“Μόνον ο Χριστός” (Solus Christus)

gray concrete statue under blue sky during daytime

Ο απ. Ιωάννης, στο προοίμιο του ευαγγελίου του, δηλώνει, «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε» (1.18). Από τη λέξη «πώποτε» συμπεραίνουμε πως αυτή η δήλωση ισχύει διαχρονικά. Κανένας, σε όλη την ιστορία του κόσμου, δεν έχει δει τον Θεό, ούτε μπορεί. Διότι ο Θεός είναι «ὁ μόνος ἔχων ἀθανασίαν, φῶς οἰκῶν ἀπρόσιτον, ὃν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων οὐδὲ ἰδεῖν δύναται· ᾧ τιμὴ καὶ κράτος αἰώνιον· ἀμήν» (Α’ Τιμ. 6.16). Αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχουμε ‘καμία’ πρόσβαση στον Θεό, διότι ο Ιωάννης συνεχίζοντας λέει, «ὁ μονογενὴς υἱὸς ὁ ὢν εἰς τὸν κόλπον τοῦ πατρός, ἐκεῖνος ἐξηγήσατο» (1.18). Μόνο ο Υιός του Θεού, που είναι η τέλεια εικόνα Του1, μπορεί να φανερώσει τον Θεό σε μας καθώς προσβλέπουμε και ερχόμαστε σε Αυτόν. 

Είναι αξιοσημείωτο πως ο Ιωάννης δε μιλά μόνο για μία θεωρητική δυνατότητα, αλλά για μία ιστορική πραγματικότητα. Ο Υιός του Θεού έχει εμφανιστεί μέσα στην ανθρώπινη ιστορία στο πρόσωπο του Χριστού και μ’ αυτό τον τρόπο «εφανέρωσεν» τον Θεό στον άνθρωπο. Είναι γεγονός. Έχει γίνει. Κάποιοι άνθρωποι μπορούν να πουν ότι έχουν δει τον Θεό με τα μάτια τους — επειδή είδαν τον Χριστό.

Αυτή είναι η πεμπτουσία του 4ου ‘Μόνον’ (sola) της Μεταρρύθμισης, του λεγομένου Solus Christus («Μόνο ο Χριστός»). Το Solus Christus δηλώνει ένα πολύ απλό πράγμα: ότι δεν υπάρχει καμία πραγματική γνωριμία με τον Θεό παρά μόνο διαμέσου του Ιησού Χριστού. 

Το ζήτημα λοιπόν είναι η μεσιτεία. Λόγω της αμαρτίας δεν έχουμε άμεση πρόσβαση στον Θεό και επομένως έχουμε ανάγκη από έναν μεσίτη. Το Solus Christus μας θυμίζει ότι αυτός ο μεσίτης είναι ένας: μόνον ο Χριστός. Όπως δηλώνει ο απόστολος Παύλος, «εἷς γὰρ Θεός, εἷς καὶ μεσίτης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, ἄνθρωπος Χριστὸς ᾿Ιησοῦς» (Α’ Τιμ. 2.5)

Αυτή η μεσιτεία αφορά κάθε πτυχή της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό. Όταν μιλούμε για γνωριμία με τον Θεό, δεν εννοούμε μόνο την αποκάλυψη του Θεού. Η γνωριμία με τον Θεό συνεπάγεται την ίδια την αιώνια ζωή2. Συνεπώς το Solus Christus αφορά τόσο το θέμα της αποκάλυψης όσο και της σωτηρίας και της κρίσης. Είναι ένα δόγμα καθοριστικό για τη Χριστιανική πίστη.

