Η δικαίωση του αμαρτωλού μόνο διά της πίστεως

silhouette of kneeling man

Ο Θεός σε αγαπάει, δικαιώνει και αποδέχεται περισσότερο όταν μελετάς την Αγία Γραφή, αγαπάς και συγχωρείς τους άλλους, προσεύχεσαι, υπακούς στις εντολές Του, βοηθάς τους φτωχούς, τις χήρες και τα ορφανά και εκκλησιάζεσαι; Αν επέστρεφε ο Χριστός σήμερα και σε έβρισκε να διαπράττεις μία σημαντική αμαρτία, θα σε έπαιρνε μαζί Του στον Παράδεισο; Ποιες είναι οι βασικότερες και πιο θεμελιώδεις διαφορές της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας (ΕΕΕ), με την Ορθόδοξη και την Καθολική εκκλησία; 

Το δόγμα της δικαίωσης είναι κεντρικής σημασίας για την πίστη μας. Ο Λούθηρος αποκάλεσε το συγκεκριμένο δόγμα, τον ακρογωνιαίο λίθο του Χριστιανισμού και της Διαμαρτύρησης. Το δόγμα της δικαίωσης απαντά στο κρίσιμο ερώτημα, «πώς μπορούμε να ήμαστε εντάξει με τον Θεό; Πως μπορεί ο άνθρωπος να δικαιωθεί μπροστά στο Θεό;»  Σύμφωνα με την Αγ. Γραφή κανείς δεν είναι αρκετά καλός για να σταθεί ενώπιον του Θεού. Κανείς δεν μπορεί να τηρήσει πλήρως και με τέλειο τρόπο τον Θείο νόμο. «΄Οποιος τηρήσει όλες τις διατάξεις του νόμου και παραβεί μία, θεωρείται παραβάτης όλου του νόμου»(Ιάκωβος 2:10).  Μπορεί να αισθανόμαστε κάποιες φορές δίκαιοι ενώπιον των ανθρώπων, αλλά δεν μπορούμε να σταθούμε με βάση τις δικές μας ενέργειες και πράξεις δίκαιοι ενώπιον του Θεού, εξαιτίας της τραγικής μας πνευματικής κατάστασης.  

Ποια είναι όμως η πνευματική κατάσταση των ανθρώπων μακριά από τον Θεό;

Σύμφωνα με την Αγία Γραφή

  • Γεννιόμαστε αμαρτωλοί, η αμαρτία βρίσκεται στον πυρήνα της ύπαρξης μας (Ψαλμοί 51:5, Μάρκος 7:21-23, Ματθαίος 15:18-19), ήμαστε εκ φύσεως τέκνα οργής (Εφεσίους 2:3) και ο  λογισμός της καρδιάς τού ανθρώπου είναι κακός από τη νηπιότητά του  (Γένεσις 8:21)
  • Κανείς δεν είναι δίκαιος ενώπιον του Θεού (Ψαλμός 143:2, 103:3, Ρωμαίους 3:10-12)
  • Κανείς δεν πράττει πάντα μόνο το καλό (Εκκλησιαστής 7:20) 
  •  Η καρδιά των ανθρώπων, όσο ζουν, είναι γεμάτη κακία και ανοησία  (Εκκλησιαστής 9:3)
  • Ήμαστε πνευματικά νεκροί (Εφεσίους 2:1, Κολοσσαείς 2:13), τυφλοί (Β΄ Κορινθίους 4:4, Ιωάννης 12:39-40, Ματθαίος 13:14-15) και χαμένοι (Ησαΐας 53:6, Λουκάς 19:10)
  • Όλοι οι άνθρωποι είναι υπόδουλοι στην αμαρτία (Γαλάτας 3:22),  όλοι υστερούνται της δόξης του Θεού (Ρωμαίους 3:23) και όλος ο κόσμος βρίσκεται κάτω από την εξουσία του διαβόλου (Α΄ Ιωάννου 5:19, Β΄ Κορινθίους 4:4)
  • Η καρδιά μας είναι απατηλή και σφόδρα διεφθαρμένη (Ιερεμίας 17:9, Ρωμαίους 1:21)
  • Ήμαστε σκλάβοι στην αμαρτία (Ιωάννης 8:34, Ρωμαίους 6:17, Γαλάτας 4:8)
  • Ήμαστε ανόητοι, απειθείς, πλανώμενοι, δουλεύοντες εις διαφόρους επιθυμίας και ηδονάς, ζώντες εν κακία και φθόνω, μισητοί και μισούντες αλλήλους (Ρωμαίους 1:21, Τίτος 3:3)
  • Ήμαστε εχθροί του Θεού, τον οποίο δεν αγαπούμε και τιμούμε, αλλά μισούμε (Ιωάννης 3:19-20, Ρωμαίους 5:8)
  • Έχουμε απορρίψει τη λύση του Θεού για το πρόβλημα της αμαρτίας (Ιωάννης 3:19-21)

Μπορούμε να αλλάξουμε και να σωθούμε και δικαιωθούμε μόνοι μας; «Ο Κύριος λέει: «Μπορεί ν’ αλλάξει ο μαύρος το χρώμα του ή η λεοπάρδαλη τα στίγματά της; Άλλο τόσο κι εσείς μπορείτε ν’ αλλάξετε και να κάνετε το καλό, τώρα που έχετε μάθει να κάνετε το κακό» (Ιερεμίας 13:23). Συνοψίζοντας την πνευματική μας κατάσταση ο Απόστολος Παύλος αναφέρει: «10  δεν υπάρχει δίκαιος ουδέ εις, 11 δεν υπάρχει τις έχων σύνεσιν· δεν υπάρχει τις εκζητών τον Θεόν. 12 Πάντες εξέκλιναν, ομού εξηχρειώθησαν· δεν υπάρχει ο πράττων αγαθόν, δεν υπάρχει ουδέ εις» (Προς Ρωμαίους 3:10-12).Οι Χριστιανικές εκκλησίες διχάζονται στην κατανόηση της δικαίωσης. Συμμετέχουμε στην διαδικασία της δικαίωσης και με τα έργα μας; Γινόμαστε ή ανακηρυσσόμαστε δίκαιοι;  Αφορά, δηλαδή, η δικαίωση την εσωτερική αλλαγή του ανθρώπου,  ή τη «νομική» του θέση ενώπιον του Θεού; 1

Τι πιστεύει η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία για την δικαίωση;

Σύμφωνα με την πολυπληθέστερη Χριστιανική εκκλησία, ο άνθρωπος για να δικαιωθεί πρέπει να γίνει εσωτερικά δίκαιος. Οι Καθολικοί χρησιμοποιούν τον όρο justifico που στα Λατινικά σημαίνει  κάνω κάποιον δίκαιο. Για τους Καθολικούς η δικαίωση είναι μια διαδικασία στην οποία συμμετέχουν και ο Θεός και ο άνθρωπος, η αξία του Χριστού και η αξία του ανθρώπου.2 Σύμφωνα με την Καθολική θεώρηση,  η δικαιοσύνη του Χριστού δεν επαρκεί, προκειμένου να δικαιώσει τον πιστό. Απαιτούνται και επαινετές, αινέσιμες, αξιότιμες και αξιέπαινες ανθρώπινες πράξεις. Κατά συνέπεια εφόσον ο άνθρωπος δικαιώνεται και με την πίστη, αλλά και με τα έργα, κανείς δεν μπορεί ποτέ να είναι σίγουρος για τον βαθμό δικαίωσής του. 

