Η ασθένεια μέσα από το πρίσμα της «Θεολογίας του Σταυρού» του Λουθήρου

Η φράση «θεολογία του Σταυρού» χρησιμοποιήθηκε από τον Μαρτίνο Λούθηρο και αποτελεί έναν από τους κύριους τρόπους με τους οποίους ο Λούθηρος συνεισέφερε στη θεολογική σκέψη, αλλά και με τους οποίους την προκάλεσε.1 Σαν «θεολογία του Σταυρού» ορίζουμε την τοποθέτηση εκείνη του Λούθηρου, σύμφωνα με την οποία η μέγιστη αποκάλυψη του Θεού εντοπίζεται στο παράδοξο γεγονός του Σταυρού. Σε αυτό το γεγονός του σταυρού, ο ίδιος ο Θεός αποκαλύπτεται παραμένοντας σε μεγάλο ποσοστό κρυμμένος. Η βασική τοποθέτηση του Λούθηρου επάνω στο ζήτημα αυτό βρίσκεται στο άρθρο 20 της Αντιπαράθεσης της Χαϊδελβέργης, στο οποίο διαβάζουμε: «Αξίζει να αποκαλείται θεολόγος, όμως, αυτός που κατανοεί τα ορατά και αποκεκαλυμμένα πράγματα του Θεού, θεωρώντας τα μέσα από τις δοκιμασίες και το Σταυρό».2

Ο Λούθηρος ανέπτυξε τη θεολογία του Σταυρού σε μια περίοδο εναντίωσης προς τη σχολαστική θεολογία, με σκοπό να τονίσει τις γνωσιοθεωρητικές σταθερές που συνοδεύουν τη γνήσια αποκάλυψη του Θεού. Ο Λούθηρος ισχυρίστηκε ότι η γνήσια αποκάλυψη του Θεού, εξαιτίας της παραδοξότητας του Σταυρού, δεν μπορεί να οριστεί από έξωθεν φιλοσοφικά συστήματα, αλλά μόνο με τους όρους που ο Θεός θέτει και αποκλειστικά μέσα από Χριστιανικές κατηγορίες. Ο Σταυρός, που αναφέρει και το άρθρο 20 παραπάνω, είναι προφανώς ο Σταυρός του Χριστού, αλλά όχι μόνο. Για τον Λούθηρο, η θεολογία του Σταυρού έχει μεν γνωσιοθεωρητικό χαρακτήρα, εξηγεί δηλαδή το πώς λαμβάνει χώρα η μέγιστη δυνατή αποκάλυψη του Θεού, αλλά διακρίνεται επιπλέον από ένα βιωματικό επίπεδο: ο Σταυρός του Χριστού και ο Σταυρός που σηκώνει ο Χριστιανός χρησιμοποιούνται από το Λούθηρο με τον ίδιο τρόπο. Με άλλα λόγια, αν ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί μέσο αποκάλυψης, το ίδιο συμβαίνει με το Σταυρό που καλείται να σηκώσει ο Χριστιανός.3 Ο Matthew C. Phillips, για παράδειγμα, σχολιάζει λέγοντας ότι «ενώ οι δοκιμασίες (σ.σ. στο άρθρο 20 της Αντιπαράθεσης της Χαϊδελβέργης) αναφέρονται πρωτίστως στα πάθη του Χριστού, ο Λούθηρος τόνισε ότι ο Θεός αποκαλύπτεται στους ανθρώπους μέσα από τις δικές τους δοκιμασίες».4 Ο Σταυρός του Χριστού και αυτός του Χριστιανού σε κάποιο ποσοστό ταυτίζονται, γεγονός που δείχνει την οργανική σχέση μεταξύ του Χριστού και του Χριστιανού σε επίπεδο παθημάτων και δοκιμασιών.

