Γιατί υπάρχει το κακό; 

green python on brown tree

Εισαγωγή

Σύμφωνα με την παράδοση, ο Επίκουρος ήταν μάλλον ο πρώτος που έθεσε τον προβληματισμό για την ύπαρξη του κακού ως βάσιμη αμφιβολία για την ύπαρξη του Θεού: πώς μπορεί ένας καλός και παντοδύναμος Θεός να επιτρέπει την ύπαρξη του κακού στη δημιουργία Του; Το φιλοσοφικό δίλημμα της απορίας αυτής οδηγεί κάποιους στο συμπέρασμα ότι ένα καλός και παντοδύναμος Θεός δεν μπορεί να συνυπάρχει με το κακό που συναντάμε γύρω μας. 

Επιπλέον, πέρα από τη λογική ή φιλοσοφική πρόκληση της ύπαρξης του κακού, η πρόκληση γίνεται πιο έντονη αν σκεφτούμε την πρακτική πλευρά του κακού. Το κακό δεν είναι απλά μια θεωρία ή ένα λογικό επιχείρημα, αλλά πολύ περισσότερο αποτελεί πραγματικότητα και εμπειρία. Ο G. K. Chesterton περιέγραψε το κακό σαν «μια πραγματικότητα τόσο πρακτική, όσο οι πατάτες». Η πραγματικότητα της φύσης του κακού, επομένως, δεν ικανοποιείται με μια λογική εξήγηση, αλλά αναζητάει και μια έμπρακτη λύση. Εάν το πρόβλημα του πόνου είναι αληθινό, όχι απλά μια θεωρία, τότε ο άνθρωπος θα βρει ανάπαυση σε μια πραγματική —όχι απλά θεωρητική— λύση. 

Στο άρθρο αυτό θα ήθελα να αναφέρω κάποιες πτυχές της Καινής Διαθήκης που ίσως βοηθήσουν στην κατανόηση της ύπαρξης του κακού, ιδιαίτερα καθώς σκεφτόμαστε το νέο έτος. Δεν αγνοώ την πολυπλοκότητα του θέματος, ούτε θέλω να δώσω την εντύπωση μιας εύκολης λύσης. Η πραγματικότητα του κακού εγείρει πολλά ερωτήματα που προκαλούν τη θεολογική σκέψη και τη χριστιανική ζωή. Το θέμα είναι επίσης δύσκολο επειδή η Αγία Γραφή γενικά, και η Καινή Διαθήκη συγκεκριμένα, δεν καταπιάνεται άμεσα με το πρόβλημα του κακού, ούτε καταγράφει ρητώς τα αίτια της ύπαρξης του κακού στον κόσμο. 

Αναμφίβολα, όμως, η Καινή Διαθήκη υπόσχεται μια πραγματική τελική λύση, εφόσον προφητεύει την απουσία του κακού από το όραμα της νέας δημιουργίας: «Θα διώξει κάθε δάκρυ από τα μάτια τους, κι ο θάνατος δε θα υπάρχει πια· ούτε πένθος ούτε κλάμα ούτε πόνος θα υπάρχει πια, γιατί τα παλιά πέρασαν» (Αποκάλυψη 21:4). Κι όμως, η υπόσχεση της μελλοντικής ασφάλειας δεν φαίνεται να απαντάει άμεσα στο ερώτημα «γιατί το κακό σήμερα;». Ποια είναι, λοιπόν, η συνεισφορά αυτής της εσχατολογικής αλήθειας —η απομάκρυνση του κακού στο μέλλον —στην κατανόηση της ύπαρξης του κακού σήμερα; Πώς μπορεί να επιτευχθεί το όραμα της εσχατολογικής ασφάλειας από το κακό; 

Όπως θα δούμε, η αντίληψη του κακού στην Καινή Διαθήκη είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την βαθύτερη κατανόηση της δημιουργίας του Θεού και την πρόθεση του Θεού σε αυτή. Κάθε προσπάθεια κατανόησης του κακού που αποδεσμεύει τον εαυτό της από την πρόθεση του Θεού στη δημιουργία υστερεί εξηγητικά  και παρουσιάζει τον Θεό αδύναμο ή αδιάφορο, έναν θεό που «δεν μπορεί» ή «δεν θέλει», έναν θεό που δεν είναι Θεός. 

Η φύση της δημιουργίας σε σχέση με τον τελικό προορισμό της προσθέτει μια εναλλακτική προοπτική στην ύπαρξη του κακού  κι αυτή την προοπτική θα εξετάσουμε στο άρθρο αυτό. Πιο συγκεκριμένα, θα εξετάσουμε τη μαρτυρία της Καινής Διαθήκης όσον αφορά στην πρόθεση του Θεού στη δημιουργία, προσδιορίζοντας την πρώτη δημιουργία σε σχέση με την τελική της ολοκλήρωση. Αυτή η σχέση της πρώτης δημιουργίας με το εσχατολογικό της ανάλογο, τη νέα δημιουργία, καθιστά την ύπαρξη του κακού όχι μόνο δυνατή ή πιθανή, αλλά και εσχατολογικά  αναγκαία. 