Η δικαίωση στην Καθολική εκκλησία, επιτυγχάνεται μέσω της συμμετοχής στα μυστήρια της εκκλησίας, της πίστης, αλλά και των καλών πράξεων.3 Και αν αυτές οι πράξεις δεν είναι αρκετές, υπάρχει το καθαρτήριο, διά του οποίου κάποιος γίνεται δίκαιος. Μέσω του καθαρτηρίου ο εσωτερικός άνθρωπος εξαγνίζεται και αποκτά την αγιότητα που χρειάζεται για να εισέλθει στον Παράδεισο. Όσοι συμμετείχαν στα μυστήρια της εκκλησίας, πίστευαν στον Χριστό, έκαναν πολλές και καλές ευσεβείς πράξεις και έζησαν άμεμπτες ζωές, ελπίζουν πως ίσως μπουν απευθείας στο παράδεισο. Όσοι έχουν διαπράξει συστηματικά τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα (οκνηρία, αλαζονεία, λαιμαργία, απληστία, λαγνεία, οργή και ζηλοφθονία), δίχως διάθεση μετάνοιας, δεν εκκλησιάζονταν και συμμετείχαν στα μυστήρια της εκκλησίας και δεν πίστευαν στον Χριστό θα οδηγηθούν στην κόλαση. Οι περισσότεροι άνθρωποι θα χρειαστούν μία κατάσταση κάθαρσης, προκειμένου να φθάσουν στην αγιότητα,  επειδή τίποτε αμόλυντο δεν μπορεί να μπει στον Παράδεισο (Αποκάλυψη 21:27).4

Τι πιστεύει η Ορθόδοξη εκκλησία για την δικαίωση;

Ποιοι είναι οι όροι της δικαίωσης; Η πίστη και τα αγαθά έργα. Τόσο η πίστη όσο και η αγάπη (τα αγαθά έργα) είναι οι απαραίτητες συνθήκες της σωτηρίας και δικαιώσεως. Εξαιτίας της εμπεριχωρήσεως των εννοιών πίστη, αγάπη, αγαθά έργα, είτε πούμε ότι η πίστη σώζει ή η αγάπη ή τα αγαθά έργα, λέμε ένα και το αυτό πράγμα. Η ηθική ζωή ασκεί ροπή επί της σωτηρίας των χριστιανών. Εξάλλου, η Αγία Γραφή αναφέρει ότι η σωτηρία και η δικαίωση είναι δια πίστεως ενεργουμένης εν αγάπη (Γαλάτας 5:6). 

Υπάρχουν διάφορα στάδια δικαίωσης; Ναι, για αυτό και πρέπει να δουλέψουμε για να λάβουμε και διατηρήσουμε τη δικαίωση. Οι Ορθόδοξοι αναφέρονται σε Βιβλικά χωρία στα οποία κατά την εκτίμηση τους δεν αποκλείεται ρητά η σχετική αξιομισθία των αγαθών έργων (Β΄ Κορινθίους 5:10, Ματθαίος 25:31-46). 

Υπάρχουν διαβαθμίσεις στη δικαίωση; Ναι, ανάλογα με την πιστότητα του ανθρώπου, το βαθμό προσοικειώσεως της δικαίωσης και το μέτρο συνεργασίας των ανθρώπων με τη χάρη του Θεού. Μπορεί ο άνθρωπος να εκπέσει της δικαιώσεως; Βεβαίως μπορεί, αν αδιαφορήσει για το πνευματικό αγαθό και κυριευθεί από την αμαρτωλή φύση καταπατώντας το νόμο του Θεού και πράττοντας έργα αισχύνης και φθοράς, μπορεί να εκπέσει της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος και να χαθεί.5

Τελικός και απώτερος σκοπός της δικαίωσης είναι η ομοίωση του ανθρώπου με τον Θεό, ως Θέωση, δια της οποίας γινόμαστε κοινωνοί της Θείας φύσεως (Β΄ Πέτρου 1:4).  Για τη θέωση διαδραματίζουν ρόλο η πίστη και τα έργα, κυρίως όμως η συμμετοχή στα μυστήρια της εκκλησίας. Αυτό γίνεται με μυστικό και ασύλληπτο για τον νου τρόπο. Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Εκκλησία, οι ενέργειες του Θεού είναι θείες ενέργειες.  Είναι κι αυτές Θεός, χωρίς να είναι η ουσία Του. Είναι Θεός και γι’ αυτό θεώνουν τον άνθρωπο. Ενωνόμαστε λοιπόν με τον Θεό δια των ακτίστων θείων ενεργειών Του κι όχι δια της ουσίας Του. Ο Θεός δεν είναι μόνο ουσία, αλλά είναι και ενέργεια. Με τις άκτιστες αυτές ενέργειές Του ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και συνεχίζει να τον συντηρεί. Είναι παρών στην φύση και συντηρεί το σύμπαν με τις συντηρητικές ενέργειές Του. Φωτίζει τον άνθρωπο με τις φωτιστικές Του ενέργειες. Τον αγιάζει με τις αγιαστικές ενέργειες. Τον θεώνει, τέλος, με τις θεωτικές ενέργειές Του. Άρα με τις άκτιστες ενέργειές Του ο άγιος Θεός μπαίνει στην φύση, στον κόσμο, στην ιστορία, στην ζωή των ανθρώπων. Ο άνθρωπος που φτάνει στο σημείο αυτό γίνεται «όμοιος με το Θεό» (πραγματοποιεί το περίφημο «καθ’ ομοίωσιν») και χαρακτηρίζεται «άγιος».6

Τι πιστεύουν αρκετοί εκκλησιαζόμενοι και πιστοί στις Ελληνικές Ευαγγελικές Εκκλησίες;

Για να σε παραδεχθεί ο Θεός δίκαιο, πρέπει να έχεις γίνει πρώτα δίκαιος. Κι αυτό, ακόμη κι αν συμβεί, σίγουρα δεν γίνεται από την μια στιγμή στην άλλη. Πρέπει να μετανοήσεις, να παλέψεις, να ματώσεις, να κουραστείς, να επιμείνεις, να στερηθείς, και στο τέλος ο Θεός θα σε κρίνει αν είσαι άξιος να πας στον ουρανό. Φυσικά έχεις ανάγκη τη χάρη του Θεού, φυσικά ο Χριστός πέθανε για τις αμαρτίες μας, φυσικά πρέπει να έχεις πίστη. Χωρίς τη χάρη, τον Χριστό και την πίστη, δεν γίνεται τίποτα. Η τελική δικαίωση ενώπιον του Θεού όμως, θα δοθεί ανάλογα με την υπακοή σου.7  Είναι πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι η θεολογική αλλά και βιωματική θέση αρκετών εκκλησιαζόμενων και πιστών στις εκκλησίες μας, όσον αφορά το καίριο θέμα της δικαίωσης είναι συγγενέστερη των θέσεων της Ορθοδόξου και Καθολικής Εκκλησίας, παρά της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας!

