Η προσαρμογή στο γήρας των γονιών μας

woman standing next to woman riding wheelchair

Μια προσαρμογή που καλούμαστε σχεδόν όλοι να κάνουμε, όσο μεγαλώνουμε, είναι η προσαρμογή στο γήρας των γονιών μας. Μέχρι τώρα, για τους περισσότερους από εμάς οι γονείς μας ήταν το στήριγμα, η δύναμή μας. Όμως, χωρίς καλά-καλά το συνειδητοποιήσουμε, γινόμαστε εμείς οι προστάτες των γονιών μας. Δεν είναι λίγες οι φορές που σε παρέες 40άρηδων ή 50άρηδων ακούει κανείς έναν φίλο ή μια φίλη να λέει: «δεν θα μπορέσουμε τελικά να έρθουμε το σαββατοκύριακο, δεν είναι και πολύ καλά η μητέρα μου», ή «πρέπει να ακυρώσουμε τη συνάντησή μας, μπήκε ο πατέρας μου στο νοσοκομείο». Μέχρι τώρα, οι συνήθεις κουβέντες σε αυτές τις παρέες ήταν για τη δουλειά, τα οικονομικά προβλήματα, τα παιδιά και τη φροντίδα τους κ.ά. Τώρα, όμως, όλο και πιο συχνά οι κουβέντες στρέφονται γύρω από τις ανάγκες των γονιών (και των πεθερικών) μας (φυσικές ή οικονομικές ή, ακόμη, ανάγκη για συντροφιά), τα προβλήματα της υγείας τους και τα προβλήματα που προκαλεί σε μας η φροντίδα τους.  

Οι γονείς, που ήταν πάντοτε οι δυνατοί, οι ισχυροί, εκείνοι που φρόντιζαν και ανησυχούσαν για την οικογένεια, γίνονται τώρα αυτοί που έχουν ανάγκη από φροντίδα. Ένας γιος ή μια κόρη μπορεί να μην έχει συνειδητοποιήσει ότι έχει πια μεγαλώσει και να βιώνει σημαντικό άγχος με αυτή την αντιστροφή των ρόλων. Η προσαρμογή στα νέα αυτά δεδομένα είναι δύσκολη για πολλούς λόγους. Η εικόνα ενός ανθρώπου που γερνάει διακινεί φόβους και μέσα σε μας τους ίδιους. Πολλοί άνθρωποι μέχρι την ηλικία των 40 ή 50 ετών δεν έχουν συνειδητοποιήσει την έννοια της σωματικής φθοράς, ότι θα γεράσουν, ότι θα φύγουν από αυτό τον κόσμο… Η μητέρα, που ήταν πάντοτε τόσο δυνατή, τώρα δεν μπορεί να σηκωθεί μόνη της από το κρεβάτι, ή ξεχνάει ακόμα και αυτό που της έχεις πει πέντε λεπτά πριν. Η συνειδητοποίηση αυτή φέρνει στην επιφάνεια μερικά κρίσιμα ερωτήματα της ζωής, τα οποία δημιουργούν άγχος: π.χ., πώς ένας άνθρωπος γίνεται τόσο αδύναμος όταν γερνάει; Πώς αντιμετωπίζει κανείς το φόβο του γήρατος, της ασθένειας, του θανάτου; 

Σε κάποιες περιπτώσεις, το άγχος μπορεί να είναι τόσο έντονο που μπορεί να προκαλέσει ακόμη και άρνηση φροντίδας των ηλικιωμένων γονιών, ως μια αμυντική στάση. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να αντέξει τον πόνο για την κατάσταση του γονιού, ή την δική του ευθύνη για τη φροντίδα του γονιού κι έτσι σχεδόν κόβει τις σχέσεις μαζί του, ή τις κάνει απρόσωπες, π.χ., παρέχει οικονομική στήριξη αλλά χωρίς προσωπική εμπλοκή. 

