Ευθανασία και Βίβλος

Πέντε βασικά ερωτήματα

Τι πρέπει να γνωρίζει σήμερα κάποιος που θέλει να έχει μια κατά το δυνατόν σαφή εικόνα για το όλο ζήτημα της ευθανασίας, από βιβλική άποψη; Ακούει, διαβάζει, βλέπει στην καθημερινή ειδησεογραφία πολλά και διάφορα κι αναρωτιέται τι στάση πρέπει να κρατήσει. Πιστεύουμε πως η στάση του πιστού, του συνειδητού χριστιανού απέναντι στην ευθανασία, μπορεί να καθοριστεί από την απάντηση που θα δεχτεί, με βάση πάντα τη Βίβλο, πάνω στα πέντε ερωτήματα που ακολουθούν:

1. Σε ποιον ανήκει η ζωή μας;

Σκέψου τον εαυτό σου σ’ ένα νοσοκομειακό κρεβάτι, γύρω σου οροί,  αναπνευστήρες, τροφή με το σωληνάκι, καθετήρες, σωληνάκια για τα υγρά του στομάχου, καρδιογράφοι. Οι γιατροί περνάνε δίπλα σου με ανέκφραστο πρόσωπο, αμίλητοι. Κάτι λένε μεταξύ τους στα λατινικά. Ασυνήθιστη κίνηση επισκεπτών. Πού σε θυμήθηκαν όλοι αυτοί; Η γυναίκα σου (ή ο άντρας σου) και τα παιδιά σου προσπαθούν να σου χαμογελάσουν. Σου λένε για εκδρομές στο Πήλιο, «άμα γίνεις καλά». Δεν βαριέσαι… Έξω κλαίνε βουβά, κοιμούνται στον καναπέ, τούς δίνουν ηρεμιστικά. Οι γιατροί τούς το ξεκαθάρισαν:

Μερικές εβδομάδες έμειναν. Και θα πονάει. Θα πονάει πολύ. Ξέρετε, πρέπει να τον πάρετε. Το νοσοκομείο χρειάζεται το κρεβάτι.

Σε λίγο θ’ αρχίσεις να ικετεύεις για κάτι «πιο δυνατό». Ίσως μέσα στο παραλήρημά σου ή στην αγωνία σου, αθέλητα θ’ αρχίσεις να εύχεσαι να έρθει το τέλος. Γρήγορα. Όσο πιο γρήγορα γίνεται. Μπορείς τότε να σκεφτείς: «Σε ποιον ανήκει η ζωή μου;»
Πολλοί είναι αυτοί που λένε: «Σ’ εμένα ανήκει. Μπορώ να την κάνω ό,τι θέλω». Έτσι δεν βλέπουν κανένα κακό στην ευθανασία ή ακόμη και στην αυτοκτονία.

Για έναν όμως που στηρίζει την πίστη του στον Θεό, όπως αυτός αποκαλύπτεται από τις σελίδες της Αγίας Γραφής, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως Αυτός είναι ο δημιουργός αλλά και ο κυρίαρχος της δημιουργίας και του ανθρώπου. Έχει δώσει στον καθένα μας μια ξεχωριστή προσωπικότητα, το «εγώ» μας, που ακριβώς όμοιο του δεν υπάρχει πάνω στη γη, όσοι αιώνες κι αν διαβούν. Επομένως γι’ αυτόν τον άνθρωπο ο Θεός είναι ο χορηγός της ζωής, ο Κύριος της ζωής του αλλά και ο Κύριος που ρυθμίζει τον τρόπο, τον χρόνο και τις συνθήκες της εξόδου του απ’ αυτόν τον κόσμο.

Από την άλλη μεριά, όταν πολλές φορές ο άνθρωπος του Θεού βρίσκεται σε φοβερά δύσκολες καταστάσεις θλίψεως είτε σωματικού πόνου είτε ψυχικού, φτάνει στο όριο αντοχής του και «εύχεται» να έρθει το τέλος. Είναι αυτό αμαρτία; Ο προφήτης του Θεού, ο Ηλίας, σε μια οριακή στιγμή της ζωής του το έκανε. Ανέβηκε στην κορυφή του Καρμήλου και προσευχόταν,

Αρκετά ως εδώ, Κύριε! Πάρε τη ζωή μου… (Α΄ Βασ 19.4 – Νέα Μετάφραση της Βίβλου).

