόμο και το απόλυτο χάος στην εποχή που ζούμε. Βλέπετε λοιπόν πώς τα καταφέραμε;  Διώξαμε πρώτα το Θεό και κρατήσαμε μονάχα το δώρο Του, τη λογική και το μυαλό. Και τώρα βρισκόμαστε ένα μονάχα βήμα για να τα καταργήσουμε κι αυτά και να φτάσουμε στην απόλυτη τρέλα…

Κατόρθωσε ακόμη ο σατανάς να εξαπατήσει τον άνθρωπο πως τάχα η ομορφιά που βλέπουμε γύρω μας οφείλεται σ’ εκείνον τον απρόσωπο και απροσδιόριστο παράγοντα που πήρε τ’ όνομα της «φύσης», μη τυχόν και προφέρουμε τ’ όνομα του Θεού και φανούμε αναχρονιστικοί και ξεπερασμένοι. Κι ακόμη, πολύ φοβάμαι πως είναι και πάλι εκείνος που εξαπάτησε μ’ έναν αλλιώτικο και παράξενο τρόπο τον πραγματικό πιστό αυτή τη φορά, το γνήσιο παιδί του Θεού, και τον οδήγησε να πιστεύει πως ο ίδιος, ο σατανάς, όντας ο άρχοντας του παρόντα αιώνα αποτελεί την αιτία και την ουσία του πεσμένου κόσμου, και πως ο αληθινός χριστιανός πρέπει ν’ αποτραβηχτεί από τον κόσμο, από τη φύση, από τη χαρά της ζωής πάνω στη γη, από την τέχνη και από τη γνώση και από την επιστήμη, και τον οδήγησε στην άρνηση και στον αναχωρητισμό και σε μια στείρα μορφή ασκητισμού, όπου το μόνο που έχει να κερδίσει είναι μια προσωπικότητα λειψή κι ακρωτηριασμένη, χωρίς εκείνη την πληρότητα και την ολοκλήρωση που στην πραγματικότητα είναι ο Θεός που τον κάλεσε και τον προορίζει γι αυτή. Βγείτε στην εξοχή και κοιτάξτε ολόγυρά σας, και θαυμάστε την ποικιλία των χρωμάτων και των σχημάτων και την ομορφιά των λουλουδιών και το γλυκόλαλο τραγούδι του αηδονιού και τη συμφωνία των ρυθμών και των μορφών, και δοξάστε κι ευχαριστήστε το Θεό γι αυτή την ομορφιά που τόσο γενναιόδωρα και σπάταλα μας έχει χαρίσει. Απολαύστε ένα απαράμιλλο έργο τέχνης, μια μικρή ανθοδέσμη, απ’ όπου έχουν αντλήσει την έμπνευσή τους τόσοι και τόσοι καλλιτέχνες ζωγράφοι, μην ξεχάσετε όμως να χειροκροτήσετε το Μεγάλο Καλλιτέχνη που τη φιλοτέχνησε και που έχει εμπνεύσει και τόσους γήινους καλλιτέχνες.