Η εσχατολογική ολοκλήρωση της πρώτης δημιουργίας

Αρχικά, παρατηρούμε στην Καινή Διαθήκη ότι η πρώτη δημιουργία, ενώ δημιουργήθηκε «καλή» (Γεν. 1:4, 8, 10, 12, 18, 21, 25, 31), δεν δημιουργήθηκε «τέλεια», δηλαδή, δεν ήταν εσχατολογικά ολοκληρωμένη. Αυτή η παρατήρηση φαίνεται έντονα στο Α’ Κορινθίους 15  όπου ο απ. Παύλος αναφέρεται στο σώμα της ανάστασης που αποτελεί μέρος της νέας δημιουργίας  και συγκρίνει την πρώτη δημιουργία με τη νέα δημιουργία: «Το ίδιο θα συμβεί και με την ανάσταση των νεκρών: Όταν το σώμα σαν το σπόρο μπαίνει στη γη, είναι φθαρτό· θα αναστηθεί όμως άφθαρτο. Θάβεται άδοξο, θα αναστηθεί όμως ένδοξο· ενταφιάζεται ανίσχυρο, θα αναστηθεί όμως δυνατό. Ενταφιάζεται σώμα που ήταν εμψυχωμένο από ζωική φυσική δύναμη, θ’ αναστηθεί όμως ζωοποιημένο από το Πνεύμα του Θεού. Όπως υπάρχει φυσικό σώμα, υπάρχει και πνευματικό» (Α’ Κορινθίους 15:42-44). 

Η σύγκριση του απ. Παύλου επικεντρώνεται στην κατάσταση της πρώτης δημιουργίας σε σχέση με τη δεύτερη, σημειώνοντας τα διακριτά χαρακτηριστικά της νέας δημιουργίας: αφθαρσία, δόξα, δύναμη, ζωή του Πνεύματος. Η πρώτη δημιουργία, δηλαδή, παρουσιάζεται ελλιπής, άδοξη και ανίσχυρη, μια δημιουργία η οποία στερείται την εσχατολογική δόξα. Ακόμη κι αν κάποιος φέρει την αντίρρηση ότι ο απ. Παύλος εδώ ίσως αναφέρεται στο φθαρτό σώμα της αμαρτίας μετά την πτώση, δηλαδή στην εξαθλίωση της δημιουργίας εξαιτίας της πτώσης, τα επόμενα εδάφια επιβεβαιώνουν την πρόθεση του απ. Παύλου να συμπεριλάβει στο επιχείρημά του την αθώα κατάσταση του σώματος πριν την πτώση, δηλαδή, την πρώτη δημιουργία χωρίς την επιρροή του κακού: «Πραγματικά, έτσι διδάσκει και η Γραφή: Στον Αδάμ, τον πρώτο άνθρωπο, δόθηκε η φυσική ζωή [ἐγένετο πρῶτος ἄνθρωπος Ἀδὰμ εἰς ψυχὴν ζῶσαν]. Αντίθετα, στον έσχατο Αδάμ, τον Χριστό, δόθηκε το Πνεύμα, και έγινε πηγή ζωής… Ο πρώτος άνθρωπος προέρχεται από τη γη και είναι χωματένιος· ο δεύτερος άνθρωπος, ο Κύριος, προέρχεται από τον ουρανό. Όπως είναι ο Αδάμ, που είναι χωματένιος, έτσι είναι και όσοι ανήκουν στον παλιό κόσμο· κι ό,τι λογής είναι ο ουράνιος άνθρωπος, ο Χριστός, τέτοιας λογής είναι κι όσοι περιμένουν τον ουράνιο κόσμο. Όπως τώρα είμαστε όμοιοι με τον άνθρωπο που πλάστηκε από γη [ἐφορέσαμεντὴν εἰκόνατοῦ χοϊκοῦ], αργότερα θα μοιάσουμε μ’ Eκείνον που ήρθε από τον ουρανό [φορέσομεν τὴν εἰκόνα τοῦ ἐπουρανίου]» (Α’ Κορινθίους 15:45-49). 

Έτσι, ο απ. Παύλος συμπεριλαμβάνει την αρχική, αμόλυντη δημιουργία στο επιχείρημά του και υπαινίσσεται την ελλιπή φύση της δημιουργίας αυτής συγκρίνοντάς την με τη δεύτερη. Μάλιστα, δεν διστάζει να πει ότι η πρώτη δημιουργία, στην άδοξη κατάστασή της, χωρίς την εσχατολογική της εκπλήρωση, δεν μπορεί να κληρονομήσει τη βασιλεία του Θεού: «Να τι θέλω να πω, αδερφοί μου: Άνθρωποι από σάρκα και αίμα δεν μπορούν να πάρουν μέρος στη βασιλεία του Θεού, ούτε αυτό που είναι φθαρτό μπορεί να κληρονομήσει την αφθαρσία…. Πρέπει αυτό που είναι φθαρτό να μεταμορφωθεί σε άφθαρτο, κι αυτό που είναι θνητό να γίνει αθάνατο. Όταν αυτό το φθαρτό μεταμορφωθεί σε άφθαρτο και το θνητό μεταμορφωθεί σε αθάνατο, τότε θα πραγματοποιηθεί ο λόγος της Γραφής: “Ο θάνατος αφανίστηκε· η νίκη είναι πλήρης! Θάνατε, πού είναι το κεντρί της δύναμής σου; Άδη, πού είναι η νίκη σου;”» (Α’ Κορινθίους 15:50-55). Με άλλα λόγια, η πρώτη δημιουργία (το φθαρτό και το θνητό) χρειάζεται πρώτα να μεταμορφωθεί σε κάτι άλλο για να αποκτήσει χαρακτηριστικά αφθαρσίας και αθανασίας. 

