Η χριστιανική ζωή ως προσκύνημα

Η μετακίνηση ανθρώπων λόγω κάποιου πνευματικού ή θρησκευτικού αισθήματος αποτελεί ένα παγκόσμιο φαινόμενο, το οποίο πιθανότατα είναι τόσο αρχαίο όσο και η ίδια η θρησκεία. Το προσκύνημα με την αυστηρή έννοια σημαίνει μετακίνηση προς έναν ιερό τόπο με κάποιο θρησκευτικό κίνητρο. Εντούτοις, στη χριστιανική πίστη το προσκύνημα λαμβάνει και μια μεταφορική έννοια, ξεπερνώντας τα όρια του τόπου και του χρόνου. Με αφορμή μια πρόσφατη βιωματική περιήγηση, σε αυτό το άρθρο θα επισκεφτούμε την ιδέα της πορείας που γίνεται σε ένα προσκυνηματικό πλαίσιο. 

Προσκύνημα και Προτεσταντισμός

Οι προσκυνηματικές πορείες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την ιστορία του λαού Ισραήλ και της εκκλησίας. Παρ’ όλα αυτά, στην ιστορία του προτεσταντικού κινήματος τέτοιες πορείες έχουν αντιμετωπιστεί με σκεπτικισμό. Για πολλά χρόνια το προσκύνημα ήταν συνδεδεμένο με συγχωροχάρτια που δίνονταν έπειτα από ταξίδια προς συγκεκριμένους αγίους τόπους ή με λείψανα αγίων και την οικονομική εκμετάλλευση τους. Ως αποτέλεσμα, ακόμα και πριν από τη Μεταρρύθμιση, πολλοί θεολόγοι έβλεπαν με καχυποψία τέτοιου είδους πορείες.

Η ιδέα όμως του προσκυνήματος είναι τόσο βαθιά ριζωμένη στη χριστιανική πίστη που δύσκολα μπορούσαν οι θεολόγοι να το αγνοήσουν. Πολλοί μεταρρυθμιστές ασχολούνται με το θέμα αυτό, αναζητώντας το αληθινό νόημα του προσκυνήματος. Ο Μαρτίνος Λούθηρος (1483-1546) έβλεπε την ίδια τη ζωή ως προσκύνημα μέσα στο χρόνο, μια πορεία από τη γέννηση ως το θάνατο, με τελικό στόχο όχι κάποιο επίγειο τόπο, αλλά τη σχέση με τον Θεό και τη διατήρηση της πίστης. Ο Ιωάννης Καλβίνος (1509-1564) κατακρίνει αυτές τις πορείες ως δεισιδαιμονίες, αλλά ταυτόχρονα χρησιμοποιεί το παράδειγμα του προσκυνήματος για να ενθαρρύνει τους πιστούς να ταξιδέψουν ως προσκυνητές σε αυτή τη ζωή οδεύοντας προς τον Χριστό. Αργότερα, ο Τζον Μπάνυαν (1628-1688), στο έργο του The Pilgrim’s Progress, περιγράφει την πορεία ενός προσκυνητή σε ένα αλληγορικό πλαίσιο: Ο πρωταγωνιστής παρομοιάζεται με τον χριστιανό που οδεύει από αυτή τη γη στην επόμενη ζωή.

Επομένως, το προσκύνημα δεν απορρίπτεται από τον προτεσταντισμό, αλλά ούτε και επιδιώκεται. Σταδιακά, το γεγονός αυτό αλλάζει, και μέσα στον 19ο αιώνα οι πορείες απεκδύονται τις παλαιότερες συνιστώσες και απενοχοποιούνται. Έτσι, στον 20ο αιώνα προτεσταντικές κοινότητες ανακαλύπτουν ξανά το προσκύνημα και τα πνευματικά οφέλη που μπορεί αυτό να έχει στη ζωή του πιστού. Άλλωστε, όπως θα δούμε και παρακάτω, το προσκύνημα ως ιδέα έχει πολύ δυνατά βιβλικά θεμέλια.

