Ζωή αιώνια: ακούω και βλέπω. Α’ Ιωάννου 1:1-4

boy sitting on bench while holding a book

Εισαγωγή

Τι είναι η ζωή; 

Σε αυτή την ερώτηση, ίσως κάποιος απαντήσει: «ζωή» είναι η έμψυχη ύπαρξη, αυτό που μας διαχωρίζει από τα άψυχα αντικείμενα. Εφόσον αναπνέεις, περπατάς και ξυπνάς το πρωί, άρα ζεις. 

Όμως, παρόλο που ο παραπάνω τεχνικός ορισμός είναι γενικά σωστός, το ερώτημα παραμένει σχετικά με τη βαθύτερη σημασία της ζωής: ποια είναι η διαφορά μεταξύ του «υπάρχω» και του «ζω»;

Εάν δεν έχεις γνωρίσει τι σημαίνει αγάπη, έχεις μια γνήσια εμπειρία της ζωής; Εάν ζεις εγκλωβισμένος σε έναν πλασματικό κόσμο, έχεις γνωρίσει τι θα πει «ζω»; Εάν δεν χτίσεις γνήσιες σχέσεις με τους ανθρώπους γύρω σου, μπορείς να ισχυριστείς ότι ζεις πραγματικά; Εάν μείνεις απαθής στην αδικία, το κακό, τον πόνο και τη θλίψη των ανθρώπων γύρω σου, συμμετέχεις σε αυτό που λέμε ζωή;

Ποια είναι η διαφορά μεταξύ του απλώς «υπάρχω» και του «ζω»;

Ο Ιωάννης αγγίζει αυτό το θέμα στην επιστολή του, δηλαδή, προσδιορίζει τι σημαίνει να ζεις πραγματικά, γνήσια, αληθινά, και σε σχέση με την πραγματικότητα. Μέσα στην επιστολή του, διευκρινίζει ότι η πραγματική ζωή σχετίζεται με το πρόσωπο του Χριστού, Tον οποίο καλούμαστε να ακούσουμε και να δούμε. Έτσι, εάν θέλεις να ζήσεις γνήσια, ο Θεός σε καλεί να ενεργοποιήσεις τα αισθητήριά σου, την ακοή και την όραση, για να μπορέσεις να διακρίνεις τη φωνή του Θεού και να παραλάβεις το όραμα της πραγματικής ζωής, την οποία ο Ιωάννης χαρακτηρίζει ως «αιώνια» και μας λέει ότι προσλαμβάνεται μέσα από τον «Λόγο».

Η πρόσληψη του Λόγου της Ζωής

Αυτή την εμπειρία είχαν ο Ιωάννης και οι υπόλοιποι απόστολοι: τα αισθητήριά τους ενεργοποιήθηκαν, με αποτέλεσμα αν ακούσουν και να δουν τον «Λόγο της Ζωής». Ο Ιωάννης γράφει:

«Σας γράφουμε για το ζωοποιό Λόγο, που υπήρχε εξαρχής. Εμείς τον έχουμε ακούσει και τον έχουμε δει με τα ίδια μας τα μάτια. Μάλιστα τον είδαμε από κοντά, και τα χέρια μας τον ψηλάφησαν».

Α’ Ιωάννου 1:1

Τα λόγια του Ιωάννη προδίδουν ένα μεγάλο βαθμό βεβαιότητας σχετικά με τον «λόγο», επειδή η εμπειρία των αποστόλων φαίνεται ότι ήταν προσωπική: άκουσαν τον ζωοποιό λόγο, τον είδαν, τον μελέτησαν προσεκτικά (ἐθεασάμεθα) και τον ψηλάφισαν. 