Ωστόσο, όταν μιλούμε για το λεγόμενο «δόγμα» του Solus Christus δε ‘δογματίζουμε’ απλώς. Για να σταθεί το Solus Christus πρέπει να πηγάζει και να στηρίζεται πάνω στο Sola Scriptura («Μόνο η Αγία Γραφή»). Πριν το αποδεχτούμε σαν δόγμα, πρέπει να εξετάσουμε αν στέκεται βιβλικά. Για παράδειγμα, μέσα στο δόγμα προωθείται η ιδέα ότι δεν υπάρχει καμία φανέρωση του Θεού που δεν ξεκινά από μία προσωπική γνωριμία με το πρόσωπο του Χριστού. Μη-γνωριμία με τον Υιό σημαίνει μη-γνωριμία με τον Θεό τόσο πριν όσο και μετά την ενσάρκωση του Υιού. Βλέπουμε κάτι τέτοιο στις σελίδες της Αγίας Γραφής;

Ο περιορισμένος χώρος του άρθρου δεν επιτρέπει μια λεπτομερή εξέταση του θέματος σε ολόκληρη τη Βίβλο, ωστόσο τα παρακάτω παραδείγματα αρκούν.

Από τη στιγμή που ακούγεται το πρωτο-ευαγγέλιο στη Γένεση 3.15, ο άνθρωπος καλείται να ελπίζει στον απόγονο της γυναίκας που θα συντρίψει το κεφάλι του Όφεως. Από την αρχή πρόκειται για μία συνειδητή πίστη προς ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. Η βιβλική πίστη δεν είναι μία γενική πίστη στον δημιουργό Θεό, ούτε μία πίστη στις υποσχέσεις του Γιαχβέ, γενικότερα. Η ελπίδα από την αρχή επικεντρώνεται στο συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο όρισε ο Θεός να φέρει τη λύτρωση. Έτσι, φτάνοντας στην πρώτη δήλωση πίστης που υπάρχει στη Βίβλο, βλέπουμε ότι επικεντρώνεται όντως σ’ αυτό το πρόσωπο της υπόσχεσης, «έδωκεν εις εμέ ο Θεός άλλο σπέρμα αντί του Άβελ» (Γένεση 4.25 / Βάμβας) και οδηγεί στην πρώτη οργανωμένη λατρεία του Θεού, «οὗτος ἤλπισεν ἐπικαλεῖσθαι τὸ ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ» (Γένεση 4.26, LXX).

Το «ὄνομα» του Κυρίου αποτελεί τη βάση της λατρείας του Θεού που ξεκινά από τη Γένεση. Αργότερα ο απόστολος Πέτρος αποκαλύπτει το πρόσωπο του ονόματος, «καὶ οὐκ ἔστιν ἐν ἄλλῳ οὐδενὶ ἡ σωτηρία· οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐνἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς» (Πράξεις 4.12). Από τη Γένεση 4 μέχρι και τις Πράξεις 4 — και μέχρι σήμερα — οι άνθρωποι καλούνται να ελπίσουν σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, το Οποίο είναι το μοναδικό πρόσωπο που μπορεί να τους πάει στον Θεό.

O πιστός Συμεών, όταν πρωτοείδε τον Ιησού στο ναό, δεν ξαφνιάστηκε καθόλου που οι υποσχέσεις του Θεού εκπληρώνονταν σε ένα πρόσωπο, το Οποίο προσδοκούσε, και, όταν επιτέλους το είδε, το αναγνώρισε ως το πρόσωπο που τόσο καιρό ήταν ήδη το αντικείμενο της πίστης του (Λκ. 2).

Ο Χριστός είναι τόσο παρών και ενεργός μέσα στη λυτρωτική ιστορία που κάποιες φορές εμφανίζεται ακόμα κι ο Ίδιος (πριν την ενσάρκωση Του), για να δούνε οι πιστοί Του τον μεσίτη τους με τα μάτια τους, προκαταβολικά. Ένα καλό παράδειγμα είναι το πρόσωπο που μιλά μέσα από την καιόμενη βάτο που ενώ περιγράφεται ως άγγελος3 Κυρίου, στη συνέχεια αυτο-αποκαλύπτεται ως ο Γιαχβέ, ο «Ων». Οι Μεταρρυθμιστές δεν είχαν κανέναν πρόβλημα να ταυτίσουν τον «άγγελο Κυρίου»4 με τον Ιησού Χριστό, μια αλήθεια που δεν είναι δεδομένη για εμάς σήμερα. Το έλεγαν αυτό επειδή πίστευαν στο Solus Christus. Για τους Μεταρρυθμιστές, κάποιος που εμφανίζεται στην ανθρώπινη ιστορία για να φανερώσει τον Θεό και να μεσιτεύσει το έργο της λύτρωσης, δεν είναι απλώς ο Θεός σαν μία γενική έννοια, αλλά συγκεκριμένα ο Υιός του Θεού, ο μόνος που δικαιούται αυτόν τον ρόλο και αυτήν την τιμή.

