Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού

100 banknote lot

Λίγα επιστημονικά βιβλία έχουν καταφέρει να κερδίσουν τόσες αναφορές στον δημόσιο λόγο της χώρας μας όσο το έργο του κοινωνιολόγου Max Weber με τίτλο «Η Προτεσταντική Ηθική και το Πνεύμα του Καπιταλισμού»1. Ένα πρόβλημα με τις αναφορές αυτές είναι ότι όσοι τις κάνουν δεν έχουν τις περισσότερες φορές καν διαβάσει το βιβλίο. Υπάρχει όμως και ένα άλλο πρόβλημα ακόμη πιο σύνθετο. Αφορά αυτούς που έχουν μπει στον κόπο να διαβάσουν το βιβλίο χωρίς όμως να έχουν τη δυνατότητα να ελέγξουν ιστορικά και κυρίως θεολογικά τις αναλύσεις του. Δυστυχώς ο Προτεσταντισμός και μάλιστα οι διάφορες αποχρώσεις του όπως ο Λουθηρανισμός, ο Καλβινισμός, ο Πουριτανισμός κ.λ.π. είναι θέματα ξένα και άγνωστα για τους έλληνες αναγνώστες. Ως συνέπεια ακόμη και όσοι είναι εξοικειωμένοι με το βιβλίο έχουν εκ των πραγμάτων μια ουσιαστική δυσκολία να το αξιολογήσουν. Ως συνέπεια υπάρχει ο κίνδυνος να δεχτούν αβασάνιστα τις αναλύσεις και τα σχήματα τα οποία προτάσσει ο Weber στην ανάλυσή του. Στο άρθρο μας αυτό θα επιχειρήσουμε δύο πράγματα. Αρχικά θα προσπαθήσουμε να δούμε τις βασικές θέσεις του έργου του Weber τονίζοντας ορισμένα στοιχεία της που συχνά προσπερνούμε. Στη συνέχεια θα επιχειρήσουμε μια κριτική του έργου στα σημεία που πιστεύουμε ότι παρουσιάζει προβλήματα. Εξ αρχής τονίζουμε ότι θα ήταν αφελές να πιστέψουμε ότι με το άρθρο αυτό θα καταφέρουμε να μπούμε σε μεγάλα βάθη ανάλυσης. Θα επιχειρήσουμε ωστόσο να θέσουμε ορισμένα ζητήματα και να κάνουμε διάφορες επισημάνσεις που ελπίζουμε θα διαφωτίσουν τον αναγνώστη για μια ουσιαστικότερη κατανόηση των θεμάτων που θέτει ο Weber με το έργο του.

Το βασικό επιχείρημα

Το έργο του Weber επιχειρεί να εξετάσει και να εξηγήσει το γεγονός ότι «οι επιχειρηματίες και οι κάτοχοι κεφαλαίου, όπως και τα ανώτερα στρώματα των ειδικευμένων εργατών και επιπλέον το ανώτερο τεχνικά και εμπορικά μορφωμένο προσωπικό των σύγχρονων επιχειρήσεων είναι στη μεγάλη του πλειοψηφία προτεστάντες» (σελ. 31). Οι εξηγήσεις που προτάσσει πολύ χοντρικά είναι τρεις. Η πρώτη αφορά στην κατανόηση της εργασίας ως «κλήσης», δηλαδή ως αποστολής δοσμένης από το Θεό. Η αντίληψη αυτή αναπτύχθηκε κυρίως από τον Λούθηρο. Η δεύτερη εξήγηση είναι το Καλβινιστικό δόγμα του απόλυτου προορισμού που αναπόφευκτα γεννά στον πιστό το ερώτημα «πώς ξέρω ότι είμαι προορισμένος;» Σύμφωνα με τον Weber για να έχει κανείς αυτοπεποίθηση μπροστά σε αυτό το ερώτημα ο δρόμος ήταν η «ακούραστη επαγγελματική δραστηριότητα» (σελ. 97). Έτσι, πάντα κατά την άποψη του Weber, ο Καλβινισμός εισήγαγε την «ιδέα της αναγκαιότητας να αποδείξει κανένας την πίστη του στην εγκόσμια επαγγελματική ζωή» (σελ. 106). Από τη στιγμή λοιπόν που η εργασία μας είναι ιερή κλήση (Λούθηρος), τότε η επιτυχία μας σε αυτήν θεωρείται θεία επιδοκιμασία και κατά συνέπεια επιβεβαίωση της εκλογής μας (Καλβίνος). Φυσικά αυτή η σύνδεση συμβαίνει στο μυαλό του Weber και δεν προκύπτει όπως θα δούμε από τις προθέσεις ή και γενικότερα από το έργο των δύο γνωστών Αναμορφωτών. Η τρίτη εξήγηση είναι το φαινόμενο που ονομάζει «εγκόσμιο ασκητισμό». Εδώ αναφέρεται κυρίως στην Πουριτανική έκφραση του Προτεσταντισμού στην οποία από την μία συναντούμε μια «ασκητική» ροπή που «επιδρούσε ισχυρά εναντίον της αυθόρμητης απόλαυσης της κτήσης περιορίζοντας την κατανάλωση ιδιαίτερα την πολυτελή» (σελ. 149). Από την άλλη όμως ο Πουριτανός Προτεστάντης έβλεπε τον εαυτό του ως διαχειριστή των αγαθών που ο Θεός του εμπιστεύθηκε και άρα ως επιφορτισμένο με το καθήκον να γίνει, πάντα σύμφωνα με τον Weber, μια «αποκτητική μηχανή». Το πρακτικό αποτέλεσμα αυτής της σχέσης είναι ο «σχηματισμός κεφαλαίου από τον ασκητικό εξαναγκασμό για αποταμίευση» (σελ. 150). Αυτοί είναι οι βασικοί άξονες της ανάλυσης του Weber.