Παρόμοια θέση με την παραπάνω έχει και η Νέα Προοπτική για τον Απόστολο Παύλο. Την τελευταία εκατονταετία διάφοροι θεολόγοι στον προτεσταντικό ακαδημαϊκό χώρο έχουν επιχειρήσει να επανεξετάσουν το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Απόστολος Παύλος έγραψε τις επιστολές του. Ο Ν.Τ. Wright γράφει, «εάν χρησιμοποιήσουμε την δικαστική γλώσσα, είναι παράλογο να ισχυριστούμε ότι ο δικαστής, προσάπτει, μεταδίδει, κληροδοτεί, διαβιβάζει και μεταβιβάζει την δικαιοσύνη του είτε στον ενάγοντα είτε στον εναγόμενο…Η δικαιοσύνη που έχει ο λαός του Θεού δεν είναι δικαιοσύνη του Θεού».8  Η δικαίωση στον πρώτο αιώνα κατά τον N.T. Wright «δεν επικεντρωνόταν στο πώς μπορεί κάποιος να αποκτήσει προσωπική σχέση με τον Θεό, αλλά ήταν εσχατολογικός ορισμός, τόσο τωρινός όσο και μελλοντικός, που αφορούσε ποιος είναι μέλος της διαθήκης»9, ενώ οι αναφορές του Παύλου στην δικαιοσύνη του Θεού στην προς Ρωμαίους επιστολή αναφέρονται αποκλειστικά στην πιστότητα του Θεού και όχι στην δικαίωση του πιστού διά της πίστεως. 

Τι πιστεύει η Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία για την δικαίωση; Η δικαίωση διά της πίστεως αποτελεί το βασικό δόγμα της ΕΕΕ. Η θρησκευτική Μεταρρύθμιση ξεκίνησε ουσιαστικά όταν ο Μαρτίνος Λούθηρος κατανόησε τη βιβλική διδασκαλία για τη δικαίωση του ανθρώπου κατά χάριν μόνον διά της πίστεως. Η διδασκαλία αυτή ήταν και παραμένει η αιχμή του δόρατος, ο θεολογικός πυρήνας, η σημαία και το ιδιαίτερο διακριτικό στοιχείο των Αναμορφωμένων Ευαγγελικών Εκκλησιών. Αναφερόμενος ο Λούθηρος στο Άρθρο του για τη δικαίωση του ανθρώπου σημειώνει χαρακτηριστικά ότι «αυτό το άρθρο είναι η κεφαλή και ο ακρογωνιαίος λίθος, που μόνο του γεννά την Εκκλησία του Θεού, την τρέφει, την οικοδομεί, τη διατηρεί και την υπερασπίζει. Χωρίς αυτό (το άρθρο) δεν μπορεί η Εκκλησία του Θεού ούτε για μια ώρα να υπάρξει» (WA 30 ΙΙ/650). Η δικαίωση χαρακτηρίζεται από το Λούθηρο ως βράχος πάνω στον οποίο θεμελιώνεται η αλήθεια και εδράζεται η Εκκλησία (Βλ. WA 40 1/33, 16).10 Το δόγμα της δικαίωσης διά της πίστεως αποτελεί για αρκετούς ευαγγελικούς θεολόγους και ποιμένες τη βασικότερη μας διαφορά με την Ορθόδοξη και την Καθολική εκκλησία.

Ορισμός της δικαίωσης κατά  την Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία: Δικαίωση είναι μια στιγμιαία νομική πράξη του Θεού που λαμβάνει χώρα τη στιγμή της αναγέννησης, διά της οποίας ο Θεός α) συγχωρεί τις αμαρτίες μας, και β) μας ανακηρύττει δικαίους.11  Η δικαίωση είναι μία πράξη του Θεού (Ρωμαίους 8:33), με την οποία ο Θεός ανακηρύσσει δίκαιους, όσους ομολογούν ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Δημιουργός, Σωτήρας, Θεός και Κύριος τους (Α΄ Κορινθίους 12:3, Β΄ Κορινθίους 4:5, Φιλιππησίους 2:11), πιστεύουν στο σωτήριο έργο και την ανάσταση του Χριστού (Ρωμαίους 10:9) και μετανοούν από τις αμαρτίες τους (Παροιμίες 28:13, Λουκάς 13:3, Πράξεις 2:38, 3:19, 11:18, Ρωμαίους 2:4, Β΄ Κορινθίους 7:10, Ησαΐας 55:6-7).12

Η δικαίωση αυτή είναι θεσιακή, σε αντίθεση με τον αγιασμό που είναι τόσο θεσιακός, όσο και βιωματικός. Η συγκεκριμένη δικαίωση είναι ανεξάρτητη από οποιοδήποτε ανθρώπινο έργο, προσόν, ή ηθική αρετή (Ρωμαίους 3:20, 4:6) και συμπεριλαμβάνει την μεταβίβαση όλων μας των αμαρτιών στον Χριστό (Κολοσσαείς 2:14, Α΄Πέτρου 2:24) και την μεταβίβαση της δικαιοσύνης Του σε εμάς (Α΄ Κορινθίους 1:30, Ρωμαίους 5:19). Όπως ο Χριστός ήταν αναμάρτητος, αλλά ο Θεός τους συμπεριφέρθηκε σαν να ήταν αμαρτωλός, έτσι και όσοι πιστεύουν σε Αυτόν είναι αμαρτωλοί, αλλά ο Θεός τους συμπεριφέρεται σαν να είναι δίκαιοι (Β΄ Κορινθίους 5:21).

Ο Απόστολος Παύλος διδάσκει ξεκάθαρα την δικαίωση διά της πίστεως και μόνο σε αρκετές περικοπές. Ενδεικτικά αναφέρω τις κυριότερες: 

  • «Δικαιωθέντες λοιπόν εκ πίστεως, έχομεν ειρήνην προς τον Θεόν διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» (Ρωμαίους 5:1)
  • «Τον μη γνωρίσαντα αμαρτίαν έκαμεν υπέρ ημών αμαρτίαν, διά να γείνωμεν ημείς δικαιοσύνη του Θεού δι’ αυτού»  (Β΄Κορινθίους 5:21)
  • «..δι’ αυτού αποκαλύπτεται η δικαιοσύνη του Θεού εκ πίστεως εις πίστιν, καθώς είναι γεγραμμένον· Ο δε δίκαιος θέλει ζήσει εκ πίστεως» (Ρωμαίους 1:17)
  • «Εξεύροντες ότι δεν δικαιούται άνθρωπος εξ έργων νόμου, ειμή διά πίστεως Ιησού Χριστού» (Γαλάτας 2:16)
  • «…8 τα πάντα είναι ζημία διά το έξοχον της γνώσεως του Ιησού Χριστού του Κυρίου μου, διά τον οποίον εζημιώθην τα πάντα, και λογίζομαι ότι είναι σκύβαλα διά να κερδήσω τον Χριστόν 9 και να ευρεθώ εν αυτώ μη έχων ιδικήν μου δικαιοσύνην την εκ του νόμου, αλλά την διά πίστεως του Χριστού, την δικαιοσύνην την εκ Θεού διά της πίστεως» (Φιλιππησίους 3:8-9). 
  • «…ο άνθρωπος δικαιούται διά της πίστεως χωρίς των έργων του νόμου» (Ρωμαίους 3:28). 