Σε άλλες περιπτώσεις, το γεγονός ότι γονείς και παιδιά έρχονται και πάλι κοντά λόγω της ανάγκης για φροντίδα μπορεί να φέρει στην επιφάνεια προβλήματα του παρελθόντος, πικρίες, παράπονα, οργή, ακόμα και μίση, τα οποία όσο οι γονείς ήταν καλά και τα παιδιά είχαν τη δική τους ζωή θεωρούνταν «περασμένα-ξεχασμένα». Η φροντίδα των γονιών γίνεται πράγματι πιο δύσκολη, όταν πάντα υπήρχαν προβλήματα με την οικογένεια. Για παράδειγμα, πώς μπορεί κανείς να είναι τρυφερός και καλός με μια μητέρα που ήταν πάντα τόσο αυστηρή και αυταρχική; Πώς μπορεί να υποστηρίξει τον ηλικιωμένο πατέρα του με υπομονή, όταν εκείνος πάντα τον μείωνε και δεν τον ενθάρρυνε ποτέ στις προσπάθειές του; Το ίδιο δύσκολη είναι και η φροντίδα ενός γονιού που ήταν ή έγινε λόγω της ασθένειας δύσκολος, που γκρινιάζει, παραπονιέται διαρκώς, είναι αγνώμων και ανικανοποίητος. 

Ίσως το χειρότερο από όλα είναι οι ενοχές και τα αμφιθυμικά συναισθήματα που βιώνει κάποιος, όταν φροντίζει το γονιό του. Συχνά, νιώθει ότι αυτά που κάνει για τον γονιό δεν είναι αρκετά, δεν έχει τον έλεγχο στην κατάσταση, δεν μπορεί να απαλύνει τον πόνο του γονιού ή να τον «κάνει καλά». Αλλά και ο ίδιος μπορεί νιώθει μεγάλη ματαίωση, κούραση και απογοήτευση από την όλη κατάσταση. Νιώθει συχνά ότι δεν αντέχει άλλο, ότι “δεν του αξίζει” να ζει έτσι, ότι παρόλο που βάζει τα δυνατά του αυτό δεν είναι αρκετό, αγχώνεται, θυμώνει με το γονιό, με τη δική του οικογένεια, με τον Θεό… Αυτά είναι φυσιολογικά συναισθήματα. Ποιος δεν νιώθει «κακός» όταν εκνευρίζεται μπροστά στις ανάγκες ενός ανήμπορου ανθρώπου, ή όταν νιώθει ότι δεν θέλει άλλο να προσφέρει βοήθεια σε έναν ηλικιωμένο άνθρωπο που έχει την ανάγκη του;

Για να ανταπεξέλθουμε σε αυτή την πρόκληση, πρέπει να επιστρατεύσουμε όλα μας τα πνευματικά όπλα. Καταρχήν, το Λόγο του Θεού που μας λέει ότι πρέπει να τιμάμε τους γονείς μας και ότι υπάρχει ανταπόδοση ευλογίας σε αυτόν που το κάνει.

«Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, αυτή είναι η μόνη εντολή που περιέχει υπόσχεση: για να ευτυχήσεις και να ζήσεις πολλά χρόνια πάνω στη γη». 

Εφεσίους 6:2

Η φροντίδα των γονιών μας είναι στο θέλημα του Θεού.

«Αν όμως μια χήρα έχει παιδιά ή εγγόνια, αυτά πρέπει να μάθουν να σέβονται πρώτα το δικό τους σπίτι και να ανταποδίδουν στους προγόνους τους ό,τι τους οφείλουν, γιατί αυτό είναι καλό και το θέλει ο Θεός».

Α’ Τιμόθεον 5:4

Άραγε μόνο οι γονείς πρέπει να έχουν την ευθύνη για τη φροντίδα των γονιών τους ή μήπως πρέπει να αναλάβουν ένα μέρος της ευθύνης και τα εγγόνια απέναντι στους προγόνους τους;

Το γεγονός ότι ο Κύριος επέτρεψε να έχουμε επιβαρυνθεί εμείς την φροντίδα τους είναι το θέλημά Του, όχι μόνο για εκείνους αλλά και για εμάς. Είναι η διακονία μας, η υπηρεσία με την οποία ζητά να Τον λατρεύουμε αυτή την περίοδο. Αν το δούμε έτσι, δηλαδή όχι ως ένα φορτίο αλλά ως ένα μέρος του σχεδίου του Θεού για τη ζωή μας, το πράγμα γίνεται πολύ ευκολότερο γιατί αποκτά νόημα πνευματικό και αιώνιο. 