Καμιά φορά η επίκληση του θανάτου σαν λύτρωση δεν είναι πάντα τάση αυτοκτονίας, αλλά μια τελική παράδοση στον δημιουργό μας για να λυτρωθούμε από τον πόνο, ιδιαίτερα μάλιστα όταν «προσδοκούμε την ανάσταση των νεκρών» με την ελπίδα της αιώνιας ζωής. Αλίμονο! Τότε θα ήταν αμαρτία να περιμένουμε την ανάσταση, αφού αυτό προϋποθέτει τον θάνατό μας. Ή θα ήταν αμαρτία να περιμένουμε τη δεύτερη έλευση του Χριστού για να πάμε στον άλλο κόσμο (ανεξάρτητα αν ο τρόπος αυτός θα είναι ένδοξος). Αμαρτία όμως είναι να παραβιάζεις τον χρόνο και την πορεία του σώματός σου προς τον θάνατο και όχι να επιζητείς τον ουρανό, ιδιαίτερα μάλιστα όταν υποφέρεις φοβερά. Τότε ο Παύλος, που επιθυμούσε «αναλύσαι και συν Χριστώ είναι» (Φιλ 1.23) θα ήταν πολύ μεγάλος αμαρτωλός!

Εξάλλου ο Θεός όχι μόνο δημιούργησε τη ζωή αλλά και τη χαρακτήρισε «καλόν». Οι άνθρωποι του Θεού πιστεύουν στην ιερότητα της ζωής. Είναι μια πολύ διαφορετική άποψη απ’ αυτές που κυκλοφορούν στον κόσμο για την αξία που ο άνθρωπος έχει δήθεν από μόνος του, βαθιά μέσα του, και πρέπει να την ανακαλύψει και να πιστέψει σ’ αυτήν. Η χριστιανική άποψη για την αξία του ανθρώπου βασίζεται στο τι ο Θεός έχει κάνει γι’ αυτόν και πώς τον βλέπει εν Χριστώ, και όχι στις όποιες ανθρώπινες αρετές, αφού «δεν κατοικεί μέσα του, δηλαδή στο είναι του, το καλό» (Ρωμ 7.18).

Κι αφού ο Θεός είναι ο χορηγός και ο κύριος της ζωής μας, τότε δύο αλήθειες προκύπτουν:

Πρώτο: Η ζωή δεν είναι δική μας να τη δίνουμε, να την αφαιρούμε ή να την παρατείνουμε, παίζοντας τον ρόλο του Θεού.
Δεύτερο: Η διαχείριση της ζωής μας πρέπει να είναι πάντα σύμφωνη με τα σχέδια και τους σκοπούς του Θεού.

2.  Θεραπεύει πάντοτε ο Θεός;

Μια άλλη περιοχή της χριστιανικής δογματικής, που επηρεάζει πολύ την περί ευθανασίας συζήτηση, είναι το αν και κατά πόσον η θεραπεία είναι πάντοτε μέσα στο θέλημα του Θεού για τους δικούς του ανθρώπους. Τα παιδιά του Θεού δεν πρέπει πάντοτε να θεραπεύονται;

Η όλη προβληματική ξεκίνησε από τις αρχές του αιώνα, όταν έκανε την εμφάνισή του το κίνημα των πεντηκοστιανών στην Αμερική, οι οποίοι κήρυτταν ότι αφού ο Θεός θεράπευε στην εποχή της Βίβλου, μπορούμε κι εμείς σήμερα να θεραπευόμαστε μόνο με την προσευχή, αν έχουμε επαρκή πίστη. Βιβλικά στήριζαν αυτή τη διδασκαλία τους στην κατά λέξη κατανόηση του Ησ. 53.4-5 και στην εφαρμογή του στο θεραπευτικό έργο του Ιησού στο Μτ. 8.16-17.

Τα εδάφια του Ησαΐα λένε:

φορτώθηκε τις θλίψεις μας κι υπέφερε τους πόνους τους δικούς μας… και στις πληγές Του βρήκαμε εμείς τη γιατρειά»(ΝΜΒ).