Weber à la carte (ή αλλιώς ακούγοντας από τον Weber μόνο ό,τι θέλουμε…)

Πριν περάσουμε στη συζήτηση της ανάλυσής του θα ήθελα να επισημάνω ότι το πιο σημαντικό εγχείρημα του Weber στο έργο αυτό είναι η σχετικοποίηση της βασικής Μαρξιστικής θέσης ότι η υλική βάση γεννά το ιδεολογικό εποικοδόμημα. Ο Weber με το έργο του αυτό στοχεύει κυρίως στο να αμφισβητήσει αυτή την βασική Μαρξιστική θέση και να αποδείξει ότι οι ιδέες γεννούν και διαμορφώνουν οικονομικά και παραγωγικά μοντέλα και ενεργούν ως δυνάμεις που διαμορφώνουν το ιστορικό γίγνεσθαι. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι η σφοδρότερη κριτική ασκήθηκε από μαρξιστές συγγραφείς, όπως για παράδειγμα ο γνωστός φιλόσοφος, G. Lukacs, ο οποίος υποστήριξε ότι το αποτέλεσμα της ανάλυσης του Weber είναι τελικά μια «πνευματικοποίηση» του καπιταλισμού, η οποία δεν λαμβάνει υπόψη της οικονομικές και πολιτικές παραμέτρους που διαμόρφωσαν τα δεδομένα για την εμφάνισή του2. Είναι λοιπόν φανερό το πόσο επιπόλαια γίνεται στη χώρα μας όλη η συζήτηση περί «Προτεσταντικής ηθικής», ιδιαίτερα όταν αυτή προέρχεται από τα «αριστερά». Δηλαδή, η εγκυρότητα της ανάλυσης του Weber δεν έχει να κάνει τόσο με τη φύση του Προτεσταντισμού αλλά με την ανεπάρκεια της κλασσικής μαρξιστικής θεωρίας. Καλό είναι λοιπόν πριν βολικά υιοθετήσουμε την μία ή την άλλη θεωρία να είμαστε τουλάχιστον συνεπείς και έντιμοι απέναντι σε αυτές και στο τι στην πληρότητά τους υποστηρίζουν.