Σύμφωνα με τον Λούθηρο -και την κοινή εμπειρία- ο Θεός πράγματι δεν διασφαλίζει ότι ο Χριστιανός δεν θα πληγεί ποτέ από κάποια δοκιμασία. Το αντίθετο: «Ο Θεός φέρεται στους ευσεβείς Χριστιανούς όπως στους ασεβείς ανθρώπους, μερικές φορές μάλιστα πολύ χειρότερα».5 Τι μπορεί κάποιος να συμπεράνει από μία τέτοια δήλωση; Πριν απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, ας αναλογιστούμε γιατί μία δοκιμασία στη ζωή ενός Χριστιανού, όπως η ασθένεια, μπορεί να έχει τρομακτικές διαστάσεις. Ο λόγος φαίνεται να είναι, σύμφωνα με τον David P. Scaer ότι «όσα ξέρουμε για τη χάρη του Θεού στον Χριστό έρχονται σε αντίθεση με αυτά που βιώνουμε στον κόσμο. […] Οι δοκιμασίες (σ.σ. Anfechtungen) στη σκέψη του Λούθηρου εμφανίζονται ως αντίφαση, αφού σε αυτές ο Χριστιανός έρχεται αντιμέτωπος με τις καταστροφικές δυνάμεις των εχθρών του, ενάντια στους οποίους, σύμφωνα με το ευαγγέλιο, ο Χριστιανός έχει ήδη νικήσει».6 Με άλλα λόγια, εν μέσω της δοκιμασίας, ο Θεός εμφανίζεται ως κριτής της αμαρτίας και ο Σατανάς ως κυρίαρχος. Ο στοργικός Θεός φαίνεται να απουσιάζει από το προσκήνιο. Είναι όντως έτσι;

Όπως αναφέραμε ήδη, για τον Λούθηρο ο Σταυρός του Χριστού και του Χριστιανού είναι έννοιες σχεδόν ταυτόσημες. Σύμφωνα με τον Robert Kolb, ο λόγος φαίνεται να είναι ο εξής: «η θεολογία του Σταυρού βοηθά τα παιδιά του Θεού να κατανοήσουν τη μορφή της ζωής τους όπως ο Θεός τη σχεδίασε γι’ αυτούς, ακολουθώντας τον Χριστό κάτω από το Σταυρό».7 Ο Vitor Westhelle προσφέρει ακόμη μία διάσταση: «Ο Θεός πρέπει να δοξάζεται εν μέσω κακών, όπου η διαρκής δημιουργική δραστηριότητά Του λαμβάνει χώρα μέσα από την καταστροφική δύναμη του κακού», προσθέτοντας ότι «ο Σταυρός του Χριστού -η αρχετυπική μορφή της δοκιμασίας μέσα στη Χριστιανική ιστορία (η δοκιμασία του ίδιου του Θεού)- αποκαλύπτει τον Deus revelatus τη στιγμή που η δοκιμασία προκαλείται από τις δυνάμεις του κακού μέσα στην ίδια την ανθρώπινη καρδιά».8