Γράφει ο Καλβίνος σχετικά:

Ας ρωτήσουμε όμως ποιος ήταν ο Άγγελος. Αφού μετά από λίγο αποκαλεί τον εαυτό του Γιαχβέ και διεκδικεί για τον εαυτό του την δόξα του αιωνίου και μοναδικού Θεού… οι αρχαίοι διδάσκαλοι της Εκκλησίας έχουν καταλάβει σωστά ότι ο Αιώνιος Υιός του Θεού αναλαμβάνει αυτό τον τίτλο εν όψει του ρόλου του ως Μεσίτη, σύμφωνα με τον οποίο λειτουργούσε συμβολικά από την αρχή, αν και άρχισε να τον ασκεί πραγματικά από την Ενσάρκωση του… Μάλιστα οι άγιοι δεν είχαν ποτέ καμία επικοινωνία με τον Θεό παρά μόνο διαμέσω του υποσχόμενου Μεσίτη. Δεν είναι καθόλου αξιοθαύμαστο λοιπόν το γεγονός ότι ο Αιώνιος Λόγος του Θεού, Αυτός που είναι ομοούσιος τω Πατρί, ανέλαβε τον τίτλο «ο Άγγελος» βάσει της μελλοντικής του αποστολής. (Σχόλια πάνω στην Έξοδο κεφάλαιο 3)

Όταν λοιπόν ισχυρίζεται ο Ιησούς στον Ιωάννη 18.6 ότι είναι ο «ἐγώ εἰμι», δεν προσπαθεί να τους πει ότι απλώς έχει το ίδιο όνομα με τον Γιαχβέ, ή ότι είναι Θεός όπως ο Γιαχβέ. Τους λέει ότι «Εγώ είμαι αυτός που μίλησε με τον Μωϋσή μέσα από την καιόμενη βάτο. Εγώ ο ίδιος!»

Επίσης, στη Γένεση 32 ένας άγγελος παλεύει με τον Ιακώβ, τον Οποίο ο Ιακώβ αναγνωρίζει ως τον Θεό (μια αλήθεια που επαναλαμβάνει στο κεφάλαιο 48). Ο JohnOwen, σχολιάζοντας το Γένεση 32.24-30, δηλώνει, “…είναι προφανές ότι αυτός που εμφανίστηκε στον Ιακώβ, με τον οποίο πάλεψε γερά, με δάκρυα και ικεσίες, ήταν ο Θεός. Και επειδή εστάλη ως ο άγγελος του Θεού, θα πρέπει να είναι ένα συγκεκριμένο πρόσωπο στη θεότητα που καταδέχτηκε να μπει σ’ αυτό τον ρόλο, και που εμφανιζόμενος σε μορφή ανθρώπου αντιπροσώπευε τη μελλοντική του υιοθέτηση της ανθρώπινης μας φύσης. Με αυτό τον τρόπο δίδαξε ο Θεός την εκκλησία περί του μυστηρίου του ευλογημένου προσώπου του Χριστού και για το ποιον θα έπρεπε να περιμένει ως εκπλήρωση της υπόσχεσης περί του σπέρματος που θα έφερνε την ευλογία” (Works, vol. 18).

Όταν, λοιπόν, μιλάμε για του Υιό του Θεού, δε μιλάμε για ένα πρόσωπο που εμφανίστηκε κάποια στιγμή στην ιστορία. Τόσο στις υποσχέσεις, όσο και στον Άγγελο, αλλά και στους τύπους και στις τελετές, ο Χριστός είναι παρών σε όλη τη λυτρωτική ιστορία μεσιτεύοντας για τον λαό Του και προαναγγέλλοντας την ταπείνωση και τη μετέπειτα δόξα Του. Παραμένει το αντικείμενο της λατρείας, της αγάπης, της προσοχής, της προσδοκίας και της πίστης των αγίων Του.