Ένα άλλο στοιχείο που συχνά προσπερνούμε είναι η επισήμανση του Weber ότι ο προτεσταντισμός διαδραματίζει κάποιον ρόλο στις απαρχές της γέννησης του καπιταλισμού. Από την στιγμή που ο τελευταίος γεννιέται («νικά» γράφει ο Weber, σελ. 158) τότε «δεν έχει ανάγκη από την υποστήριξή του». Γράφει συγκεκριμένα ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες «η επιδίωξη του πλούτου απέβαλε το θρησκευτικό και ηθικό του νόημα, τείνει να συνενωθεί με καθαρά εγκόσμια πάθη, που συχνά πραγματικά του έδιναν το χαρακτήρα ενός σπορ» (σελ. 159). Αυτό σημαίνει ότι σύμφωνα με την ανάλυση του Weber είναι προβληματικό να συνεχίζουμε να θεωρούμε ότι στην μετεξέλιξη του καπιταλισμού υφίστανται οι ίδιες μεταφυσικές – θρησκευτικές ερμηνείες που αφορούν στη γέννησή του3. Άρα και εδώ όσοι προσπαθούν να εξηγήσουν σύγχρονες επιλογές και συμπεριφορές πολιτικών με βάση το έργο του Weber κάνουν τουλάχιστον κατάχρηση της θεωρίας του εφαρμόζοντάς την εκεί που ο ίδιος υποστήριξε ότι δεν αρμόζει.

Από το προφανές στην εικασία

Θα ξεκινήσουμε την κριτική θεώρηση της ανάλυσης του Weber με την παρατήρηση ότι περιέργως προσπερνά τις προφανείς επιπτώσεις που έφερε η θρησκευτική μεταρρύθμιση του 16ου αιώνα στο κοινωνικό επίπεδο και εικάζει περί διαφόρων υπόγειων διαδρομών ψυχολογικού τύπου οι οποίες κατά τη γνώμη του αναδεικνύουν την Προτεσταντική θεολογία ως γενεσιουργό αιτία της εμφάνισης του καπιταλισμού. Αντί να εστιάσει, όπως θα ήταν αναμενόμενο για ένα κοινωνιολόγο, στις κοινωνικές παραμέτρους της εμφάνισης του Προτεσταντισμού, αυτός επιλέγει να εστιάσει στην θεολογία του (και μάλιστα όπως θα δείξουμε στη συνέχεια, ανεπιτυχώς).  Η θρησκευτική μεταρρύθμιση είχε σαφώς κοινωνικές διαστάσεις που σίγουρα επίδρασαν με κάποιον τρόπο στην διαμόρφωση της σύγχρονης εποχής. Αυτές όμως βρίσκονται στην επιφάνεια του κοινωνικού γίγνεσθαι και όχι σε υπόγειες διαδρομές. Για παράδειγμα στην περίφημη επιστολή του προς τους Ευγενείς του Γερμανικού Έθνους ο Λούθηρος αναφέρεται στα «φορτία του πόνου και της καταπίεσης που βαραίνουν τους ώμους όλων των τάξεων στην Χριστιανοσύνη, που έχουν συγκινήσει όχι μόνο αυτόν αλλά στην πραγματικότητα όλους, ώστε να δώσουν διέξοδο στις οργισμένες κραυγές τους και στις εκκλήσεις τους για αποζημίωση». Στο ίδιο κείμενο ο Λούθηρος υποστηρίζει το δικαίωμα των διαφόρων εκκλησιαστικών τοπικών συνάξεων να ορίζουν την ηγεσία τους κάτι που συμβαδίζει με το αίτημα για αυτοδιαχείριση που συναντάται εκείνη την εποχή και στο κοσμικό επίπεδο. Εκεί επίσης διαμαρτύρεται για την αιμορραγία πόρων από τον πλούτο της Γερμανίας προς την διαφθαρμένη Παπική Ρώμη. Τέλος, και εδώ αξίζει να μείνουμε για λίγο, εναντιώνεται προς την πρακτική της τοκογλυφίας και προς τους τραπεζίτες, ορισμένους εκ των οποίων δεν διστάζει και να κατονομάσει. Αναρωτιόμαστε λοιπόν γιατί να μην δούμε σε αυτά τα προφανή κοινωνικά δεδομένα την «προτεσταντική ηθική» και να την αναζητήσουμε σε ιδεολογικές ακροβασίες που αφορούν ψυχικές διεργασίες στο επίπεδο του ασυνείδητου; Γιατί να μην πούμε ότι η προτεσταντική ηθική, για να είμαστε και επίκαιροι, είναι αυτή που απαγορεύει τον δανεισμό με τόκο και επίσης απαγορεύει την εκμετάλλευση μιας περιφερειακής οικονομίας από μία άλλη ισχυρότερη; Αυτά ξεκάθαρα διακήρυξε ο Λούθηρος και για αυτό, από κοινωνιολογικής πλευράς, βρήκε ένα έτοιμο και πρόθυμο ακροατήριο για να τον ακούσει και να τον ακολουθήσει. Πώς είναι δυνατόν να μιλούμε για προτεσταντική ηθική και να μην αναφερόμαστε στην γραπτή συμφωνία που έκαναν οι κληρικοί της Ερφούρτης με το τοπικό συμβούλιο της πόλης, όταν τον Ιούλιο του 1521 μ. Χ. μετά από μία σειρά αναταραχών ανάμεσα σε άλλα συμφώνησαν,