Μια τέτοια ευθύνη περιορίζει τη ζωή μας, κυρίως την κοινωνική, ίσως και την οικογενειακή και την επαγγελματική. Μπορούμε να το δούμε αυτό ως ένα εμπόδιο στα σχέδιά μας, μια αναποδιά. Αυτό συμβαίνει όταν προσπαθούμε να «βολέψουμε» τη φροντίδα των γονιών μέσα στο ήδη γεμάτο πρόγραμμά μας, χωρίς να το αλλάξουμε και πολύ. Όμως αυτό δε γίνεται, ή γίνεται με πάρα πολύ κόπο και άγχος, και δεν αξίζει… Δεν μπορούμε να τα κάνουμε όλα όπως τα κάναμε πριν, τη δουλειά, τις διακονίες, το σπίτι και εκεί μέσα να βάλουμε και τους γονείς. 

Μπορούμε όμως να το δούμε και ως μια ευκαιρία που μας δίνει ο Θεός να προσφέρουμε με θυσία, να αυτοπεριοριστούμε, να εγκρατευτούμε, να «νηστέψουμε» από κάποιες απολαύσεις της ζωής, για να αναζητήσουμε πιο έντονα μέσα σε όλα αυτά το δικό Του πρόσωπο. Τότε βάζουμε τη φροντίδα των γονιών σε υψηλότερη προτεραιότητα και κάνουμε ό,τι μπορούμε χωρίς άγχος, αλλά με εκείνο το αίσθημα ειρήνης και χαράς που έχεις όταν ξέρεις ότι κάνεις το σωστό πράγμα τη σωστή ώρα, κι ας έχεις χάσει κάτι άλλο, δεν ήταν και τόσο σημαντικό.  

Χωρίς αμφιβολία, είναι εξαιρετικά οδυνηρό να βλέπεις το γονιό σου να γίνεται πιο αδύναμος κάθε μέρα, ίσως και να πονά ή να παραπονιέται. Συχνά νιώθουμε τέτοια συμπόνια για το γονιό που γερνά ή υποφέρει, που καταβάλει και εμάς τους ίδιους, ψυχικά ακόμη και σωματικά. Επηρεάζει τη δική μας ζωή και την οικογένειά μας. Αυτό δεν είναι καλό. Όταν νιώθουμε έτσι, σημαίνει ότι κάπου υπερβάλαμε, κάπου δεν συγκρατήσαμε το συναίσθημά μας. Είναι λογικό να λυπόμαστε. Όμως, κάποιο άτομο που με φιλότιμο και αγάπη φροντίζει τον γονιό του δεν έχει λόγο να νιώθει ενοχές ή να νιώθει σε υπερβολή τη λύπη, ίσως περισσότερο και από τον ίδιο τον άρρωστο. Ο Λόγος του Θεού βάζει όρια στη σχέση γονιών-παιδιού, καθώς λέει ότι ο άνθρωπος πρέπει να αφήσει την πατρική του οικογένεια και να προσκολληθεί στο σύντροφό του. Γίνεται ένα σώμα με εκείνον, δεν είναι πλέον ένα σώμα με τον γονιό. Επομένως, «δικαιούμαστε» να υποφέρουμε για κάποιον σαν να είμαστε εμείς οι ίδιοι όταν πρόκειται για το σύντροφό μας, όχι πλέον για το γονιό. Όταν η υπερβολική λύπη ή ανησυχία μας κυριεύει, τότε είναι που ο Κύριος μας δίνει την ευκαιρία να μάθουμε να εμπιστευόμαστε τη δική Του φροντίδα, να νοιαζόμαστε μόνο για το σήμερα και να αφήνουμε τις έγνοιες του αύριο στα δικά Του χέρια. Θα πρέπει αυτό το συναίσθημα (την υπερβολική μας λύπη ή ανησυχία) να το αφήσουμε στα πόδια του Κυρίου, ζητώντας Του να μας ανανεώσει ψυχικά ώστε να δούμε τα πράγματα πιο ψύχραιμα, γιατί τότε μόνο μπορούμε να είμαστε χρήσιμοι.