Η ερμηνεία που δίνουν εδώ, είναι ότι τα παιδιά του Θεού πρέπει να ζητούν και να περιμένουν τη θεραπεία τους, όπως ζητούν και παίρνουν τη σωτηρία της ψυχής τους. Οι πεντηκοστιανές εκκλησίες διακηρύττουν ότι η κυριαρχία του Θεού πάνω στη ζωή επεκτείνεται και πάνω στην αρρώστια. Κι αφού ο Θεός είναι ικανός και σήμερα να θεραπεύει, και οι πιστοί πρέπει να ζητούν τη θεραπεία τους, τότε η εξήγηση που πρέπει να δοθεί για τις ασθένειες που έρχονται και χρονίζουν στη ζωή μας, είναι ότι είτε η ζωή μας εδώ στον κόσμο δεν είναι όπως τη θέλει ο Θεός είτε η πίστη μας δεν είναι όση θέλει ο Θεός! Και φυσικά με τέτοιες απόψεις για την ασθένεια και τη θεραπεία, οι εκκλησίες αυτές ούτε κατά διάνοιαν αναμείχθηκαν στον περί ευθανασίας διάλογο.

Η πλειονότητα των Ευαγγελικών εκκλησιών, ωστόσο, δέχεται ότι τα θαύματα θεραπείας του Χριστού ήταν μια προφητική παρουσίαση της ουράνιας βασιλείας Του, σαν ενός κόσμου πλήρως απολυτρωμένου- όμως η προφητεία αυτή περιμένει ακόμα την εκπλήρωσή της. Ακριβώς επειδή η αμαρτία  είναι ακόμη παρούσα στον κόσμο μας, η αρρώστια και ο θάνατος είναι υπαρκτές πραγματικότητες αυτού του κόσμου. Εξάλλου, η διαφορά ανάμεσα στους πεντηκοστιανούς και στις άλλες Ευαγγελικές εκκλησίες έχει να κάνει και με το θέμα της προέλευσης της αρρώστιας. Για τους πεντηκοστιανούς την αρρώστια τη φέρνει ο σατανάς. Για τους Ευαγγελικούς την επιτρέπει ο Θεός στη ζωή μας. Δεν είναι απαραίτητο να σχετίζεται η αγιότητα με την υγεία και η αμαρτία με την αρρώστια στη ζωή του πιστού.
Η αρρώστια και ο πόνος είχαν ευλογημένα πνευματικά αποτελέσματα στην οικονομία του Θεού. Τόσο ο πιστός όσο και ο αμαρτωλός δοκιμάζουν την ανθρώπινη θλίψη. Κι όσο για «το ευαγγέλιο της υγείας και ευημερίας» σαν ανταμοιβή για την πιστότητα του ανθρώπου, που ορισμένες Ευαγγελικές εκκλησίες κηρύττουν, κυρίως στο εξωτερικό, δεν έχει καμιά βάση στη Βίβλο.

3. Τι είναι ο Θάνατος;

Προς το τέλος του περασμένου αιώνα, η άποψη για τον θάνατο στη χριστιανική δύση ιδιαίτερα, είναι ότι η κλήση του Θεού «για την ουράνια πατρίδα», ήταν ίσως το πιο καθοριστικό θέμα που διαχώριζε τους πιστούς χριστιανούς από τους αδιάφορους, τους κοσμικούς. Καθώς πλησίαζε όμως το 1900, η αντιμετώπιση του θανάτου και της προσκαιρότητας της ζωής έδωσε σιγά σιγά τη θέση της σε μια πιο ανάλαφρη, θα λέγαμε, αντίληψη της επικείμενης δεύτερης έλευσης του Χριστού: Ο Χριστός όπου να ’ναι φτάνει και οι πιστοί θα Τον συναντήσουν χωρίς να περάσουν από την εμπειρία του θανάτου! Βέβαια κάτι παρόμοιο συνέβη και στην πατρίδα μας με ορισμένους Ευαγγελικούς χριστιανούς, με τη διαφορά ότι εδώ συνέβη με έναν αιώνα καθυστέρηση! Πολλοί σημερινοί πιστοί απεχθάνονται το θάνατο, δε θέλουν να σκέφτονται πως θα πεθάνουν και παρακαλάνε να ζήσουν μέχρι τη δεύτερη έλευση του Χριστού. Υπήρξαν μάλιστα και ιεροκήρυκες που έλεγαν λ.χ. πριν 10-20 χρόνια, ότι ο Χριστός θα έρθει στη δεύτερή Του έλευση πριν το 2000!