  1. Να αποκαλύψουν στο τοπικό συμβούλιο όλα τα αγαθά και όλη την περιουσία που έχουν εντός και εκτός της πόλης. Αυτά θα υποβάλλονται σε φορολογία όμοια με αυτήν που πληρώνουν και οι υπόλοιποι πολίτες.
  2. Να επιτρέψουν την επιστροφή περιουσίας που αγοράστηκε από πολίτες όταν αυτοί το επιθυμούν και εφόσον αυτοί καταβάλουν το αντίτιμο που καταβλήθηκε σε αυτούς.
  3. Να μην αγοράσουν περιουσία που ανήκει σε πολίτες παρά μόνο μετά την έγκριση του τοπικού συμβουλίου.
  4. Να μην πουλούν ή ανταλλάσουν κρασί κρυφά, ώστε το τοπικό συμβούλιο να χάνει τον φόρο.4

Εδώ αξίζει να αναφερθεί και το ευρύ και πλούσιο συγγραφικό έργο του ιστορικού Christopher Hill, ο οποίος υποστήριξε ότι η βασική συνεισφορά του Προτεσταντισμού στο κοινωνικό επίπεδο ήταν η απαγκίστρωση των κοινωνιών από τα παραδοσιακά μορφώματα που συνδέονταν με τον Καθολικισμό. Αυτή η απελευθέρωση από παγιωμένες δομές που εξουσίαζαν και καθόριζαν την πολιτική και κοινωνική τάξη της κοινωνίας είναι κάτι που έφερε μαζί της η θρησκευτική μεταρρύθμιση. Με τον τρόπο αυτό συνέβαλε στην μετάβαση από τον φεουδαρχισμό στον καπιταλισμό. Το ότι διευκόλυνε την μετάβαση προς την νέα οικονομική οργάνωση όμως δεν σημαίνει αυτόματα ότι την διαμόρφωσε. Με άλλα λόγια «δεν υπάρχει τίποτε στον προτεσταντισμό που οδηγεί αυτόματα στον καπιταλισμό. Η σημασία του έγκειται μάλλον στο ότι υπέσκαψε τα εμπόδια που οι πιο δύσκαμπτοι θεσμοί και τελετές του Καθολικισμού είχαν επιβάλλει»5. Δηλαδή ο δρόμος προς τον καπιταλισμό δεν ήταν για τον προτεσταντισμό μονόδρομος. Αυτό τον ισχυρισμό μάλιστα τον αποδεικνύει δείχνοντας την άμεση σχέση μεταξύ των ιδεών διαφόρων προτεσταντικών ομολογιών με το αίτημα της ισότητας και της αναδιανομής και από κοινού κατοχής της γης από όλους6. Παρόμοια άλλοι έδειξαν το πώς οι Καλβινιστές στην Ολλανδία απόκλεισαν τραπεζίτες και τις γυναίκες τους από τις δημόσιες λατρείες ή το πώς σωρεία κειμένων προτεσταντών στην Αγγλία επιτίθονταν ενάντια στην επιδίωξη για αύξηση πλούτου7.

Ο Weber ζει και βασιλεύει στην Γουατεμάλα.