Ποιος ήταν ο «λόγος» που οι απόστολοι άκουσαν και είδαν; Κάποιοι ισχυρίζονται ότι ο «Λόγος της Ζωής» στον οποίο αναφέρεται ο Ιωάννης περιορίζεται στο μήνυμα του ευαγγελίου, το οποίο τώρα αναγγέλλει σε εμάς. Πιστεύω, όμως, ότι ο «λόγος», εκτός από μήνυμα, αναφέρεται και στην ενσάρκωση του Ιησού Χριστού. Ο «λόγος» που άκουσαν και είδαν οι απόστολοι ήταν το μήνυμα του ευαγγελίου στο πρόσωπο του Χριστού. Στο πρόσωπο του Χριστού, οι απόστολοι έλαβαν μια αποκάλυψη για τη ζωή, την οποία τώρα αναγγέλλουν σ’ εμάς. 

Πράγματι, παρατηρούμε ότι ο «λόγος» υπήρχε εξαρχής και οι απόστολοι τον ψηλάφισαν (1:1). Επίσης, ο «λόγος» που ταυτίζεται με τη αιώνια ζωή ήταν με τον Πατέρα και φανερώθηκε στους αποστόλους. Ο Ιωάννης γράφει:

«Όταν η ζωή φανερώθηκε, την είδαμε με τα μάτια μας. Καταθέτουμε, λοιπόν, τη μαρτυρία μας και σας μιλάμε για την αιώνια ζωή που ήταν με τον Πατέρα, φανερώθηκε όμως σ’ εμάς».

Α’ Ιωάννου 1:2

Επομένως, ο Ιωάννης ερμηνεύει τη συνάντησή του με τον Χριστό ως μια συνάντηση με τη ζωή που έχει χαρακτηριστικά αιωνιότητας. Ταυτίζει τον Ιησού Χριστό με τον «λόγο» και τη φανέρωση της αιώνιας ζωής. 

Τι σημαίνει ότι φανερώθηκε η ζωή; Τι φανέρωσε η ενσάρκωση του Χριστού για τη ζωή; Πρώτα, ο Χριστός φανέρωσε την έκταση της ανθρώπινης αμαρτίας, την οποία ο άνθρωπος που θέλει να ζήσει γνήσια καλείται να αναγνωρίσει. Έπειτα, ο Χριστός φανέρωσε την έκταση της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο, η οποία δικαιώνει τον άνθρωπο και τον αποκαθιστά στη σχέση του με τον δημιουργό του. Η δικαιοσύνη που προσφέρει ο Θεός δεν είναι μια δικαιοσύνη νόμου, αλλά μια δικαιοσύνη χάρης. Επίσης, ο Χριστός φανέρωσε τη δυνατότητα της αναστημένης ζωής, μιας ζωής που ανατρέπει το καθεστώς του θανάτου και ελπίζει σε μια ζωή με αιώνια χαρακτηριστικά.

Με άλλα λόγια, ο Χριστός ξεσκέπασε την ανθρώπινη ζωή και ανέδειξε τα αιώνια ποιοτικά χαρακτηριστικά της. Μας έδειξε τι θα πει ανθρωπιά, δηλαδή, πώς μπορεί ο κάθε ένας από εμάς να ζήσει γνήσια σε σχέση με τον εαυτό του, τον συνάνθρωπό του και τον δημιουργό του. Και αυτή η φανέρωση προσλαμβάνεται μέσα από τα αισθητήρια της ακοής και της όρασης, εφόσον ο Ιωάννης μας καλεί να δούμε και να ακούσουμε τον Χριστό. 

Έτσι, στα τέσσερα πρώτα εδάφια, ο Ιωάννης απευθύνεται τρεις φορές στην ακοή μας (δύο φορές λέει παγγέλλομεν, μια φορά γράφομεν), ζητώντας να ακούσουμε τη μαρτυρία που καταθέτει στην επιστολή του σχετικά με τον Λόγο της Ζωής. Ο Ιωάννης θέλει να αποκτήσεις μια δική σου σχέση με τον ενσαρκωμένο «Λόγο», ώστε να λάβεις το όραμα της ζωής: να αντιληφθείς την αμαρτία σου, να γνωρίσεις την αγάπη του Θεού, να δεχτείς τη συγχώρηση του Θεού, να γίνεις άνθρωπος αγάπης προς τους γύρω σου, χτίζοντας μια κοινότητα χάρης. 