Τα συναισθήματα είναι ακόμη πιο δύσκολα όταν έχει κανείς να φροντίσει έναν «δύσκολο» γονιό, έναν γονιό με τον οποίο πάντα υπήρχαν προβλήματα και τώρα χειροτέρεψαν. Δεν υπάρχει εύκολος τρόπος να αντιμετωπίσει κανείς αυτή την κατάσταση. Όμως υπάρχει ένας που είναι ο λιγότερο ψυχοφθόρος: «να συνάψει ειρήνη», με άλλα λόγια να συγχωρήσει αυτόν το γονιό που τόσο πολύ τον πλήγωσε στο παρελθόν, αλλά που τώρα έχει την ανάγκη του. Αυτό δεν είναι πάντα εύκολο αλλά δεν είναι ακατόρθωτο. Είναι μια μεγάλη πνευματική πρόκληση που επιφυλάσσει μεγάλη πνευματική ωριμότητα, αλλά και μεγάλη βοήθεια από τον Κύριο για όποιον τη δεχτεί και δεν την αποφύγει. Στις περιπτώσεις της συγχώρεσης, ο ίδιος ο Κύριος μας έδωσε το παράδειγμα, έδωσε τη δύναμη και σε άλλους ανθρώπους να το κάνουν (όπως ο Στέφανος) και θα δώσει την ίδια δύναμη σε όποιον πάρει απόφαση ότι θέλει να το κάνει. 

Η φροντίδα των γονιών είναι δύσκολο πράγμα. Όμως ο Κύριος υπόσχεται ότι δεν θα μας αφήσει ούτε θα μας εγκαταλείψει και ότι μας έχει δώσει τα πάντα προς ζωή και ευσέβεια προκειμένου να κάνουμε το θέλημά Του. Χρειάζεται να συστρατευτούμε όλοι μαζί (παιδιά, εγγόνια, συγγενείς, φίλοι), να βοηθήσουμε και να βοηθηθούμε για να αντιμετωπίσουμε αυτή την πρόκληση, να φροντίζουμε τους ανήμπορους γονείς, με τρόπο που να δίνει δόξα στο Θεό και χαρά και ικανοποίηση σε εμάς ότι κάνουμε το θέλημά Του. Γιατί

«αν όμως κάποιος δεν φροντίζει για τους συγγενείς του… αυτός έχει αρνηθεί την πίστη και είναι χειρότερος κι από έναν άπιστο».   

Α’ Τιμόθεον 5:8

Τέλος, σε μια σχέση παιδιού-γονιού όπου υπήρχε αμοιβαία φροντίδα (παλιότερα από τον γονιό προς το παιδί και τελευταία από το παιδί προς τον γονιό του), το υπαρξιακό άγχος του θανάτου μειώνεται και για τις δύο πλευρές. Εδώ εφαρμόζεται η υπόσχεση του Θεού ότι όποιος τιμά τους γονείς του θα ευτυχήσει. Ο Θεός του δίνει τη δύναμη ώστε να μπορέσει να «αποχαιρετήσει» πιο ανώδυνα το γονιό, όταν έρθει αυτή η στιγμή, χωρίς εκκρεμότητες, πικρίες και παράπονα από το παρελθόν. Παράλληλα, το πιο σημαντικό υπαρξιακό άγχος της ζωής, ο φόβος του θανάτου, θα έχει τοποθετηθεί με ένα διαφορετικό τρόπο μέσα στο παιδί που φροντίζει τον γονιό του, πιο ανθρώπινο και πιο εύκολο στο να το διαχειριστούμε.

Scroll to top