Τα παραπάνω αποσπάσματα μας οδηγούν στο εξής συμπέρασμα: ο Θεός μέσα από το Σταυρό του Χριστού έφερε δημιουργία, εκμεταλλευόμενος τις δυνάμεις του κακού, και κάτι αντίστοιχο συνεχίζει να κάνει στις ζωές μας. Κατά μία έννοια, το κακό νικήθηκε εκ των έσω, κάτι που συνεχίζει να λαμβάνει χώρα σήμερα μέσα από τη δημιουργική δύναμη του Θεού, η οποία προφανώς παραμένει αναλλοίωτη και διαρκής. Αν αυτό συνέβη στο Σταυρό του Χριστού, κάτι παρόμοιο συνεχίζει να συμβαίνει στο Σταυρό του Χριστιανού. Αν στο Σταυρό του Χριστού κρίθηκε η αμαρτία ώστε να αναδυθεί κάτι καινούριο και όμορφο, στο Σταυρό του Χριστιανού συμβαίνει κάτι αντίστοιχο. Επιστρέφοντας στον στοργικό Θεό που κρύβεται εν μέσω της δοκιμασίας δίνοντας τη θέση του στο Θεό-κριτή, συμπεραίνουμε ότι αυτό έχει μία δόση αλήθειας. Γιατί στην προσωπική μας δοκιμασία—άρα και στην ασθένεια—ο Θεός κρίνει και πάλι την αμαρτία, ώστε να δημιουργήσει κάτι καινούριο και όμορφο, γνωρίζοντας όμως, και αυτή είναι μία πολύ σημαντική συνθήκη, ότι ο χριστιανός είναι αγαπημένος εν Χριστώ και ότι ο Χριστός είναι ένας συμπονετικός αρχιερέας που ταυτίστηκε με το ανθρώπινο γένος σε όλες του τις διαστάσεις.9 O Θεός δηλαδή στο Σταυρό δεν είναι ένας Θεός αποστασιοποιημένος και απαθής, αλλά συμπάσχει με τον άνθρωπο, κάτι που συνεχίζει να λαμβάνει χώρα. Κι εν μέσω της δοκιμασίας, και όλων των αμφιβολιών που τη συνοδεύουν, το αξίωμα που πρέπει να επισκιάζει όλα τα άλλα είναι το εξής: «Ολόκληρος ο άνθρωπος, όσον αφορά τόσο το πρόσωπό του όσο και τα έργα του, θα θεωρηθεί -και θα είναι- δίκαιος και άγιος λόγω της άσπιλης χάρης και του ελέους που εκχύθηκαν επάνω μας σε αφθονία εν Χριστώ».10

Ευθύνεται ο Θεός για την ασθένεια και τα παθήματά μου γενικότερα; Ο Λούθηρος θα έλεγε πως όχι. Μπορεί ο Θεός να εργάζεται μέσα από αυτά, αλλά υπεύθυνος των παθημάτων είναι ένας και μόνο ένας: ο διάβολος. Τόσο σχετικά με την ύπαρξη της ασθένειας αυτής καθ’ εαυτής (σύμφωνα με την αφήγηση του βιβλίου της Γένεσης), όσο και με τις επιμέρους δοκιμασίες που μπορεί κάποιος να βιώσει, ένας είναι ο υπαίτιος: ο διάβολος. Εξάλλου, η ασθένεια και η δοκιμασία δεν ήταν έννοιες ξένες για τον Λούθηρο. Ο ίδιος γράφει: «Σε περιπτώσεις μελαγχολίας και ασθένειας, συμπεραίνω ότι είναι απλά το έργο του διαβόλου. Διότι ο Θεός δεν μας κάνει μελαγχολικούς, ούτε μας τρομοκρατεί ή μας σκοτώνει, διότι είναι Θεός των ζώντων. Γι’ αυτό η Γραφή μας λέει “Να χαίρεστε πάντοτε!” O Λόγος του Θεού και η προσευχή είναι ο γιατρός ενάντια στις πνευματικές δοκιμασίες».11

Ο Θεός λοιπόν, σύμφωνα με τα παραπάνω, δεν είναι υπεύθυνος για τις δοκιμασίες, αλλά τις επιτρέπει ώστε να νικήσει το κακό εκ των έσω, όπως ακριβώς έγινε με το Χριστό επάνω στο Σταυρό. Παρά τις αμφιβολίες και τις φαινομενικές αντιφάσεις που μπορεί να συνοδεύουν τη δοκιμασία, θεμέλιο της ύπαρξης του Χριστιανού είναι η εν Χριστώ αγάπη του Θεού και η πλήρης αποδοχή που απολαμβάνουν τα παιδιά Του. Εγείρεται αναπόφευκτα, όμως, μία σειρά ερωτηματικών. Ο Λούθηρος αναφέρει συγκεκριμένα: Τι είναι αυτό που ο Θεός θέλει να πετύχει στις ζωές των παιδιών Του μέσα από τις δοκιμασίες; Και όσον αφορά συγκεκριμένα την ασθένεια: Τι συμβαίνει στην περίπτωση που αυτή είναι ανίατη ή που με βεβαιότητα οδηγεί στο θάνατο;

