Εισαγωγή – Η χρησιμότητα μιας Ομολογίας Πίστης

Η ομολογία πίστης είναι μια τίμια θεολογική πράξη, η οποία ανάγεται στην ίδια την Αγία Γραφή, αλλά και στο ξεκίνημα της ιστορίας της Εκκλησίας. Είναι μια ερμηνευτική σύνοψη των διδασκαλιών της Αγίας Γραφής.

Στην Αγία Γραφή, έχουμε μια τέτοια περίληψη στο Δευτερονόμιο 6:4,

Άκου, λαέ του Ισραήλ: Ο Κύριος είναι ο Θεός μας είναι ένας.

Δευτ. 6:4

Ένα τέτοιο εδάφιο ορίζει τις θεολογικές παραμέτρους, ταυτόχρονα όμως, γίνεται και τμήμα της λατρείας. Το εδάφιο αυτό γίνεται μια προσωπική αλλά και μια δημόσια ομολογία πίστης,

Στην Καινή Διαθήκη έχουμε τέτοιες περικοπές:

καὶ ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶ τὸ τῆς εὐσεβείας μυστήριον·

Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκί,

ἐδικαιώθη ἐν Πνεύματι,

ὤφθη ἀγγέλοις,

ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν,

ἐπιστεύθη ἐν κόσμῳ,

ἀνελήφθη ἐν δόξῃ

Α΄ Τιμ. 3:16

Μέσα σε έξι φράσεις συνοψίζεται όλη η διακονία του Χριστού. Το ίδιο μπορεί να πει κάποιος για τον ύμνο στο Χριστό στη Φιλιππησίους 2.

Υπάρχει λοιπόν ένα Βιβλικό προηγούμενο στο να συμπυκνώνονται πνευματικές αλήθειες.

Περνώντας στην ιστορία, θεολόγοι από τον 2ο μ.Χ. αιώνα, όπως ο Ειρηναίος και ο Τερτυλλιανός, αναφέρονται στα κείμενά τους στον Κανόνα της Πίστεως. Αυτός ήταν μια περίληψη των κεντρικών σημείων της πίστης, που αφορούσε το πρόσωπο του Θεού ως την τελική κρίση.

Η πιο σημαντική ομολογία της αρχαίας Εκκλησίας ήταν το Σύμβολο της πίστεως που συντάχθηκε στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 325  το οποίο συμπληρώθηκε στην  δεύτερη οικουμενική Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης στο 381.

Η περίοδος του 16ου και του 17ου αιώνα, είναι η χρήση χρυσή εποχή των ομολογιών. Κείμενα τα οποία είναι συμπυκνωμένα, και πιο περιεκτικά από τα Σύμβολα της πίστης.

Καθώς ο χριστιανισμός διαιρέθηκε, δημιουργήθηκε η ανάγκη να υπάρξουν κείμενα που με συστηματικό τρόπο να περιλαμβάνουν τα όσα στοιχεία θεωρούσαν σημαντικά.

Στη Διαμαρτύρηση έχουμε την Λουθηρανική Αυγουσταία ομολογία (1530), που συντάχθηκε πολύ νωρίς στην πορεία της μεταρρύθμισης. Οι Αναμορφωμένες Εκκλησίες στην Ευρώπη συνέταξαν την Βελγική ομολογία πίστης (1561), την κατήχηση της Χαϊδελβέργης (1563), τους Κανόνες της Ντόρτ (1619)… Η Αγγλικανική ψήφισε τα 39 άρθρα (1552/1571).

Οι Πρεσβυτερικές Εκκλησίες υιοθέτησαν τα κείμενα που συνέταξε η σύναξη των θεολόγων στο Westminster το 1646. Αυτά ήταν η ομολογία του Westminster, και οι δύο κατηχήσεις: η μεγάλη και η μικρή Κατήχηση, η ευρύτερη και η σύντομη.

Η ελληνική πένα έχει να επιδείξει δύο Ομολογίες πίστεως: πρώτα την ιστορική Ομολογία του Κύριλλου Λούκαρι που εκδόθηκε αρχικά στα 1629. Εργαλείο της αναμορφωτικής προσπάθειάς του μαρτυρικού Πατριάρχη ήταν η Ομολογία αυτή. Στα δέκα οκτώ άρθρα της και στις τέσσερις ερωτήσεις που έπονται, η Ομολογία καλύπτει με σύστημα και σαφήνεια ολόκληρο το έδαφος της χριστιανικής πίστης. Δεύτερη ελληνική διαμαρτυρόμενη ομολογία πίστεως είναι εκείνη της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας που θα δούμε πιο κάτω.