Δεν υπάρχει κάποια προγενέστερη, στοιχειώδης αποκάλυψη του Θεού από αυτήν που έχουμε στο πρόσωπο του Χριστού. Ο Θεός δε δέχεται να αποκαλυφθεί σε κανέναν έξω από τον Χριστό. Αυτό δεν είναι κάτι που ξεκινά με την ενσάρκωση. Ισχύει από την αρχή.

Ίσως, βοηθήσει εδώ πάλι το Sola Scriptura. Τί είναι τελικά η Αγία Γραφή; Είναι το βιβλίο που μιλά για τα έργα και τη δόξα του Τριαδικού Θεού, η οποία φανερώνεται μέσα από το έργο της απολύτρωσης που επιτελεί το Αρνίο το εσφαγμένον προ καταβολής κόσμου. Έτσι, ο σκοπός της Αγίας Γραφής είναι να μας μάθει να βλέπουμε τον Χριστό και τον σταυρό Του στο επίκεντρο των πάντων. Μέσα από τον Χριστό και το έργο Του, μαθαίνουμε την ταυτότητα του  Θεού και πώς ενεργεί.

Το Solus Christus δεν είναι απλώς ένα θέμα που απασχολεί μόνο τους θεολόγους. Είναι μία κραυγή που θα πρέπει να ηχεί στη ζωή του κάθε πιστού. Ας μην νομίσουμε ότι εκτιμούμε το Solus Christus αυτόματα μόνο και μόνο επειδή είμαστε ‘ευαγγελικοί’. Υπάρχουν πολλοί Χριστιανοί που θα ακούσουν για το Solus Christus και θα συμφωνήσουν με πολύ ενθουσιασμό. Μετά όμως θα μιλήσουν επί ώρες για τεράστια τμήματα της Αγίας Γραφής χωρίς να αναφερθούν καν στον Χριστό. Υπάρχουν άλλοι Χριστιανοί που θα προσπαθήσουν επί ώρες να πείσουν τους μη-Χριστιανούς φίλους τους για την ύπαρξη του Θεού με φιλοσοφικά επιχειρήματα — ενώ θα μπορούσαν να μιλήσουν για την τέλεια εικόνα του Θεού.

Το Solus Christus στο κάτω-κάτω είναι ένα πρακτικό δόγμα. Μας δείχνει πώς να διαβάζουμε τη Βίβλο, μας θυμίζει ποιος είναι ο Θεός και μας φέρνει ξανά και ξανά πίσω στον σταυρό του Χριστού — το μόνο σημείο όπου καταδέχεται ο Θεός να μας συναντήσει.

Ο Χριστός δεν είναι απλώς ο καλύτερος λόγος του Θεού. Δεν είναι ούτε καν ο απόλυτος λόγος του Θεού. Είναι ο μόνος και μοναδικός Λόγος του Θεού.

Βιβλιογραφία

  1. Κολ1.15
  2. Ιωάννης17.3
  3. Brown-Driver-Briggs, “malak”1.α) κάποιος που αποστέλλεται με ένα μήνυμα
  4. Για τον ‘άγγελο του κυρίου’ ως τον προενσαρκωμένο Χριστό, δείτε επίσης: Γεν16.9-14, Γεν21.17-20, Γεν22.11-18, Γεν24.7/40, Γεν31.11-13, Γεν48.15-16, Εξ13.21, Εξ14.19, Εξ23.20-23, Εξ32.34, Εξ33.2, Εξ34.9, Αρ20.16, Αρ22.22-35, Κριτ2.1-5, Κριτ5.23, Κριτ6.11-24, Κριτ13.3-23, Β’Σαμ24.16-17, Α’Βασ19.5/7, Β’Βασ1.3/15, Α’Χρ21.11-20, Ψλ34.7/9, Ψλ35.5-6, Ησ37.36, Ησ63.9, Δαν3.28, Δαν6.22, Ωσ12.4-5 (Γεν32.24-30), Ζαχ1.9-19, Ζαχ3.1-10, Ζαχ4.1-6, Ζαχ12.8, Μαλ3.1
Scroll to top