«Όποιος αγαπάει δεν φοβάται. Η τέλεια αγάπη διώχνει το φόβο», γράφει ο απόστολος Ιωάννης στην πρώτη του επιστολή (4:18). Δεν είναι λίγες οι φορές που αυτό το εδάφιο ερμηνεύεται με κάποια παρανόηση, καθώς ως φόβος λογίζεται το συναίσθημα του φόβου σε κάθε του μορφή. Δεν γίνεται να αγαπάς κάποιον και να φοβάσαι ταυτόχρονα, αυτά τα δύο δεν συμβαδίζουν. Ισχύει, όμως, αυτή η ερμηνεία;
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στο πρώτο γράμμα του ο ευαγγελιστής Ιωάννης «στριφογυρίζει» διαρκώς γύρω από ένα θέμα, πως ο Θεός είναι αγάπη. Η λέξη «αγάπη», το ρήμα «αγαπώ» και τα παράγωγά του επαναλαμβάνονται συνολικά 30 φορές, περισσότερο εδώ σε σχέση με κάθε άλλο βιβλίο της Καινής Διαθήκης! Ωστόσο, ο Ιωάννης δεν περιορίζεται απλώς σε μια περιγραφή της ενέργειας του Θεού, πως δηλαδή ο Θεός αγαπά τον κόσμο και τους ανθρώπους, αλλά προβαίνει σε μια δήλωση της ίδιας της ουσίας του Θεού. Ο Θεός είναι αγάπη. Η ουσία και η φύση Του είναι εξ’ ορισμού συνυφασμένες με την ουσία και τη φύση της αγάπης. Πρόκειται, όμως, όχι για μια αγάπη με βάση τα ανθρώπινα κριτήρια, που ενίοτε αγαπά υπό προϋποθέσεις ή ζητά τὰ ἑαυτῆς (Α΄ Κορινθίους 13:5), αλλά μια αγάπη που αυτοβούλως ενεργεί, ενσαρκώνεται, παίρνει δούλου μορφή και θυσιάζει τα πάντα επάνω στον σταυρό. Μια αγάπη που τα πάντα συγχωρεί αντί να τιμωρεί, μια αγάπη στην οποία δεν χωρά ούτε λίγο ο φόβος της κρίσης και της καταδίκης, αφού όλα έχουν πια εξαλειφθεί με το αίμα του Χριστού στον σταυρό.
Όμως, μαζί με την αγάπη, ο Ιωάννης δίνει αρκετά μεγάλη έμφαση στον φόβο. Φοβόταν ο κόσμος εκείνη την εποχή; Για να θίγει ένα τέτοιο ζήτημα, προφανώς είναι ένα θέμα που αφορά τους παραλήπτες της επιστολής του. Τι φοβούνταν οι άνθρωποι; Γράφει ο Ιωάννης για τον φόβο γενικά; Αυτά είναι μόνο μερικά από τα ερωτήματα που προκύπτουν. Η ιστορία και η αρχαιολογία αποδεικνύονται για μια ακόμη φορά δύο πολύ χρήσιμες επιστήμες που μας βοηθούν να κατανοήσουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννάται και απαντά η χριστιανική κοσμοθεωρία και πίστη.