Ένας άλλος τρόπος για να ελέγξουμε την ορθότητα της ανάλυσης του Weber είναι με το να εξετάσουμε τι γίνεται σε χώρες στις οποίες ο προτεσταντισμός έχει ανθίσει σχετικά πρόσφατα. Παρατηρείται και εκεί μετάβαση προς τον καπιταλισμό; Αυτό είναι το ενδιαφέρον ερώτημα που θέτει ο γνωστός κοινωνιολόγος της θρησκείας, Peter Berger. Ο τίτλος του άρθρου του διαφωτιστικός, «ο Max Weber ζει και βασιλεύει στην Γουατεμάλα: Η Προτεσταντική Ηθική σήμερα»8. Γιατί στη Γουατεμάλα; Επειδή σε αυτή τη χώρα της Κεντρικής Αμερικής έχουμε σχετικά πρόσφατα μια μεγάλη συγκέντρωση προτεσταντικού πληθυσμού: γύρω στο 1/4 της χώρας και στο 1/3 της περιοχής της πρωτεύουσας. Βέβαια εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν άλλου τύπου προτεσταντισμό καθώς μιλούμε για εκκλησίες της Πεντηκοστής. Παρόλα αυτά όμως ο Berger παρατηρεί ότι αυτό που συνέβη εκεί είναι ένα είδος πολιτιστικής επανάστασης η οποία πάει κόντρα στα παραδοσιακά Λατινοαμερικανικά ήθη. Η νέα κουλτούρα είναι ξεκάθαρα «ασκητική». Προωθεί προσωπική πειθαρχία και τιμιότητα, απαγορεύει το αλκοόλ και εξωγαμικές σχέσεις, αποθαρρύνει το σύστημα με τους νονούς και τις νονές που στηρίζεται στην Καθολική πίστη αλλά συνοδεύεται με έξοδα, φιέστες και ακριβές τελετουργίες. Τέλος διδάσκει σε απλούς ανθρώπους να δημιουργούν και να τρέχουν τις δουλειές τους που οι ίδιοι έστησαν. Είναι μια κουλτούρα που αντιπαραβάλλεται με την παραδοσιακή ανδροκρατική κοινωνία μιας και ενθαρρύνει την συμμετοχή των γυναικών οι οποίες αποκτούν εξουσία και μέσα στο σπίτι επιβάλλοντας ηθικές νόρμες στους συζύγους τους αλλά και φροντίζοντας για την εκπαίδευση των παιδιών τους. Σε όλα αυτά ο Berger βλέπει την επιβεβαίωση της θέσης του Weber περί προτεσταντικής ηθικής. Στην πραγματικότητα όμως θα πρέπει να πούμε ότι εδώ δεν μιλούμε για τις κοινωνικές επιπτώσεις της προτεσταντικής ηθικής αλλά της ηθικής σκέτο! Αν αποδεικνύει κάτι αυτό είναι ότι η οικονομία δεν αφορά μόνο αριθμούς και παραγωγικές διαδικασίες αλλά και ηθικά μεγέθη και αξίες. Όπως υπάρχουν τα δεύτερα τότε επηρεάζονται θετικά και τα πρώτα.