Στο μεταξύ, όμως, και μάλιστα τα τελευταία χρόνια, οι αντιλήψεις ανάμεσα στους Ευαγγελικούς χριστιανούς σ’ όλο τον κόσμο άρχισαν ν’ αλλάζουν. Άρχισαν να ασχολούνται με την πολιτική, να ενδιαφέρονται για τη βελτίωση της οικογένειάς τους, ανακατεύτηκαν με διάφορες κοινωνικές δραστηριότητες, με αποτέλεσμα αυτές όλες οι σχέσεις και διασυνδέσεις των πιστών με τον κοινωνικό τους περίγυρο ν’ απορροφά τα ενδιαφέροντά τους και την προσοχή τους. Έτσι όταν η άμβλωση, η ευθανασία και οι βρεφοκτονίες έκαναν την εμφάνισή τους σε όλο και μεγαλύτερη έκταση, οι σύγχρονοι χριστιανοί άρχισαν να αντιμετωπίζουν αυτά τα φαινόμενα σαν κοινωνικού – πολιτικού ενδιαφέροντος ζητήματα και όχι αυστηρά σα θέματα σχετιζόμενα άμεσα με την πίστη και την ευσέβεια.

Σαν αποτέλεσμα, αναπτύχθηκαν διάφορες αντιλήψεις για τον θάνατο. Το σίγουρο είναι ότι οι Ευαγγελικοί εξακολούθησαν να τονίζουν τη σπουδαιότητα της προσωπικής τακτοποίησης του ανθρώπου με τον Θεό στο ζήτημα της αμαρτίας με την προσωπική αποδοχή του Χριστού ως προσωπικού σωτήρα. Αυτό πρέπει να γίνει πριν ο άνθρωπος περάσει δια του θανάτου στην αιωνιότητα. Η θεμελιώδης δογματική τοποθέτηση της Ευαγγελικής εκκλησίας που δέχεται την αιώνια ζωή και την αιώνια κόλαση, διαμόρφωσε και την αντιμετώπιση εκ μέρους της του ετοιμοθάνατου πιστού: του είπε ότι το σώμα του το περιμένει η εκ νεκρών ανάσταση και την ψυχή του η αιώνια ανάπαυση. Ο θάνατος θεωρείται σαν «ο έσχατος εχθρός», που τελικά ο Χριστός θα τον τσακίσει θριαμβευτικά με την τελική κρίση. Μπήκε στη ζωή μας με την πτώση των πρωτοπλάστων αλλά στην ερχόμενη βασιλεία του Θεού δεν έχει καμιά θέση.

Με βάση αυτή την αντίληψη, ο πιστός χριστιανός βλέπει τον θάνατο σαν έναν ενοχλητικό παρείσακτο κι όχι σαν φίλο. Είναι αποτέλεσμα της αμαρτίας και πρέπει να του αντισταθούμε, όχι να τον αγκαλιάσουμε. Όμως, ο πιστός που αντιμετωπίζει τον θάνατο ή έστω μια ασθένεια που απειλεί τη ζωή του, ξέρει πως ο ίδιος ο Χριστός αντιμετώπισε τον θάνατο πάνω στον σταυρό με θάρρος και εμπιστοσύνη στον Θεό. Με τον θάνατό Του και την ανάστασή Του απομάκρυνε τις αμαρτίες μας κι έγινε ο σωτήρας μας. Έγινε επίσης και το πρότυπο αντιμετώπισης του θανάτου.
Ο απόστολος Παύλος φαίνεται επηρεασμένος απ’ αυτή την αλήθεια, όταν έγραφε:

«για μένα το να ζω σημαίνει ζωή με το Χριστό, και το να πεθάνω είναι κέρδος» (Φιλ. 1.21 – ΝΜΒ),

καθώς αντιμετώπιζε τους διωγμούς με το ενδεχόμενο του θανάτου. Ο πιστός «περιμένει τον θάνατο» όχι με χαρά, αλλά σαν μια σίγουρη πραγματικότητα, που θα τον φέρει στην παρουσία του ίδιου του Χριστού.

Ο θάνατος που επιφέρεται σε κάποιον από έναν άλλο με τη βία, είναι φόνος κι απαγορεύεται με τον αυστηρότερο τρόπο στις δέκα εντολές: «Δεν θα φονεύσεις». Αυτή η απλή διατύπωση, όμως, παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις από τον Χριστό, που καταδικάζει ενδιάθετες σκέψεις, προθέσεις πέρα από αυτή καθεαυτή την εξωτερική πράξη του ατόμου. Ακόμα και η απροσεξία ή η έλλειψη της απαιτούμενης φροντίδας απαγορεύεται, το ίδιο με τη διάπραξη φόνου πρώτου βαθμού.

