Όταν η Αγία Γραφή ζητά την Εκκλησία

person standing while opening book on stage

Προς μια Βιβλική υποστήριξη για την αναγκαιότητα και χρησιμότητα μιας Ομολογίας Πίστεως

Στο άρθρο αυτό θα προσπαθήσουμε να δούμε μέσα από τη Γραφή την αξία και την αναγκαιότητα εκκλησιαστικών Ομολογιών Πίστεως, στις οποίες να υπάρχουν αποτυπωμένες και αποκρυσταλλωμένες οι βασικές παράμετροι της δογματικής ταυτότητας μιας εκκλησίας. Το εγχείρημα έχει ενδιαφέρον, αλλά είναι και ριψοκίνδυνο. Έτσι, από τη μια εφαρμόζει το sola scriptura, την αρχή ότι μόνο η Γραφή μάς δίνει την τελική και δεσπόζουσα οδηγία για την πίστη και πρακτική μας. Από την άλλη όμως έρχεται να υποστηρίξει ότι η ίδια η Γραφή δείχνει πέρα από αυτήν, δηλαδή προς τη διαχρονική αξία κειμένων και διατυπώσεων, όπως οι Ομολογίες Πίστεως ή τα διάφορα δογματικά Σύμβολα Πίστεως.

Η μελέτη μας αυτή αντλεί υλικό από δύο σημαντικά βιβλία που γράφτηκαν από σύγχρονους συντηρητικούς θεολόγους, που είναι βαθιά ριζωμένοι στην αναμορφωμένη παράδοση. Το πρώτο είναι το βιβλίο του Carl Trueman, πρώην καθηγητή Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο Westminster Theological Seminary, με τίτλο The Creedal Imperative, φράση που θα μπορούσαμε να αποδώσουμε στα ελληνικά ως “Η Ομολογιακή Επιταγή”. Για να μη μπερδευτούμε με τράπεζες και ομόλογα, διευκρινίζουμε ότι αναφέρεται στην ανάγκη για “Ομολογίες”, δηλαδή για περιεκτικές δογματικές διατυπώσεις που συνοψίζουν τη διδασκαλία της Γραφής. Το δεύτερο βιβλίο είναι γραμμένο από δύο καθηγητές του Reformed Theological Seminary στο Ορλάντο των Η.Π.Α, τον Scott Swain και τον Michael Allen. O τίτλος αυτού του βιβλίου είναι Reformed Catholicity, δηλαδή Αναμορφωμένη Καθολικότητα. Ό,τι ακολουθεί είναι, σε ένα μεγάλο βαθμό, μία επεξεργασμένη, κριτική σύνοψη της επιχειρηματολογίας αυτών των βιβλίων. Πριν προχωρήσουμε, πρέπει να διευκρινίσω ότι η βιβλική επιχειρηματολογία δεν είναι η μόνη που συναντούμε στα βιβλία αυτά. Εμείς για τους σκοπούς αυτού του άρθρου εστιάζουμε σε αυτήν. Η λογική των εκκλησιαστικών Ομολογιών Πίστεως θα μπορούσε να εξηγηθεί και να υποστηριχθεί μέσα από τρεις βιβλικές αναφορές.

Ο Παύλος και ο Τιμόθεος στη χαραυγή της μεταποστολικής Εκκλησίας

Η πρώτη αναφορά αφορά μια σειρά περικοπών από την επιστολογραφία του Παύλου προς τον Τιμόθεο και τον Τίτο. Καθώς, λοιπόν, ο Παύλος συνειδητοποιεί ότι πλησιάζει το τέλος της ζωής του, προβληματίζεται με την προοπτική μιας νέας εποχής, στην οποία πλέον δε θα υπάρχουν απόστολοι που θα είναι εν ζωή. Πώς θα μοιάζει και πώς θα λειτουργεί μια εκκλησία στη μεταποστολική περίοδο;

Μέσα στο πλαίσιο αυτού του προβληματισμού έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η προτροπή που δίνει ο Παύλος στο Β’ Τιμόθεον 1:13:

ὑποτύπωσιν ἔχε ὑγιαινόντων λόγων ὧν παρʼ ἐμοῦ ἤκουσας ἐν πίστει καὶ ἀγάπῃ τῇ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ.