Η προσκυνηματική πορεία στην Αγία Γραφή 

Η Παλαιά Διαθήκη είναι διαποτισμένη με την ιδέα της αναζήτησης του Θεού και της πορείας προς μια συνάντηση μαζί Του σε ένα λατρευτικό πλαίσιο. Ένα ασυνήθιστο παράδειγμα προσκυνήματος βρίσκεται στην ιστορία των πατριαρχών, όταν ο Θεός καλεί τον Ιακώβ να τον συναντήσει στη Βαιθήλ (Γεν.35:1-7). Βέβαια, πολλοί μελετητές θεωρούν ότι ο Αβραάμ είναι ο πρώτος προσκυνητής στο λαό Ισραήλ. Φεύγει από τη χώρα του και τον οίκο του πατέρα του και επιλέγει να ζήσει μια ζωή συνεχόμενης πορείας. Μια ζωή συνεχόμενης αναζήτησης του Θεού. Μάλιστα, ο ίδιος ο Θεός είναι Εκείνος που τον καλεί στη νομαδική αυτή ύπαρξη (Γεν.12:1-2), την οποία μιμείται και ο λαός που προήλθε από τον Αβραάμ.

Ακόμα κι όταν ο λαός Ισραήλ εγκαθίσταται μόνιμα στη γη της Αιγύπτου, ο Θεός καλεί τον Μωυσή να μιλήσει στο Φαραώ και να του πει: «Μας φανερώθηκε ο Κύριος, ο Θεός των Εβραίων. Τώρα λοιπόν θέλουμε να πάμε τρεις μέρες πορεία στην έρημο, για να θυσιάσουμε στον Κύριο τον Θεό μας» (Εξ.3:18). Κι αφού ο Θεός βγάζει τον λαό Ισραήλ από την Αίγυπτο με θαυματουργικό τρόπο, τους οδηγεί στο όρος Σινά, όπου «ο Μωυσής ανέβηκε στο βουνό για να συναντήσει το Θεό» (Εξ.19:3). Ο σκοπός, λοιπόν, της προσκυνηματικής πορείας σε κάθε περίπτωση είναι η συνάντηση με τον Θεό. Αντίστοιχο παράδειγμα αποτελεί η πορεία του Ηλία προς το όρος Χωρήβ (Α’Βασ.19:5-13). Διαπιστώνουμε πως, ενώ ο Θεός είναι πανταχού παρών, η συνάντηση μαζί Του φαίνεται να απαιτεί κάποιου είδους μετακίνηση, είτε τόπου, είτε εαυτού. 

Σταδιακά, το προσκύνημα καθιερώνεται στο λαό Ισραήλ και συνδέεται με τις εορτές. Μάλιστα, σύμφωνα με το νόμο, τα αρσενικά μέλη της οικογένειας ήταν υποχρεωμένα να παρουσιάζονται μπροστά στον Κύριο τρεις φορές το χρόνο (Εξ.23:17, Δτ.16:16). Όταν η Κιβωτός της Διαθήκης μεταφέρεται μόνιμα στην Ιερουσαλήμ από τον Δαυίδ (Β´ Σαμ.6) και χτίζεται ο ναός από τον Σολομώντα (Α΄ Βασ.5-8), η πόλη αποτελεί σημαντικό προσκυνηματικό προορισμό. Με τη θρησκευτική μεταρρύθμιση του Ιωσία (Β΄ Βασ.23), η Ιερουσαλήμ ορίζεται ως ο επίσημος τόπος εορτασμού του Πάσχα σε μια προσπάθεια να εξαλειφθούν τα τοπικά ειδωλολατρικά έθιμα άλλων ιερών τόπων. Και μετά την επιστροφή από τη Βαβυλωνιακή εξορία, ο ναός της Ιερουσαλήμ είναι πλέον ο μοναδικός ιερός τόπος λατρείας και προσκύνησης του Θεού. 

