Χαράλαμπος Μποσταντζόγλου

Αναζωπυρητισμός και Ορθολογισμός στην Νοτιοανατολική Τουρκία

Κατά την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα σε πολλά σημεία της υφηλίου παρατηρούνται πνευματικές αναζωπυρήσεις. Συμβαίνει μία προφανής έκχυση του Αγίου Πνεύματος σε όλο το πρόσωπο της γης. Το 1904-1905 στην Ουαλλία ο Ήβαν Ρόμπερτς και οι συνεργάτες του οδήγησαν στον Χριστό 100.000 άτομα. Το 1905 η Παντίτα Ραμαμπάι στις Ινδίες, όπου πολλές χιλιάδες επέστρεψαν στον Χριστό. Στην Αζούσα στριτ στο Λος Άντζελες των ΗΠΑ, το 1906 γεννήθηκε ο πεντηκοστιανισμός, με πνευματικές εμπειρίες και εμμονή στην άμεση παρουσία του Θεού και στο άμεσο έργο του Αγίου Πνεύματος μέσα στο πλαίσιο μίας πνευματικής αναζωπυρήσεως, που θεωρείται ότι έχει σχέση με εκείνη της Ουαλλίας. Στην Κορέα το 1907 στο πλαίσιο της Πρεσβυτερικής εκκλησίας συμβαίνει το ίδιο. Λίγο αργότερα στην Αφρική το 1910. Δεν μπορούμε να επεκταθούμε, αλλά σημειώνουμε ότι είναι εποχή μεγάλων πνευματικών δραστηριοτήτων σε όλη την υδρόγειο. Σε αυτήν την παγκόσμια πνευματική ανάνηψη οι Έλληνες εκπροσωπήθηκαν επαξίως από έναν και μόνο άνθρωπο, τον Χαράλαμπο Μποσταντζόγλου, που το έργο του όμως είχε ως στόχο τους τουρκόφωνους αρμενίους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Τουρκίας όπου δραστηριοποιήθηκε ο ήρωας αυτής της αφηγήσεως, Χαράλαμπος Μποσταντζόγλου, είχε ριζώσει από μακρού μεγάλο ευαγγελικό κίνημα. Στην πόλη Αιντάμπ όπου κήρυξε, υπήρχαν τέσσερις μεγάλες αρμενικές τουρκόφωνες ευαγγελικές εκκλησίες που κατά την διάρκεια της ιστορίας τους, είχαν βιώσει πνευματικές αναζωπυρήσεις. Αυτές οι πνευματικές αναζωπυρήσεις, σχεδόν ετήσιες στο παρελθόν, είχαν κοπάσει στο γύρισμα του 20ου αιώνα. Η πνευματική ζωντάνια του παρελθόντος είχε καμφθεί εντός των τειχών των εκκλησιών και είχε αντικατασταθεί από μία πνευματική αδράνεια, που μάλλον είχε και ως αιτία της, την στροφή διαφόρων θεολόγων, ποιμένων και ιδίως αμερικανών ιεραποστόλων του American Board of Commissioners for Foreign Missions σε ορθολογιστικές θεολογίες σχετικά με την Αγία Γραφή. Αυτές οι ορθολογιστικές θεωρίες των ιεραποστόλων, βρήκαν την κορύφωσή τους και την ιδεολογική τους πλατφόρμα σε ένα βιβλίο, που εμφανίστηκε αργότερα (το 1932) με τίτλο «Re-Thinking Missions. A Laymen’s Inquiry After 100 Years» (Αναστοχαζόμενοι τις ιεραποστολές. Η έρευνα κάποιων λαϊκών μετά από 100 χρόνια). Αυτό το βιβλίο που διαφήμιζε ένα πολιτισμικό και εκπαιδευτικό ρόλο της ιεραποστολής, έγινε κάτι σαν οδηγός, σαν η απόλυτη αλήθεια σχετικά με την ιεραποστολή και σε συνάρτηση πολλές άλλες ιστορικές συγκυρίες, κυρίως την πεποίθηση προς την εσωτερική καλοσύνη του ανθρώπου και το λεγόμενο κοινωνικό ευαγγέλιο, έφεραν την αποδυνάμωση και τελικά την διάλυση της συγκεκριμένης ιεραποστολής, που τόσα πρόσφερε σε όλη την γη και ιδίως στην Εγγύς Ανατολή.