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι η πρώτη δημιουργία δημιουργήθηκε χωρίς τελική δόξα, αλλά με την πρόθεση να την αποκτήσει. Η άδοξη φύση της πρώτης δημιουργίας περιλαμβάνει την πρόθεση του Θεού για εσχατολογική δόξα. Ο σκοπός, δηλαδή, της πρώτης δημιουργίας δεν είναι απλώς η ύπαρξη του ανθρώπου, αλλά η εσχατολογική ολοκλήρωσή του στον Θεό. Η πρώτη δημιουργία εμφανίζεται «γυμνή» και αναζητάει το ένδυμά της. 

Η δυνατότητα ύπαρξης του κακού στην πρώτη δημιουργία

Η ατέλεια της πρώτης δημιουργίας δεν ορίζεται ως κάτι κακό, ούτε δικαιολογεί τη μετέπειτα εισαγωγή του κακού στη δημιουργία. Ο Θεός αρχικά έφτιαξε τον κόσμο καλό, έχοντας υπόψη του την τελική, εσχατολογική ολοκλήρωσή του. Ωστόσο, η ατελής κατάσταση της πρώτης δημιουργίας αφήνει χώρο στην ενδεχόμενη εμφάνιση του κακού· καθιστά, δηλαδή, την ύπαρξη του κακού δυνατή, για να μην πούμε προσδόκιμη. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό; 

Η εμφάνιση του κακού καθίσταται τουλάχιστον δυνατή λόγω της πεπερασμένης φύσης της δημιουργίας. Η ατελής φύση της πρώτης δημιουργίας περιλαμβάνει την πεπερασμένη φύση της, το γεγονός ότι κινείται μέσα σε όρια. Η δημιουργία δεν κινείται στο χώρο του «άκτιστου» ή του «είναι» (όπως ο Θεός), αλλά στο χώρο του «κτιστού» ή του «γίγνεσθαι», κι έτσι δεν αποτελεί μια μόνιμη σταθερή αξία, αλλά συνεχώς κινείται και αλλάζει. Σε αυτό το σημείο συμφωνούμε με τον Leibniz ότι η πεπερασμένη φύση της δημιουργίας είναι αναγκαστική σε αυτή, ώστε να διαφέρει από τον δημιουργό της, ο οποίος είναι τέλειος. Είναι αδύνατο, δηλαδή, για τον Θεό να πλάσει μια δημιουργία μη-πεπερασμένη, χωρίς όρια, επειδή εάν το δημιούργημα ήταν τέλειο, τότε θα ήταν και θεός. Εφόσον η δημιουργία κινείται στο χώρο του «γίγνεσθαι», έχει δυνατότητα κίνησης προς το καλό ή προς το κακό.

Σε αυτό συμφωνεί και ο θεολόγος Pannenberg, ο οποίος παρατηρεί ότι η οντολογική σύσταση της δημιουργίας, εφόσον είναι πεπερασμένη, έχει μια βασική αδυναμία: την έλλειψη οντικής δύναμης, δηλαδή, την αδυναμία να υπάρχει αφ’ εαυτού. Με άλλα λόγια, η πεπερασμένη φύση της δημιουργίας την καθιστά εξαρτημένη. Αυτή η αλήθεια ισχύει και για τη φύση της ανθρώπινης θέλησης, η οποία είναι και αυτή οντολογικά περιορισμένη (π.χ. σε γνώση)  κι έτσι εύλογα υπόκειται στην πιθανότητα του λάθους και το ενδεχόμενο του κακού. Η ανθρώπινη θέληση από μόνη της στερείται οντικής δύναμης, αφού έχει μεν τη δυνατότητα κίνησης προς το καλό, αλλά και την ενδεχόμενη δυνατότητα απομάκρυνσής της από αυτό. Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι η ύπαρξη του κακού αποτελεί δυνατή εκδοχή σε μια πεπερασμένη δημιουργία.

Όμως, η πιθανότητα της πραγμάτωσης του κακού στη δημιουργία μέσα από τη θέληση του δημιουργήματος δεν φανερώνει απλά μια οντολογική έλλειψη, αλλά υποδεικνύει κάτι πιο σημαντικό: μια μόνιμη απειλή για τη δημιουργία. Όπως είπε ο Ακινάτης, «ό,τι μπορεί να αποτύχει, κάποια στιγμή θα αποτύχει, σύμφωνα με τη φύση του». Συνεπώς, δημιουργείται η ανάγκη αναζήτησης μιας νέας λύσης: Δεν αρκεί πλέον η απομάκρυνση του κακού από τον κόσμο, αλλά η απομάκρυνση της απειλής του κακού ή της δυνατότητας πραγμάτωσής του. 