Έτσι, κάθε χρόνο, Εβραίοι απ’ όλη την Παλαιστίνη και τη Διασπορά επισκέπτονται την Ιερουσαλήμ. Ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια του ναού ψέλνοντας ωδές αναβαθμών και τραγουδώντας «Στον οίκο του Κυρίου θα πάμε. Ιερουσαλήμ, στις πύλες σου τα βήματά μας σταματούν» (Ψλ.122:1-2). Κάθε χρόνο επισκέπτονται το ναό αναμένοντας την εκπλήρωση της εσχατολογικής τους ελπίδας, που βλέπει τη σύναξη όλων των λαώνκαι όχι μόνο του Ισραήλ. Όπως διαβάζουμε στον Ησαΐα 2:2-3: «Θα ’ρθούνε μέρες που το όρος του ναού θα κυριαρχεί πάνω στα βουνά, ψηλότερο απ’ όλα τ’ άλλα. Εκεί θα συρρέουν οι λαοί. Εκεί θα τρέχουν έθνη πολλά. “Εμπρός”, θα λένε, “ας ανεβούμε στο όρος του Κυρίου, στον οίκο του Θεού του Ιακώβ, το δρόμο του να μας διδάξει για να τον ακολουθούμε”».

Στην Καινή Διαθήκη, ο Ιησούς Χριστός υπακούοντας στο νόμο ως παιδί ακολουθεί τους γονείς του στην Ιερουσαλήμ (Λκ.2:41), αλλά και ως ενήλικας εξακολουθεί να πηγαίνει στις εορτές (Ιω.2:13, 5:1, 7:14, 10:22). Ακόμα και στα χρόνια τις πρώιμης εκκλησίας, συναντάμε τον απ. Παύλο να προσπαθεί να παρευρεθεί στην Ιερουσαλήμ σε ημέρα εορτής (Πραξ.20:16). Παρόλα αυτά, μετά το θάνατο και την ανάσταση του Χριστού συντελείται μια ουσιαστική τομή στον τρόπο που αντιλαμβάνονται οι πιστοί το προσκύνημα. Στο ευαγγέλιο του Ιωάννη, στο διάλογο που έχει ο Χριστός με τη Σαμαρείτισσα, ο Ιησούς αναφέρει πως «είναι κοντά ο καιρός που δεν θα λατρεύετε τον Πατέρα ούτε σ’ αυτό το βουνό ούτε στα Ιεροσόλυμα», και προσθέτει ότι «είναι όμως κοντά ο καιρός, ήρθε κιόλας, που οι πραγματικοί λάτρεις θα λατρεύουν τον Πατέρα με τη δύναμη του Πνεύματος, που αποκαλύπτει την αλήθεια· γιατί έτσι τους θέλει ο Πατέρας αυτούς που τον λατρεύουν» (Ιω.4:21, 23). 

Στη νέα εποχή που εγκαινιάζει ο Ιησούς Χριστός, η πνευματική λατρεία του λαού του Θεού δεν περιορίζεται σε μία πόλη ή σε έναν συγκεκριμένο τόπο. Ο προορισμός του χριστιανού δεν είναι πλέον ένας τόπος, αλλά ένα πρόσωπο. Ο καινούριος ναός δεν είναι ένα οικοδόμημα που βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ, αλλά είναι ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός. Όπως διαβάζουμε στο ευαγγέλιο του Ιωάννη, «Ο Ιησούς απάντησε: Γκρεμίστε αυτόν το ναό, και σε τρεις μέρες εγώ θα τον ξαναχτίσω. Είπαν τότε οι Ιουδαίοι άρχοντες: Σαράντα έξι χρόνια δουλειάς χρειάστηκαν για να χτιστεί ο ναός αυτός, κι εσύ σε τρεις μέρες θα τον ξαναχτίσεις; Εκείνος όμως μιλούσε για ναό εννοώντας το σώμα του» (Ιω. 2:19-21). Εάν λοιπόν ο Χριστός είναι ο καινούριος ναός, τότε το προσκύνημα για τον πιστό σήμερα είναι η πορεία προς Εκείνον. Όπως ο Αβραάμ, καλούμαστε να οδεύσουμε στο άγνωστο με στόχο και μοναδικό προορισμό μας τη συνάντηση με τον Θεό. Αυτή εξάλλου είναι και η εσχατολογική μας προσδοκία, η εμπειρία της αιώνιας ζωής σε μια πόλη που «ναός της είναι ο Κύριος, ο παντοκράτορας Θεός, και το Αρνίο» (Απ. 21:22). 

