Από τη Βαβέλ στο Facebook και πάλι πίσω στην Βαβέλ

glass building under gray sky during daytime

Από την ιστορία της Γένεσης, ξεχωρίζει ο επιβλητικός πύργος της Βαβέλ, μνημείο ενός αρχαίου κόσμου, απομεινάρι μιας ανατολίτικης αρχιτεκτονικής που θάφτηκε μαζί με τον πολιτισμό που τον δημιούργησε. Μας εντυπωσιάζει το μέγεθος του εγχειρήματος για τα δεδομένα της εποχής του. Ωστόσο θεωρώ ότι περιορίζουμε το νόημα της ιστορίας εάν δούμε μόνο τον μεγάλο πύργο και χάσουμε τον πραγματικό στόχο των κατασκευαστών του – την επιδίωξη της σημαντικότητας.

Χωρίς περιστροφές, οι οικοδόμοι του πύργου περιγράφουν το κίνητρο που τους οδήγησε στον σχεδιασμό αλλά και στην υλοποίηση του κατασκευαστικού εγχειρήματος: «Ας κάμωμεν εις εαυτούς όνομα» (κεφ 11, εδ. 4). Δηλαδή στο οικοδόμημα, οι κατασκευαστές είδαν μια ιστορική ευκαιρία, — να δημιουργήσουν την αναγνώριση τους, να χαράξουν το όνομα τους στην ιστορία, να είναι ορατοί και αναγνωρίσιμοι στον κόσμο των ανθρώπων, να κατoχυρώσουν την συμβολική τους σημαντικότητα μέσα στον χώρο και τον χρόνο.

Αυτό το κίνητρο για την εξασφάλιση της σημαντικότητας είναι από τη φύση του σημαντικό.  Ενέχει στοιχεία υπαρξιακά. Συνδέεται μην την νοηματοδότηση της ίδιας της ανθρώπινης εμπειρίας. Εξάλλου μια ύπαρξη χωρίς την εξασφάλιση κάποιας σημαντικότητας, τι νόημα έχει;  Από που αντλεί δυνάμεις για να συνεχίσει να υπάρχει; Πως υπερασπίζεται τις όποιες επιλογές της;

Εκείνοι οι οικοδόμοι της Βαβέλ, δεν ήταν απλοί εργάτες. Ήταν φιλόσοφοι κατασκευαστές. Αναγνώρισαν ότι πιο σημαντικό από τον μεγάλο πύργο ήταν το όνομα τους. Ο πύργος δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά το μέσο για τη δημιουργία και την επικοινωνία εκείνης της συμβολικής σημαντικότητας.

Η ιστορία, όπως είναι γνωστό, δεν τελειώνει καλά.  Σε αντίθεση με τους σύγχρονους ουρανοξύστες που επικοινωνούν την σημαντικότητα των σύγχρονων πόλεων και των δημιουργών τους, εκείνος ο ημιτελής πύργος έμεινε γνωστός για το μπέρδεμα που προκάλεσε. Στο τέλος, η ιστορία της Βαβέλ κληροδοτεί στους ανθρώπους νέες περιπλοκότητες στις προσπάθειες τους για την εδραίωση σημαντικοτήτων.

Πιστεύω ότι η σύγχυση που ακολουθεί την Βαβέλ έχει τουλάχιστον τρεις διαστάσεις: η γλώσσα, η ταυτότητα και η κατασκευή των «πραγματικοτήτων». Τα δυο τελευταία εξαρτώνται από το πρώτο. Η γλώσσα υποδεικνύει ταυτότητες.  Η γλώσσα ορίζει το πως αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.  Μέσα από την γλώσσα αυτοπροσδιοριζόμαστε.  Και η γλώσσα μας επιτρέπει να ερμηνεύουμε τις εμπειρίες μας.