Προκειμένου να δικαιωθούμε έλαβε χώρα μία μεγάλη ανταλλαγή. Ο Χριστός πάνω στον σταυρό έλαβε το παθητικό μας, στην πραγματικότητα έγινε το παθητικό μας και μας έδωσε το ενεργητικό του. Στον σταυρό έγινε ένας καταλογισμός. Καταλογισμός είναι ένας τραπεζικός όρος. Στον σταυρό, η αμαρτία μας χρεώθηκε στο λογαριασμό του Χριστού και η δικαιοσύνη Του πιστώθηκε στον πνευματικό μας λογαριασμό. Ενώ παίρνουμε κάτω από τη βάση, Εκείνος μας δίνει άριστα, επειδή η βαθμολογία του Χριστού προσμετράται ως δική μας. Το δικό Του τέλειο ηθικό μητρώο καταλογίζεται υπέρ εμάς, επειδή ενωθήκαμε με τον Χριστό. Το πνευματικό μας χρέος μεταβιβάστηκε στον Χριστό και πληρώθηκε στο ακέραιο, επειδή ο Χριστός  «κατήργησε το χρεόγραφο με τις διατάξεις, που ήταν εναντίον μας, και το έβγαλε από τη μέση καρφώνοντάς το στο σταυρό» (Κολοσσαείς 2:14). Από τη στιγμή της αναγέννησης μας, ήμαστε εν Χριστώ, ενωμένοι μαζί Του.  Όταν παντρεύτηκα την Γεωργία ό,τι ήταν δικό μου, έγινε δικό της και ό,τι ήταν δικό της έγινε δικό μου. Όταν λέει στην Γαλάτας 2:20 ο Παύλος: «μαζί με τον Χριστό έχω συσταυρωθεί· ζω δε όχι πλέον εγώ, αλλά ο Χριστός ζει μέσα σε μένα·», δεν εννοεί τίποτε άλλο από το γεγονός ότι όπως όταν παντρευόμαστε οι δύο είναι σάρκα μία, έτσι και όταν πιστεύουμε οι δύο μας γινόμαστε ένα. Ο Χριστός παίρνει ό,τι είναι δικό μας και εμείς παίρνουμε ό,τι είναι δικό Του.  Τι είναι δικό Του και το παίρνουμε εμείς; Η δικαιοσύνη Του! Τι είναι δικό μας και το παίρνει Αυτός; Η ποινή για τις αμαρτίες μας. Ο Χριστός μας αγάπησε και πέθανε ελεύθερα για χάρη μας, γνωρίζοντας πως θα έπρεπε να βιώσει την κόλαση για να μην την βιώσουμε εμείς. Η αγάπη του Χριστού έφτασε στην κόλαση για να πάμε εμείς στον παράδεισο. Πήρε την κόλασή μας για να μας χαρίσει τον παράδεισο.13 Μας έδωσε τα πάντα για να μπορούμε να έχουμε τα πάντα. Συνεπώς, ο Θεός μας δικαιώνει όχι επειδή ήμαστε άξιοι, αλλά επειδή η αξία του Χριστού, ενώ δεν το αξίζουμε, προσμετράται ως δικιά μας.

Η δικαίωση λοιπόν αποτελεί μία νομική διακήρυξη του Θεού προς όποιον πιστεύει ότι ο Χριστός είναι ο μόνος σωτήρας που αποτελείται από δύο σκέλη:

1.Η συγχώρηση

Δικαίωση σημαίνει ότι όλες οι αμαρτίες μας έχουν συγχωρεθεί κι ότι η τιμωρία για τις αμαρτίες μας έχει διαπαντός εξαλειφθεί (Μιχαίας 7:19, Ψαλμός 103:12). Για την ΕΕΕ, η δικαίωση είναι η πράξη ενός δικαστή ο οποίος διακηρύττει  πως ο κατηγορούμενος δεν θα τιμωρηθεί, ενώ πρέπει να τιμωρηθεί. Όταν ο Θεός μας δικαιώνει, δεν ισχυρίζεται ότι δεν παραβήκαμε τον Θείο νόμο, ούτε παραβλέπει και προσπερνά τις ανομίες μας. Αντίθετα, ο Θεός μας συγχωρεί παρά το γεγονός ότι αξίζουμε την τιμωρία Του για τις αμαρτίες μας και έπρεπε να τιμωρηθούμε. Ήμαστε ένοχοι, αλλά είμαστε ελεύθεροι από την ενοχή αυτή, επειδή την ποινή της αμαρτίας μας, την πήρε ο Χριστός πάνω στον σταυρό. Για αυτό αναφέρει ο Παύλος «7 Μακάριοι εκείνοι, των οποίων συνεχωρήθησαν αι ανομίαι και των οποίων εσκεπάσθησαν αι αμαρτίαι· 8 μακάριος ο άνθρωπος, εις τον οποίον ο Κύριος δεν θέλει λογίζεσθαι αμαρτίαν» (Ρωμαίους 4:7-8). Ο Θεός λοιπόν επιλέγει να μας συγχωρήσει, αλλά και να μην μας λογαριάζει, καταλογίζει τις αμαρτίες μας. Γιατί; Επειδή έχουν σκεπαστεί και συγχωρηθεί οι αμαρτίες αυτές. Πώς; Με την θυσία του Χριστού στον σταυρό! Ο Χριστός λοιπόν μας συγχωρεί τις αμαρτίες, αλλά παράλληλα μας σκεπάζει με την δικαιοσύνη Του. 

2. Η ανακήρυξη των πιστών ως δίκαιων

Η συμφιλίωση με τον Θεό δεν προέρχεται μόνο από την άφεση αμαρτιών, αλλά και από την μεταβίβαση της δικαιοσύνης Του σε εμάς. Ο Θεός επειδή η δικαιοσύνη του Χριστού καταλογίζεται στον πνευματικό μας λογαριασμό, μας συμπεριφέρεται σαν να έχουμε εκπληρώσει πλήρως τον νόμο του Θεού, σαν να μην έχουμε αμαρτήσει, σαν να ήμαστε τέλειοι, άμωμοι, άγιοι, αψεγάδιαστοι και άμεμπτοι. Γιατί; Επειδή ο Χριστός έζησε την ζωή που έπρεπε να είχαμε ζήσει και πέθανε τον θάνατο που έπρεπε να είχαμε πεθάνει και η δική Του δικαιοσύνη καταλογίζεται στον δικό μας λογαριασμό, ενώ ήμαστε ασεβείς και αμαρτωλοί.

Αυτή την αλήθεια την βλέπουμε και στην Παλαιά Διαθήκη. «Η ψυχή μου θέλει αγαλλιασθή εις τον Θεόν μου· διότι με ενέδυσεν ιμάτιον σωτηρίας, με εφόρεσεν επένδυμα δικαιοσύνης» (Ησαΐας 61:10). Ο Παύλος μιλάει για «22δικαιοσύνη του Θεού διά πίστεως Ιησού Χριστού εις πάντας και επί πάντας τους πιστεύοντας· διότι δεν υπάρχει διαφορά» (Ρωμαίους 3:22). Ο Απόστολος Παύλος μάλιστα ξεκαθαρίζει πως η δικαίωση αυτή είναι ανεξάρτητη από τα έργα μας. «΄Οποιος  δεν έχει έργα, αλλά πιστεύει στο Θεό, που σώζει τον ασεβή, ο Θεός τον αναγνωρίζει δίκαιο γι’ αυτή του την πίστη»( Ρωμαίους 4:5).

