Μεταρρύθμιση, μεταφράσεις και κήρυγμα της Αγίας Γραφής

person standing while opening book on stage

“Ακούσατε την φωνήν Μου και θέλω είσθαι Θεός σας και σεις θέλετε είσθαι λαός Μου”

(Ιερ. 7:23)


“Μήπως ο Κύριος αρέσκεται εις ολοκαυτώματα και εις τας θυσίας, καθώς εις το να υπακούωμεν της φωνής του Κυρίου; Ιδού η υποταγή είναι καλυτέρα παρά την θυσίας”

(Α΄Σαμ.15:22)

Ο Θεός αποδέχεται την τιμή που του αποδίδουν οι άνθρωποι μόνο όταν είναι η τιμή που Αυτός επιδοκιμάζει. Αποδέχεται την λατρεία που είναι σύμφωνη με το θέλημα και τις παραγγελίες του λόγου Του. Τιμάμε τον Θεό όταν σεβόμαστε αυτό που ο Ίδιος μας έχει δώσει. Αληθινή τιμή προς τον Θεόν σημαίνει να υποτάξουμε το θέλημά μας, τον τρόπο ζωής και λατρείας μας μόνο στην εξουσία του δικού Του θελήματος και της αλήθειας. Αυτό το θέλημα και η αλήθεια εκτίθενται στο ένα και μοναδικό βιβλίο που έχει γραφτεί με την δική Του καθοδήγηση και θεοπνευστία που είναι μόνο η Αγία Γραφή. Η απόδοση προτεραιότητας στην Αγία Γραφή είναι η έκφραση της τιμής που αποδίδουμε στον Θεό. Δεν τιμάμε τον Θεό εάν δεν αποδίδουμε προτεραιότητα στον λόγο Του, την Αγία Γραφή. Αυτή ήταν μια βασική τοποθέτηση της Μεταρρύθμισης και με τον τρόπο αυτό επιτεύχθηκε η επιστροφή στον αποστολικό χριστιανισμό, τουλάχιστον για όσους ανθρώπους αποδέχτηκαν αυτές τις βιβλικές αρχές. Η τοποθέτηση του λόγου του Θεού σε θέση ίσου κύρους με οτιδήποτε άλλο αποτελεί εθελοθρησκεία η οποία δεν έχει καμία αξία ενώπιον του Θεού. Ο λόγος του Θεού είναι του Θεού, και ο Θεός αναμένει από εμάς να τοποθετήσουμε τον λόγο Του, την Αγία Γραφή, σε μια μοναδική θέση διότι μοναδικός είναι ο Θεός. Η ρύθμιση της θρησκείας μας με βάση μόνο το λόγο Του είναι η τιμή που ο Θεός δέχεται διότι απλούστατα μόνο ο λόγος Του τιμά τον Θεό. Κάθε άλλη θρησκευτική εφεύρεση των ανθρώπων είναι απλά εκ των ανθρώπων, και όχι μόνο δεν έχει καμία αξία ενώπιον του Θεού, αλλά και επιπλέον αντιστρατεύεται την δική Του αποκλειστικότητα να υπαγορεύει τον τρόπο που επιθυμεί να Τον λατρεύουμε, τρόπο που ήδη έχει εκθέσει μέσα στο βιβλίο Του, την Αγία Γραφή. Έτσι εμείς οι άνθρωποι καλούμαστε να λατρεύουμε τον Θεό με τους δικούς Του όρους. Είναι προπέτεια να τολμάμε να προχωρήσουμε με οποιονδήποτε άλλο οδηγό εκτός του λόγου του Θεού. Αυτή την αρχή προσπάθησαν οι Μεταρρυθμιστές να ακολουθήσουν. Θεώρησαν ότι οι οποιεσδήποτε αποφάσεις εκκλησιαστικών Συνόδων, εφόσον παρέκλιναν από τις αρχές της Αγίας Γραφής, δεν είχαν καμία εξουσία ή αξία. Αλάνθαστη θεώρησαν μόνο την Αγία Γραφή διότι αλάνθαστος είναι μόνο ο Θεός του Οποίου λόγος είναι η Αγία Γραφή. Έτσι προτίμησαν να επιστρέψουν στην αποστολική Εκκλησία παρά να εξακολουθήσουν τον αδιέξοδο και ολέθριο δρόμο της εκκλησιαστικής αυθαιρεσίας. Είναι προτιμότερο να τιμάμε τον Θεό όχι με τον τρόπο που εμείς επιλέγουμε αλλά με τον τρόπο που Αυτός έχει ορίσει μέσα στον λόγο Του και με αυτό το δεδομένο έχουμε την υποχρέωση να διαδίδουμε τον λόγο Του με όλη μας την ψυχή καθώς τίποτα λιγότερο δεν αρμόζει στην υπηρεσία του Θεού. 