Η προσδόκιμη εκτροπή της δημιουργίας από την εσχατολογική ολοκλήρωση

Το πεπερασμένο της δημιουργίας, παρόλο που καθιστά την εμφάνιση του κακού ως μια δυνατότητα, δεν είναι ο λόγος ή αιτία της ύπαρξης του κακού στον κόσμο. Η Αγία Γραφή δεν παρουσιάζει την ύπαρξη του κακού απλά ως ένα σφάλμα που έχει την αιτία της στην αδυναμία της φύσης. Τι είναι, λοιπόν, αυτό που προκάλεσε την εκδήλωση του κακού; 

Σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη, το κακό εισήλθε στον κόσμο τη στιγμή της εκτροπής του ανθρώπου από την πορεία της εσχατολογικής του εκπλήρωσης. Ο άνθρωπος αρνήθηκε την πεπερασμένη φύση του, δηλαδή την ανάγκη για εσχατολογική τελειότητα στον Θεό κι ως αποτέλεσμα εναντιώθηκε στην πρόθεση του Θεού. Έτσι, το κακό βρίσκει τη ρίζα του στην ιδέα της επανάστασης: μια επανάσταση ενάντια στα όρια του πεπερασμένου, την εκδοχή της εξάρτησης του ανθρώπου από τον Θεό, μια επανάσταση που οδηγεί στην παράλληλη ψευδαίσθηση ότι είμαι θεός (Γεν. 3:5). Όταν συμβεί αυτό, το κακό λαμβάνει υπόσταση ως καταστροφική δύναμη που απομακρύνει τον άνθρωπο από τον εσχατολογικό προορισμό της δόξας, αφού αφαιρεί από αυτόν την ιδέα του τελικού στόχου σύμφωνα με την αρχική πρόθεση του Θεού. 

Πράγματι, ο Δαβίδ παρουσιάζει την αμαρτία του ανθρώπου ως ανταρσία: «Της γης οι βασιλιάδες συσπειρώθηκαν κι οι άρχοντες μαζεύτηκαν ενάντια στον Κύριο, στον εκλεκτό του ενάντια, και σκέφτονται: “Ας σπάσουμε τα δεσμά τους, τις αλυσίδες τους ας τις αποτινάξουμε”» (Ψαλμός 2:2-3, δες και Πράξεις 4:25-26). Ο Ιωάννης επίσης παρουσιάζει την παρούσα κρίση του κόσμου ως άρνηση του φωτός που προσφέρει ο Θεός: «Και να ποια είναι η κρίση: το φως ήρθε στον κόσμο, οι άνθρωποι όμως αγάπησαν περισσότερο το σκοτάδι παρά το φως, γιατί οι πράξεις τους ήταν πονηρές» (Ιωάννης 3:19).

Τι είναι αυτό που ελκύει τον άνθρωπο μακριά από την πρόθεση του Θεού για εσχατολογική ολοκλήρωση; Το δώρο της ύπαρξης εγείρει στον άνθρωπο τον πειρασμό της αυτονομίας. Η ίδια αυτή η ύπαρξη του δημιουργήματος, ενώ απολαμβάνεται αναμφίβολα ως δώρο καλό, έχει τη δυνατότητα να γίνει η βάση μιας κρίσιμης παρεξήγησης: ότι η αυτόνομη ύπαρξη του ανθρώπου αποτελεί τον τελικό σκοπό της δημιουργίας. Έτσι, η ανεξαρτητοποίηση του δημιουργήματος θεωρείται εσφαλμένα ως η τελική, εσχατολογική τελειότητα, το ιδανικό του ανθρώπου: «αφού δημιουργήθηκα για να υπάρχω, τελειοποιούμαι στο να υπάρχω ανεξάρτητος». Ο πειρασμός εδώ είναι να θεωρήσει κάποιος τον εαυτό του ως απόλυτο ον που διεκδικεί την ύπαρξή του αφ’ εαυτού. Έτσι, ο άνθρωπος αποστατεί ενάντια στον δημιουργό του, αποτυχαίνοντας να εκπληρώσει την πρόθεση του Θεού  και ως αποτέλεσμα στερείται της τελικής δόξας. Ο απ. Παύλος περιγράφει την πτωτική κατάσταση του ανθρώπου ως μια κατάσταση στέρησης δόξας: «Γιατί όλοι έχουν αμαρτήσει και βρίσκονται μακριά [στερονται] από τη δόξα του Θεού» (Ρωμαίους 3:23).

Συνεπώς, δεν αναζητούμε την αιτία του κακού στην πεπερασμένη φύση της δημιουργίας, αλλά στην απόφαση του ανθρώπου να υπερβεί τη φύση αυτή. Η αιτία του κακού δεν βρίσκεται στο γεγονός ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε στο χώρο του «γίγνεσθαι», αλλά στην επιλογή του ανθρώπου να ζήσει και να διατηρηθεί αυτόνομα στο χώρο του «είναι», δηλαδή  ενάντια στο όραμα της εσχατολογικής ολοκλήρωσης στον Θεό. Έτσι, η ανθρώπινη ύπαρξη, μπροστά στον πειρασμό της ανεξαρτησίας, καθιστά την εμφάνιση του κακού όχι απλώς δυνατή, αλλά προσδόκιμη. 

Η εσχατολογική αναγκαιότητα για την υπέρβαση του κακού

Παρόλο που η ανθρώπινη θέληση παίζει το ρόλο της στην πραγμάτωση του κακού, αυτό δεν απαλλάσσει τον Θεό από τη δική Του συμβολή. Ναι, η εκτροπή του ανθρώπου από το θέλημα του Θεού προκαλεί τη διάβρωση του καλού στη δημιουργία. Όμως, πίσω από την ύπαρξη του κακού στον κόσμο κρύβεται η απόφαση του Θεού να επιτρέψει ή να ανεχτεί την εκδήλωσή του. Γιατί ένας καλός και παντοδύναμος Θεός αποφασίζει να ανεχτεί την εκδήλωση του κακού στη δημιουργία Του; 

Πιστεύω ότι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα κρύβεται πίσω από τη νίκη του Χριστού επάνω στο θάνατο, η οποία εξασφαλίζει και την απουσία του κακού στη νέα δημιουργία. Η νίκη του Χριστού επάνω στο θάνατο δεν παρουσιάζεται στην Καινή Διαθήκη ως ένα γεγονός που «έτυχε» να συμβεί μέσα στην ιστορία, αλλά ένα γεγονός που είχε προγραμματιστεί να συμβεί πριν τη δημιουργία του κόσμου για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα του κακού (την αμαρτία, το θάνατο, την ενοχή, την αποστασία του ανθρώπου, κτλ.). Η ήττα της αμαρτίας και του θανάτου, επομένως, καθίσταται απαραίτητη για την απελευθέρωση της δημιουργίας από την απειλή της αμαρτίας και του θανάτου. 