Μετά το 1895, εποχή του πρώτου διωγμού των αρμενίων, εμφανίζονται στην Νοτιοανατολική Τουρκία ιεροκήρυκες που κάνουν πύρινα κηρύγματα, με μεγάλο ενθουσιασμό και πλήρεις Πνεύματος Αγίου, με μεγάλη και προφανή ευσέβεια. Θα λέγαμε ότι είναι φορείς ενός ευαγγελικού «ασκητισμού», που κάνουν ευαγγελισμό και διδάσκουν ενώ έχουν σαν αποτέλεσμα της διδασκαλίας τους αναζωπυρώσεις. Ένας από αυτούς ήταν ο Απραχάμ Χότζα Λεβονιάν. Οι περιοδείες του και τα κηρύγματά του, αυτού και των μαθητών του, είχαν μεγάλα πνευματικά αποτελέσματα όλη την πρώτη δεκαετία του 1900. Ταυτόχρονα, και ενώ οι αναζωπυρώσεις γίνονται, ο Απραχάμ Λεβονιάν στηλιτεύει τον ορθολογισμό και κατηγορεί κατά πρόσωπο σε συνέδριό τους, τους αμερικανούς ιεραποστόλους, κάποιους καθηγητές στα διάφορα θεολογικά σχολεία της περιοχής, ότι πλέον έχουν απομακρυνθεί από το Ευαγγέλιο, ότι δεν πιστεύουν στην θεοπνευστία της Αγίας Γραφής και στην θεότητα του Χριστού.

Σαν συνέχιση των αναζωπυρώσεων υπήρχε η έλευση το 1905 στο Μαράς, και σε άλλες πόλεις της περιοχής του Φρέντρικ Φράνσον, ενός αμερικανοσουηδού ευαγγελιστή, που έκανε ένα παγκόσμιο ταξίδι. Ο Φράνσον έγινε ο ιδρυτής μίας πολύ γνωστής ιεραποστολής, που υπάρχει μέχρι σήμερα και ονομάζεται ΤΕΑΜ. Ο Φράνσον ήλθε για να κηρύξει μία βραδιά σε μία πόλη που θα ξανασυναντήσουμε παρακάτω, στο Μαράς, και κατέληξε να κηρύττει επί έξι εβδομάδες καθημερινά μπροστά σε πυκνά πλήθη σχετικά με την μετάνοια, την σωτηρία και την εν Χριστώ ζωή. Οι συνάξεις του ήταν πολύ καρποφόρες πνευματικά για τους κατοίκους της περιοχής, και η καρποφορία αυτή εντάσσεται και ακολουθεί την δίψα των κατοίκων της περιοχής για το ευαγγέλιο μάλιστα εν τω μέσω μίας ζοφερής πραγματικότητας την οποία βίωναν.  Αυτές οι αναζυπυρώσεις, όπως είπαμε, γίνονταν την πρώτη δεκαετία του αιώνα και παρά το γεγονός ότι κόπασαν, άφηναν απόηχούς τους να ακούγονται συνεχώς με αποτέλεσμα να υπάρχει πάντα προσδοκία για μία νέα αναζωπύρηση στην περιοχή.

Και τότε εμφανίστηκε ο πιο λαμπερός, ο πιο συγκινητικός και ο πιο ελκυστικός από όλους τους αναζωπυρωτές, ο Χαράλαμπος Μποσταντζόγλου.