Β’ Τιμόθεον 1:13

Ας σημειώσουμε ότι ο Παύλος δε λέει στον Τιμόθεο, «μη φοβάσαι, θα έχεις τη Βίβλο» ή «το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να απομνημονεύσεις την Παλαιά Διαθήκη, τα ευαγγέλια και τις επιστολές μου». Του μιλά για την ανάγκη να ακολουθήσει, να συνεχίσει πάνω στα χνάρια των “ὑγιαινόντων λόγων”. Με άλλα λόγια ο Τιμόθεος και κατ’ επέκταση η Εκκλησία πρέπει να μάθει ένα λεξιλόγιο που θα τη βοηθήσει να διατυπώσει και να μεταδώσει την αλήθεια και τις έννοιες που υπάρχουν στις Γραφές.

Πριν εξηγήσουμε τι ακριβώς εννοούμε μ’ αυτό, αξίζει να προλάβουμε ενστάσεις. Αν μας φαίνεται περίεργο αυτό που γράφει εδώ ο Παύλος, ας αναλογιστούμε το εξής: Όλες οι προτεσταντικές εκκλησίες κάθε Κυριακή δεν αρκούνται στην απλή ανάγνωση της Αγίας Γραφής, αλλά τη συνοδεύουν από κάποιον δικό τους λόγο, το κήρυγμα. Επίσης ψάλλουμε ύμνους που έχουν ξανά ως περιεχόμενό τους βιβλικές αλήθειες, όπως φυσικά τις αντιλαμβανόμαστε. Όλοι, λοιπόν, μιλούμε για τη Γραφή. Εδώ ο Παύλος αναφέρεται στο πώς μιλούμε για τη Γραφή. Η Εκκλησία πρέπει να αναπτύξει ένα λεξιλόγιο, το οποίο δεν το διαμορφώνει εκ νέου σε κάθε γενιά, ούτε και το αλλάζει διαρκώς, αλλά το ακολουθεί και το μεταδίδει από γενιά σε γενιά.

Ένα καλό παράδειγμα τέτοιου “λεξιλογίου” είναι αυτό που η Εκκλησία επιστράτευσε προσπαθώντας να περιγράψει αυτό που είδε στη Γραφή σχετικά με τη φύση του Θεού. Έτσι, έχουμε λέξεις, όπως “τριάδα” ή “τριαδικός”, “πρόσωπο”, “υπόσταση”, “περιχώρηση”, “ουσία”, που δεν υπάρχουν στη Γραφή, αλλά είναι μέρος του λόγου και της έκφρασης της Εκκλησίας μέσα στους αιώνες. Οι όροι αυτοί είναι μέρος του λεξιλογίου, των “ὑγιαινόντων λόγων”, που μας έχει παραδοθεί μέσα στο πλαίσιο της Εκκλησίας. Λαμβάνοντας στα σοβαρά την παραίνεση του Παύλου θα πρέπει η “εκκλησιαστική γλώσσα να αποτελεί υπόδειγμα πια για μας.

Η ίδια λοιπόν η Αγία Γραφή μάς μιλά για την ανάγκη να βρίσκουμε “υγιείς λόγους”, για να μιλούμε γι’ αυτήν κι αυτό ακριβώς επιχειρούν να κάνουν οι διάφορες Ομολογίες Πίστεως. Μάλιστα, αν εξετάσουμε το πλαίσιο της παραίνεσης του Παύλου στον Τιμόθεο, θα διαπιστώσουμε ότι ο ίδιος μόλις του έδωσε ένα τέτοιο υπόδειγμα. Έτσι, λίγο πριν το 1:13, διαβάζουμε στο Β’ Τιμόθεον 1:9-10:

τοῦ σώσαντος ἡμᾶς καὶ καλέσαντος κλήσει ἁγίᾳ, οὐ κατὰ τὰ ἔργα ἡμῶν ἀλλὰ κατὰ ἰδίαν πρόθεσιν καὶ χάριν, τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ πρὸ χρόνων αἰωνίων, φανερωθεῖσαν δὲ νῦν διὰ τῆς ἐπιφανείας τοῦ σωτῆρος ἡμῶν Χριστοῦ Ἰησοῦ, καταργήσαντος μὲν τὸν θάνατον φωτίσαντος δὲ ζωὴν καὶ ἀφθαρσίαν διὰ τοῦ εὐαγγελίου”.