Ποια είναι τότε η διαφορά της συγχώρεσης και της δικαίωσης; Η συγχώρεση είναι η αφαίρεση της αμαρτίας από τον πνευματικό μας λογαριασμό, ενώ η δικαίωση είναι η πρόσθεση της δικαιοσύνης του Χριστού στον λογαριασμό μας. Πως μπορεί όμως ο Θεός να διακηρύττει κάτι που δεν είμαστε; Πως μπορεί ο δίκαιος Θεός να δικαιώνει τον άδικο, τον ασεβή και να παραμένει δίκαιος; Για την Ορθόδοξη Εκκλησία, «η ανακήρυξη από το Θεό κάποιου ως δικαίου δεν μπορεί να είναι άσχετη προς την εσωτερική του δικαίωση, που δημιουργεί η χάρη του Θεού. Αν δεν συμβαίνει αυτό, ο Θεός κρίνει ψευδώς ανακηρύσσοντας δίκαιο τον άδικο, πράγμα που φθείρει βάναυσα την έννοια της θείας αγιότητας και δικαιοσύνης».14

Δυστυχώς, αρκετοί πιστοί και εκκλησιαζόμενοι στις εκκλησίες μας πιστεύουν ακριβώς αυτό που πιστεύει η εκκλησία των πατέρων μας. Ακόμη και αν λέμε ότι πιστεύουμε κάτι διαφορετικό στη θεωρία, στην πράξη ζούμε μία ζωή που βασίζεται στη σωτηρία ή τη διατήρηση της σωτηρίας διά των έργων και στη δικαίωση διά των ευσεβών καλών πράξεων. Εξάλλου, δικαιώνω στην νεοελληνική έννοια σημαίνει «προβάλλω κάποιον ως δίκαιο, επιβραβεύω κάποιον ως δίκαιο».15

Ο Απόστολος Παύλος απαντάει στην παραπάνω ένσταση: «24 Δικαιούνται δε δωρεάν με την χάριν αυτού διά της απολυτρώσεως της εν Χριστώ Ιησού, 25 τον οποίον ο Θεός προέθετο μέσον εξιλεώσεως διά της πίστεως εν τω αίματι αυτού, προς φανέρωσιν της δικαιοσύνης αυτού διά την άφεσιν των προγενομένων αμαρτημάτων διά της μακροθυμίας του Θεού» (Ρωμαίους 3:24-25). Ο Θεός ήταν μακρόθυμος με τις προηγούμενες αμαρτίες μας, επειδή ο Χριστός θα πλήρωνε για αυτές (Ρωμαίους 3:25). Ο Χριστός είναι τόσο ο δικαστής που απονέμει δικαιοσύνη, όσο και ο δικαιωτής που μας αθωώνει, απαλλάσσοντας μας από κάθε κατηγορία. Με άλλα λόγια, δεν είναι η αθωότητα μας, αλλά η δικαιοσύνη Του που μας δικαιώνει. Με αυτόν τον τρόπο, ο Θεός παραμένει δίκαιος και δικαιώνει τον ασεβή χωρίς να παραβιάζει την αγιότητά Του. Μάλιστα, ο Παύλος γράφει στο αμέσως επόμενο εδάφιο πως ο Θεός τα έκανε όλα αυτά για να φανερωθεί η δικαιοσύνη του στον «παρόντα καιρό, ώστε είναι αυτός δίκαιος, και να δικαιώνει εκείνον που πιστεύει στον Ιησού» (Ρωμαίους 3:26).

Το δόγμα της δικαίωσης διά της πίστεως μας σοκάρει! Ακούγεται πολύ καλό για να είναι αληθινό. Επειδή όμως διδάσκεται από τον αιώνιο, αλάθητο και θεόπνευστο Λόγο του Θεού, καλούμαστε να το πιστέψουμε και να βασίσουμε τις ζωές μας πάνω σε αυτό. Όλοι θέλουμε να νιώσουμε ότι εμείς διαλέξαμε τον Θεό, ότι πραγματικά Τον αναζητούσαμε και μας έσωσε επειδή ήμασταν άξιοι και δίκαιοι. Οφείλω να ομολογήσω, πως πάλεψα μέσα μου για κάποιο καιρό με αυτό το δόγμα, επειδή ήθελα να νιώθω πως ο Θεός με δικαίωσε επειδή ήμουν καλύτερος, σπουδαιότερος, πιο ξεχωριστός, πνευματικός και ηθικός σε σχέση με τους άλλους. Υποτάχτηκα όμως στο δόγμα αυτό, επειδή συνειδητοποίησα πως δεν έχει σημασία τι πιστεύω ή αισθάνομαι, αλλά τι διδάσκει η Αγία Γραφή. 

Η δικαίωση του αμαρτωλού διά της πίστεως, μας δείχνει και την ξεκάθαρη διαφορά της θρησκείας από τον γνήσιο Χριστιανισμό. Στη θρησκεία πρέπει ακατάπαυστα να διαπράττεις αξιότιμες και ευσεβείς πράξεις για να δικαιωθείς και να παραμένεις δικαιωμένος. Στον Χριστιανισμό αποδέχεσαι ότι ο Χριστός τα έκανε όλα στον Σταυρό, για αυτό και είπε «τετέλεσται». Στην θρησκεία ποτέ δεν είσαι σίγουρος για τη δικαίωση σου. Ως συνέπεια, η πνευματική σου πορεία καρκινοβατεί υπό τον φόβο της ενδεχόμενης απόρριψης από τον Θεό. Για αυτό και ξοδεύεις όλη σου την ενέργεια προσπαθώντας να δικαιωθείς. Στον γνήσιο Χριστιανισμό όμως, αποδέχεσαι διά πίστεως το μεγαλείο του σταυρού και της θυσίας του Χριστού και ξοδεύεις όλο σου το είναι, για να Τον αγαπήσεις και υπηρετήσεις περισσότερο. Ο Χριστός στον σταυρό ως τέλειος και αποτελεσματικός μεσίτης, έκανε όλα όσα χρειαζόμαστε για να σωθούμε και δικαιωθούμε.  

Η σχέση της δικαίωσης με τον αγιασμό 

Η δικαίωση για την ΕΕΕ είναι άμεση και θεσιακή (εν Χριστώ) και λαμβάνει χώρα την στιγμή της αναγέννησης. Ο αγιασμός όμως είναι τόσο θεσιακός, όσο και προοδευτικός, βιωματικός. Όσον αφορά τον αγιασμό, κάθε γνήσιος πιστός είναι άγιος εν Χριστώ θεσιακά (Εφεσίους 1:4, Α΄Κορινθίους 1:2, Β΄Κορινθίους 13:13, Φιλιππησίους 4:22, Κολοσσαείς 3:12). Είμαστε τέλειοι θεσιακά, νομικά εν Χριστώ Ιησού, ακόμη και όταν δεν είμαστε τέλειοι βιωματικά. «10 Είμεθα ηγιασμένοι διά της προσφοράς του σώματος του Ιησού Χριστού άπαξ γενομένης…14 Με μίαν προσφοράν ετελειοποίησε διά παντός τους αγιαζομένους» (Εβραίους 10:10, 14). Μία μέρα η εκκλησία Του θα παρουσιαστεί μπροστά Του ένδοξη,       «μη έχουσαν κηλίδα ή ρυτίδα ή τι των τοιούτων, αλλά αγία και άμωμος, επειδή ο Χριστός ηγάπησε την εκκλησίαν και παρέδωκεν εαυτόν υπέρ αυτής διά να αγιάση αυτήν» (Εφεσίους 5:27). Η εκκλησία Του δεν θα παρουσιαστεί στον Παράδεισο αγία και άμωμος, επειδή ήταν βιωματικά άμωμος, αλλά επειδή ο Χριστός πέθανε για να την αγιάσει. Ο Θεός μας «διήλλαξεν εις ευατόν διά του σώματος της σαρκός αυτού διά του θανάτου, διά να σας παραστήση ενώπιον αυτού αγίους και αμώμους και ανεγκλήτους» (Κολοσσαείς 1:22).  Ως αποτέλεσμα όταν ο Θεός μας κοιτάζει δεν βλέπει ένα αμαρτωλό, αλλά έναν άγιο. Για τον Θεό, επειδή ήμαστε εν Χριστώ δεν ήμαστε αμαρτωλοί που προσπαθούμε να γίνουμε άγιοι, αλλά ήμαστε θεσιακά άγιοι, που περιστασιακά αμαρτάνουν και προσπαθούν να γίνουν με τη χάρη Του,  τη καθοδήγηση και δύναμη του Αγίου Πνεύματος και την υπακοή μας στον Λόγο του Θεού βιωματικά άγιοι. 