Ο Μποσταντζόγλου γεννήθηκε στα Άδανα το 1885 και σπούδασε στο Ινστιτούτο του Αγίου Παύλου στην Ταρσό, σχολείο που υπάρχει ακόμα με το όνομα Tarsus American College και στο οποίο πλέον φοιτούν τούρκοι μαθητές. Αργότερα εργάστηκε στο ορφανοτροφείο της «Σιών», στο Ζιντζίδερε της Καππαδοκίας, το οποίο είχε ιδρύσει μία ελβετίδα μεννονίστρια, η Άννα Γκέρμπερ, για την φιλοξενία και περίθαλψη ορφανών αρμενοπαίδων. Η γυναίκα αυτή είχε έλθει σε επαφή με την διδασκαλία του A. Simpson υπεύθυνου της ιεραποστολής Church and Missionary Alliance στις ΗΠΑ. Αυτή ήταν και η κύρια θεολογική επιρροή του Μποσταντζόγλου, αφού οι θεολογικές θέσεις της και του Simpson έγιναν θεολογικές θέσεις του Μποσταντζόγλου. Η πόλη στην οποία κατέληξε μετά την αφυπηρεσία του από το ορφανοτροφείο της Σιών ήταν το λεγόμενο τότε Αιντάμπ, αργότερα Γκαζιαντέπ και τώρα Αντέπ.

Ο Μποσταντζόγλου ήλθε σαν συνέχεια των αναζωπυρωτικών και ευαγγελιστικών προσπαθειών των αμέσως προηγουμένων ετών. Είχε κοινά χαρακτηριστικά αλλά και διαφορές με τους προηγούμενους όπως: ήταν και αυτός ένας διαπρύσιος ομιλητής και ευαγγελιστής, ζούσε και σκεφτόταν ασκητικά ή εν πάση περιπτώση με ένα βαθύ ευσεβισμό (στην βιογραφία του αναφέρεται ότι το βιβλίο για την δεύτερη έλευση του Κυρίου το έγραψε από σεβασμό στο θέμα, στα γόνατα) ήταν και αυτός ένας ευαγγελιστής αναζωπυρωτής που έκανε έκτακτα ταξίδια και ευαγγελιστικές βραδιές αλλά είχε την διαφορά με τους προηγούμενους, ότι εκινείτο ευαγγελιστικά εκτός του υπάρχοντος συστήματος των εκκλησιών, ήταν ανεξάρτητος από αυτό, από την οργάνωση και την πράξη του. Τέλος, όπως και οι άλλοι, ήταν πύρινος κατά των ορθολογιστών και των διδασκαλιών τους.

Είχε κάνει προηγουμένως ένα αρχικό ταξίδι στο Αιντάμπ, και μετά επανήλθε παντρεμένος με την Ανέτα Σεραφειμίδου μία κοπέλα από το Ζιντζίδερε. Άρχισε να κηρύττει στις εκκλησίες των Αρμενίων και σιγά σιγά έγινε το πρόσωπο της ημέρας. Προφανώς έγιναν συγκρίσεις με τους πιο χαμηλών τόνων ποιμένες των εκκλησιών και τελικά έκλεισαν οι πόρτες των εκκλησιών. Τότε του δόθηκε η δυνατότητα να ανοίξει μία αγγλικανική εκκλησία που υπήρχε στο Αϊντάμπ από τα παλιά χρόνια και που δεν είχε χρησιμοποιηθεί ποτέ από τότε που κτίστηκε. Και άρχισε κηρύγματα με ευαγγελιστικό περιεχόμενο, κηρύγματα που είχαν πολύ μεγάλη προσέλευση. Το όνομά του ήταν σε κάθε στόμα στο Αϊντάμπ και στην ευρύτερη περιοχή.Οι ανεξάρτητες και μη εντός της εκκλησίας δραστηριότητες, αλλά κυρίως η «διεκκλησιαστικότητα» δηλαδή η συγκέντρωση ανθρώπων διαφόρων εκκλησιαστικών προελεύσεων, είναι ένα από τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά του αναζωπυρητισμού ήδη από τον 18ο αιώνα. Αυτή ήταν και η εικόνα της εκκλησίας στο Αϊντάμπ.  

Όχι βεβαίως ότι ήταν προσωπική του απόφαση η μη δραστηριοποίηση στις εκκλησίες των Αρμενίων Ευαγγελικών. Δεν μπορούσε όμως να γίνει διαφορετικά, αφού πλέον ο Μποσταντζόγλου είχε διαφορετικές θέσεις σε διάφορα θεολογικά ζητήματα όπως αναφέρουμε παρακάτω.