Αυτό που φαίνεται να μας λέει το κείμενο της Γένεσης είναι ότι οι άνθρωποι έχασαν για πάντα την δυνατότητα τους για την παραγωγή συνεκτικής και συμπαγούς αντίληψης και κατανόησης του κόσμου. Ξαφνικά θρυματίστηκε η όποια εννιαία ανάγνωση του ανθρώπινου βιώματος και μετατράπηκε σε μωσαικά διαφορετικών θεωρήσεων.  Η αντίληψη τους για τον κόσμο μετατράπηκε σε αυθαίρετες και υποκειμενικές αναγνώσεις. Καθώς η αίσθηση σημαντικότητας συχνά εξαρτάται από τις συμβολικές δημιουργίες των ανθρώπων, κατέρρευσε και αυτή, σε αποσπασματικές και εφήμερες εκδοχές ανθρώπινων συμβολικών κατασκευών.

Το κείμενο υπαινίσσεται ότι, μαζί με το γλωσσικό χάος, μια κρίση ταυτότητας απλώθηκε στον παλιό εκείνο κόσμο, η οποία στη συνέχεια οδήγησε στον διασκορπισμό των ανθρώπων της Βαβέλ.  Καθώς ο συμβολικός κατακερματισμός επεκτάθηκε, ακυρώθηκε η δυνατότητα παραγωγής σημαντικότητας. Το όνομα που προσπάθησαν να εδραιώσουν διαιρέθηκε σε αναρίθμητα περιορισμένης σημασίας και νοήματος συμβολικά κατασκευάσματα, με κύριο γνώρισμα τους την πολυαναγνωσιμότητα και την αμφισημία.

Ο ημιτελής πύργος ίσως μας δείχνει, ότι στο τέλος εκείνης της προσπάθειας, βρέθηκαν μπερδεμένοι σε σχέση με την ίδια την πραγματικότητα. Τι ήταν πλέον πραγματικό; Ποια κυρίαρχα νοήματα θα μπορούσαν οι άνθρωποι να παράγουν μέσα σε εκείνες τις συνθήκες; Ποια από αυτά θα μπορούσαν να τα εμπιστευτούν ως αξιόλογα;  Αυτή η διαπίστωση του νοηματικού χάους που παρήγαγαν πρέπει να συνέβαλε στον φυσικό τους διασκορπισμό.

Η αφήγηση της Γένεσης στο 11ο κεφάλαιο φαίνεται να διαγράφεται ως μια προιστορική εκδοχή του σύγχρονου μεταδομισμού ή μεταμοντερνισμού, χωρίς βέβαια η πολυσημία και η πολυγλωσσία να αντιμετωπίζονται ως εκφάνσεις ενός φυσιολογικού κόσμου.  Αυτά παρουσιάζονται από τον συγγραφέα της Γένεσης ως συμπτώματα ενός κόσμου μπερδεμένου, και ως εκ τούτου, αλλοτριωμένου και διασκορπισμένου. 

Και ερχόμαστε στον ψηφιακό κόσμο του εικοστού πρώτου αιώνα. Το ζητούμενο αυτών των σκέψεων δεν είναι οι εντυπωσιακοί σύγχρονοι πύργοι των μεγαλουπόλεων του πλανήτη, παρ’ όλο που το ύψος τους και η όψη τους ενδέχεται να αποτελούν προεκτάσεις της ιστορίας της Γένεσης. Εστιάζουμε όμως στις δυνατότητες του σύγχρονου ανθρώπου να προωθήσει την συμβολική του σημαντικότητα. 

Πρόσφατα σε μια φοιτητική εργασία σε ένα Αμερικανικό κολλέγιο, ένας φοιτητής παρουσίασε τα αποτελέσματα μιας μικρής έρευνας σε ένα δείγμα χριστιανών φοιτητών. Οι φοιτητές και κυρίως οι φοιτήτριες παραδέχθηκαν ότι αυτοφωτογραφίζονται τουλάχιστον 10 φορές πριν αποφασίσουν να χρησιμοποιήσουν την πιο κατάλληλη πόζα στο Facebook. Επίσης σημείωσαν ότι δίνουν ιδιαίτερη σημασία στο τι «ανεβάζουν» στις ψηφιακές πλατφόρμες, κυρίως επειδή τους ενδιαφέρουν οι γνώμες των άλλων, η ψηφιακή επιδοκιμασία – το πόσα likes θα μαζέψουν.