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι η ιδέα αυτή δεν είναι τόσο ξένη ούτε στην Παλαιά Διαθήκη. Στην επιστολή προς Εβραίους, στο κεφάλαιο 11, μέσα από το παράδειγμα των ηρώων της πίστης φαίνεται πως ο Θεός καλούσε το λαό Του να δει πέρα από την παρούσα ζωή και τον επίγειο προορισμό της πορείας τους. Όπως διαβάζουμε στο 11:13, «Όλοι αυτοί πέθαναν μ’ εμπιστοσύνη στο Θεό, χωρίς να έχουν μπει στη γη της επαγγελίας· απλώς την είδαν από μακριά, τη χαιρέτησαν και διακήρυξαν ότι είναι ξένοι και περαστικοί πάνω στη γη». Όλοι αυτοί, λοιπόν, δεν απέκτησαν αυτό που τους υποσχέθηκε ο Θεός (11:39), επιζητώντας τελικά κάτι καλύτερο, μια μόνιμη πατρίδα (11:14). 

Διαβάς εις Μακεδονίαν

Αφορμή για την περισυλλογή που κάναμε πάνω στην ιδέα του προσκυνήματος στάθηκε μια πρόσφατη περιηγητική δράση των Βημάτων του Παύλου στη Βόρεια Ελλάδα.Όταν αναφερόμαστε στα «Βήματα του Παύλου» στην Ελλάδα εννοούμε συνήθως τη διαδρομή που ακολούθησε ο απ. Παύλος όταν μετέβη για πρώτη φορά στον Ελλαδικό χώρο στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. Πιο συγκεκριμένα, κατά τη διάρκεια της δεύτερης ιεραποστολικής του περιοδείας πέρασε από τη Σαμοθράκη, τη Νεάπολη, τους Φιλίππους, την Αμφίπολη, την Απολλωνία, τη Θεσσαλονίκη, τη Βέροια, την Αθήνα και την Κόρινθο.

Τα Βήματα του Παύλου θεωρούνται μία ενιαία διαδρομή. Μάλιστα, η διαδρομή αυτή πρόσφατα αναγνωρίστηκε και επίσημα ως υποψήφια διαδρομή του απ. Παύλου από το Συμβούλιο της Ευρώπης. Παρόλα αυτά, οι επαγγελματίες στον τομέα του τουρισμού δεν διαχειρίζονται ακόμα τη διαδρομή αυτή ως κάτι ενιαίο. Ουσιαστικά, οι ταξιδιώτες επισκέπτονται βιαστικά τον ένα χώρο μετά τον άλλο, συχνά παραλείποντας πολλούς σταθμούς στα ενδιάμεσα της διαδρομής. Ως αποτέλεσμα, αυτό που εκλαμβάνουν είναι ένα κατακερματισμένο αφήγημα που αποτυγχάνει να επικοινωνήσει μια ενιαία ιστορία. Ταυτόχρονα, η ανάπτυξη της τεχνολογίας και η κουλτούρα της μαζικής ταχείας κατανάλωσης έχουν αλλάξει τον τρόπο που ταξιδεύουμε ή που αντιλαμβανόμαστε το ταξίδι γενικότερα. 