Ο Ιωάννης γράφει την επιστολή του σε μια εποχή και σε ένα πλαίσιο που η ρωμαϊκή νοοτροπία και δύναμη έχουν πια κρυσταλλωθεί. Στον ρωμαϊκό τρόπο σκέψης και ζωής αφενός μεν δεν υπήρχε ένας θεός, μία κοινή πίστη και ένα κοινό δόγμα σε όλους, αφετέρου δε η θρησκεία έπαιζε πολύ σημαντικό ρόλο, κυρίως για τους καθημερινούς ανθρώπους. Οι βασικές πεποιθήσεις των Ρωμαίων περιστρέφονταν γύρω από την pax deorum, δηλαδή την επίτευξη της ειρήνης με τους θεούς, και την πρακτική do ut des, δηλαδή «σου δίνω, για να μου δώσεις». Οι πιστοί από πλευράς τους εκπλήρωναν τις λατρευτικές και θρησκευτικές τους υποχρεώσεις (θυσίες, τελετές κλπ.), με σκοπό να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες και τις βουλές των θεών, δηλαδή να «τα’ χουν καλά» μαζί τους, κι έτσι οι θεοί με τη σειρά τους να τους ευλογήσουν. Ωστόσο, πάντοτε ελλοχεύει ο κίνδυνος κάτι να πάει στραβά, ο θεός να μην ευχαριστηθεί με τη συμπεριφορά του πιστού και τη θυσία του και να στείλει την καταστροφή του. Αυτή η κατάσταση, λοιπόν, δημιουργούσε μια διαρκή αμφιβολία, αναφορικά με την ποιότητα της λατρευτικής πράξης και το αποτέλεσμα που θα έφερνε.[1]
Για να έρθουμε σε ένα πιο γνωστό σε εμάς παράδειγμα, όταν ο απόστολος Παύλος επισκέπτεται την Αθήνα, στα μέσα του 1ου αι. μ.Χ., αποκαλεί τους Αθηναίους δεισιδαιμονεστέρους, καθώς αντικρύζει έναν βωμό αφιερωμένο στον «Άγνωστο θεό» (Πράξεις Αποστόλων 17:23). Βέβαια, ένας τέτοιος βωμός δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει, καθώς γνωρίζουμε από τις πηγές πως στην Αθήνα υπήρχαν πολλοί βωμοί αφιερωμένοι σε αγνώστους θεούς.[2] Οι Αθηναίοι των ρωμαϊκών χρόνων, ανάμεσα στις δεκάδες επώνυμων θεών που ήδη έχουν στο πάνθεό τους, αφιερώνουν έναν βωμό στη λατρεία ενός ανώνυμου θεού που δεν γνωρίζουν, ώστε να είναι πλήρως καλυμμένοι και προστατευμένοι από την οργή του αγνώστου θεού που κατά λάθος ξέχασαν να ονομάσουν και να λατρεύσουν.
Όλη αυτή η αβεβαιότητα στις καθημερινές πρακτικές της λατρευτικής ζωής οδηγούσε τελικά σε μια ασάφεια που άγγιζε κι άλλες πτυχές της θρησκευτικής ζωής. Τι συμβαίνει μετά τον θάνατο; Πού πηγαίνει η ψυχή και τι παθαίνει μετά; Δύσκολες ερωτήσεις που δύσκολα έβρισκαν μια συγκεκριμένη απάντηση. Οι πεποιθήσεις των Ρωμαίων ποίκιλαν τόσο πολύ πάνω στο συγκεκριμένο θέμα, ώστε δεν υπήρχε μία κοινώς αποδεκτή αντίληψη και πίστη, ούτε μεταξύ των απλών καθημερινών ανθρώπων ούτε ανάμεσα στις διάφορες φιλοσοφικές σχολές. Αν πρέπει, βέβαια, να ορίσουμε την παραδοσιακή άποψη της εποχής (χωρίς αυτό να σημαίνει πως όλοι την ενστερνίζονταν), αυτή προέρχεται από την ελληνική σκέψη και σχετίζεται με τον Άδη και το βασίλειο του κάτω κόσμου, όπου κατέληγαν οι ψυχές των νεκρών. Εκεί οι ψυχές είτε περνούσαν καλά είτε βασανίζονταν, ανάλογα με την ποιότητα των πράξεών τους κατά την επίγεια ζωή τους.[3] Κατά πόσο μια πράξη ήταν καλή ή κακή οριζόταν, βέβαια, από τους ίδιους τους θεούς. Χαρακτηριστικά είναι τα παραδείγματα του Σίσυφου και του Τάνταλου, οι οποίοι λόγω των πράξεών τους, τιμωρήθηκαν αιώνια.[4] Σε κάθε περίπτωση, και όπως αναφέρει η Hope, «ο θάνατος παρέμενε το μεγάλο άγνωστο, που κατά κανόνα στις παγανιστικές θρησκείες, σε αντίθεση με τον Χριστιανισμό, δεν έδινε βέβαιες απαντήσεις ούτε υποσχέσεις στους ανθρώπους».[5]
Πόσο βέβαιος, λοιπόν, θα μπορούσε να είναι κάποιος για όσα πρόκειται να συμβούν μετά τον θάνατό του; Τα παραπάνω δείχνουν πως το τοπίο ήταν αρκετά θολό και πως ο αρχαίος άνθρωπος ζούσε μέσα στο αίσθημα της αβεβαιότητας. Η έκβαση της ζωής του –τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον– κρινόταν σε μεγάλο βαθμό από τη διάθεση των θεών. Ξύπνησε ο θεός καλά; Έχω ελπίδες να με ευλογήσει. Είναι θυμωμένος ο θεός; Η κρίση και η τιμωρία είναι τα επακόλουθα αυτής της σχέσης.