Στη θετική της διατύπωση η βιβλική εντολή είναι η προστασία της ζωής: Ο Χριστός είπε «αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου» (Μτ. 19.18-19 – ΝΜΒ). Στον περί ευθανασίας διάλογο η αγάπη προβάλλεται σαν η αιτία που πολλοί δέχονται την ευθανασία. Διατείνονται πως το κάνουν από αγάπη προς τον πάσχοντα. Η διαφορά όμως βρίσκεται στο πώς εννοούν οι άνθρωποι την κυριαρχία του Θεού και την αμέριστη αγάπη του για όλους. Οι επικριτές της ευθανασίας λένε πως το κίνητρο αυτών που την αποφασίζουν για κάποιον άλλο, είναι η αγάπη τους όχι προς τον ίδιο τον άρρωστο αλλά προς το σύντροφό του ή την οικογένειά του. Έτσι το θέμα της αγάπης «παίζεται» στην ευθανασία.  Ο θάνατος, το αποκλειστικό και τελικό προνόμιο του Θεού πάνω στην ανθρώπινη ζωή, είναι δυνατόν να χρησιμοποιείται στην ευθανασία για να εκπληρώσει επιθυμίες ανθρώπων άλλων και όχι κατ’ ευθείαν του ετοιμοθάνατου ασθενή.

4. Ποια η αξία των θλίψεων;

Ένα άλλο σημείο διαφοράς ανάμεσα στην Εκκλησία γενικά και στο κοσμικό φρόνημα είναι η αντιμετώπιση των θλίψεων. Εξετάζοντας τις απόψεις των διαφόρων χριστιανικών Ομολογιών (βλ. προηγούμενο άρθρο μας περί Ευθανασίας) είδαμε πώς οι Πατέρες της Εκκλησίας (της αδιαίρετης αρχέγονης) αντιμετωπίζουν το ζήτημα των σωματικών ιδίως θλίψεων.

 Αλλά η αρχέγονη Εκκλησία το πρώτο πράγμα που αντιμετώπισε ήταν οι θλίψεις με τη μορφή της ψυχολογικής καταπίεσης λόγω των διωγμών. Ο απόστολος Ιάκωβος, ωστόσο, τους παραγγέλλει: «Αδερφοί μου, να χαίρεστε όταν δοκιμάζεστε από πολλούς και διαφόρους πειρασμούς» (Ιακ. 1.2 – ΝΜΒ).

Ανέκαθεν οι χριστιανοί αντιμετώπισαν τις θλίψεις όχι σαν τιμωρία για κάποιες αμαρτίες τους αλλά θετικά –όσο κι αν οι θλίψεις είναι κάτι δυσάρεστο–  σαν τρόπους με τους οποίους ο Θεός εργάζεται στη ζωή μας. Αυτό δεν σημαίνει πως ως χριστιανοί αποδεχόμαστε μαζοχιστικά σαν κάτι καλό τις θλίψεις, ενδεχομένως για να… εντυπωσιάσουμε τον Θεό ή τους συνανθρώπους μας.  Ξέρουμε πως η θλίψη είναι επακόλουθο της Πτώσεως. Ξέρουμε, όμως, κι ότι οι θλίψεις έχουν την πνευματική τους αξία για τη ζωή μας.

Οι θλίψεις είναι αναπόσπαστα δεμένες με τον άνθρωπο. Κάποιος έλεγε πως αν ζητάμε να εξαφανιστεί η θλίψη από ένα αγαπητό μας πρόσωπο, είναι σαν να ζητάμε να εξαφανιστεί το ίδιο το πρόσωπο. Έτσι όταν ως πιστοί του Χριστού περνάμε από θλίψεις, βρίσκουμε μέσα σ’ αυτές την ευκαιρία να πλησιάσουμε περισσότερο τον Κύριό μας τον Ιησού Χριστό και να εξαρτηθούμε περισσότερο απ’ Αυτόν. Οι θλίψεις είναι ένα μέσον για να ωριμάσουμε πνευματικά, αλλά μόνον όταν τις δούμε σαν τέτοιο μέσον. Είναι ο Θεός που έρχεται μέσα στη θλίψη ν’ ασχοληθεί προσωπικά και εσωτερικά μ’ αυτόν που υποφέρει στο κρεβάτι του πόνου ή του θανάτου.