Παρόλα αυτά, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια στροφή στην τουριστική βιομηχανία, όπου όλο και περισσότεροι άνθρωποι αναζητούν πιο αυθεντικές εμπειρίες. Είναι, όμως, δύσκολο να μιλάμε για αυθεντικότητα της εμπειρίας, όταν έχουμε αποξενώσει τον εαυτό μας από τον τόπο και τον χρόνο μιας άλλης εποχής. Σαφώς δεν μπορούμε να ταξιδέψουμε στο παρελθόν, αλλά μπορούμε να βιώσουμε τον χρόνο—ή μάλλον το πέρασμα του χρόνου—όπως τον βίωναν στη ρωμαϊκή εποχή, δηλαδή, πιο αργά. Ο Φρεντερίκ Γκρο, σε ένα βιβλίο του περί της φιλοσοφίας του περπατήματος, αναφέρει: «Η ψευδαίσθηση της ταχύτητας συνίσταται στο να πιστεύεις ότι έτσι κερδίζεις χρόνο. […] Τουναντίον, οι μέρες που κυλούν με αργό βάδισμα διαρκούν πολύ. Είναι σαν να κρατάνε περισσότερο, ακριβώς επειδή κανείς έχει την άνεση να αναπνεύσει, να αισθανθεί την κάθε ώρα, το κάθε λεπτό ή δευτερόλεπτο που κυλά, αντί να εκβιάζει τον χρόνο».

Από τις παραπάνω παρατηρήσεις γεννήθηκε η ιδέα μιας εναλλακτικής προσέγγισης των «Βημάτων του Παύλου» ως διαδρομή, αλλά και ως προσφερόμενη εμπειρία. Ως αποτέλεσμα, διοργανώθηκε η δράση «Διαβάς εις Μακεδονίαν», μια πειραματική περιπατητική εκδρομή. Η έμπνευση για το όνομα της δράσης πηγάζει από το βιβλίο των Πράξεων, όπου στο 16:9 διαβάζουμε ότι ο Παύλος είδε σε όραμα έναν άνδρα Μακεδόνα που του είπε: «διαβὰς εἰς Μακεδονίαν βοήθησον ἡμῖν». Έτσι, πέρασε από τη Μικρά Ασία στην επαρχία της Μακεδονίας, κηρύττοντας το μήνυμα του ευαγγελίου για πρώτη φορά σε ευρωπαϊκό έδαφος. 

Η μετακίνηση λοιπόν αυτή, ενέπνευσε κι εμάς να πραγματοποιήσουμε μια άλλη μετακίνηση. Πιο συγκεκριμένα, το φθινόπωρο του 2021 συγκροτήθηκε μια ομάδα εννέα εθελοντών, οι οποίοι περπάτησαν από την Καβάλα έως τη Θεσσαλονίκη, διανύοντας συνολικά 215 χιλιόμετρα σε οκτώ ημέρες. Η ομάδα ξεκίνησε από το λιμάνι της Καβάλας και κατέληξε στη Ρωμαϊκή Αγορά της Θεσσαλονίκης, ακολουθώντας την πορεία της Αρχαίας Εγνατίας, την οδό που πιθανότατα χρησιμοποίησε και ο ίδιος ο Παύλος με τους συνοδοιπόρους του. 

Η δράση εστίαζε στον αργό τουρισμό και το αυθεντικό βίωμα μιας περιηγητικής εμπειρίας, προσφέροντας μια αντιπρόταση στη μαζικοποιημένη κατανάλωση τουριστικών προορισμών. Επίσης, έμφαση δόθηκε στην πλούσια κληρονομιά των τόπων διέλευσης και στη σύνδεσή τους με τους αρχαιολογικούς χώρους και τα μνημεία της ρωμαϊκής εποχής. Παράλληλα, η ομάδα συνδέθηκε με την τοπική κοινότητα της κάθε περιοχής φέρνοντας στο δημόσιο διάλογο τη διαδρομή του απ. Παύλου και το πώς αυτή μπορεί να συμβάλει στη βιώσιμη ανάπτυξη του τόπου. 