Β’ Τιμόθεον 1:9-10

Η Εκκλησία μέσω των πρεσβυτέρων και διδασκάλων έχει την ευθύνη να διατηρεί την “οἰκονομίαν θεοῦ τὴν ἐν πίστει” (1 Τιμ. 1:4). Η λέξη “οικονομία” εδώ πρέπει να γίνει κατανοητή με την έννοια της “διαχείρισης”. Ξανά, δεν είναι η Εκκλησία η οποία κατέχει ή δημιουργεί τη διδασκαλία, αλλά είναι αυτή που καλείται να είναι “οικονόμος” της. Μ’ άλλα λόγια η πίστη παραδόθηκε μια για πάντα, αλλά η Εκκλησία ως θεσμός συνεχίζει να έχει την ευθύνη και την αποστολή της σωστής και πιστής “διαχείρισής” της. Τι εννοούμε όμως όταν μιλούμε για “Εκκλησία” και με ποιον τρόπο το κάνει αυτό; Η επόμενη περικοπή μάς προσφέρει κάποιες απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά.

Η Σύνοδος της Ιερουσαλήμ ως παράδειγμα διατύπωσης εκκλησιαστικού λόγου

Στο δέκατο πέμπτο κεφάλαιο των Πράξεων έχουμε την περιγραφή μιας περίπτωσης, στην οποία η Εκκλησία καλείται να πάρει μία απόφαση για ένα ζήτημα που δεν είχε μέχρι τότε αντιμετωπίσει. Το ερώτημα είναι εάν οι εθνικοί που πιστεύουν και ενώνονται με την Εκκλησία πρέπει να περιτμηθούν σύμφωνα με τον Μωσαϊκό νόμο. Στο κεφάλαιο αυτό βλέπουμε την Εκκλησία να λύνει το ζήτημα αυτό φτάνοντας σε μία θεολογική θέση που συνοδεύεται από μια ποιμαντική οδηγία δεσμευτική για τις εκκλησίες. Ένα ενδιαφέρον ερμηνευτικό ερώτημα είναι εάν η αφήγηση αυτή λειτουργεί παραδειγματικά και έχει γενικότερη εφαρμογή ή αν είναι απλά ένα ακόμη μοναδικό περιστατικό στην ιστορία της νεοσύστατης Εκκλησίας. Όπως ο σχολιαστής David Peterson παρατηρεί, η απάντηση μπορεί να είναι και τα δυο. Δηλαδή αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν στοιχεία τα οποία είναι μοναδικά και ανεπανάληπτα, αλλά και άλλα που είναι παραδειγματικά. Έτσι το περιεχόμενο της απόφασης είναι κάτι μοναδικό, αλλά η διαδικασία που ακολουθήθηκε μπορεί να λειτουργεί ως παράδειγμα για την Εκκλησία του σήμερα.

Ποια είναι λοιπόν αυτή η διαδικασία; Βλέπουμε ότι η Εκκλησία αποφασίζει συλλογικά και συνοδικά φτάνοντας σε συμπεράσματα που είναι δεσμευτικά και γίνονται σεβαστά. Σημειώνουμε ότι ο όρος Εκκλησία μπορεί να έχει αναφορά σε μία τοπική έκφρασή της (15:3, δες και αναφορά στην Αντιόχεια, Συρία και Κιλικία στο εδ. 23) αλλά και στην καθολικότητά της (15:22). Πώς λοιπόν η Εκκλησία αντιμετωπίζει ζητήματα και πώς λύνει προβλήματα και πώς μιλά, όταν πλέον δεν υπάρχει η παρουσία και η εξουσία των αποστόλων;

Η παραδειγματική αξία της περικοπής αυτής είναι ότι μας δείχνει πως το Άγιο Πνεύμα συνεχίζει να καθοδηγεί τον λαό του Θεού μέσα από τις εκκλησιαστικές δομές, που κάτω από την κυριότητα της κεφαλής τους, τον ενσαρκωμένο Λόγο, μελετά και εφαρμόζει τον γραπτό λόγο, την Αγία Γραφή. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι πέντε φορές επαναλαμβάνεται η φράση “οι απόστολοι και οι πρεσβύτεροι” (εδ.2, 4, 6, 22, 23). Οι απόστολοι αφήνουν πίσω τους δύο πράγματα. Τον Λόγο του Θεού αλλά και μία Εκκλησία με θεσμούς και πρεσβυτέρους (δες Τίτον 1:5 αλλά και Πράξεις 20). Η Εκκλησία είναι πάντα με τη Γραφή στο χέρι αλλά και με πνευματικά χαρίσματα και θεσμούς που τη διδάσκουν και την εφαρμόζουν. Η κεντρική σημασία και η δεσμευτική εξουσία της Γραφής τονίζεται. Σημειώνουμε ότι το βασικό επιχείρημα του Ιακώβου δεν είναι η εμπειρία που μαρτυρούν ο Πέτρος, ο Παύλος και ο Βαρνάβας αλλά ο προφητικός λόγος (Πράξεις 15:14-18 / σε σχέση με Αμώς 9:11-12 ). Αλλά και όταν θα έρθει να δώσει συγκεκριμένες ηθικές επιταγές ξανά, η τεκμηρίωσή τους είναι η Αγία Γραφή (Γένεσις 9 για κάποιους ή Λευιτικό 17:8-18:18 για κάποιους άλλους). Μέσα από αυτήν τη διαδικασία η Εκκλησία “μιλά” προς το ποίμνιό της (Πράξεις 15: 23 – 29) και ο λόγος της έχει εξουσία και είναι δεσμευτικός. Θα αφήσουμε για το τέλος ένα σχόλιο που αφορά τη σχέση αυτού του εκκλησιαστικού λόγου με τον Λόγο του Θεού.