Πράγματι, η αφήγηση της Αγίας Γραφής βεβαιώνει ότι η επίτευξη της νίκης ενάντια στο κακό δεν είναι προαιρετική, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για τη μετάβαση του ανθρώπου στην εσχατολογική του ολοκλήρωση στον Θεό. Με άλλα λόγια, η αφήγηση της Αγίας Γραφής μας δίνει την αίσθηση της εσχατολογικής αναγκαιότητας για την υπέρβαση του κακού. Έτσι, ο απ. Παύλος συγχωνεύει την εσχατολογική ολοκλήρωση της κτίσης με τη νίκη επάνω στο θάνατο και την κατάργηση της απειλής του θανάτου, επειδή η νίκη επάνω στο θάνατο αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ελευθερία της δημιουργίας από την απειλή του κακού: «Όταν αυτό το φθαρτό μεταμορφωθεί σε άφθαρτο και το θνητό μεταμορφωθεί σε αθάνατο, τότε θα πραγματοποιηθεί ο λόγος της Γραφής: “Ο θάνατος αφανίστηκε· η νίκη είναι πλήρης! Θάνατε, πού είναι το κεντρί της δύναμής σου; Άδη, πού είναι η νίκη σου;”» (Α’ Κορινθίους 15:54-55). 

Η υπέρβαση του κακού με νίκη επάνω στο θάνατο δεν καθίσταται αναγκαία μετά την πτώση του ανθρώπου, αλλά υπάρχει ως ανάγκη και προϋπόθεση από την αρχή της δημιουργίας. Οι πρωτόπλαστοι Αδάμ και Εύα, για να κληρονομήσουν την άφθαρτη εικόνα της νέας δημιουργίας, καλούνται να νικήσουν τον πειρασμό της αυτονομίας μέσα από την υπακοή. Η εσχατολογική τελειοποίηση του ανθρώπου στη δόξα περιλαμβάνει την τελειοποίηση της θεϊκής εικόνας στον άνθρωπο  και η θεϊκή εικόνα αναπαράγεται στην εναρμόνιση του ανθρώπου με τον Θεό, δηλαδή την υπακοή. Έτσι, ο στόχος της εσχατολογικής ολοκλήρωσης της δημιουργίας καθιστά αναγκαία την υπακοή του ανθρώπου στον Θεό ενόψει του πειρασμού για αυτονομία. Διαφορετικά, η δημιουργία υπόκειται στη μόνιμη απειλή του κακού, δηλαδή, την αποστασία από τον δημιουργό της. Η παρουσία της μόνιμης απειλής του κακού λόγω μιας ενδεχόμενης ηθικής πτώσης αναβάλει επ’ αόριστο  την εσχατολογική ανάπαυση της δημιουργίας—την φυσική και την πνευματική ανάπαυση. 

Οι πρωτόπλαστοι καλούνται να ενσαρκώσουν την εικόνα του Θεού καταδικάζοντας τον εχθρό του πειρασμού, υπακούοντας στο θέλημα του Θεού, κι έτσι, να εξασφαλίσουν το καλό μέσα στη δημιουργία και να διακρίνουν το καλό από το κακό. Η επικράτηση του καλού ενόψει του πειρασμού, η μόνιμη απομάκρυνση του κακού και του θανάτου με νίκη  και η εξασφάλιση της δίκαιης διακυβέρνησης του κόσμου από τον άνθρωπο, είναι απαραίτητα συστατικά για να μεταβεί η δημιουργία σε κατάσταση εσχατολογικής ανάπαυσης. Ο πρώτος Αδάμ, όχι μόνο δεν έζησε την εσχατολογική ανάπαυση, αλλά υπέταξε τον εαυτό του στην απειλή του κακού και την εκδήλωσή του.

Δεν είναι τυχαία, λοιπόν, η έμφαση της Καινής Διαθήκης στη νίκη του Χριστού επάνω στο θάνατο μέσα από την ανάσταση. Η υπέρβαση του θανάτου δεν διασφαλίζει μόνο τη μελλοντική απουσία του κακού από τη νέα δημιουργία, αλλά πολύ περισσότερο ελευθερώνει τη δημιουργία από τη μόνιμη απειλή της αμαρτίας και του θανάτου. Η πρακτική λύση του Θεού για το κακό που υπάρχει στον κόσμο δεν περιορίζεται σε μια υπόσχεση για την αφαίρεση του κακού στο μέλλον, αλλά προσφέρει την υπέρβαση του θανάτου στο σήμερα, μια υπέρβαση που ελευθερώνει τον άνθρωπο από την απειλή της αμαρτίας και του θανάτου. Κι αυτή η υπέρβαση του θανάτου μπορεί να οδηγήσει τη δημιουργία με βεβαιότητα στην αιώνια εσχατολογική ανάπαυση.  