Κάποιος έλεγε πως δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί να επιδιώκουμε ο κόσμος να μην έχει θλίψεις. Και δεν είναι καθόλου σίγουρο, κατέληγε, πως οδηγώντας τον ετοιμοθάνατο να πεθάνει, θα απαλλάξουμε τους εαυτούς μας από τη θλίψη. Μ’ άλλα λόγια, με την ευθανασία δεν εξαλείφουμε τη θλίψη από τη ζωή μας. Ακόμα και πιστοί κι αφιερωμένοι χριστιανοί πέφτουμε στην παγίδα. Γιατί η θλίψη να είναι κάτι που πρέπει πάντοτε να κάνουμε το παν για να το αποφύγουμε;

Το ερώτημα είναι ιδιαίτερα πιεστικό για κείνους που είτε οι ίδιοι έχουν περάσει από το κρεβάτι του πόνου είτε έχουν καθίσει πλάι σ’ έναν συγγενή ή σ’ έναν φίλο κρατώντας του το χέρι ή βρέχοντάς του στόμα με ένα βαμβάκι, όταν ψήνεται στον πυρετό και λιώνει από τον πόνο. Την ώρα που ψάχνεις απεγνωσμένα στον μουντό διάδρομο της πτέρυγας την αδελφή της υπηρεσίας στις 3 μετά τα μεσάνυχτα για ένα παυσίπονο, τι γνώμη έχεις για τον πόνο; Σκέφτηκες αλήθεια και μια άλλη παράμετρο: Ότι η θλίψη μάς ενώνει σαν κοινωνία πιστών ανθρώπων, πως μας φέρνει πιο κοντά τον ένα στον άλλο;

Οπωσδήποτε θέλουμε να κατασιγάσουμε τον πόνο. Δεν ξέρουμε όμως το γιατί υποφέρει κάποιος ή εμείς. Δεν ξέρουμε το «γιατί» της θλίψεως –είτε αυτή είναι σωματική είτε ψυχική. Όμως, το να θέλεις να τερματίσεις τη ζωή προσβάλλοντας την ιερότητά της, που την είδαμε παραπάνω, κάνοντας τον ρυθμιστή των θείων επεμβάσεων, αυτό είναι, παρά τις σπανιότατες εξαιρέσεις, ηθικά απαράδεκτο. Γιατί, ποιος σου λέει πως ο Θεός δεν θέλει να ανεχθείς τον πόνο; Ποιος σου λέει πως δεν θέλει να σου χαρίσει τη δωρεά που χάρισε και στον Παύλο; (Β΄ Κορ. 12.9). Πολλώ μάλλον πώς μπορείς να το ξέρεις για τον άλλο!

5. Ποιο είναι το δικό μας Χρέος;

Είναι αλήθεια πως οι άνθρωποι του Θεού αντιλαμβάνονται κατά τελείως διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι ο έξω κόσμος τα ζητήματα με τα οποία ασχοληθήκαμε, δηλ. την ευθανασία (στο προηγούμενο άρθρο μας), και σ’ αυτό με τον πόνο, τη θλίψη, τον θάνατο, τη θεραπεία και το δώρο της ζωής. Θεωρητικά, συνεπώς, πρέπει και η πρακτική αντιμετώπιση εκ μέρους των πιστών χριστιανών να είναι διαφορετική. Η Εκκλησία σαν σώμα του Χριστού έχει την υποχρέωση να δείχνει όλη της τη φροντίδα και το ενδιαφέρον σε όλες αυτές τις περιπτώσεις.

Τα λόγια του Παύλου «τις ασθενεί και ουκ ασθενώ; τις σκανδαλίζεται και ουκ εγώ πυρούμαι;» (Β΄ Κορ. 11.28 – ΝΜΒ), και αλλού «δεν μπορεί να πει το μάτι στο χέρι “δεν έχω την ανάγκη σου”, ούτε το κεφάλι στα πόδια “δεν σας χρειάζομαι”» (Α΄ Κορ. 12.21 – ΝΜΒ), αυτό ακριβώς δείχνουν, ότι το σώμα του Χριστού είναι μια κοινωνία όπου ο ένας νοιάζεται για τον άλλο, είτε για πνευματικές είτε για σωματικές αδυναμίες και θλίψεις.