Πριν από αρκετά χρόνια έτυχε να παρακολουθήσω κάποια μουσική εκδήλωση από ένα συγκρότημα ξένων καλλιτεχνών. Εκείνη τη βραδιά παρουσίαζαν ένα από τα έργα του μεγάλου αυστριακού μουσουργού Franz Joseph Haydn. Στη μια άκρη της σκηνής είχαν κρεμάσει ένα πορτραίτο του συνθέτη. Όταν τέλειωσε το έργο  κι άρχισαν τα χειροκροτήματα, είδαμε τους ξένους καλλιτέχνες να κάνουν μια συγκινητική χειρονομία; να γυρίζουν προς το μέρος που βρισκόταν το πορτραίτο, και να χειροκροτούν με της σειρά τους το σπουδαίο καλλιτέχνη. Πόσοι άραγε έχουν την ευαισθησία να συλλάβουν και να δεχτούν το μήνυμα που μας δίνει μια χειρονομία σαν κι αυτή… Με πολλή προσοχή κι επιμέλεια αποφεύγουν σήμερα ν’ αναφέρουν τ’ όνομα του Θεού όχι τόσο οι απλοί άνθρωποι, όσο οι «σπουδαγμένοι» κι οι σπουδαίοι επιστήμονες κι οι «σοφοί»,  και χρησιμοποιούν εκφράσεις  όπως «η φύση»,  «η ανώτερη δύναμη»,  «το υπέρτατο ον» και διάφορες άλλες ονομασίες που μας έφεραν οι ανατολικές θρησκείες, μη τυχόν θεωρηθούν ξεπερασμένοι και αναχρονιστικοί. Πόσοι άραγε από μας είναι πρόθυμοι να δώσουν τη δόξα για όλες εκείνες τις ομορφιές που υπάρχουν γύρω μας και μέσα μας σ’ Εκείνον που Του ανήκουν, απαράλλαχτα όπως οι ξένοι εκείνοι καλλιτέχνες προτίμησαν να δώσουν τη δόξα στον άνθρωπο που είχε δημιουργήσει την όμορφη μουσική; «Χόρτον ως οι βόες θέλεις τρώγει, και επτά καιροί θέλουσι παρέλθει επί σε, εωσού γνωρίσης ότι ο Ύψιστος είναι Κύριος της βασιλείας των ανθρώπων, και εις όντινα θέλει δίδει αυτήν». Πόσοι άραγε από μας έχουμε νιώσει και συνειδητοποιήσει βαθιά μέσα μας πως «πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον είναι άνωθεν καταβαίνον, από του Πατρός των φώτων» όπως μας βεβαιώνει ο απόστολος Ιάκωβος;

Δεν είναι λίγες, δυστυχώς, οι φορές που αυτή την αλήθεια τη μαθαίνουμε μέσα από πικρές και οδυνηρές εμπειρίες σαν εκείνη του Ναβουχοδονόσορα. Δεν είμαι από εκείνους που υποστηρίζουν πως ο Θεός κρατά διαρκώς ένα μαστίγιο, έτοιμος να το καταφέρει στην πλάτη μας σε κάθε ευκαιρία. Ούτε πως σε κάθε δοκιμασία και σε κάθε αρρώστια θα πρέπει ν’ αναζητούμε σαν αιτία κάποια παράβαση και κάποια αμαρτία και να χαρακτηρίζουμε τη συμφορά τιμωρία από μέρους του Θεού, όπως έσπευσαν κάποιοι να ισχυριστούν κάτι τέτοιο στα τραγικά γεγονότα της Αττικής τον περασμένο Ιούλιο με τους εκατό νεκρούς.  Κανείς από τους θνητούς δεν μπορεί να ξέρει κι ούτε έχει δικαίωμα να ερμηνεύει την ανεξιχνίαστη βουλή του Θεού και να βγάζει συμπεράσματα και να διατυπώνει νόμους που ρυθμίζουν τάχα τη θεϊκή συμπεριφορά. Δεν υπάρχει ωστόσο αμφιβολία πως ο Θεός χρησιμοποιεί πολλές φορές τις δύσκολες στιγμές και τις δοκιμασίες για να προβληματίσει, να φρονηματίσει και να διδάξει τους πιστούς Του, ή για να φέρει κοντά Του εκείνους που Τον αποδιώχνουν και που φεύγουν μακριά Του σε δρόμους πλανερούς κι επικίνδυνους. «Είμαστε όχι με μεταφορική έννοια, αλλά κυριολεκτικά ένα θεϊκό έργο τέχνης», γράφει ο μεγάλος άγγλος χριστιανός συγγραφέας και στοχαστής C.S. Lewis. «Κάτι που ο Θεός εξακολουθεί να δημιουργεί, και επομένως κάτι με το οποίο δεν πρόκειται να ικανοποιηθεί μέχρι ν’ αποκτήσει αυτό έναν καθορισμένο χαρακτήρα». Μπορεί συχνά νάναι πικρή και οδυνηρή η εμπειρία που βιώνουμε πολλές φορές. Το πνευματικό όμως κέρδος είναι μόνιμο και ολοφάνερο. Πόσες φορές δεν το έχουμε δοκιμάσει στη ζωή μας, και πόσοι από μας δε θα μπορούσαν να το βεβαιώσουν με δάκρυα ευγνωμοσύνης στα μάτια για την ανεξιχνίαστη αγάπη του Θεού…