Ο Ψαλμός 145 και οι δύο μαρτυρίες

Στον Ψαλμό αυτό διδασκόμαστε ως κοινότητα πίστης την τέχνη και τη φύση του θεολογικού στοχασμού. Στο εδ. 5 ο Ψαλμωδός μάς λέει ότι θα “στοχάζεται” τη δόξα και τα έργα του Θεού, καθώς και τον χαρακτήρα και τις ενέργειες του Θεού. Και αυτός ο στοχασμός γίνεται μέσα σε έναν δοξολογικό διάλογο με τον υπόλοιπο λαό του Θεού. Καθώς ο Ψαλμωδός διηγείται τη μεγαλοσύνη του Θεού, αυτοί “ας λένε για την τρομερή σου δύναμη, ας θυμούνται τα έργα σου της καλοσύνης σου και ας εξυμνούν την πιστότητά σου” (εδ. 6).  Στο κέντρο αυτού του στοχασμού υπάρχει ο Λόγος του Θεού. Έτσι στο εδ. 8 έχουμε μια κατά λέξη αναφορά στην Έξοδο 34:6-7. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι ο Νόμος του Θεού δεσμεύει και ορίζει τα πάντα. Δίπλα όμως σ’ αυτήν τη μαρτυρία, η κοινότητα της πίστης μαζί με τον Ψαλμωδό καταθέτουν τη δική τους ερμηνευτική και λατρευτική μαρτυρία. Και αυτή η μαρτυρία μεταδίδεται “από γενιά σ’ άλλη γενιά” (εδ. 5). Οι “όσιοι” (“πιστοί” στη Νέα Μετάφραση) του Κυρίου “θα λένε για τη δόξα της βασιλείας σου και τις υπέροχές σου πράξεις θα διηγούνται, για να γνωρίσουν στους “υιούς των ανθρώπων” την ισχύ σου και το ένδοξο μεγαλείο της βασιλείας σου.”

Ο Ψαλμωδός λοιπόν έχει τη μαρτυρία της Γραφής, της Τορά, αλλά επίσης και τη μαρτυρία του στοχασμού των αγίων του λαού του, που φτάνει σ’ αυτόν, καθώς περνά από γενιά σε γενιά. Σε αυτήν προσθέτει και τη δική του και με τη σειρά του ως μέλος της κοινότητας τη μεταδίδει στην επόμενη γενιά. Βλέπουμε λοιπόν και τη σπουδαιότητα του Λόγου αλλά και της ερμηνευτικής και λατρευτικής κοινότητας μέσα στην οποία ο Ψαλμωδός τον συναντά και τον δέχεται.

“Νorma normata” και “norma normans”