Τι σχέση είναι, όμως, αυτή, που στηρίζεται στην αβεβαιότητα του μέλλοντος και στον φόβο της τιμωρίας; Εδώ, λοιπόν, έρχεται ένα ρήγμα στις μέχρι τότε γνωστές και αποδεκτές αντιλήψεις. Η ενσάρκωση, η σταύρωση και η Ανάσταση του Ιησού Χριστού ανέτρεψαν τα δεδομένα και έστρεψαν το βλέμμα τόσων ανθρώπων προς μια νέα, ριζοσπαστική και καθ’ όλα αναπάντεχη κατεύθυνση. Το ευαγγέλιο είναι και διακηρύττει τα πιο υπέροχα νέα, πως η σχέση με τον Θεό δεν βασίζεται στον φόβο, στην κρίση και στο αβέβαιο, αλλά στηρίζεται στην αγάπη, την αποδοχή και τη βεβαιότητα.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν, της αβεβαιότητας και του φόβου του μέλλοντος, ο απόστολος Ιωάννης γράφει πως «όποιος αγαπάει δεν φοβάται. Η τέλεια αγάπη διώχνει το φόβο» (Α΄ Ιωάννου 4:18) (Μετάφραση Βιβλικής Εταιρίας). Ο Ιωάννης δεν φτάνει σε αυτή τη διατύπωση αυθαίρετα, αλλά έχει «χτίσει» το επιχείρημά του σταδιακά. Ειδικότερα, έχει ήδη γράψει πως η αγάπη προέρχεται από τον Θεό και φανερώθηκε στην τελειότερη μορφή επάνω στον σταυρό (εδ. 7,10). Τώρα καλούμαστε εμείς να αγαπάμε αλλήλους (εδ. 11), κι έτσι η αγάπη Του ωριμάζει και τελειοποιείται μέσα μας (εδ. 12, ἀγάπη τετελειωμένη ἐστίν). Αυτή η τέλεια αγάπη μάς βεβαιώνει πως η αμαρτία έχει νικηθεί και η κρίση έχει ολοκληρωθεί (εδ. 17). Με αυτόν τον τρόπο η τέλεια αγάπη διώχνει τον φόβο (εδ. 18).
Βλέποντας τη δομή του κεφαλαίου και το περικείμενο διαπιστώνουμε πως στο σημείο αυτό ο Ιωάννης δεν αναφέρεται στον φόβο γενικά και αόριστα ως συναίσθημα, ούτε στον φόβο του Κυρίου, με την έννοια του σεβασμού προς τον Θεό. Θα ήταν μάλιστα παράλογο η τέλεια αγάπη να είναι ασύμβατη με αυτή τη μορφή φόβου, αφού άλλωστε ο ίδιος ο Λόγος του Θεού συνδέει αυτόν τον φόβο με τη σοφία (Παροιμίες 9:10) και τη ζωή του δικαίου (Παροιμίες 10:27). Αντίθετα, ο Ιωάννης μιλά για τον φόβο κατά την ημέρα της κρίσεως, την οποία μπορούμε να αντιμετωπίσουμε με θάρρος και παρρησία εφόσον η αγάπη έχει ολοκληρωθεί μέσα μας.