Αν τα άκουγε ο Καλβίνος…

Από τις τρεις βασικές θέσεις του Weber που αναφέραμε στην αρχή, πιστεύουμε ότι αυτή που είναι εντελώς λανθασμένη και αστήρικτη είναι η δεύτερη. Αναφέρομαι στην υπόθεση ότι ο πιστός μέσα στην Καλβινιστική αντίληψη των πραγμάτων επιβεβαιώνει τη σωτηρία του μέσα από την επαγγελματική επιτυχία την οποία εκλαμβάνει ως επιδοκιμασία του Θεού και απόδειξη της εκλογής του. Η ανάλυση αυτή μοιάζει να θεωρείται δεδομένη και σχεδόν αυταπόδεικτη. Σε ένα πρόσφατο άρθρο στους New York Times η άποψη αυτή διατυπώνεται ως εξής: «Ο Μαρτίνος Λούθηρος και ο Ιωάννης Καλβίνος υποστήριξαν ότι η εργασία είναι μια κλήση από τον Θεό. Επίσης πίστευαν στον απόλυτο προορισμό και θεωρούσαν την επιτυχία ως σημάδι της σωτηρίας. Αυτό οδήγησε στην πίστη ότι η επιτυχία είναι η οδός της σωτηρίας: η σκληρή δουλειά και τα καλά έργα θα φέρουν αμοιβή και στην ζωή αλλά και μετά»9. Όπως όμως ήδη είπαμε η άποψη αυτή είναι εντελώς αστήριχτη και λανθασμένη. Μία από τις πιο έγκυρες και τεκμηριωμένες ανασκευές της ανάλυσης του Weber έχουμε στο σημαντικό άρθρο του γνωστού ιστορικού του Yale, Roland H. Bainton10. Ο Bainton, γνωστός στην Ελλάδα από το βιβλίο του για τον Λούθηρο με τίτλο «Εδώ Στέκομαι», έδειξε ότι για τον Καλβίνο η απάντηση στο καυτό ερώτημα για το πώς κάποιος ξέρει αν είναι εκλεκτός είναι σαφής: το ξέρει δια της πίστεως. Η πίστη, για τον Καλβίνο, είναι σαν ένας καθρέφτης που τοποθετήθηκε μέσα μας ώστε να αντανακλούμε τη δόξα του Θεού. Αν λοιπόν η πίστη μέσα μας μαρτυρεί ότι είμαστε εκλεκτοί τότε αυτό είναι αρκετό. Η μαρτυρία αυτή είναι για τον Καλβίνο κάτι που μας αποκαλύπτεται εσωτερικά δια του Λόγου του Θεού και στηρίζεται στον Ιησού Χριστό (δες τη συζήτηση στους Θεσμούς ΙΙΙ στα κεφάλαια ΧΧΙV, IV και V). Μέχρι εδώ σε έναν βαθμό συμφωνεί και ο Weber. Κλειδί στην ανάλυσή του είναι ότι μετά τον Καλβίνο υπάρχει μια μετατόπιση στο θέμα αυτό, κυρίως από τον συνεργάτη και διαδόχο του Καλβίνου, τον Theodore Beza. Προφανώς ο Weber δεν εξέτασε ο ίδιος τα γραπτά του Beza αλλά απλά στηρίχθηκε στην ανάλυση του Schneckenburger ο οποίος υποστήριξε ότι ο Καλβινισμός μετά τον Καλβίνο θεώρησε ότι η απόδειξη της εκλογής είναι τα έργα. Η μελέτη του Bainton δείχνει ότι αυτό δεν μπορεί να υποστηριχθεί ούτε από τα κείμενα του Beza11 αλλά και των διαφόρων Αναμορφωμένων Ομολογιών Πίστης. Οι μόνες περιπτώσεις που ενδεχομένως να πλησιάζουν σε αυτό που υποστηρίζει ο Weber, βρίσκονται στην ομολογία της Χαιδελβέργης και του Westminster. Αυτές κάνουν λόγο για τα έργα ως καρπό και εξωτερίκευση της πίστης. Πρέπει όμως κανείς να είναι εντελώς εκτός κλίματος για να ερμηνεύσει τα «έργα» ως επαγγελματική και βιοποριστική καταξίωση. Τα καλά έργα είναι έργα υπακοής στο θέλημα του Θεού και έργα διακονίας και υπηρεσίας.

Επίλογος

Το άρθρο αυτό απλά άγγιξε την επιφάνεια του θέματος και σε καμιά περίπτωση δεν φιλοδοξεί να θεωρηθεί ως μια πλήρης εξέταση του σύνθετου ζητήματος της σχέσης θρησκευτικών πεποιθήσεων και κοινωνικών μορφωμάτων. Το θέμα είναι υπαρκτό. Η ορθόδοξη Ελλάδα διαφέρει από την προτεσταντική Γερμανία. Διαφέρει σε θέματα που αφορούν τον τρόπο αντίληψης της ζωής, διαμόρφωσης της ταυτότητας, κατανόησης του χρόνου κ.λ.π. Σε ποιο βαθμό στις διαφορές αυτές συνέβαλαν οι θρησκευτικές διαφορές τους; Και τελικά ποια είναι η σχέση όλων αυτών των ιδεολογικών μεγεθών με τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας της οικονομίας; Ακόμη και αν διαφωνούμε με την υπόθεση του Weber πιστεύω ότι του οφείλουμε ευγνωμοσύνη επειδή έθεσε το ερώτημα. Κλείνοντας θα ήθελα να προτείνω ως ένα γόνιμο πεδίο συζήτησης το θέμα της αντίληψης της έννοιας της «ευθύνης». Το πώς αυτή γίνεται αντιληπτή πρώτα από όλα μέσα στο θεολογικό σύμπαν της ορθοδοξίας και του προτεσταντισμού και το πώς στη συνέχεια επιδρά στην κοινωνική ζωή και στην οικονομική δραστηριότητα των χωρών που επηρεάζονται από αυτές τις θρησκευτικές παραδόσεις.  Όμως αυτό είναι θέμα που αφορά κάποια άλλη μελέτη.