Σύμφωνα με τα λόγια του Λούθηρου, «κανείς δεν πρέπει να επιλέγει ο ίδιος να σηκώσει έναν Σταυρό ή να επιδιώξει τη δοκιμασία, όπως γίνεται στο βασίλειο του Πάπα. Αλλά αν ένας Σταυρός ή μία δοκιμασία τον επισκεφθούν, ας υποφέρει με υπομονή, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο είναι καλό και ωφέλιμο γι’ αυτόν».12 Η δοκιμασία δεν πρέπει να είναι αποτέλεσμα επιδίωξης, σαν κάτι που θα έχει πνευματική ανταμοιβή, αλλά κάτι το άσχημο και αποφευκτέο. Με αυτή την προϋπόθεση είναι που ο Λούθηρος γράφει ότι «ο Θεός φέρεται παράξενα στους Αγίους Του […] έτσι ώστε οι καλοί Χριστιανοί να μάθουν να εξαρτώνται από αόρατα πράγματα […] και μέσω της απονέκρωσης να ζωντανεύουν ξανά».13 Ή διαφορετικά, «ενώ ο Θεός επιτρέπει στους θεοσεβείς να παραμένουν σε θλίψη, κίνδυνο, αγωνία και φτώχεια όλη τους τη ζωή, μάλιστα, και σε ορισμένους να πεθάνουν δυστυχισμένοι […] πράγματι, δεν θλίβει και χτυπά ο ίδιος το μικρό και φτωχό του κοπάδι […] αλλά τους επιτρέπει να εξαγνίζονται όταν νιώθουν αυτάρκεις και είναι αγνώμονες προς Αυτόν […] και απειθείς στο Λόγο Του, έτσι ώστε να αναγκαζόμαστε να στραφούμε προς Αυτόν, να Τον επικαλεστούμε, να ζητήσουμε βοήθεια και παρηγοριά από Αυτόν, μέσω του Χριστού».14 Σύμφωνα με τα παραπάνω, ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους ο Θεός επιτρέπει τις δοκιμασίες κάθε μορφής στη ζωή των παιδιών Του είναι η εξάρτηση από Αυτόν, το χτίσιμο ενός χαρακτήρα, ο οποίος θα προσομοιάζει στο Χριστό. Μπροστά στην εντύπωση του Θεού-κριτή, το καταφύγιο είναι η εν Χριστώ αγάπη Του και η πλήρης εξάρτηση από Αυτόν.

Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα που τέθηκε παραπάνω, δηλαδή τι ισχύει στην περίπτωση ανίατης ή θανατηφόρου ασθένειας, σύμφωνα με τα όσα ειπώθηκαν μέχρι στιγμής η απάντηση μέσα από τη ματιά του Λούθηρου δεν μπορεί να είναι πολύ διαφορετική. Τα παθήματα του Χριστού, ο πάσχων Θεός που βρίσκεται σε αλληλεγγύη με τον άνθρωπο, πρέπει να είναι ακόμη μία φορά το κύριο πρίσμα μέσα από το οποίο παρατηρούμε τα πάντα, δίνοντας έμφαση αυτή τη φορά σε κάτι ακόμη: την Ανάσταση και την αποκατεστημένη ανθρωπότητα στη Βασιλεία. Τα πάθη του Χριστού είναι οργανικά συνδεδεμένα με την Ανάστασή Του, κάτι που εγγυάται και ορίζει και το δικό μας αιώνιο πεπρωμένο μαζί με το Θεό. Ο Σταυρός του πιστού ως ανάκλαση του Σταυρού του Χριστού συνοδεύεται με τη θέαση του μέλλοντος της ανθρωπότητας κοντά στο Θεό, χωρίς πόνο, ασθένεια και θάνατο (Αποκ. 21:4). Ακόμη και στις πιο δύσκολες και ανθρωπίνως αδιέξοδες καταστάσεις, ο Σταυρός και η Ανάσταση προσφέρουν μία απερίγραπτη και παράδοξη αισιοδοξία, αφού η νίκη του Χριστού στο Σταυρό ήταν νίκη ενάντια στο θάνατο. Σίγουρα δεν είναι κάτι το απλοϊκό που μπορεί να διατυπωθεί σε ένα κείμενο μικρής έκτασης, ιδίως όσον αφορά οδυνηρές καταστάσεις που αφορούν σε ανίατες ασθένειες ή καταστάσεις που θα καταλήξουν σε θάνατο. Ο Σταυρός όμως δεν παύει να προσφέρει μία νέα θέαση, ακόμη και στις πιο σκοτεινές πτυχές της ύπαρξής μας.