Σκέφτηκα ότι για πρώτη φορά στην σύγχρονη ιστορία, ο άνθρωπος έχει μια δυνατότητα αυτοπροβολής που σε παλιότερους καιρούς δεν ήταν καθόλου εφικτή.  Πριν λίγες δεκαετίες, οι σκέψεις ενός ανθρώπου θα έπρεπε να φιλτραριστούν μέσα από οργανωμένα δίκτυα συντακτών.  Δεν ήταν όλες οι απόψεις, όλα τα κείμενα, όλες οι οπτικοακουστικές δημιουργίες το ίδιο αξιόλογες ώστε να αξίζει να «δημοσιευτούν». Οι διάφοροι συντάκτες και οι διαχειριστές των μέσων πετούσαν τις περισσότερες τέτοιες «δημιουργίες» στα σκουπίδια. Ελάχιστες επιβίωναν ως σχετικά σημαντικές και έβρισκαν διεξόδους προς διάφορες κατηγορίες κοινού. 

Προωθώντας την κοινωνική δικτύωση, ο 21ος αιώνας φαίνεται να «έλυσε» αυτά τα θέματα για τον μέσο άνθρωπο.  Φαινομενικά επικράτησε ένας ψηφιακός εκδημοκρατισμός. Τώρα όλες οι μορφές έκφρασης – από τις ενδιαφέρουσες έως τις παρανοϊκές – όλες βρίσκουν διέξοδο προς κάποιο επίπεδο δημοσιότητας. Κανένας συντάκτης ή παραγωγός δεν βάζει εμπόδια στην «δημιουργία». Η καθημερινή «δημοσίευση» αναγνωρίζεται ως ντε φακτο αξιόλογη και αξιοπρόσεκτη – έστω από κάποιους «φίλους».

Φαίνεται ότι μια νέα παγκόσμια ψηφιακή πόλη χτίζει τους πύργους της. Οι άνθρωποι προσπαθούν να κατασκευάσουν με τα διαθέσιμα ψηφιακά εργαλεία το όνομα τους.  Από την νοικοκυρά, τον φοιτητή, τον εργαζόμενο μέχρι τον επιχειρηματία και τον πολιτικό, όλοι προσπαθούμε να διεκδικήσουμε την προσοχή των ανθρώπων. Όλοι προσπαθούμε να πουμε κάτι «σημαντικό». Όλοι προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε ότι υπάρχουμε.

Και μετά, φαίνεται να επαναλαμβάνεται η ιστορία της Γένεσης. Ο μεγάλος ψηφιακός πύργος στέκεται ημιτελής.  Πολλά από τα νοήματα που αναπαράγονται είναι ημιδομημένα, ασυνάρτητα, ασύντακτα, ανορθόγραφα και στο τέλος της ιστορίας παραμένουν, κατά κόρον, ασήμαντα.  Στο τέλος της ιστορίας, η αλήθεια ανακατεύεται με τις «αλήθειες». Από το σύνολο των ημιτελών και ημιδομημένων προσπαθειών, αυτό που μένει κυρίως είναι ο διασκορπισμός, η ημιμάθεια, το γλωσσικό χάος, αλλά και μια πλήρης αδυναμία να διαχωρίσουμε το πραγματικό από το ψεύτικο, το fake από το γνήσιο.

Ο δομισμός των Ευρωπαίων κοινωνιολόγων του εικοστού αιώνα φαίνεται να συσχετίζεται με το 11ο  κεφαλαίου της Γένεσης, — ένας μισοχτισμένος πύργος που θα άφηνε πίσω του σημαντικά ονόματα μαζί με πολλά likes και άφησε αντ’ αυτού μπέρδεμα, σημασιολογικό χάος και ανώνυμους χτίστες.  Η ιστορία όμως των μπερδεμένων ανθρώπων παραμένει ζωντανή και συνεχίζει να μας διδάσκει, εάν φυσικά θέλουμε να δούμε τι πραγματικά μας λέει από το μακρινό παρελθόν εκείνος ο μισοχτισμένος πύργος. 