Επομένως, μέσα στην πρόνοιά Του, ο Θεός δέχεται την ύπαρξη της αμαρτίας και του κακού ως μια αναγκαία περίσταση, ένα δεδομένο, μέσα από το οποίο πραγματοποιεί τους στόχους Του για τη δημιουργία. Το κακό κι η αμαρτία αποτελούν αναγκαία συνοδευτικά φαινόμενα μιας πεπερασμένης δημιουργίας, η οποία καλείται να πραγματώσει την εικόνα του Θεού απομακρύνοντας τον κίνδυνο πειρασμού για αυτονομία. 

Το παράδοξο της διαχείρισης του κακού για δόξα

Η παραχώρηση για την ύπαρξη του κακού στον κόσμο δικαιολογείται μόνο χάρη στην καλοσύνη και την κυριαρχία του Θεού, ο οποίος στην πρόνοιά Του διαχειρίζεται το κακό αποβλέποντας την τελική του καταδίκη και την τελική απομάκρυνση της απειλής του. Στο μεταξύ, το πλεόνασμα του κακού στον κόσμο δεν καταργεί τη δικαιοσύνη του Θεού, αλλά παραδόξως συμβάλλει κι αυτό στη δόξα Του, επειδή ο Θεός φέρνει τις περιστάσεις του κακού κάτω από την απόλυτη διακυβέρνησή Του. Η διακυβέρνηση του Θεού έχει την ικανότητα όχι μόνο να περιορίσει το κακό, αλλά και να μετατρέψει το πλεόνασμα του κακού σε καλό, οδηγώντας τον κόσμο στην απολύτρωση μέσα από τον Χριστό. Η μαρτυρία της Καινής Διαθήκης μας βεβαιώνει γι’ αυτή την πρόθεση του Θεού: «όπου η αμαρτία φάνηκε στο αληθινά τρομακτικό της μέγεθος, εκεί η χάρη του Θεού την υπερκάλυψε με το παραπάνω» (Ρωμαίους 5:20), και αλλού λέει: «είμαστε βέβαιοι ότι, αν αγαπά κανείς το Θεό, ο Θεός κάνει τα πάντα να συντελούν στο καλό του» (Ρωμαίους 8:28). 

Έτσι, η προσωρινή παραδοχή της κακίας και του πόνου γίνεται με γνώμονα την πρόνοια του Θεού και την κυβέρνησή Του, που επιτρέπουν στον Θεό να μετατρέπει το κακό σε καλό με σκοπό την εσχατολογική αποκατάσταση του κόσμου στη νέα δημιουργία. Με αυτό σαν στόχο, ο Θεός ο ίδιος αναλαμβάνει την ευθύνη της αποκατάστασης και εγγυάται την πορεία της δημιουργίας προς την τελική δόξα. Η θυσία του Χριστού στον σταυρό αναλαμβάνει το κόστος της συμφιλίωσης και εξασφαλίζει την προϋπόθεση της νίκης για αποκατάσταση και εσχατολογική ολοκλήρωση. Έτσι, μέσα από τα πάθη και το μαρτύριο του Χριστού ο Θεός παραδόξως εξασφαλίζει τη νίκη. 

Συνεπώς, κάτω από την κυρίαρχη διαχείριση του Θεού, το φαινόμενο του κακού μετατρέπεται παραδόξως σε οικοδομικό υλικό που χτίζει τη νέα δημιουργία. Αρχικά, ανακαλύπτουμε ότι η εμπειρία της θλίψης σε αυτό τον κόσμο συμβάλλει στην ολοκλήρωση της εικόνας του Θεού μέσα μας, όπως βεβαιώνει και ο απ. Παύλος: «Όλοι, εμείς, λοιπόν, χωρίς κάλυμμα στο πρόσωπο, κοιτάζουμε σαν σε καθρέφτη τη λαμπρότητα του Κυρίου και μεταμορφωνόμαστε σ’ αυτήν τη λαμπρή εικόνα του· με την ενέργεια του Κυρίου, που είναι το Πνεύμα, βαδίζουμε από δόξα σε δόξα» (Β’ Κορινθίους 3:18). 

Επίσης, ανακαλύπτουμε ότι κάθε πλεόνασμα κακού σε αυτό τον κόσμο αντιστοιχεί σε ολοένα και περισσότερο πλούτο δόξας στο μέλλον, σύμφωνα με την υπόσχεση της Καινής Διαθήκης. Με άλλα λόγια, η οποιαδήποτε στέρηση του καλού σήμερα θα αντισταθμιστεί με την εσχατολογική πληρότητα που θα ζήσουμε αύριο. Γι’ αυτό κι ο Χριστός μπορεί να μας διαβεβαιώσει: «Μακάριοι όσοι θλίβονται για τις αμαρτίες τους και το κακό που κυριαρχεί στον κόσμο, γιατί αυτοί θα παρηγορηθούν από το Θεό… Μακάριοι όσοι διώκονται για την επικράτηση του θελήματος του Θεού, γιατί σ’ αυτούς ανήκει η βασιλεία του Θεού» (Ματθαίος 5:4, 10). 