Και όταν συμβεί αυτό στη ζωή σου, εάν συνδεθείς με τη αιώνια ζωή που είναι ο Χριστός, τότε ξεκινάς να ζεις την πραγματική ζωή, η οποία εν μέρει είναι και μια πνευματική μάχη. Η σύνδεσή μας με τον Χριστό μας κατατάσσει αυτόματα υπέρ του φωτός, υπέρ της αλήθειας και υπέρ της αγάπης, κι αυτό δημιουργεί μια ένταση με τις δυνάμεις που εναντιώνονται σε αυτές τις αξίες. Ο χριστιανός θρηνεί για την παρουσία της αμαρτίας, πονάει στη δράση του κακού και της αδικίας, ενοχλείται από τα αποτελέσματα του μίσους. Ο Θεός σε καλεί να λάβεις μέρος σε μια ζωή αφύπνισης. Σε καλεί να τοποθετηθείς υπέρ του φωτός και να περπατήσεις στο φως. 

Το αποτέλεσμα είναι η «ενσάρκωση» της αιώνιας ζωής στη ζωή του καθενός από εμάς. Ο Χριστός θέλει να ζήσει μέσα σου για να παράγει τον καρπό της νέας ζωής. Αυτό, βέβαια, παρόλο που αποτελεί μια προσωπική εμπειρία για τον καθένα μας, δεν μπορεί να γίνει ατομικά, αλλά εκπληρώνεται συλλογικά. Γι’ αυτό ο Ιωάννης στο επόμενο εδάφιο αναφέρει το σώμα της εκκλησίας ως τον τόπο όπου ο χριστιανός χτίζει τη σχέση του με τον Θεό:

«Αυτό που είδαμε κι ακούσαμε, το αναγγέλλουμε σ’ εσάς, για να συμμετάσχετε κι εσείς μ’ εμάς στην ίδια κοινωνία, που είναι η κοινωνία με τον Πατέρα και με τον Υιό του τον Ιησού Χριστό».

Α’ Ιωάννου 1:3

Το όραμα της χριστιανικής κοινότητας 

Πράγματι, η κοινωνία που έχουμε μεταξύ μας, δηλαδή η κοινή λατρεία και το χριστιανικό περπάτημα, εδραιώνεται στην κοινή εμπειρία του ζωοποιού Λόγου. Καθώς όλοι μας ακούμε τον Λόγο της Ζωής και συνδεόμαστε μαζί Του, αυτό μας ενώνει σε μια κοινή πορεία ταύτισης για το τι σημαίνει γνήσια «ζωή». 

Η εκκλησία δεν είναι ένας σύλλογος που τα μέλη του ικανοποιούνται από την επίτευξη μιας κοινωνικής αλλαγής. Ούτε προσδιορίζεται ως μια ακαδημαϊκή κοινότητα στην οποία επιχειρηματολογούμε υπέρ ή κατά μιας καινοτόμου αντίληψης. Η εκκλησία είναι μια πνευματική κοινότητα ανθρώπων, οι οποίοι έχουν κοινή εμπειρία τον Ιησού Χριστό. 

Ερχόμαστε, επομένως, στην εκκλησία για να συνδεθούμε με τον Θεό και με ανθρώπους που έχουν τον ίδιο πόθο. Ο στόχος της κάθε τοπικής εκκλησίας είναι να ενώσει τον άνθρωπο με τον Θεό, κι αυτό μπορεί να το πετύχει μόνο μέσω του Ιησού Χριστού, του Λόγου, ο οποίος φανερώνει στον άνθρωπο τον Θεό και την αιώνια ζωή. Αυτό βεβαιώνει ο Ιωάννης στο ευαγγέλιό του:

«Και να ποια είναι η αιώνια ζωή: Ν’ αναγνωρίζουν οι άνθρωποι Εσένα ως τον μόνο αληθινό Θεό, καθώς κι Εκείνον που έστειλες, τον Ιησού Χριστό».