Με τις σκέψεις αυτές δεν ισχυρίζομαι ότι η επιδίωξη της σημαντικότητας είναι ο αποκλειστικός λόγος που χρησιμοποιούμε τις ψηφιακές πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Κάθε άλλο. Υπάρχει σημαντική ποικιλία κινήτρων, προσδοκιών και στόχων.  Ωστόσο, η φράση «ας κάμωμεν εις εαυτούς όνομα» διατρέχει συνειδητά ή υποσυνείδητα τα κίνητρα πολλών σύγχρονων ψηφιακών δομιστών.

Η ιστορία όμως της Γένεσης δεν τελειώνει εκεί.  Μόλις στο επόμενο κεφάλαιο, συμβαίνει κάτι πραγματικά σημαντικό και αξιοπρόσεκτο.  Δεν πρόκειται για ένα κάλεσμα που περνά μόνο στην ιστορία αλλά αντηχεί στην αιωνιότητα. Ο Θεός καλεί τον Άβραμ από την ίδια γεωγραφική περιοχή, — από μια άλλη, εξίσου σημαντική πόλη της Μεσοποταμίας. Τον καλεί στα γεράματά του ν᾽ ανακαλύψει τι σημαίνει νοηματοδότηση της ύπαρξης.  Το ταξίδι του είναι από μόνο του ένα μεγάλο ρίσκο.  Αφήνει πίσω του τον εντυπωσιακό πολιτισμό του τόπου του – πολύ κοντά στην αρχαία Βαβέλ.  Εγκαταλείπει όλους εκείνους που προσπαθούν να χτίσουν το όνομα τους.  Αφήνει πίσω του την πόλη, την συγγένεια, την νοοτροπία και την κουλτούρα στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε.  Και ακολουθά Εκείνον που τον κάλεσε.  Οι υποσχέσεις που έλαβε ακούγονται εξωγήινες: Θα γίνεις μεγάλο έθνος, θα σε ευλογήσω, θα γίνεις ο ίδιος σου ευλογία. Και καταλήγει ο Θεός: «θα μεγαλύνω το όνομα σου» (Γεν. 12: 2). Φαίνεται ότι η νοηματοδότηση της ύπαρξης, η συμβολική σημαντικότητα, είναι ανάγκη που φύτεψε μέσα στους ανθρώπους ο δημιουργός.  Στο 11ο κεφάλαιο, οι χτίστες της Βαβέλ κατασκευάζουν πύργους που μένουν μισοτελειωμένοι αφήνοντας πίσω τους μπέρδεμα, αμφισημία και γλυκόπικρα αφηγήματα.  Στο 12ο κεφάλαιο, ο Θεός μεγαλύνει το όνομα ενός ανθρώπου, αλλά παράλληλα τον μεταμορφώνει, του δίνει νέα καρδιά, τον κάνει πατέρα πολλών εθνών, του δίνει μια νέα όραση προς τον ορίζοντα της αιωνιότητας, πέρα από τις πόλεις των ανθρώπων και προς την κατεύθυνση της πόλης του Θεού.  Καθώς ο Άβραμ πορευόταν προς το άγνωστο, του επιτρέπει να βλέπει προς την ασάλευτη βασιλεία και Τον βασιλιά της.  Τα δυο αυτά κεφάλαια της Γένεσης παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές που υπερβαίνουν βέβαια τον στόχο των συγκεκριμένων σκέψεων.  Αξίζει όμως να παρατηρήσει κανείς ότι η νοηματοδότηση της ύπαρξης δεν φαίνεται να χτίζεται καθώς οι άνθρωποι οικοδομούν προς τα πάνω, αλλά από την πορεία τους μέσα σε άγνωστες ερήμους.

Είναι ξεκάθαρο από την διήγηση της Γένεσης ότι ο Θεός νοηματοδοτεί την ύπαρξη των ανθρώπων Του, τους προσδίδει σημαντικότητα, φροντίζει για το όνομα τους. Το γράφει στο βιβλίο της ζωής.

Scroll to top