Επίλογος 

Συνεπώς, ακουμπάμε στη διακυβέρνηση του Θεού όπως αυτή φανερώνεται μέσα στις υποσχέσεις Του. Με αυτό σα γνώμονα, παραβλέπουμε την πρόσκαιρη εμπειρία της στέρησης (για 70 ή 80 χρόνια) ως το φυσικό παράγωγο μιας εκτροχιασμένης δημιουργίας  και αποβλέπουμε στον Χριστό ως εκείνον που θα οδηγήσει τη δημιουργία στην τελική δόξα. Έτσι, καθώς βαδίζουμε προς το μέλλον, η προσευχή μας και δοξολογία μας προς τον Θεό περιλαμβάνει την αποδοχή της πεπερασμένης μας ύπαρξης, την απελευθέρωσή μας από τον πειρασμό  και την εσχατολογική μας ολοκλήρωση στον Χριστό. Εφόσον ανήκουμε στη δημιουργία, βρίσκουμε την ολοκλήρωσή μας στον δημιουργό μας. Δοξάζουμε τον Θεό, επειδή στην ανάσταση του Χριστού το πρόβλημα του κακού βρίσκει την πραγματική και τελειωτική του λύση, μια λύση που προσφέρεται σε όλους τους ανθρώπους.

Βαδίζουμε, λοιπόν, σύμφωνα με την ελπίδα της αιώνιας δόξας, όπως γράφει κι ο απ. Παύλος: «Ξέρουμε ότι ο Θεός, που ανέστησε τον Κύριο Ιησού, θα αναστήσει και εμάς δια του Ιησού και θα μας παρουσιάσει μπροστά του μαζί σας… Γι’ αυτό, λοιπόν, δε χάνουμε το θάρρος μας. Μπορεί εξωτερικά να βαδίζουμε στο θάνατο, εσωτερικά όμως, μέρα με την ημέρα, η ζωή μας ανανεώνεται. Γιατί ό,τι προσωρινά ασκεί μια ελαφριά πίεση πάνω μας, μας προετοιμάζει για ολοένα και μεγαλύτερο πλούτο αιώνιας δόξας. Δε στοχεύουμε σ’ αυτά που φαίνονται, αλλά σ’ αυτά που δε φαίνονται· γιατί όσα φαίνονται είναι πρόσκαιρα, ενώ όσα δεν φαίνονται είναι αιώνια».
(Β’ Κορινθίους 4:14-18)