Τι θέση λοιπόν έχει η εκκλησιαστική μαρτυρία ή αλλιώς ο εκκλησιαστικός λόγος σε σχέση με την εξουσία του Λόγου του Θεού, της Αγίας Γραφής; Μήπως βάζουμε δίπλα στην εξουσία της Γραφής, παραδόσεις ανθρώπων; Για να μην υπάρχουν παρανοήσεις, πρέπει να κάνουμε μία σημαντική διάκριση ανάμεσα στη Γραφή, που είναι το “norma normans” (ο κανόνας που κανονίζει), και στη μαρτυρία και ομολογία της Εκκλησίας που είναι “norma normata” (οι κανόνες που κανονίζονται). Εξηγώ αμέσως την άκομψη μετάφραση των όρων. Η Αγία Γραφή παραμένει η μόνη, τελική, καθοριστική, απόλυτη εξουσία. Είναι ο κανόνας που κανονίζει κάθε τι άλλο. Μαζί της όμως η Εκκλησία έχει κανόνες που δεν έχουν εξουσία αφ’ εαυτού τους, αλλά που κανονίζονται, που προκύπτουν, εξαρτώνται, ελέγχονται, αντλούν κύρος από τον κανόνα της Γραφής. Ένας άλλος τρόπος με τον οποίο έχει διατυπωθεί αυτή η διάκριση είναι μιλώντας για την “εξουσιαστική / δεσποτική εξουσία” (magisterial) της Γραφής και τη “διακονική / διαχειριστική εξουσία” (ministerial) που έχει η μαρτυρία της Εκκλησίας, δηλαδή η “Ομολογία Πίστεως” και τα “Σύμβολα της Πίστεως”. Ίσως ο καλύτερος τρόπος για να καταλάβουμε αυτήν τη διάκριση είναι ότι η Βίβλος είναι το χωράφι ή το περιβόλι που καλλιεργούμε, ενώ οι Ομολογίες Πίστεως είναι τα εργαλεία με τα οποία καλλιεργούμε.

Έχοντας διευκρινίσει αυτό το θέμα, ερχόμαστε και σε ένα άλλο κρίσιμο ερώτημα. Πώς διαχειριζόμαστε το γεγονός ότι υπάρχουν πια πολλές εκκλησίες με διαφορετικές Ομολογίες Πίστεως; Αυτή είναι όντως μία πραγματικότητα που ξεκινά από το Σχίσμα του 1054 μ.Χ. και κορυφώνεται με τη Θρησκευτική Μεταρρύθμιση του 16ου αιώνα. Εδώ θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχουν διάφορα επίπεδα ταύτισης και δέσμευσης. Έτσι υπάρχει το Σύμβολο της Πίστεως (Νικαίας – Κωνσταντινουπόλεως), που μας ταυτίζει με την ιστορική “ορθόδοξη” (με την έννοια της ορθής δόξας) Εκκλησία. Αυτό έχει σχεδόν οικουμενικό χαρακτήρα, καθώς καθορίζει ποιος βρίσκεται εντός της ιστορικής χριστιανικής ορθοδοξίας και ποιος εκτός. Από την άλλη υπάρχουν επιμέρους Ομολογίες, όπως στην περίπτωση της εκκλησίας μας η Ομολογία Πίστεως της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας. Αυτή η Ομολογία είναι ο τρόπος με τον οποίο η δική μας εκκλησία συνοψίζει και σχηματοποιεί αυτό που πιστεύει ότι είναι η διδασκαλία της Βίβλου γύρω από κάποια σημαντικά θέματα. Η Ομολογία Πίστεως είναι το “λεξιλόγιο” της δικής μας εκκλησίας. Είναι η γλώσσα μας. Ξέρουμε ότι υπάρχουν κι άλλες γλώσσες, αλλά εμείς συνεννοούμαστε με αυτήν. Αυτό δεν την κάνει καλύτερη ή σωστότερη ή αποκλειστική. Την κάνει δική μας.

Κλείνοντας, τολμώ να πω ότι φρονώ πως σε τελική ανάλυση η δυσκολία να αποδεχτούμε τη λογική που εξηγεί τη σπουδαιότητα κειμένων, όπως η Ομολογία Πίστεως, γεννιέται όχι τόσο από θεολογικές όσο από κοινωνικές και πολιτιστικές αφετηρίες. Είναι μία λογική που πάει κόντρα στις αντιλήψεις της μετανεωτερικής εποχής μας, η οποία χαρακτηρίζεται πρώτον, από μία αδιαφορία για τον “λόγο” και την επικράτηση της συγκινησιοκρατίας, δεύτερον, από μία περιφρόνηση της ιστορίας και του παρελθόντος και τη σαγήνη του νέου και του καινοτόμου, και τρίτον από μία καχυποψία προς τους θεσμούς και τις δεσμεύσεις, και την ιδιωτικοποίηση της αλήθειας ως αυτόβουλης, ατομικής και αυτοαναφορικής. Ίσως λοιπόν η επιμονή μας στην αξία των Ομολογιών της Πίστεως να είναι μία ευκαιρία για ένα είδος “αντι-κατήχησης”, που είναι τόσο αναγκαία, ώστε η Εκκλησία να κρατήσει την ταυτότητά της μέσα στις προκλήσεις της εποχής μας.

Scroll to top