Μεταφράσεις της Αγίας Γραφής

Η κίνηση της Μεταρρύθμισης απέδειξε με αδιαμφισβήτητο τρόπο αυτά που αναπτύξαμε ανωτέρω. Πρώτιστο και κύριο μέλημα των πιστών μαθητών του Κυρίου υπήρξε η διάδοση της Αγίας Γραφής και η Μεταρρύθμιση αποτελεί ένα λαμπρό παράδειγμα που όμοιό της ίσως δεν έχει να επιδείξει η Εκκλησία σε όλη της την ιστορία. Αυτό παραμένει το ήθος των Ευαγγελικών μέχρι σήμερα και με την χάρη του Θεού θα παραμείνει μέχρι την Δευτέρα παρουσία. Δεν μιλούν όμως όλοι οι λαοί την ίδια γλώσσα. Η διάδοση της γνώσης του λόγου του Θεού επιβάλλει την μετάφρασή του και σε άλλες γλώσσες. Δεν είναι σωστό (αλλά ούτε και δυνατόν) να κρατάμε τον Θεό φιμωμένο! Αυτό ήταν το σκεπτικό του Λούθηρου όταν άρχισε να μεταφράζει την Καινή Διαθήκη στην Γερμανική γλώσσα. Η φωνή του Θεού έπρεπε να ακουστεί, το φως του Θεού έπρεπε να λάμψει, η αλήθεια του Θεού έπρεπε να γίνει γνωστή. Και πήρε την πέννα στο χέρι του. Αυτό το έργο ήταν έργο που πράγματι τιμούσε τον Θεό με μια τιμή που οι θρησκευτικοί άρχοντες της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας μέχρι τότε αρνούνταν να αποδώσουν στον Θεό. Προτεραιότητά του αποτελούσε αυτή η μετάφραση, πρόθεσή του ήταν να τιμήσει τον Θεό. Ο Θεός δεν είχε δώσει τον λόγο Του για να είναι κρυμμένος υπό το μόδιον αλλά για να είναι επί τον λυχνοστάτην. Ο Θεός δεν ήθελε οι λαοί να χαθούν από έλλειψη γνώσεως αλλά να γνωρίσουν την αλήθεια που ελευθερώνει. Έτσι έπρεπε αυτός που κάλεσε και έχρισε ο Θεός να υπακούσει στο θέλημα του Θεού. Και το έκανε. Η μετάφραση αυτή ήταν η πρώτη που έγινε όχι από τη Λατινική Βουλγάτα, αλλά κατευθείαν από το ελληνικό κείμενο. Η δε Παλαιά Διαθήκη εκδόθηκε από μια ομάδα επιστημόνων το 1534. Από τότε η μετάφραση της φωνής του Θεού έγινε το σήμα κατατεθέν της Εκκλησίας των Διαμαρτυρομένων, κάτι για το οποίο μπορούμε να καυχόμαστε μέχρι σήμερα. Σημάδι αυτό της εμπιστοσύνης που πάντα είχε η Ευαγγελική Εκκλησία προς το λόγο του Θεού. 

Η θέση του κηρύγματος και της διδασκαλίας στη Μεταρρύθμιση

Απόρροια αυτού του ευσεβούς πόθου και αγάπης για το Θεό και το λόγο Του αποτέλεσε το γεγονός ότι αυτοί που αφυπνίζονταν από τη διδασκαλία της Γραφής επιδίδονταν με ενθουσιασμό στο κήρυγμα της αλήθειας της Γραφής με φλογερά κηρύγματα και με δύναμη Αγίου Πνεύματος που άγγιζε χιλιάδες ψυχές που μέχρι τότε για όλη τους τη ζωή είχαν κρατηθεί δέσμιοι της θρησκευτικής άγνοιας και δεισιδαιμονίας. Ο Θεός χρησιμοποίησε το κήρυγμα, όπως το έκανε και στα αποστολικά χρόνια. Το κήρυγμα από την Γραφή είναι ο φορέας της αλήθειας, είναι το όργανο που ο Θεός χρησιμοποιεί για να ελέγξει ψυχές και να τις οδηγήσει στον Χριστό. Ο Θεός πάντα τίμησε το κήρυγμα του λόγου Του και αυτό έκανε και στα χρόνια της ανάστασης της Εκκλησίας μετά από την μακραίωνη παραμονή της στην πνευματική νέκρωση. Αλλά και συστηματική διδασκαλία και κατήχηση γίνονταν προκειμένου οι αλήθειες του ευαγγελίου να εμπεδωθούν στην ψυχή των πιστών. Και στο θέμα της διδασκαλίας ακολουθήθηκε ο μόνος ασφαλής οδηγός που είναι το βιβλίο που εμπεριέχει τη διδασκαλία των αποστόλων εφόσον δεν έχουμε τους ίδιους τους αποστόλους να μας εξηγήσουν προφορικά την αλήθεια. Αντικείμενο της διδασκαλίας για εμάς δεν αποτέλεσε τίποτε άλλο εκτός από αυτό που ήταν αντικείμενο διδασκαλίας και στα χρόνια της αποστολικής Εκκλησίας, δηλαδή ο λόγος του Θεού. 