Αξίζει να σκεφτούμε λιγάκι την αφετηρία και την πορεία του Καλβίνου. Ο γάλλος αναμορφωτής ανήκει στην δεύτερη φάση της μεταρρύθμισης (1509 -64 μ.Χ.) και κύριο έργο του ήταν η οικοδόμηση και όχι η κατεδάφιση. Επιχείρησε δηλαδή με τρόπο συστηματικό να εκθέσει τα βασικά σημεία της νέας θεολογικής πρότασης που έφερε στο προσκήνιο με τρόπο ορμητικό η μεταρρύθμιση. Έτσι έγραψε του περίφημους «Θεσμούς της Χριστιανικής Πίστεως», έργο που έχουμε το προνόμιο να υπάρχει μεταφρασμένο και στα Ελληνικά. Σε καμία περίπτωση όμως ο Καλβίνος δεν ήταν ο θεολόγος που κλεισμένος στον πύργο του θεολογεί αποκομμένος από την πραγματικότητα. Η θεολογία του διαμορφώθηκε μέσα στο πλαίσιο ενός προγράμματος αναμόρφωσης της ζωής στην πόλη της Γενεύης. Αν και εργάστηκε στην Ελβετία, όπως είπαμε ο Καλβίνος ήταν Γάλλος. Γύρω στο 1520 πηγαίνει για σπουδές στο φημισμένο Πανεπιστήμιο του Παρισιού. Αν και από την αρχή ο προσανατολισμός του ήταν στραμμένος στη θεολογία, λόγω κάποιων συγκυριών αναγκάστηκε να στραφεί προς άλλες κατευθύνσεις. Έτσι σπουδάζει νομικά και αποφοιτά το 1531. Από κει και ύστερα βρίσκεται στο κέντρο της δημόσιας ζωής σε πόλεις όπως η Γενεύη και αργότερα το Στρασβούργο. Αυτό το πλαίσιο εξηγεί την διαφορετική στάση που έχει ο Καλβίνος απέναντι στην οικονομία και στην επιχειρηματικότητα συγκρινόμενος με τον Λούθηρο. Ο τελευταίος έζησε όλη τη ζωή του μέσα στο πλαίσιο μιας επαρχιώτικης, αγροτικής οικονομίας. Αυτό τον έκανε γενικά πολύ καχύποπτο και εχθρικό ως προς το εμπόριο και την επιχειρηματική δραστηριότητα. Από την άλλη ο Καλβίνος ζούσε σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο.

_____________________________________________________

  1. Όλες οι αναφορές μας θα είναι από την ελληνική μετάφραση του βιβλίου από τις εκδόσεις Gutenberg – Κοινωνιολογική Βιβλιοθήκη (Αθήνα, 1984).
  2. G. Lukacs, The Destruction of Reason (London: Merlin Press, 1980).
  3. Πρβλ. και Kieran Allen, Max Weber: A Critical Introduction (London, Ann Arbor, MI: Pluto Press, 2004), σελ. 39.
  4. Kieran Allen, Max Weber, σελ. 42
  5. C. Hill, ‘Protestantism and the Rise of Capitalism’ στο E. J. Fischer (επιμ.), Essays in Economic and Social History of Tudor and Stuart England (Cambridge: Cambridge University Press, 1961), σελ. 35 -36.
  6. C. Hill, The World Turned Upside Down (Harmondsworth: Penguin, 1975), σελ. 50 -56.
  7. Kieran Allen, Max Weber, σελ. 39
  8. Peter L. Berger, “Max Weber is Alive and Well, and Living in Guatemala: The Protestant Ethic Today” στο Review of Faith and International Affairs, vol. 8, No. 4 (Winter 2010)
  9. Matthew Hutson, “Still Puritan After All These Years,” 3 Αυγούστου 2012, NYT (http://www.nytimes.com/2012/08/05/opinion/sunday/are-americans-still-puritan.html?_r=0)
  10. Roland H. Bainton, ‘Calvin, Beza and the Protestant Work Ethic,” στο Reformed Journal, τεύχος 32, no. 4 (April 1987), σελ. 18 -21.
  11. Αναφέρει ενδεικτικά μια παράγραφο από έργο του Beza στο οποίο γράφει χαρακτηριστικά «μέσα στην κραυγή του ο εκλεκτός ρίχνει την άγκυρά του στον ίδιο τον θρόνο του Θεού τον οποίο βλέπει μέσα από το κήρυγμα του Λόγου και μέσα από τις τελετές» (Bainton, σελ. 21).
Scroll to top