Στην επιστολή προς Εφεσίους ο Παύλος μας καλεί να γίνουμε στα τρία τελευταία κεφάλαια της επιστολής, αυτό που θεσιακά ήμαστε εν Χριστώ (κεφάλαια 1-3). Ο Θεός μας «5 εζωοποίησεν μετά του Χριστού · 6 και συνανέστησε και συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις διά Ιησού Χριστού» (Εφεσίους 2:6). Οπότε, ο Θεός μας λέει «Γίνε αυτό που είσαι εν Χριστώ. Ανακάλυψε πώς θα είσαι στον παράδεισο και ζήσε όπως θα είσαι. Γίνε τώρα αυτό που θα γίνεις μία μέρα στον Παράδεισο. Δες τον εαυτό σου ως άγιο και τέλειο εν Χριστώ και όχι ως αμαρτωλό και ζήσε ανάλογα». Εν Χριστώ λοιπόν, την στιγμή της αναγέννησης γινόμαστε άγιοι θεσιακά, αλλά μοχθούμε να γινόμαστε άγιοι και κατά την διάρκεια της επίγειας ζωής μας, επειδή ο Θεός είναι Άγιος (Α΄ Πέτρου 1:15-16). Επειδή βιωματικά όμως δεν ήμαστε άγιοι, ο Θεός έχει καταρτίσει ένα πρόγραμμα που ονομάζεται αγιασμός, με σκοπό ο βιωματικός μας αγιασμός να πλησιάσει τον θεσιακό μας. Ο βιωματικός μας αγιασμός επιτυγχάνεται καθώς τα πάντα συνεργούν εις το αγαθόν, ώστε να γίνουμε σύμμορφοι της εικόνας του Χριστού (Ρωμαίους 8:28-29). Βεβαίως, υπάρχουν διαφορετικοί βαθμοί και διαβαθμίσεις βιωματικού αγιασμού, δεν υπάρχουν όμως διαφορετικοί βαθμοί δικαίωσης.  Στον παράδεισο όλοι οι πιστοί θα γίνουν τέλειοι και βιωματικά (Α΄ Ιωάννου 3:2). 

Στο παρελθόν, όταν ο Θεός μας αναγέννησε, μας απελευθέρωσε από την ποινή και ενοχή της αμαρτίας μας. Στο παρόν μας το Άγιο Πνεύμα μας απελευθερώνει από την δύναμη της αμαρτίας, που επαναστατεί και δεν κυριαρχεί στην ζωή μας (Α΄ Ιωάννου 3:6, 5:18). Στον Παράδεισο, θα απελευθερωθούμε και από την ίδια την παρουσία της αμαρτίας. Συμπερασματικά, όταν σωζόμαστε δικαιωνόμαστε και αγιαζόμαστε άμεσα όσον αφορά την θεσιακή, νομική μας θέση εν Χριστώ. Κατά την διάρκεια της επίγειας πορείας μας, αγιαζόμαστε προοδευτικά, μέχρι να τελειοποιηθούμε οριστικά στον Παράδεισο. 

Πρακτική εφαρμογή:

Τι αλλάζει πρακτικά στη ζωή μας και στη ζωή των εκκλησιών μας το δόγμα της κατά χάριν διά πίστεως δικαίωσης; 

1. Όλοι οι πιστοί έχουν την ίδια τέλεια αποδοχή και δικαίωση ενώπιον του Θεού 

Η σωτηρία μας εξαρτάται εξολοκλήρου από το Θεό. Δεν συνεισφέρουμε κάτι για να σωθούμε. Σωζόμαστε και δικαιωνόμαστε κατά χάριν διά πίστεως, συνεπώς η συμμετοχή μας στην σωτηρία μας είναι η αμαρτία. Όλα τα υπόλοιπα τα κάνει ο Θεός. Ο Χριστός είναι ο αρχηγός και τελειωτής της πίστεως μας (Εβραίους 12:2). Είναι Αυτός που μας δίνει την πίστη και Αυτός που την τελειοποιεί. Όλα έγιναν και γίνονται χάρη στο Θεό. Αυτός μας έφερε στον κόσμο. Αυτός μας κρατά. Αυτός μας έδωσε το Χριστό. Αυτός εργάστηκε μέσα μας. Αυτός μας σώζει και μας αγιάζει. Αυτός μας κάνει να θέλουμε να υπακούσουμε. Αυτός να λατρεύσουμε και να υπηρετήσουμε. Και όλα αυτά γίνονται για να πάρει τη δόξα Εκείνος. 16

Βεβαίως, και έπρεπε να πιστέψουμε για να σωθούμε, αλλά ακόμη και αυτή η πίστη είναι ένα δώρο από το Θεό. Διαβάζουμε στην Εφεσίους 2:8-9, «κατά χάριν είσθε σεσωσμένοι δια της πίστεως· και τούτο δεν είναι από σας, Θεού το δώρον· ουχί εξ έργων, δια να μη καυχηθή τις». Δεν μπορώ να πιστεύω στη δικαίωση διά της πίστεως και να είμαι υπερήφανος ή να πιστεύω ότι είμαι καλύτερος από τους άλλους, διότι ό,τι έχω και είμαι το οφείλω στο Θεό και μόνο. Ακόμη και η σωτηρία, η πίστη, τα χαρίσματα και οι ικανότητες μου, αλλά και κάθε υλική και πνευματική ευλογία αποτελούν Θείο δώρο. «Αλήθεια, ποιος σ’ έκανε εσένα ανώτερο από τους άλλους; Τι έχεις που να μην το έλαβες; Αφού, λοιπόν, το έλαβες από το Θεό, γιατί καυχιέσαι σαν να μην το είχες λάβει ποτέ ως δώρο;» (Α΄ Κορινθίους 4:7).  Από την στιγμή που δεν υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι, βαθμίδες και διαβαθμίσεις σωτηρίας και δικαίωσης, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως ό,τι έχουμε και ήμαστε, το οφείλουμε αποκλειστικά στην χάρη του Θεού. Από τη στιγμή που μας έσωσε «όχι για τα καλά έργα που τυχόν εμείς κάναμε, αλλά γιατί μας σπλαχνίστηκε» (Τίτος 3:5) και είναι  «πλούσιος σε έλεος και έχει απέραντη αγάπη» (Εφεσίους 2:4), δεν μπορώ να θεωρώ πως είμαι ανώτερος των υπολοίπων. Ο Παύλος αναφέρει «Που λοιπόν η καύχησις; Εκλείσθη έξω. Διά ποίου νόμου; των έργων; Ουχί, αλλά διά του νόμου της πίστεως» (Ρωμαίους 3:27). Το δόγμα της δικαίωσης διαλύει, κατατροπώνει την υπερηφάνεια και ως συνέπεια την διχόνοια και την έριδα, επειδή «μόνον από της υπερηφανίας προέρχεται η έρις» (Παροιμίες 13:10). Η ενότητα στην εκκλησία προκύπτει όταν συνειδητοποιήσω πως ό,τι έχω και είμαι είναι δώρο Θεού και αρχίσω να βλέπω τους άλλους όπως τους βλέπει ο Χριστός και να τους συμπεριφέρομαι όπως μου συμπεριφέρεται ο Χριστός (Ματθαίος 7:12, Ιωάννης 13:34-35).  