Η ημέρα της κρίσης δεν ήταν ένα αμελητέο γεγονός για το συγκεκριμένο κοινό του Ιωάννη. Η επιστολή είναι καθολική, άρα ανάμεσα στους παραλήπτες μπορούμε να εικάσουμε πως θα υπήρχαν και Ιουδαίοι που γνώριζαν την Παλαιά Διαθήκη και όσα αναφέρονται εκεί για την ημέρα της κρίσης (όπως για παράδειγμα όσα αναφέρει ο προφήτης Αμώς 5:18-20). Επίσης, στον Ησαΐα 2:19 διαβάζουμε πως «Θα μπείτε στις σπηλιές των βράχων και στις τρύπες της γης, όταν ο Κύριος θα σκορπάει το φόβο του, όταν θα δείχνει τη δύναμη και τη μεγαλοπρέπειά του, όταν θα σηκωθεί να συγκλονίσει τη γη». Παράλληλα, υπάρχει η πεποίθηση πως η ίδια η αμαρτία γεννά τον φόβο (Γένεσις 3:8-10, όπου αμέσως μετά την πτώση ο Αδάμ λέει στον Θεό πως άκουσε τη φωνή Του και φοβήθηκε). Μάλιστα, το θέμα της κρίσης το θίγει και ο Ιωάννης σε προηγούμενο εδάφιο της επιστολής. Στο 2:28 αναφέρει πως «Τώρα, παιδιά μου, να μένετε έτσι ενωμένοι μ’ αυτόν, ώστε όταν φανερωθεί στη δευτέρα παρουσία του, να έχουμε θάρρος και να μη νιώσουμε ντροπή αντικρύζοντάς τον».
Ο Ιωάννης συνεχίζει στο ίδιο εδάφιο (4:18) λέγοντας πως ο φόβος σχετίζεται με την τιμωρία. Ποια τιμωρία; Την τιμωρία γενικά; Γεννιούνται και πάλι ερμηνευτικά ερωτήματα. Αν κοιτάξουμε πιο προσεκτικά το αρχαίο κείμενο, το τοπίο κάπως ξεδιαλύνεται. Όπου τιμωρία, το αρχαίο κείμενο χρησιμοποιεί τη λέξη «κόλασις». Η μοναδική χρήση της λέξης «κόλασις» στην Καινή Διαθήκη, πέρα από την Α΄ Ιωάννου 4:18, απαντά στο κατά Ματθαίον 25:46, όπου ο Ιησούς μιλά για την τελική κρίση του κόσμου και για όσα πρόκειται να συμβούν. Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται ως εξής: «ἀπελεύσονται οὗτοι (ενν. οι άδικοι) εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον». Και εδώ, η λέξη κόλαση μεταφράζεται από τη Βιβλική Εταιρία ως τιμωρία και έχει καθαρά εσχατολογική σημασία και αιώνιες προεκτάσεις.[6]
Η τέλεια αγάπη, λοιπόν, έξω διώχνει τον φόβο. Όχι, όμως, τον φόβο γενικά ούτε τον φόβο – σεβασμό στον Κύριο, αλλά τον υπαρξιακό φόβο της μέλλουσας κρίσης και απώλειας, της κατηγορίας του Θεού, την οποία θα υποστούν όλοι όσοι δεν υπάκουσαν στον Θεό. Σε ιδιαίτερα δυσμενή θέση βρίσκονται όσοι επέμειναν στις άδικες πράξεις και βρίσκονται μακριά από το θέλημα του Θεού. Όμως, για όσους ζούμε τη ζωή μας υπό το φως του ευαγγελίου, η θυσία του Χριστού είναι η έκφραση της τέλειας αγάπης και μια διαρκής υπενθύμιση της βεβαιότητας πως τα κρίματά μας έχουν σβηστεί και μια μέρα θα σταθούμε μπροστά στον θρόνο του Θεού έχοντας αθωωθεί και δικαιωθεί. Αυτή η σιγουριά υποδηλώνει πως η αγάπη έχει φτάσει στον σκοπό της και έχει ολοκληρωθεί.