Ήταν μία επικίνδυνη εποχή τότε για τις λαμπερές προσωπικότητες. Ο Μποσταντζόγλου δεν είχε την  κάλυψη του προτεσταντικού μιλετίου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αφού είχε χειροτονηθεί στην Ελβετία σε εκκλησία Μεννονιτών, μία χειροτονία που δεν αναγνωριζόταν. Δεν είχε την κάλυψη των Ελλήνων, μία εποχή που δεν διώκονταν ακόμα οι Ελληνες, σε μία περιοχή όπου δεν σημειώθηκαν καθόλου διωγμοί ελλήνων. Και όχι μόνο αυτό αλλά ταυτιζόταν με τους Αρμενίους, τους οποίους διακονούσε, που ήταν υπό διωγμό. Ήταν μόνος του, εναντίον ενός ορθολογιστικού κατεστημένου στους κόλπους της αρμενικής ευαγγελικής εκκλησίας και γιαυτό πολύ ευάλωτος.

Ο Μποσταντζόγλου είχε μερικές μοναδικότητες τις οποίες αναφέρουμε:

  1. Ήταν είτε από τους ελάχιστους ή ο μοναδικός που έγραψε πλήρη βιβλία πρωτότυπα. Όλα τα άλλα τουρκόφωνα βιβλία που μελετούσαν οι διαμαρτυρόμενοι της Τουρκίας ήταν είτε μεταφράσεις από το αγγλικό, είτε γραμμένα από αμερικανούς ιεραποστόλους στα τουρκικά, είτε ήταν βιβλιάρια, φυλλαδιακής μορφής και περιεχομένου.    
  2. Ήταν ο μόνος έλληνας που έγραψε ύμνους στα τουρκικά.
  3. Ήταν ο πρώτος που έφερε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία την οικονομιακή μεταχιλιαστική εσχατολογική θεωρία, που τότε ήταν του συρμού διεθνώς σε αντίθεση με την αχιλιαστική εσχατολογία, που δίδασκαν οι ιεραπόστολοι, τα θεολογικά σχολεία της Αυτοκρατορίας, και οι ντόπιοι ποιμένες και θεολόγοι.
  4. Ήταν ένας αναβαπτιστής την εποχή, που αυτού του είδους η διδασκαλία δεν ήταν διόλου διαδεδομένη στην ανατολία αν και δεν δίδαξε ποτέ τον αναβαπτισμό. Απλώς ο ίδιος αναβαπτίστηκε στην Ελβετία στην εκκλησία των Μεννονιτών.  
  5. Πίστευε στην δια πίστεως θεραπεία, με έναν πιο προωθημένο τρόπο από ότι ο μέσος ευαγγελικός της εποχής. Αυτή ήταν μία σημαντική διδασκαλία για τον Μποσταντζόγλου. Έγραψε και βιβλίο για το θέμα το οποίο όμως δεν μεταφράστηκε ποτέ στα ελληνικά.

Εάν παρατηρήσουμε την ιστορία της Ελληνικής διαμαρτυρήσεως θα δούμε ότι ο Μποσταντζόγλου υπήρξε θεολογικός πρωτοπόρος σε πολλά πράγματα (σημεία 3,4,5) που ανεξαρτήτως του αν συμφωνεί ή όχι κάποιος μαζί τους, διαδόθηκαν ευρύτατα και έγιναν σε πολλές και διάφορες χρονικές στιγμές η κυρίαρχη θεολογία στην Ελλάδα.