Είναι χρήσιμο και ενθαρρυντικό και εδώ να αναφέρουμε κάποια παραδείγματα των πνευματικών διάδοχων των αποστόλων στα χρόνια της Μεταρρύθμισης. Στη Ζυρίχη της Ελβετίας ένας μεταρρυθμιστής, ο Leo Jud, φλογερός κήρυκας του ευαγγελίου, έγραψε μια κατήχηση που γνώρισε μια μακρά και καρποφόρα χρήση. Πολλές άλλες κατηχήσεις και ομολογίες πίστεως γράφτηκαν εκείνα τα χρόνια. Όλα αυτά είχαν σκοπό να επεξηγήσουν την αλήθεια και να παρουσιάσουν τη διδασκαλία με μέθοδο. Στη Δανία ήταν ένας πρώην μοναχός, ο Χανς Τάουζεν, ο οποίος όταν ήταν φοιτητής στη Βιττεμβέργη, είχε παραστεί νεαρό παλληκάρι ακόμα, στις συνεδριάσεις της Δίαιτας της Worms, και του είχε κάνει ζωηρή εντύπωση το θάρρος και η σταθερότητα με την οποία είχε υποστηρίξει ο Λούθηρος τις θρησκευτικές αρχές του. Όταν το 1525 επέστρεψε στην πατρίδα του άρχισε να κηρύττει στη Βίμποργκ το ευαγγέλιο, αμιγές από ρωμαιοκαθολικές επιδράσεις, και μάλιστα κήρυττε με τρόπο που προκαλούσε ακατάσχετο λαϊκό ενθουσιασμό. Μεταρρυθμιστές στη Σουηδία κήρυτταν ότι το κήρυγμα του ευαγγελίου είχε μεγαλύτερη αξία από τις λειτουργίες και τις εκκλησιαστικές τελετές. Στη Νορβηγία η αλήθεια του ευαγγελίου διεσπάρη μεταξύ του λαού με τα κηρύγματα και τη διδασκαλία του Γιόργκεν Έρικσον, ο οποίος επάξια έμεινε γνωστός στη ιστορία ως ο «Λούθηρος της Νορβηγίας». Δεν ήταν βέβαια μόνο τα λίγα ονόματα που διέσωσε η ιστορία αυτά που επωμίστηκαν το ευλογημένο έργο της μετάδοσης της αλήθειας. Αμέτρητοι ήταν εκείνοι που εργάστηκαν και θυσιάστηκαν ως άγνωστοι στρατιώτες στο στρατό του Χριστού. Όλοι αυτοί αναγνώριζαν την προτεραιότητα της ζωής που δεν είναι άλλη από την υπόθεση του ευαγγελίου. Και γεγονός είναι ότι κάθε ένας που διαβάζει την Γραφή και φωτίζεται από το Πνεύμα να γνωρίσει τους θησαυρούς της αλήθειας της και τη σωτηρία του αίματος του Χριστού αισθάνεται ένα ασίγαστο πόθο να μεταδώσει αυτό που βρήκε και σε άλλους ανθρώπους. Αυτό δεν είναι δικές μας θεωρίες αλλά η εμπειρία δεκάδων χιλιάδων πιστών παγκοσμίως. Ο λόγος του Θεού έχει δύναμη που συνέχει την καρδιά και τη σκέψη και ολόκληρη τη ζωή του ανθρώπου που την γεύθηκε. Ας συνεχίσουμε στα ίδια ίχνη στα οποία περπάτησαν όλοι οι πιστοί από τις ημέρες των αποστόλων μέχρι σήμερα. Ως αποστολική Εκκλησία έχουμε υποχρέωση να το κάνουμε. Αλλά αυτή είναι και η επιθυμία μας. 

Scroll to top