Επειδή, όλοι οι πιστοί εν Χριστώ έχουν την ίδια τέλεια αποδοχή και δικαίωση ενώπιον του Ουράνιου Πατέρα τους, επειδή αυτή τη δικαίωση δεν μπορούμε ποτέ να την κερδίσουμε, αλλά μας χαρίζεται, επειδή η δικαίωση δεν αφορά τον ατελή βαθμό της εσωτερικής μας αλλαγής, αλλά την τέλεια δικαιοσύνη του Χριστού και δεν είναι δική μας αξία, ούτε δικό μας απόκτημα και επειδή η δικαίωση προσφέρεται ελεύθερα και δωρεάν διά πίστεως, χωρίς δυνατότητα ανθρώπινης συμμετοχής, μπορώ να αποδεχτώ τους άλλους όπως ο Θεός τους αποδέχεται και να τους συγχωρήσω και αγαπήσω ελεύθερα.

2. Η αποδοχή και δικαίωση μας από τον Θεό δεν βασίζεται στην υπακοή μας, την αξία μας και τις πράξεις μας

Είσαι απόλυτα συγχωρεμένος και τέλειος εν Χριστώ. Ο Θεός μέσω της δικαίωσης μας λέει «δεν είσαι πλέον ένοχος. Στα μάτια μου είσαι δίκαιος, άγιος, άμωμος και άμεμπτος, επειδή έχεις την δικαιοσύνη του Υιού μου». Ο Θεός μας βλέπει μέσα από το πρίσμα του Υιού Του. Από την στιγμή της δικαίωσης και για πάντα, ο Θεός δεν είναι εναντίον μας, αλλά μαζί μας και υπέρ μας (Ρωμαίους 8:31). Από εκείνη την στιγμή και για πάντα είμαστε συγχωρημένοι και δικαιωμένοι εξαιτίας της ένωσης μας με τον Χριστό. 

Η δικαίωση δεν είναι μία εμπειρία για τους πνευματικούς, αλλά μία πραγματικότητα για όποιον πιστεύει πως ο Χριστός είναι η μόνη οδός για τον ουρανό. Δεν έχει σημασία αν νιώθεις ή όχι δικαιωμένος. Αν έχεις δεχτεί τον Χριστό ως προσωπικό σου Σωτήρα είσαι για πάντα και αμετάκλητα δικαιωμένος εν Χριστώ. Ως συνέπεια, ο Θεός δεν σε αγαπάει, δικαιώνει και αποδέχεται περισσότερο όταν μελετάς την Αγία Γραφή, αγαπάς τους άλλους, προσεύχεσαι, υπακούς στις εντολές Του και εκκλησιάζεσαι. Ο Θεός δεν μας αγαπά όταν, όσο και όποτε συμπεριφερόμαστε σωστά. Οι άνθρωποι αγαπάμε τους άλλους όταν, όσο, και όποτε μας αγαπάνε. Η Θεία αγάπη όμως είναι τελείως διαφορετική. Για αυτό και δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε, ώστε ο Θεός να μας αγαπήσει, δικαιώσει ή αποδεχτεί λιγότερο ή περισσότερο! Ο Θεός μας αγαπάει ακόμη και αφότου σωθούμε, όχι επειδή ήμαστε αξιαγάπητοι, αλλά επειδή Εκείνος είναι πονετικός, γενναιόδωρος, άμετρα σπλαχνικός, πλούσιος σε έλεος και έχει απέραντη αγάπη (Ψαλμός 103:8, Εφεσίους 2:4). Αυτή η αλήθεια μας απελευθερώνει και μας οδηγεί στο να υπακούμε για τους σωστούς λόγους, από αγάπη (Ιωάννης 14:15, 21) και ευγνωμοσύνη και όχι από καθήκον ή φόβο. 

Αν ερχόταν ο Χριστός σήμερα κατά τη Δεύτερη έλευση Του και σε έβρισκε να διαπράττεις μία μεγάλη αμαρτία θα σε έπαιρνε μαζί του στον Παράδεισο; Σε αυτή την ερώτηση πολλοί πιστοί μου απαντούν όχι.  Η απάντηση είναι πως εάν είμαι εν Χριστώ, είμαι ασφαλής επειδή είμαι εν Χριστώ (Ιωάννης 10:29, Ρωμαίους 8:35-39, Ιούδας 24, Β΄ Τιμόθεον 1:12, Ρωμαίους 8:28-30, Φιλιππησίους 1:6). Δεν ήμαστε εντός Παραδείσου, όσο, εάν και όταν ήμαστε καλοί και άξιοι, επειδή ποτέ δεν ήμαστε αρκετά καλοί, άξιοι, δίκαιοι και άγιοι βιωματικά για να μπούμε στον Παράδεισο. Ποιος για παράδειγμα μπορεί να ισχυριστεί ότι αγαπά ακατάπαυστα και αδιάκοπα τον Θεό με όλο του το είναι, τον πλησίον του όπως ο Χριστός μας αγάπησε και συμπεριφέρεται πάντοτε στους άλλους όπως ο Θεός μας συμπεριφέρθηκε; Εξάλλου, ακόμη και όταν δεν το συνειδητοποιούμε αμαρτάνουμε. Για παράδειγμα, ακόμη και όταν πράττουμε αξιέπαινες και ευσεβείς πράξεις μπορεί να αμαρτάνουμε, επειδή ο Θεός μας καλεί να κάνουμε το σωστό πράγμα, για το σωστό λόγο (τη δική Του δόξα και μόνο), στο σωστό χρόνο και με τον σωστό τρόπο. 