  1. Ο χριστιανός απολογητής Λακτάντιος (250-325 μ.Χ.) αναφέρεται σε αυτό το επιχείρημα του Επίκουρου στο έργο του Περί της Οργής του Θεού, κεφάλαιο 13. 
  2. G. K. Chesterton, Orthodoxy (Nashville: Sam Torode Book Arts, 2016), σελ. 10.
  3. Δες τον έντονο προβληματισμό στο διάλογο των αδελφών Καραμάζοφ στο έργο του F. M. Dostoyevsky, Αδελφοί Καραμάζοφ (5ο βιβλίο, 4ο κεφάλαιο). 
  4. Ο απ. Παύλος αναφέρεται στον «πρώτο άνθρωπο», τον Αδάμ, με τη φράση «ἐγένετο πρῶτος ἄνθρωπος Ἀδὰμ εἰς ψυχὴν ζῶσαν», η οποία αποτελεί παράθεμα στο Γένεση 2:7, δηλαδή, στην κατάσταση του Αδάμ πριν την πτώση. G. K. Beale, A New Testament Biblical Theology (Grand Rapids: Baker Academic, 2011), 262. Επίσης, η αναφορά στην εικόναἐφορέσαμεντὴν εἰκόνατοῦ χοϊκοῦ» και «φορέσομεντὴν εἰκόνατοῦἐπουρανίου») θυμίζει τη δημιουργία του πρώτου ανθρώπου κατ’ εικόνα Θεού, όπως και την εσχατολογική του ολοκλήρωση στην εικόνα του Χριστού. Ο Thiselton σχολιάζει τη σύγκριση που κάνει ο απ. Παύλος μεταξύ του Αδάμ κα του Χριστού ως εξής: «…η παλαιά δημιουργία δεν χρειάζεται μόνο διόρθωση, αλλά ένα καινούριο ξεκίνημα με μια νέα δημιουργία». Δες, Anthony C. Thiselton, The First Epistle to the Corinthans (Grand Rapids: Eerdmans, 2000), 1282. Η ανάσταση του Χριστού και η συμμετοχή μας σε αυτή ξεκινάει αυτή τη νέα δημιουργία.
  5.  Ο Thiselton σχολιάζει ότι η τελική μεταμόρφωση της δημιουργίας είναι απαραίτητη για τη λύτρωσή της, κι αυτή η μεταμόρφωση δεν συνίσταται απλά σε μια μεταμόρφωση από αδυναμία σε δύναμη, αλλά σε μια νέα δημιουργία, η οποία είναι εντελώς ελεύθερη από την αμαρτία (Thiselton, Corinthians, 1291).
  6.  Ο Beale επιχειρηματολογεί ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε με τη δυνατότητα της εσχατολογικής ολοκλήρωσης, κι έτσι δεν ήταν εσχατολογικά τέλειος. Δες, Beale, Biblical Theology, 33-46. Το ίδιο επιχειρηματολογεί και ο Wolfhart Pannenberg, Systematic Theology, Vol. 2 (Grand Rapids: Eerdmans, 1991), 163-165.
  7.  Φυσικά, μαζί με τον άνθρωπο ολόκληρη η φύση περιμένει την εσχατολογική της ολοκλήρωση, όπως διαβάζουμε στο Ρωμαίους 8:18-22.
  8.  Για παράδειγμα, το γεγονός ότι η φωτιά αποτελεί στοιχείο της δημιουργίας δεν καθιστά τη δημιουργία κακή, παρόλο που η φωτιά δυνητικά μπορεί να καταστρέψει. Επίσης, η φωτιά δεν μπορεί να θεωρηθεί αιτία του κακού, μόνο και μόνο επειδή έχει τη δυνατότητα να καταστρέψει. 
  9.  G. W. Leibniz, Theodicy (Chicago: Open Court, 1985), 135-136 (και Pannenberg, Systematic Theology, 170). Το επιχείρημα του Leibniz για μια πεπερασμένη ή εξαρτημένη δημιουργία δεν καθιστά τη δημιουργία κακή. Το γεγονός ότι η δημιουργία είναι εξαρτημένη αποτελεί καλό στα μάτια και τη θέληση του Θεού. 
  10.  Pannenberg, Systematic Theology, 169.
  11.  Thomas Aquinas, Summa Theologica, Part 1, Question 48, Article 2, Objection 3.
  12.  Οπωσδήποτε, μαζί με την εκτροπή του ανθρώπου από το θέλημα του Θεού, καλούμαστε να αναλογιστούμε τον ρόλο του φιδιού που έφερε τον πειρασμό στους πρωτόπλαστους και την ύπαρξη των δαιμονικών δυνάμεων γενικότερα. Η Αγία Γραφή αποδίδει μέρος της ευθύνης για την ύπαρξη του κακού σε τέτοιες δαιμονικές δυνάμεις. Όμως, η απόφαση του ανθρώπου φαίνεται να είναι καθοριστική και παρουσιάζεται ως η κύρια αιτία για την υποδούλωση της δημιουργίας στην αμαρτία και τον θάνατο (δες Ρωμαίους 5:12-19, 7:9-11, Α’ Τιμοθέου 2:13-14). Έτσι, παρόλο που ο Θεός δίνει κατάρα στο φίδι (Γεν. 3:14-15), βλέπουμε επίσης ότι αναγνωρίζει παράβαση και στον Αδάμ και την Εύα (Γεν 3:16-19).    
  13.  Pannenberg, Systematic Theology, 171.
  14.  Pannenberg, Systematic Theology, 171-174.
  15.  Η στέρηση της δόξας μάλλον αναφέρεται στη στέρηση της εσχατολογικής δόξας που χαρακτηρίζει την ελπίδα του χριστιανού (δες Ρωμ. 5:3, 8:23-25). Ο απ. Παύλος δεν υπονοεί εδώ ότι ο άνθρωπος είχε αυτή τη δόξα πριν τη πτώση. Οπωσδήποτε, ο άνθρωπος δημιουργήθηκε με κάποιο βαθμό δόξας που συνίσταται στο κατ’ εικόνα Θεού, και ύστερα η εικόνα φθάρηκε. Ο ίδιος ο απ. Παύλος αναφέρεται σε βαθμούς δόξας που φέρουν τα διάφορα σώματα της δημιουργίας (Α’ Κορ. 15:38-41), κι αυτό τον οδηγεί στην κατανόηση της διαφοράς σε δόξα μεταξύ της πρώτης και έσχατης δημιουργίας (Α’ Κορ. 15:42-44). 
  16.  Ο ρόλος του «Σατανά» και των δαιμονικών δυνάμεων, παρόλο που αποτελεί μέρος της συζήτησης, δεν μας απασχολεί σε αυτό το άρθρο. 
  17.  Αυτό φυσικά ισχύει για όσους έχουν αποκαταστήσει τη σχέση τους με τον Θεό και συνδέονται με τον Χριστό. Η λύση για λύτρωση από το κακό βρίσκεται στη σχέση του ανθρώπου με τον Χριστό.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Augustine. Concerning the City of God, Against Pagans.  Harmondsworth: Penguin, 1984.
  • Barber, Bruce, and David Neville, eds. Theodicy and Eschatology. Hindmarsh, Australia: ATF Press, 2005.
  • Barth, Karl. Church Dogmatics. Vol. 3. Edinburg: T&T Clark, 1960.
  • Beale, G. K. A New Testament Biblical Theology. Grand Rapids: Baker Academic, 2011.
  • Fee, Gordon D. The First Epistle to the Corinthians. NICNT. Grand Rapids: Eerdmans, 1987.
  • Feinberg, John. The Many Faces of Evil. Wheaton: Crossway Books, 2004.
  • Hick, John. Evil and the Love of God. New York: Harper SanFrancisco, 1977.
  • Larrimore, Mark, ed. The Problem of Evil: A Reader. Malden, MA: Blackwell Publishers, 2001.
  • Leibniz, Gottfried W. Theodicy. Chicago: Open Court, 1990.
  • Pannenberg, Wolfhart. Systematic Theology. Vol. 2. Grand Rapids: Eerdmans, 1991.
  • Thiselton, Anthony C. The First Epistle to the Corinthians. NIGTC. Grand Rapids: Eerdmans, 2000.
  • van Inwagen, Peter, ed. Christian Faith and the Problem of Evil. Grand Rapids: Eerdmans, 2004.
  • Vos, Geerhardus. The Pauline Eschatology. Phillipsburg, NJ: P&R Publishing, 1994.
Scroll to top