Ιωάννης 17:3

Το ίδιο επαναλαμβάνει στο τέλος της επιστολής του:

«Ο Θεός μάς χάρισε την αιώνια ζωή, κι αυτή η ζωή υπάρχει στην κοινωνία με τον Υιό Του. Όποιος έχει τον Υιό, αυτός μόνο έχει τη ζωή· όποιος δεν έχει τον Υιό του Θεού, αυτός δεν έχει ούτε τη ζωή».

Α’ Ιωάννου 5:11-12

Επομένως, η ζωή που διακρίνεται από αιώνια χαρακτηριστικά δεν παράγεται από ανθρώπινη σκέψη, ούτε ανακαλύπτεται σε ανθρώπινες ιδεολογίες. Φανερώνεται μέσα στην ιστορία, στο πρόσωπο και το έργο του Ιησού Χριστού, και παίρνει μορφή μέσα στην κοινότητα της τοπικής εκκλησίας. Γι’ αυτό και η κοινότητα της εκκλησίας είναι μια «χριστιανική» κοινότητα, επειδή αποτελεί επέκταση του Χριστού, το «σώμα του Χριστού».

Συμμετέχοντας στην εκκλησία διευρύνεται ο ορίζοντας της όρασής σου, επειδή αυτό που πιστεύεις καλείσαι να το ζήσεις ανάμεσα σε πραγματικούς ανθρώπους. Και οι άνθρωποι ίσως σε απογοητεύσουν, σε εκνευρίσουν και σε ενοχλήσουν. Όμως, ταυτόχρονα θα σε ενθαρρύνουν, θα σε υπηρετήσουν και θα σε παρηγορήσουν. Δεν θέλουμε μόνο να ακούσουμε το όραμα της ζωής, θέλουμε να το δούμε να πραγματώνεται μέσα στην ιστορία, και ανάμεσά μας.

Επίλογος

Ο Ιωάννης συστήνει τη ζωή που προσφέρει ο «Λόγος», επειδή λέει ότι έτσι θα ολοκληρωθεί η χαρά σου:

«Κι αυτά σας τα γράφουμε για να είναι ολοκληρωμένη η χαρά σας».

Α’ Ιωάννου 1:4

Η αιώνια ζωή φέρνει μια βαθιά ικανοποίηση, μια μόνιμη αίσθηση χαράς που παράγεται από τη σύνδεσή σου με το αιώνιο στοιχείο της ζωής, τον Ιησού Χριστό. Είναι η χαρά που έχεις όταν ξέρεις ότι έχεις ξεπεράσει το θάνατο, όταν έχεις νικήσει το κακό, όταν βρίσκεις πλήρη συγχώρεση, όταν ξέρεις ότι κάποιος σε αγαπάει ανιδιοτελώς, όταν έχεις συνδεθεί με την πραγματική ζωή.

Εάν σήμερα που ακούς αυτά τα λόγια δεν έχεις έρθει σε επαφή με το πρόσωπο του Ιησού Χριστού, σε καλώ να το σκεφτείς και σε προσκαλώ να το κάνεις. Ενεργοποίησε την ακοή σου. Άκουσε την μαρτυρία του Ιωάννη και αποφάσισε μόνος σου εάν αυτά που γράφει ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή όχι. Εάν πράγματι η ζωή που περιγράφει έχει ποιοτικά χαρακτηριστικά μιας ζωής «αιώνιας».

Εάν ήδη έχεις έρθει σε επαφή με τον Ιησού Χριστό, και η όρασή σου έχει διευρυνθεί ώστε να βλέπεις τη ζωή με άλλα μάτια, τότε η συνέχεια της επιστολής αυτής θα σε συνεπάρει. Ο Ιωάννης θα ξετυλίξει τον τρόπο με τον οποίο κάποιος ζει γνήσια, αυθεντικά, αληθινά. 

Ας πάρουμε όλοι την απόφαση ν’ ακούσουμε τον Λόγο της Ζωής και να Τον δούμε να πραγματώνεται ανάμεσά μας. Ας μην είμαστε μια εκκλησία που απλώς υπάρχει, αλλά μια εκκλησία που ζει πραγματικά.

Scroll to top