Πικρή κι από τις πιο τραγικές και η εμπειρία του Ναβουχοδονόσορα. Δεν είναι μόνο η δοκιμασία που χρησιμοποιεί ο Θεός για να διαπλάσει τον χαρακτήρα του πιστού. Είναι κι εκείνη που έχει σα σκοπό να ξυπνήσει τον πεσμένο και ξεστρατισμένο άνθρωπο και να τον φέρει κοντά Του. Και στην περίπτωση του Ναβουχοδονόσορα λειτούργησε σχεδόν σαν φυσικός νόμος. Είναι η «ύβρις» που είχε σα φυσικό επακόλουθο την καταστροφή. Ο Θεός τον είχε προειδοποιήσει με τον προφήτη Δανιήλ. Ωστόσο εκείνος δε θέλησε ν’ ακούσει. Ζώντας κι απολαμβάνοντας τη χλιδή και τη μεγαλοπρέπεια, μέσα σ’ ένα τεχνητά «ευτυχισμένο» και απατηλά δήθεν θωρακισμένο κι εξασφαλισμένο από τους κινδύνους περιβάλλον, κι ωστόσο στην πραγματικότητα τόσο εύθραυστο και τόσο ευμετάβλητο, πίστεψε πως η δύναμή του θα είναι ακαταμάχητη και η δόξα του θα διαρκέσει αιώνια. Είχε γνωρίσει την παντοδυναμία του πραγματικού Θεού στο περιστατικό των τριών νεαρών πιστών εβραίων που από θαύμα είχαν σωθεί όταν τους έριξαν στο πυρωμένο καμίνι. Είχε ακούσει πολλά από το στόμα του μεγάλου προφήτη Δανιήλ, και θα ’πρεπε και θα μπορούσε να προβληματιστεί και να φρονηματιστεί. Δε θέλησε όμως, και παρασύρθηκε  και φαντάστηκε πως είναι αυτόνομος και παντοδύναμος, και πως δεν έχει ανάγκη από κανέναν, και πως ό,τι κατόρθωσε κι απόκτησε ήταν δικό του, απόλυτα εξασφαλισμένο, με τη δική του μονάχα δύναμη και την ικανότητά του. Πόσο μάταιες και πόσο απατηλές και πόσο εύθραυστες αυτές οι βεβαιότητες, και πόσο πικρά και οδυνηρά βιώσαμε αυτή την εμπειρία οι περισσότεροι από μας στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια…

«Κι όταν τέλειωσαν οι μέρες εκείνες, εγώ ο Ναβουχοδονόσορας σήκωσα τα μάτια μου στον ουρανό, και ξαναβρήκα τα λογικά μου, κι ευλόγησα τον Ύψιστο, και ύμνησα και δόξασα Εκείνον που ζει στον αιώνα, που η εξουσία του είναι εξουσία αιώνια, κι η βασιλεία του ασάλευτη καθώς η μια γενιά ακολουθεί την άλλη […] Τώρα εγώ ο Ναβουχοδονόσορας αινώ και υπερυψώνω και δοξάζω το βασιλέα των ουρανών,  γιατί όλα τα έργα Του είναι αλήθεια και σύνεση βρίσκεται στο δρόμο Του. Κι αυτούς που βαδίζουν μέσα στην υπερηφάνεια μπορεί να τους ταπεινώσει». Είναι η ομολογία του ανθρώπου που βρήκε τον αληθινό εαυτό του, που συνδέθηκε με την πηγή της ζωής και μια τέτοια ιστορία σαν κι αυτήν έχουν να διηγηθούν πολλοί πάνω στη γη, κι ακόμη πολλοί από ανάμεσά μας. Είναι μονάχα αυτό που μένει όταν η δόξα του κόσμου κι η εφήμερη ανθρώπινη ζωή θάχει πια ξεριζωθεί σαν χορτάρι που το ρίχνουμε στη φωτιά. 