Ο στόχος της ομάδας ήταν να ιχνηλατήσει τη διαδρομή μέσω της περιήγησης, καταγράφοντας τις εμπειρίες της διαδρομής, καθώς και να αναζητήσει τρόπους και ιδέες ανάδειξής της. Στο πλαίσιο αυτό, όλοι οι εθελοντές συμμετείχαν σε καθημερινές συζητήσεις και ασκήσεις πάνω στα εκάστοτε θέματα της ημέρας. Ένα από αυτά ήταν «η ζωή ως πορεία». Η ζωή, όπως είδαμε, μοιάζει με προσκύνημα, αλλά και το προσκύνημα είναι μια μικρογραφία της ζωής. Ξεκινάς την πορεία σου κάπως φοβισμένος, έχοντας μια παιδική αθωότητα. Συνεχίζεις με ένα νεανικό δυναμισμό και προχωράς με γενναιότητα προς το άγνωστο. Σύντομα, έρχονται οι πρώτες δυσκολίες, το κορμί κυρτώνει και το βάρος γίνεται αβάσταχτο. Οι συνοδοιπόροι, όμως, της ζωής σού δίνουν κουράγιο. Γελάτε μαζί, κλαίτε μαζί, τραγουδάτε, ονειρεύεστε και ζείτε. Καθ’ όλη τη διάρκεια της πορείας, προσπαθείς να έχεις τα μάτια σου προσηλωμένα στο στόχο. Θυμίζεις στην καρδιά σου την ανάπαυση του τερματισμού. Περπατώντας στο Διαβάς εις Μακεδονίαν βιώσαμε με ένα μοναδικό τρόπο αυτές τις αλήθειες. 

Το προσκύνημα ως βίωμα

Εν κατακλείδι, το προσκύνημα είναι άμεσα συνυφασμένο με τη ζωή του χριστιανού. Μάλιστα, η πρώιμη χριστιανική κοινότητα και πίστη αποκαλείτο «οδός» προτού ονομαστεί «χριστιανισμός» (Πραξ. 9:2). Όνομα πολύ ταιριαστό, εάν σκεφτούμε ότι ο Ιησούς Χριστός, Εκείνος που είναι ο ίδιος «η οδός» (Ιω.14:6), καλεί τους μαθητές Του να πορευθούν διδάσκοντας όλα τα έθνη (Μτ.28:19). Ο χριστιανισμός είναι μια πίστη πορείας και ιεραποστολής· καλούμαστε να ζήσουμε μια πίστη σταθερή, αλλά όχι στάσιμη, μια ζωή μόνιμης μετακίνησης και αναζήτησης του Θεού. Ο Αυγουστίνος (354-430) θεωρεί τους χριστιανούς ως προσκυνητές που βαδίζουν προς τη βασιλεία του Θεού. Κι ο Κλήμης της Ρώμης (1ος αι. μ.Χ.), στην αρχή της επιστολής του προς τους Κορινθίους, αναφέρεται στην εκκλησία ως παροικούσα.

Το προσκύνημα, λοιπόν, υπό μία έννοια είναι ένα περπάτημα προς τον Θεό, μέσω του Ιησού Χριστού και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος. Η ιδέα του περπατήματος εμφανίζεται ως σημαντικό μοτίβο μέσα στην Αγία Γραφή και αναφέρεται στη ζωή του κάθε πιστού με τον Θεό. Περπατάς μαζί με κάποιον, επειδή πηγαίνετε και οι δύο στην ίδια κατεύθυνση, επειδή σου αρέσει η παρέα του, επειδή θέλεις να συζητάς μαζί του. Το παράδειγμα του Ενώχ (Γεν.5:24), ενός ανθρώπου που περπάτησε με τον Θεό, παρουσιάζεται ως μια εναλλακτική επιλογή για το πώς να ζήσει ο άνθρωπος μετά την πτώση, αποφεύγοντας το φαύλο κύκλο της ζωής και του θανάτου που έφερε η πτώση.