 Κανείς δεν είναι αρκετά καλός, ώστε να μπορεί να σωθεί και δικαιωθεί χωρίς τον Χριστό και κανείς δεν είναι τόσο κακός, ώστε ο Χριστός να αρνηθεί να τον σώσει, εφόσον μετανοήσει και πιστέψει (Ιωάννης 6:37). Για όσους είναι εν Χριστώ πλέον δεν υπάρχει πλέον απολύτως καμία κατάκριση. «1 Δεν είναι τώρα λοιπόν ουδεμία κατάκρισις εις τους εν Χριστώ, Ιησού…33 Τις θέλει εγκαλέσει τους εκλεκτούς του Θεού; Θεός είναι ο δικαιών· 34 τις θέλει είσθαι ο κατακρίνων; Χριστός ο αποθανών, μάλλον δε και αναστάς, όστις και είναι εν τη δεξιά του Θεού, όστις και μεσιτεύει υπέρ ημών» (Ρωμαίους 8:1, 33-34). Κατά συνέπεια, η δικαίωση  λαμβάνει χώρα, ανεξάρτητα από τις πράξεις που κάναμε, κάνουμε ή πρόκειται να κάνουμε. Μία μέρα θα εισέλθουμε στον Παράδεισο εξαιτίας της συγχώρησης των αμαρτιών μας και της μεταβίβασης της δικαιοσύνης του Χριστού στον πνευματικό μας λογαριασμό. Εάν έχω πραγματικά πιστέψει στον Χριστό μπορώ να είμαι πεπεισμένος και βέβαιος πως ο Χριστός θα με πάρει μαζί Του όταν επιστρέψει και θα είμαι αιώνια δίπλα του στην Νέα Ιερουσαλήμ, επειδή στον Παράδεισο, κανείς δεν πηγαίνει με την αξία του, αλλά με την αξία του Χριστού. Οπότε, δεν χρειάζεται να μαδάμε την μαργαρίτα, για το αν ο Θεός μας αγαπάει και για το αν ήμαστε σωσμένοι. Ο Ιησούς Χριστός δίδαξε «Αληθώς, αληθώς σας λέγω ότι ο ακούων τον λόγον μου και πιστεύων εις τον πέμψαντά με έχει ζωήν αιώνιον, και εις κρίσιν δεν έρχεται, αλλά μετέβη (ο Κύριος μας χρησιμοποιεί αόριστο για να μας  δείξει πως η μετάβαση μας έχει γίνει μία φορά στο παρελθόν) εκ του θανάτου εις την ζωήν (Ιωάννης 5:24)». Η εξίσωση της σωτηρίας και δικαίωσης μας είναι: ΧΡΙΣΤΟΣ+ΤΙΠΟΤΑ=ΣΩΤΗΡΙΑ+ΔΙΚΑΙΩΣΗ. 

Μία ένσταση που διατυπώνεται συχνά είναι η εξής: «αν δικαιωνόμαστε μόνο διαμέσου της πίστεως, τότε έχουμε την άδεια να αμαρτάνουμε ελεύθερα». Ο Spurgeon δίδαξε ότι αν δεν κάνουμε αυτή την ερώτηση, δεν έχουμε κατανοήσει το ευαγγέλιο. Ο Απόστολος Παύλος απαντά στην ένσταση αυτή λέγοντας: «1 Τι λοιπόν θέλομεν ειπεί; θέλομεν επιμένει εν τη αμαρτία, διά να περισσεύση η χάρις; 2 Μη γένοιτο· ημείς, οίτινες απεθάνομεν κατά την αμαρτίαν, πως θέλομεν ζήσει πλέον εν αυτή;…15 Τι λοιπόν; θέλομεν αμαρτήσει διότι δεν είμεθα υπό νόμον, αλλ’ υπό χάριν; μη γένοιτο. 16 Δεν εξεύρετε ότι εις όντινα παριστάνετε εαυτούς δούλους προς υπακοήν, είσθε δούλοι εκείνου εις τον οποίον υπακούετε, ή της αμαρτίας προς θάνατον ή της υπακοής προς δικαιοσύνην; 17 Χάρις όμως εις τον Θεόν, διότι υπήρχετε δούλοι της αμαρτίας, πλην υπηκούσατε εκ καρδίας εις τον τύπον της διδαχής, εις τον οποίον παρεδόθητε, 18 ελευθερωθέντες δε από της αμαρτίας, εδουλώθητε εις την δικαιοσύνην·» (Ρωμαίους 6:1-2, 15-18). Τα έργα μας είναι σημαντικά. «Καθώς το σώμα χωρίς πνεύματος είναι νεκρόν, ούτω και η πίστις χωρίς των έργων είναι νεκρά»(Ιάκωβος 2:26). Τα έργα όμως αποτελούν την απόδειξη και όχι την προϋπόθεση της σωτηρίας μας. Για αυτό και οι Αναμορφωτές δίδαξαν «μόνο η πίστη στον Χριστό σώζει και δικαιώνει, αλλά ποτέ μία πίστη που είναι μόνη της».

Εάν δεν κατανοήσουμε την σπουδαιότητα του δόγματος αυτού, ο θεολογικός αερόσακος θα συνεχίσει να σκάει στα μούτρα μας και θα συνεχίζει να τραυματίζει τα ποίμνια μας, αφήνοντάς σε αρκετούς εκκλησιαζόμενους μερική ή ολική πνευματική αναπηρία. Εσύ, έχεις δικαιωθεί εν Χριστώ ή προσπαθείς ακόμα να δικαιωθείς με τα έργα και την υπακοή σου; Αν πιστεύεις ενδόμυχα πως μπορείς να κερδίσεις τη σωτηρία και δικαίωση διά των πράξεων σου, μετανόησε και βάσισε απόλυτα την πίστη σου στον Χριστό και μόνο, επειδή ο άνθρωπος δικαιώνεται μόνο διά της πίστεως στο έργο και το πρόσωπο του Χριστού, χωρίς των έργων του νόμου.

Βιβλιογραφία

1Παπαγεωργίου, Πάρις. Η σωτηρία, Κυριακό σχολείο Ενηλίκων, ΕΕΕ Κατερίνης

2Παπαγεωργίου, Πάρις. Η σωτηρία, Κυριακό σχολείο Ενηλίκων, ΕΕΕ Κατερίνης

3Malloy, J.Christopher. Catholic Answers Magazine, Justification Sola Fide

4Catholic Answers Magazine.  Purgatory

5Πατερική Θεολογία. Η δικαίωση του ανθρώπου

6Ρηγινιώτης, Θεόδωρος. Τι είναι θέωση

7Αδάμ, Γεώργιος, Η «δικαίωση εκ πίστεως μόνο», ταπεινώνει την ανθρώπινη περηφάνια, Κήρυγμα στην Β΄Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία Αθηνών

8Wright, N.T. What Saint Paul Really Said: Was Paul of Tarsus the Real Founder of Christianity?  (Grand Rapids: Eerdmans, 1997), σελ.98-99

9Wright, N.T. What Saint Paul Really Said: Was Paul of Tarsus the Real Founder of Christianity?  (Grand Rapids: Eerdmans, 1997), σελ.119

10Τσελεγγίδης, Δημήτριος. Η σωτηριολογία του Λουθήρου

11Παπαγεωργίου, Πάρις. Η σωτηρία, Κυριακό σχολείο Ενηλίκων, ΕΕΕ Κατερίνης

12Wayne, Grudem. Systematic Theology, κεφ. 36

 13Κανταρτζής, Παναγιώτης. Δικαίωση δια της πίστεως

14Πατερική Θεολογία. Η δικαίωση του ανθρώπου

15Μπαμπινιώτης, Γεώργιος, «Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας». Αθήνα, Κέντρο Λεξικολογίας, 1998.

16Αδάμ, Γεώργιος. Τα χαρακτηριστικά της Αναμόρφωσης, Κήρυγμα στην Β΄Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία Αθηνών στις 26/10/2006

Scroll to top