Αφού κυνηγήθηκε, χλευάστηκε, απαξιώθηκε, από τους ορθολογιστές της περιοχής ο Μποσταντζόγλου συνελήφθη μετά από καταγγελία ενός γνωστού στην πόλη αρμενίου ευαγγελικού ιατρού ονόματι Μπεζτζιάν, ατόμου ανεύθυνου, κινούμενου από προσωπική εμπάθεια εναντίον του, που τον κατηγόρησε στις τουρκικές αρχές με σκοπό όχι να τον οδηγήσει στην αγχόνη αλλά «να τον συνετίσει» λίγο όπως είπε αργότερα αναίσχυντα. Μεταξύ άλλων και σαν  απόδειξη της ανατρεπτικής του δράσεως, οι Τούρκοι ανακάλυψαν στα βιβλία του την αναφορά του στον «Βασιλιά της Ελλάδος» από το βιβλίο του Δανιήλ και μη καταλαβαίνοντας θεολογία το χρησιμοποίησαν ως κατηγορία εναντίον του και τον καταδίκασαν. Αφού μεταφέρθηκε από φυλακή σε φυλακή, υφιστάμενος τα πάνδεινα, στο τέλος κατέληξε να απαγχονιστεί από τις τουρκικές αρχές στο Μαράς, το 1916 με την κατηγορία του «επαναστάτη».

Η διδασκαλία του Μποσταντζόγλου είχε μεγάλα αποτελέσματα, η μικρή σε χρονικό διάστημα διακονία του ήταν η αιτία επιστροφής πολλών στον Χριστό, όπως και η αναζωπύρωση πολλών, όσο, και στο βαθμό που ο συνεχής και απηνής διωγμός των αρμενίων το επέτρεψε. Η σύζυγός του κράτησε ζωντανή την μνήμη του σε όλη της τη ζωή, τυπώνοντας καταρχάς μία σύντομη βιογραφία του το 1923 στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ, όπου είχε μεταναστέψει η ίδια, μαζεύοντας και μιλώντας συνεχώς σε αρμενίους που τον είχαν γνωρίσει, και στον κύκλο αυτών. Έτσι κατέληξε να δημιουργηθεί μία θρησκευτική ομάδα, που υπάρχει ακόμα μέχρι σήμερα και ονομάζονται «χαραλαμποςτσουλάρ» ή «χαραλαμπίτες» που ακολουθούν το ευσεβιστικό παράδειγμά του και την πίστη τους στην θεία θεραπεία. Τα βιβλία του μεταφράζονται ακόμα, βρήκαμε στο διαδίκτυο μία σύγχρονη μετάφρασή τους στα γαλλικά και μία στα τουρκικά.

Ο Μποσταντζόγλου, έδωσε όλο του το είναι στην υπόθεση του Χριστού για να καταλήξει στο τέλος να χάσει την ζωή του υπερασπιζόμενος την αυθεντία και την θεοπνευστία της Βίβλου. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ουσιαστικά συνελήφθη και εκτελέστηκε.

Ο Χαράλαμπος Μποσταντζόγλου την βιογραφία του οποίου δημοσίευσε πέρσι το Ελληνικό Ιστορικό Ευαγγελικό Αρχείο, ήταν ένας ευαγγελικός μάρτυρας της Μικράς Ασίας.

Η βιογραφία του έχει γραφτεί από τον Θωμά Κοσμάδη ο οποίος κατέβαλλε μεγάλες προσπάθειες, παίρνοντας ατελείωτες συνεντεύξεις από την χήρα του Χαράλαμπου, Ανέτα Μποσταντζόγλου αλλά και από δεκάδες άλλα πρόσωπα που τον γνώρισαν, κυρίως Αρμενίους σε όλη την γη. Αυτές τις αφηγήσεις τις συνδύασε με έγγραφο υλικό και βιβλία σχετικά με το θέμα.

Στο τέλος αυτού του βιβλίου ο βιογράφος του Θ. Κοσμάδης παραθέτει ένα αριστουργηματικό απόσπασμα από το βιβλίο του Έλιοτ «Θάνατος στην Εκκλησιά» σε μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη. Αυτή είναι και η καλύτερη περιγραφή του θανάτου του μάρτυρα του Χριστού. Ο Μποσταντζόγλου ήταν ένας τέτοιος μάρτυρας και το παράδειγμα της αφοσιώσεως μένει ζωντανό μέχρι σήμερα.

Scroll to top