 Κάπου στην Ασία, στο σημερινό Ιράκ, μερικές χαρακτηριστικές πέτρες πληροφορούν τον ταξιδιώτη πως κάποτε έζησαν άνθρωποι στον έρημο εκείνο τόπο. Οι λιγοστές αυτές πέτρες είναι ό,τι απέμεινε από τη Βαβυλώνα τη μεγάλη, την ένδοξη, τη Βαβυλώνα του πύργου της Βαβέλ, του Ναβουχοδονόσορα και του Βαλτάσαρ. Οι πέτρες αυτές στέκονται μάρτυρες αδιάψευστοι του Λόγου του Θεού, που πρόβλεψε την καταστροφή πολλά χρόνια προτού αυτή συντελεστεί: «Και η Βαβυλών η δόξα των βασιλείων, το ένδοξον καύχημα των Χαλδαίων, θέλει είσθαι ως ότε κατέστρεψεν ο Θεός τα Σόδομα και τα Γόμορρα. Ουδέποτε θέλει κατοικηθή, ουδέ κατασκηνωθή έως γενεάς και γενεάς, […] αλλά θηρία θέλουσιν αναπαύεσθαι εκεί […] και οι αίλουροι θέλουσι φωνάζει εις τας ερημωμένας οικίας αυτών, και οι θώες  [τα τσακάλια] εν της παλατίοις της τρυφής». (Ησαΐας 13:19-22)

Έτσι περνάει η δόξα του κόσμου. «Και ο κόσμος παρέρχεται, και η επιθυμία αυτού». Ο Ναβουχοδονόσορας το κατάλαβε, έστω και μετά από τόσο πικρή εμπειρία. Και μετανόησε, και ξαναγύρισε στο Θεό του ουρανού. Κι είναι σίγουρο πως ζει τώρα στην παρουσία του Θεού. Εδώ κάτω, οι χορταριασμένες πέτρες. Εκεί επάνω, μια ζωή αιώνια, μια ψυχή αθάνατη, μια δόξα ουράνια. Πόσο μεγάλη η διαφορά στην ποιότητα, στην αξία της ζωής ανάμεσα στην εφήμερη πόλη και στην ουράνια πατρίδα… Και πόσο πολύτιμη για την αιωνιότητα η προσωρινή, έστω και τόσο πικρή εμπειρία του Ναβουχοδονόσορα που τον οδήγησε στο θριαμβευτικό τέλος…

Αγαπητοί αδελφοί,

 Θα έχετε ίσως ακούσει για την περίφημη ατέλειωτη («ημιτελή») συμφωνία του μεγάλου συνθέτη Φραντς Σούμπερτ. Ο Σούμπερτ πέθανε πολύ νέος, προτού συμπληρώσει τα 32 του χρόνια, και δεν πρόλαβε να τελειώσει το έργο του. Σήμερα παίζεται πολύ συχνά, αλλά είναι ολοφάνερο και στον πιο αμύητο ακροατή πως κάτι του λείπει. Έχει μονάχα δύο μέρη αντί για τα τέσσερα που έχουν συνήθως οι μουσικές συμφωνίες, και το δεύτερο – και τελευταίο – μέρος της είναι αργό και μελαγχολικό, όπως συμβαίνει και μ’αρκετές από τις ανάλογες συνθέσεις και του Σούμπερτ, και των υπόλοιπων γνωστών συνθετών. Ασφαλώς ο Σούμπερτ, αν προλάβαινε,  θα ‘χε ολοκληρώσει τη συμφωνία του με δύο ακόμη μέρη: μ’ ένα γρήγορο που θα προετοίμαζε το τελευταίο μέρος και μ’ ένα τελευταίο –φινάλε- ακόμη ίσως πιο ζωηρό και σίγουρα θριαμβευτικό, όπως γίνεται με τις περισσότερες από τις υπόλοιπες συμφωνίες του. 