Είναι εκπληκτικό ότι ένα ζωντανό παράδειγμα αυτής της φροντίδας δίνεται όχι στην Καινή αλλά στην Παλαιά Διαθήκη και μάλιστα είναι μια ιστορία χαμένη στις αρχαίες διηγήσεις της Ανατολής των πολύ αρχαίων χρόνων. Πρόκειται για την ιστορία του Ιώβ. Μας αναφέρεται ότι οι φίλοι του πήγαν και τον βρήκαν και κάθισαν μαζί του μια βδομάδα, χωρίς να λένε τίποτε. Απλώς κάθονταν μαζί του, ενδεχομένως του έδιωχναν τις μύγες από τα εκζέματα, του πήγαιναν νερό, του σκούπιζαν τις πληγές όταν μάτωναν από το κεραμίδι που ξυνόταν, του πήγαιναν φαγητό, αλλά δεν μιλούσαν καθόλου να «του πουν», να του εξηγήσουν, να τον συμβουλέψουν, τίποτα! (Ιώβ 2.11-13).

Στην Καινή Διαθήκη παράδειγμα φροντίδας για τους βαριά ιδίως ασθενείς είναι ο ίδιος ο Κύριος. Πήγαινε κι έπιανε κουβέντα με τους πιο ακάθαρτους και αποκρουστικούς ασθενείς του καιρού Του, τους λεπρούς. Τους πλησίαζε με αγάπη και θεράπευε τις πληγές τους.

Ο απόστολος Ιάκωβος μας δίνει τον τύπο, θα λέγαμε, της φροντίδας της Εκκλησίας για τους πάσχοντες: «Είναι κάποιος από σας άρρωστος; Να προσκαλέσει τους πρεσβυτέρους της εκκλησίας να προσευχηθούν γι’ αυτόν και να τον αλείψουν με λάδι, επικαλούμενοι το όνομα του Κυρίου» (5.14 – ΝΜΒ).

Σε μια ανάλγητη κοινωνία, όπου καθένας κοιτάζει μόνο τον εαυτό του, οι σημερινοί χριστιανοί επηρεάζονται αναπόφευκτα από το πνεύμα αυτό του κόσμου. Από την άλλη μεριά πολλοί ρωτούν: «Τι έχω εγώ να προσφέρω σ’ έναν άρρωστο; Δεν έχω γνώσεις νοσοκόμου ή γιατρού». Η απάντηση είναι «δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτε. Κάτσε δίπλα στους σύγχρονους Ιώβ, κάνε δυο λόγια προσευχής, κράτησέ τους για λίγο το χέρι. Θα καταλάβουν. Κι αν δεν ξέρεις να πεις δυο λόγια παρηγοριάς (και οι περισσότεροι δεν ξέρουμε, γιατί συνήθως δεν έχουμε περάσει από τα ίδια μονοπάτια) μην πεις κουβέντα- μείνε εκεί σιωπηλός…

Βλέπετε, δεν είναι μόνον οι γιατροί που έχουν έναν ρόλο να παίξουν. Οι γιατροί χρειάζονται την Εκκλησία. Όχι για να στηριχθούν απλώς στη διδασκαλία της περί αγάπης και συμπαράστασης, αλλά κυρίως για να πάρουν πρότυπα έμπρακτης βοήθειας και φροντίδας προς τον πάσχοντα. Χωρίς το παράδειγμα της Εκκλησίας, η κοινωνία μας θα αποτελείται από ανθρώπους αδιάφορους στον ανθρώπινο πόνο, σκληρούς στην ανθρώπινη δυστυχία, που θα είναι ευκολότατο πια να καταφύγουν σε μεθόδους όπως η ευθανασία, για ν’ απαλλαχθούν από τους άρρωστους, τους γέροντες, τους ανάπηρους, τους διανοητικά καθυστερημένους κλπ.

Θα ευχόμασταν ο Θεός να αναδείξει και στην πατρίδα μας ικανούς ανθρώπους, χαρισματούχους (όπως λ.χ. με το Γηροκομείο «Η Λωίδα», το νοσοκομείο «Αγ. Λουκάς», το σωματείο «Φιλήμων» για τους εξαρτημένους ή την «Ελληνική Αποστολή για τους Έλληνες» με δράση στην Ινδία ανάμεσα στους λεπρούς) που θα δείξουν έμπρακτα και οργανωμένα στον έξω κόσμο τι μπορεί να κάνει με τους δικούς του ανθρώπους μέσα σε μια υπεροπτική, αδιάφορη κοινωνία ο Κύριος, ο Ιησούς Χριστός.

Scroll to top