Η Ευαγγελική εκκλησία λοιπόν κινείται στο πλαίσιο μιας παράδοσης που καλλιεργεί και χρησιμοποιεί τέτοιου είδους κείμενα.

Όλες αυτές οι Ομολογίες ήταν επίσημες, για τις Εκκλησίες δεσμευτικές, αλλά πάντα διαβάζονται κάτω από το φως της Αγίας Γραφής. Η Αγία Γραφή ήταν και είναι ο κανόνας που κανονίζει όλα τα άλλα. Οι ομολογίες αποτελούν έναν υποδεέστερο κανόνα.

Η χρησιμότητα μιας Ομολογίας Πίστης

Οι Διαμαρτυρόμενοι έχουμε μια ενστικτώδη καχυποψία για τα Σύμβολα Πίστης και τις Ομολογίες πίστης, ιδιαίτερα οι Ευαγγελικοί. Αυτή η άποψη βασίζεται στην ορθή άποψη πως μόνο η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη και αλάθητη.

Από την άλλη όμως, η μαρτυρία της Αγίας Γραφής, αλλά και η ιστορία μάς λένε πως μπορούν τέτοια κείμενα να έχουν ένα ζωτικό ρόλο στη ζωή κάθε Εκκλησίες. Για τους εξής λόγους:

  1. Η ύπαρξή τους φανερώνει πως οι χριστιανοί πιστεύουν στην Αγία Γραφή, αλλά ταυτόχρονα οι αλήθειες της Αγίας Γραφής, μπορούν να συστηματοποιηθούν, μπορεί να υπάρξει σύνθεση και αυτό είναι κάτι που συμβαίνει.
  2. Δεύτερο, τα Σύμβολα και οι Ομολογίες Πίστης, αποτελούν περιλήψεις, συγκροτημένες περιλήψεις, του τι πιστεύουμε, τόσο για τα μέλη των Εκκλησιών, όσο και για όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Έχουν λοιπόν παιδαγωγική χρησιμότητα στη μαθητεία, αλλά και στην απολογητική.
  3. Τρίτο, οι Ομολογίες Πίστης αποτελούν μια παραδοχή πως όλοι πιστεύουν κάτι, κι όλοι ερμηνεύουν. Όλοι είμαστε θεολόγοι. Μάλιστα είναι μια πράξη που φανερώνει ταπείνωση επειδή παραδέχεται ο άνθρωπος με αυτόν τον τρόπο πως δε ζει στο κενό, πως ανήκει κάπου, πως κι ο ίδιος ερμηνεύει. Και μάλιστα καταγράφει το πως ερμηνεύει. Αλλιώς μπορεί να γίνουν πιο δύσκολα τα πράγματα, όταν οι ερμηνείες δεν είναι δημόσιες ώστε να γνωρίζουν οι άλλοι που στεκόμαστε. Είναι ένας ειλικρινής τρόπος να εξηγήσεις που στέκεσαι. Τι πιστεύεις, αλλά και ‘γιατί’ το πιστεύεις; Είναι η ταυτότητα μίας επιμέρους εκκλησίας, το DNA της. Είναι η ομολογία αλάθητη; Δεν είναι. Είναι όμως αναγκαία. Και είναι ‘τίμια’.
  4. Τέταρτο, μια ομολογία πίστης συνήθως επικεντρώνεται σε ό,τι είναι αδιαπραγμάτευτο, όπως η Αγία Τριάδα, η ενσάρκωση, η Αγία Γραφή, η δικαίωση εκ πίστεως, και επίσης σε ό,τι είναι σημαντικό για την πνευματική υγεία και πρακτική της ορατής Εκκλησίας, (π.χ. οι ιερές τελετές). Από την άλλη, σε όσα δεν λένε, αυτό φανερώνει ένα σεβασμό στην άλλη άποψη. Εδώ, κατά τη γνώμη μου, χρειάζεται προσοχή. Όσα δεν αναφέρονται, δεν σημαίνει πως γίνονται αποδεκτά σιωπηρώς… (Αλλιώς οι Πρεσβυτερικές Εκκλησίες ανά τον κόσμο θα ήταν και Πεντηκοστιανές;) Οι ομολογίες αναφέρουν τα σημαντικά, όμως δεν έπεται ‘εκ της σιωπής’ πως δέχονται τα πάντα. Μην μπερδεύουμε τη χάρη και την ευγένεια, με την αποδοχή εκ της σιωπής… Μια καλή ομολογία πίστης είναι ‘συνοπτική’ αλλά και ‘περιεκτική’. Για αυτό και αφήνει και περιθώρια για διαφορετικές απόψεις. Χωρίς όμως αυτό να είναι χωρίς ‘όρια’. Το ότι αφήνει περιθώρια δεν σημαίνει πως είναι δίχως όρια.
  5. Πέμπτο, με αυτό το φως μια ομολογία Πίστης, δεν είναι ποτέ πάνω από τις Γραφές. Αλλά βοηθά ώστε η δημόσια διδασκαλία της Εκκλησίας να είναι όσο πιο κοντά στις Γραφές γίνεται. Εάν δε γραφτεί τίποτα ποτέ, αυτό δεν οδηγεί σε υγιή ελευθερία, αλλά σε ανθυγιεινούς περιορισμούς με βάση τις δογματικές πεποιθήσεις του καθενός ηγέτη, πράγμα που τελικά περιορίζει την ελευθερία. Επομένως, μια Ομολογία Πίστης είναι ένα εργαλείο για προστασία από κακές διδασκαλίες, από πλάνες.
  6. Έκτο, τα Σύμβολα και οι Ομολογίες Πίστης είναι μια μαρτυρία για την ιστορική διάσταση του χριστιανισμού. Ο χριστιανισμός δεν προέκυψε όταν δημιουργήθηκε π.χ. η Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία. Για αυτό και υιοθετήθηκε και το Σύμβολο της Πίστης στην αρχή της, αλλά και μια ομολογία πίστης η οποία μοιάζει σε πολλά με άλλες ομολογίες πίστης. Κανείς δε ζει μόνος του στο χρόνο, ούτε και στον κόσμο. Μια ομολογία πίστης, αποτελεί ένα καλό συνδετικό κρίκο με άλλες Εκκλησίες στο παρελθόν και στο παρόν. Ως τέτοια μια ομολογία πίστης, λειτουργεί ως παράγοντας ενότητας και ως κατεύθυνση. Μας ενώνει μεταξύ μας, αλλά και με όσους προηγήθηκαν. Υπό αυτή την έννοια, αποτελεί στοιχείο παράδοσης, αλλά σε καμία περίπτωση δεν βρίσκεται πάνω από την Αγία Γραφή. Για αυτό και οι ομολογίες πίστης ξεκινάνε με το τι πιστεύουμε για την Αγία Γραφή.
  7. Έβδομο, οι Ομολογίες Πίστης βοηθούν στην κατανόηση της πίστης, και ακόμη μπορούν να δώσουν περιεχόμενο στην προσευχή μας, στη λατρεία μας.