Η ζωή μας, περιλαμβάνει μία σειρά από δοκιμασίες, μερικές από τις οποίες θα ωθήσουν την πίστη και τη σκέψη μας στα όριά τους. Η θεολογία του Σταυρού του Λουθήρου μπορεί να προσφέρει μία θέαση των παθημάτων μέσα από το Σταυρό, τοποθετώντας στην κεντρική θέση της ύπαρξής μας το έργο του Χριστού ως απόρροια της αγάπης του Θεού, με συνέπεια τη νίκη ενάντια στο κακό, μέσα από το κακό. Ας στραφούμε με πίστη στο Θεό, αγκαλιάζοντας την εν Χριστώ αγάπη Του, ακόμη και στις πιο αντίξοες συνθήκες. Οι δοκιμασίες δεν είναι μάταιες, ακόμη κι αν πολλές φορές δίνουν αυτή την εντύπωση. Ο Θεός που εργάστηκε στο Σταυρό είναι ο ίδιος Θεός που εργάζεται στη ζωή μας. Ένας Θεός αγάπης που δεν λυπήθηκε το γιο Του για το δικό μας όφελος, ένας Θεός που υπόσχεται ένα αιώνιο πεπρωμένο δόξας κοντά Του. Ίσως τα διδάγματα του Λουθήρου να μας βοηθήσουν να προσεγγίσουμε εκ νέου τις δοκιμασίες που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Η ασθένεια δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Ο Χριστός τον έχει.

___________________________________________

  1. Λατινικά, Theologia Crusis.
  2. Η φράση «τα αποκεκαλυμμένα πράγματα του Θεού» στο αρχικό κείμενο είναι posteriora Dei, η «πλάτη» δηλαδή του Θεού, απηχώντας το Εξ.33, σύμφωνα με το οποίο ο Μωϋσής είδε μόνο την «πλάτη» του Θεού, είχε δηλαδή μία μερική αποκάλυψη. Στο παρόν κείμενο δεν θα εμβαθύνουμε περαιτέρω στην έννοια της κρυπτότητας του Θεού στο Σταυρό.
  3. Η έννοια στο έργο του Λούθηρου που συνδέεται με τις “δοκιμασίες” που υφίσταται ο Χριστιανός είναι στα Γερμανικά η Anfechtung, η οποία στο παρόν κείμενο θα μεταφραστεί ως δοκιμασία, παρά το γεγονός ότι το εύρος των εννοιών που καλύπτει είναι ευρύτερο. Βλ. David P. Scaer, “The Concept of Anfechtung in Luther’s Thought,” Concordia Theological Quarterly 1 (January 1983):15.
  4. Phillips, Matthew C. “Bearing the Shame of the Cross.” Logia XXIV, No.2 (2015): 22.
  5. Martin Luther, Table Talk (ed. William Hazlitt; trans. William Hazlitt; London: Bohn, 1857), 34.
  6. Scaer, “Anfechtung,” 16.
  7. Kolb, Robert. “Luther on the Theology of the Cross.” Lutheran Quarterly XVI. No.4 (2002): 445.
  8. Vitor Westhelle. Transfiguring Luther (Cambridge: Clarke, 2017), 130.
  9. Εβρ. 4:14-16.
  10. Timothy F. Lull, ed., Martin Luther’s Basic Theological Writings (Minneapolis: Fortress Press, 1989), 534.
  11. Luther, Table Talk, 260.
  12. Ibid. 270.
  13. Ibid. 34.
  14. Ibid. 44.
Scroll to top