Ο Σούμπερτ δεν πρόλαβε να τελειώσει τη συμφωνία του. Υπάρχει ωστόσο μια άλλη συμφωνία, ατέλειωτη κι αυτή, γραμμένη από ένα Δημιουργό άπειρα πιο μεγάλο από τον Σούμπερτ και από όποιον άλλον επίγειο συνθέτη, που κάποτε όμως θα τελειώσει. Σήμερα παίζεται το adagio της συμφωνίας, το αργό και μελαγχολικό της μέρος. Με σημεία ίσως γεμάτα ανησυχία κι ίσως και αγωνία, και με συγχορδίες σκοτεινές που περιγράφουν θλίψεις και δοκιμασίες, με το μοτίβο της σκιάς του θανάτου να κυριαρχεί κάθε τόσο. Ωστόσο κάποτε, ίσως πολύ σύντομα, θα παιχτεί και το τελευταίο μέρος, το φινάλε της συμφωνίας, που θα το αναγγείλουν οι σάλπιγγες της ουράνιας ορχήστρας με θριαμβευτικά σαλπίσματα, και τότε θα κληθούν να πάρουν μέρος σ’ αυτό όλοι εκείνοι που ακολούθησαν όλα αυτά τα χρόνια με πίστη κι εμπιστοσύνη τον Ουράνιο Συνθέτη, εκείνοι που όπως μας λέει ο Λόγος του Θεού «έπλυναν τις στολές τους στο αίμα του Αμνού του Θεού». Τούτο το θριαμβευτικό φινάλε, μαζί με τη μεγάλη ουράνια συμφωνική ορχήστρα, θα ‘χει σαν εκτελεστές και τη μεγάλη χορωδία των πιστών, εσένα κι εμένα, κι ακόμη και το βασιλιά Ναβουχοδονόσορα κι άλλους μεγάλους και μικρούς και περιφρονημένους τούτης της γης, που θα υμνούν Εκείνον που Του χρωστούμε τα πάντα, και προπάντων την ουράνια εκείνη ευτυχία. «Άξιον είναι το Αρνίον το εσφαγμένον να λάβη την δύναμιν και πλούτον και σοφίαν και ισχύν  και τιμήν και δόξαν και ευλογίαν» …

Ο Ναβουχοδονόσορας, η ύβρις, η ιστορία που επαναλαμβάνεται εκατομμύρια φορές σε διαφορετικές εκδόσεις από τότε, ο καινούργιος μετανοημένος  Ναβουχοδονόσορας, οι καινούργιοι άνθρωποι που μέσα στους αιώνες πλάθει και διαμορφώνει ο Θεός με το αίμα του Αρνίου… Κι ακόμη η χαρά και ο θρίαμβος του φινάλε της ατέλειωτης ακόμη θεϊκής συμφωνίας… Και τέλος ο Μεγάλος Μαέστρος, που όπου να΄ναι σηκώνει τη μπαγκέτα Του για ν’ ακουστούν οι πρώτες νότες… Ασφαλώς όλα αυτά είναι πάρα πολύ σοβαρά για να μας αφήνουν αδιάφορους και να τ’ αντιπαρερχόμαστε με ειρωνικά χαμόγελα. Ο Θεός να μας φυλάξει από ένα τέτοιο κατάντημα – όλους μας…

Scroll to top