Εφόσον, όμως, το προσκύνημα με την ευρύτερη έννοια μπορεί να εκληφθεί ως η πορεία της ζωής μας προς τον Θεό, τότε γιατί χρειαζόμαστε τις επίγειες προσκυνηματικές πορείες; Οπωσδήποτε, το οποιοδήποτε προσκύνημα δεν είναι υποχρεωτικό στον χριστιανό, ούτε προσθέτει κάτι στη σωτηρία του· προσθέτει, όμως, κάτι στην εμπειρία του. Η γνώση του Θεού δεν είναι πρωτίστως μια θεωρητική ιδέα, αλλά μια εμπειρική γνώση που τη βιώνουμε καθημερινά καθώς ζούμε μαζί Του. Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, έχουμε την ανάγκη να νιώσουμε πρακτικά τι σημαίνει «περπατώ» ή «οδοιπορώ». Έχουμε αποξενωθεί τόσο πολύ από την καθημερινή εμπειρία και τις κακουχίες του περπατήματος, που αδυνατούμε να κατανοήσουμε την ιδέα της πορείας στην πληρότητά της. Μια προσκυνηματική πορεία μπορεί με κάθε τρόπο να μας ωφελήσει πολύ. Θα μας ενθαρρύνει να κάνουμε μια παύση από τα πολυάσχολα προγράμματά μας, για να ζήσουμε κάποιες μέρες με πιο αργούς ρυθμούς, να βαδίσουμε βήμα-βήμα μια διαδρομή προσευχόμενοι, να θυμηθούμε αρετές όπως η πειθαρχία, η επιμονή, η υπομονή, και η αφοσίωση· να βιώσουμε—πνευματικά και σωματικά—το περπάτημα με τον Θεό.