Όλα αυτά τι μας λένε; Πως πρέπει ποιμένες, πρεσβύτεροι, διάκονοι και διακόνισσες, δασκάλες και δάσκαλοι στα Κυριακά Σχολεία, υπεύθυνοι εφήβων, νέων, στελέχη διακονιών, όλοι όσοι διδάσκουμε άλλους, όλοι όσοι αντιπροσωπεύουμε την Εκκλησία κάπου, (και στη συνέχεια, φυσικά, όλα τα μέλη), πρέπει να ξέρουμε που πατάμε και που βρισκόμαστε. Τόσο στη νοοτροπία μας, αλλά και στο περιεχόμενο της πίστης μας. Αρκετοί από εμάς, πολύ απλά δεν έχουμε διαβάσει ποτέ την Ομολογία Πίστης, ή τη διαβάσαμε πριν από δεκαετίες, με αποτέλεσμα να έχουμε λανθασμένες εντυπώσεις. Πρέπει λοιπόν να μπούμε στη διαδικασία. Είναι η πιο βασική κατήχηση για την εκπαίδευση ηγετών. Είναι μία χρήσιμη στοιχειώδης γνώση για οποιονδήποτε θέλει να ονομάζεται ευαγγελικός. Επίσης, αυτό μας βάζει να σκεφτούμε πολύ έντονα ποια είναι αυτά που μας ενώνουν. Η συγκεκριμένη ομολογία πίστης της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας, έχει περιθώρια αλλά και όρια. Μας βάζει να αναμετρηθούμε με το τι πιστεύουμε, αν συνειδησιακά είμαστε εντάξει. Εάν μας φτάνει. Μέχρι «που» μπορούμε να επεκταθούμε θεολογικά; Κυρίως μπορεί να μας βοηθήσει να μείνουμε ενωμένοι και να δώσει θεολογική ταυτότητα και κατεύθυνση στη μαρτυρία μας και στις διακονίες μας.

Scroll to top