Συμπερασματικά, ο απόστολος Ιωάννης γράφει στους πιστούς του 1ου αι. μ.Χ. φέρνοντας τα «πάνω – κάτω» στην κοσμοαντίληψη με την οποία είχαν γαλουχηθεί. Η ρωμαϊκή σκέψη και θρησκεία βασιζόταν στην αβεβαιότητα. Είναι αρκετά καλή η θυσία μου; Ευχαριστήθηκε ο θεός; Θα δεχτεί την προσφορά μου; Θα με ευλογήσει σε αυτή τη ζωή και τη μέλλουσα ή όχι; Σχέση που στηρίζεται στην ανθρώπινη πρωτοβουλία και στην –περισσότερο ή λιγότερο– επιτυχημένη λατρεία του προσκυνητή. Εντούτοις, το ευαγγέλιο έφερε τόσο μεγάλη και ριζική αλλαγή που έστρεψε τους ανθρώπους στο πιο σταθερό θεμέλιο, στον Θεό που παίρνει ο ίδιος την πρωτοβουλία και λαμβάνει την ανθρώπινη μορφή εξαιτίας της τεράστιας αγάπης που έχει για τον κόσμο. Στον Θεό που δεν ζητά θυσίες αλλά γίνεται ο ίδιος θυσία. Στον Θεό που όχι μόνο ευλογεί αλλά βεβαιώνει.
Το μήνυμα του Ιωάννη και συνεπώς το ευαγγέλιο παραμένει αναλλοίωτο και σχετικό με τη ζωή μας έως σήμερα. Μας υπενθυμίζει πως δεν χρειάζεται να αμφιταλαντευόμαστε για το πόσο καλοί είμαστε κι αν θα μας δεχτεί ο Θεός ανάλογα με την προσφορά μας. Το χρέος έχει πληρωθεί και ο φόβος της κρίσης έχει νικηθεί. Το καταπέτασμα έχει σκιστεί και το χάσμα έχει γεφυρωθεί. Ο Θεός έχει κάνει αιώνια Διαθήκη με τον λαό Του, την εκκλησία Του, κι αυτή η θεία δέσμευση δεν δύναται να σπάσει.
Αυτή είναι η καρδιά του Θεού και η ουσία του ευαγγελίου, αυτή είναι η αγάπη που δεν μπορεί να συνυπάρξει με τον φόβο. Αυτός είναι ο Κύριος και Θεός, που όχι απλώς μιλά για την αγάπη, αλλά την ενσαρκώνει γενναιόδωρα χύνοντας το αίμα Του επάνω στον σταυρό και βεβαιώνοντάς μας πως η σωτηρία μας έχει κερδηθεί, όχι επειδή εμείς είμαστε αρκετά καλοί, αλλά επειδή Αυτός είναι η πηγή της καλοσύνης, επειδή Αυτός είναι αγάπη.
[1] Valerie M. Warrior, “The Gods and Their Worship,” chapter in Roman Religion, Cambridge Introduction to Roman Civilization (Cambridge: Cambridge University Press, 2006), 6.
[2] Ο Παυσανίας, ο περιηγητής του 2ου αι. μ.Χ., αναφέρει χαρακτηριστικά πως στην Αθήνα υπήρχαν βωμοί για θεούς που τους ονόμαζαν αγνώστους (Παυσανίας, Ελλάδος Περιηγήσεως Α΄, Αττικά Ι.4). Αντίστοιχα, και ο Διογένης Λαέρτιος (3ος αι. μ.Χ.) σημειώνει πως « βρίσκει κανείς, ακόμη σήμερα, ανώνυμους βωμούς στους δήμους της Αθήνας» (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων 1.110).
[3] Valerie M. Hope, Death in Ancient Rome: A Source Book, 1st ed. (London: Routledge, 2007), 215.
[4] Λουκιανός, Περί Πένθους 8.
[5] Hope, Death in Ancient Rome: A Source Book, 211.
[6] Raymond E. Brown, The Epistles of John (New York: The Anchor Bible, 1982), 531.