Βιβλιογραφικές αναφορές

  1. Gisbert Rinschede, “Forms of Religious Tourism”, Annals of Tourism Research, Vol.19(1992): 53-55.
  2. Βλ. Linda Kay Davidson and David M. Gitlitz, Pilgrimage: From the Ganges to Graceland; An Encyclopedia, Vol.II (Santa Barbara: ABC-Clio, 2002), στο λ. “Pilgrimage” 478.
  3. Richard Barber, Pilgrimages (Woodbridge: Boydell Press, 1991), 54.
  4.  Paul Severn, “A history of Christian Pilgrimage”, International Journal for the Study of the Christian Church, 19:4 (2019): 331-332.
  5.  Linda Kay Davidson and David M. Gitlitz, Pilgrimage: From the Ganges to Graceland; An Encyclopedia, Vol.II (SantaBarbara: ABC-Clio, 2002), στο λ. “Reformation and Pilgrimage” 513-514.
  6.  Στα ελληνικά: JohnBunyan, Το Μεγάλο Ταξίδι. Αθήνα: Το Ανώγειο, 2001.
  7. Christian Vacaru, “The Biblical Foundations of the Pilgrimage”. International Letters of Social and Humanistic Sciences, Vol.65 (2015): 59.
  8. Ψαλμοί 119-133.
  9.  Βλ. Λεξικό Βιβλικής Θεολογίας (Αθήνα: Άρτος ζωής, 1980), στο λ. «Προσκυνηματική Πορεία»  866.
  10.  Βλ. επίσης: Ησ.66:18-21, Μιχ.7:12, Ζαχ.14:16-19.
  11. William G. Johnsson, “The Pilgrimage Motif in the Book of Hebrews”, Journal of Biblical Literature, Vol.97, No 2 (1978):240.
  12.  Η περιήγηση αυτή διοργανώθηκε στο πλαίσιο της διδακτορικής έρευνας της συγγραφέως, με τίτλο εργασίας «Θρησκευτικός τουρισμός στην Ελλάδα. Προσλήψεις και εμπειρίες περιηγητών ακολουθώντας τα βήματα του Αποστόλου Παύλου». Η έρευνα εκπονείται στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, και υπάγεται στο γνωστικό αντικείμενο της Μουσειολογίας.
  13.  Περισσότερα για το θέμα, βλ. Σωτήριος Σ. Δεσπότης, Η Ιεραποστολική Περιοδεία του Παύλου στον Ελλαδικό Χώρο. Μακεδονία–Αχαΐα–Ασία, Αθήνα: Εκδόσεις Ουρανός, 2011.
  14.  Σημερινή Καβάλα.
  15.  Πράξεις των Αποστόλων, 16:11-18:21.
  16.  Σύμφωνα με βιογραφικές λεπτομέρειες που αντλούμε από τις Πράξεις των Αποστόλων και από επιστολές του απ. Παύλου, γνωρίζουμε πως επισκέφτηκε και άλλες πόλεις κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του, οι οποίες συχνά συμπεριλαμβάνονται στην ευρύτερη διαδρομή των Βημάτων του Παύλου στην Ελλάδα. Ως ενιαία διαδρομή, όμως, περιορίζεται στις συγκεκριμένες πόλεις που αναφέρθηκαν.
  17.  Για περισσότερες πληροφορίες βλ. https://stpaul-culturalroute.eu/
  18.  Frédéric Cros, Περπατώντας, Αθήνα: Ποταμός, 2018.
  19.  24-31 Οκτωβρίου 2021.
  20.  «Ἡ ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ ἡ παροικοῦσα ῾Ρώμην τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Θεοῦ τῇ παροικούσῃ Κόρινθον» (Κλήμεντος, Προς Κορινθίους Α΄).
  21. Η μετάφραση του Βάμβα αποδίδει πιο κυριολεκτικά το εβραϊκό ρήμα halakh (הָלָךְ) ως «περπάτησε», κι όχι ως «έζησε».
  22. F. S. Parnham, “Walking with God”, Evangelical Quarterly 46 (1974): 117-118.
  23. Christian George, “The Discipline of Christian Pilgrimage” in Traveling Well (Waco: The Institute for Faith and Learning, Baylor University, 2016), 24. 

Βιβλιογραφία

  • Barber, Richard. Pilgrimages. Woodbridge: Boydell Press, 1991.
  • Davidson, Linda Kay and David M. Gitlitz. Pilgrimage: From the Ganges to Graceland; An Encyclopedia, Vol. II. Santa Barbara: ABC-Clio, 2002.
  • Δεσπότης, Σωτήριος Σ. Η Ιεραποστολική Περιοδεία του Παύλου στον Ελλαδικό Χώρο. Μακεδονία–Αχαΐα–Ασία. Αθήνα: Εκδόσεις Ουρανός, 2011. 
  • George, Christian. “The Discipline of Christian Pilgrimage,”in Traveling Well (Waco: The Institute for Faith and Learning, Baylor University, 2016), 19-27.
  • Johnsson, William G. “The Pilgrimage Motif in the Book of Hebrews”. Journal of Biblical Literature, Vol.97, No 2 (1978): 239-251.
  • Leon-Dufour, Xavier et al. Λεξικό Βιβλικής Θεολογίας, μτφρ. Σάββας Αγουρίδης. Αθήνα: Άρτος ζωής, 1980, 866.
  • Parnham, F. S. “Walking with God”. Evangelical Quarterly 46 (1974): 117-118.
  • Rinschede, Gisbert. “Forms of Religious Tourism”. Annals of Tourism Research, Vol.19, (1992): 51-67.
  • Severn, Paul. “A History of Christian Pilgrimage”. International Journal for the Study of the Christian Church, Vol.19, No 4 (2019): 323-339.
  • Vacaru, Christian. “The Biblical Foundations of the Pilgrimage”. International Letters of Social and Humanistic Sciences, Vol.65 (2015): 58-67.
Scroll to top