Ενενήντα χρόνια δημιουργικής παρουσίας της ευαγγελικής κοινότητας Κατερίνης

Εισαγωγή

Το θέμα μας απόψε δεν είναι τόσο η εσωτερική ιστορία του συνοικισμού Ευαγγελικών, όσο η συμβολή της Ευαγγελικής Κοινότητας στη ζωή της Κατερίνης και η ευρύτερη κοινωνική και επιρροή που άσκησε. Το βασικό ερώτημα που τίθεται συνήθως σήμερα όταν μιλούμε για μειονοτικές κοινότητες, είναι πώς συμβίωσαν με τη μεγαλύτερη ομάδα του πληθυσμού, ιδιαίτερα αν υπήρξαν δυσκολίες και τριβές. Ωστόσο, ούτε αυτό θα είναι το αντικείμενό μας. Δε θα αναφερθούμε σε τριβές με την πολιτεία ή με την Εκκλησία των πατέρων μας. Θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε την ενενηντάχρονη πορεία της κοινότητας με έμφαση στον τρόπο οργάνωσης της ζωής του συνοικισμού και σε δραστηριότητες και διακονίες της εκκλησίας που είχαν με άμεσο ή έμμεσο τρόπο νόημα και για την πόλη.

Ποιοι ήταν οι ιδρυτές του συνοικισμού Ευαγγελικών; Πρόκειται αρχικά για μια ομάδα 120 προσφυγικών οικογενειών ευαγγελικού δόγματος που ύστερα από την ανταλλαγή του 1923 και με άδεια των αρμόδιων κρατικών φορέων αναζητούν τόπο για ίδρυση αμιγούς συνοικισμού. Προέρχονταν από διάφορες ευαγγελικές κοινότητες του Πόντου, κυρίως όμως από τη μεγάλη Ευαγγελική Κοινότητα της Ορντούς (Κοτυώρων). Σε αυτή την αρχική ομάδα αργότερα προστέθηκαν και άλλοι. Μέχρι το 1927 αυξήθηκε σε 220 οικογένειες, ενώ το 1932 αναφέρονται πάνω από 350 οικογένειες. Στην προπολεμική Κατερίνη, που μόλις το 1929 είχε συμπληρώσει τους 10.000 κατοίκους, οι ευαγγελικοί θα πρέπει σύμφωνα με αυτά τα στοιχεία να αποτελούσαν περίπου το 1/10 των κατοίκων. Επρόκειτο για πληθυσμό τόσο αγροτικό όσο και αστικό, με πλήθος επαγγελματιών, είχαν όμως κάποια χαρακτηριστικά τα οποία τους διέκριναν από άλλους Ρωμιούς της Μικράς Ασίας. 

Ορισμένες μόνο επισημάνσεις θα μας βοηθήσουν να καταλάβουμε το πολιτισμικό και θρησκευτικό υπόβαθρο των Ευαγγελικών προσφύγων. 

Πρώτον, οι Ευαγγελικοί  ήταν εξοικειωμένοι με την έννοια της αυτοδιοίκησης, αφενός διότι προέρχονταν από ρωμαίικες κοινότητες της Μικράς Ασίας και αφετέρου διότι ανήκαν σε κοινοτικές καλβινιστικές εκκλησίες, οι οποίες διέπονται από ένα δημοκρατικό σύστημα διοίκησης, σύμφωνα με το οποίο ανώτατο όργανο διοίκησης στην Εκκλησία αποτελεί η σύγκληση της ολομέλειας των κοινωνών μελών, όσων δηλαδή έχουν ενταχθεί συνειδητά στην Εκκλησία ύστερα από δημόσια ομολογία συνειδητής πίστης στον Χριστό. 

Δεύτερον, οι Ευαγγελικοί χαρακτηρίζονταν από μια πουριτανική ηθική στον καθημερινό τους βίο και την εργασία. Αυτοδεσμεύτηκαν μάλιστα με 10 κανόνες κατά την ίδρυση του συνοικισμού τους. Μια εικόνα, για τον τρόπο αυτό ζωής τους, μας δίνει ο Σάββας Κανταρτζής.

Τρίτον, οι Ευαγγελικοί ήταν εκτεθειμένοι συστηματικά στο κήρυγμα, δηλαδή σε δομημένο προφορικό λόγο. Το κήρυγμα, όχι μόνο τους ανέλυε το περιεχόμενο του ευαγγελίου, αλλά και απομάγευε τον κόσμο, ενίσχυε τη λογική σκέψη και επιχειρηματολογία, ενημέρωνε για τις παγκόσμιες εξελίξεις και τις ερμήνευε. Έτσι τους καθιστούσε έτοιμους για τη ζωή και την εμπλοκή στην κοινωνία.

Τέταρτον, οι Ευαγγελικοί, λόγω του ότι ανήκαν σε ένα χριστιανικό δόγμα δυτικής προέλευσης, ήταν πιο δεκτικοί από ότι ο μέσος Έλληνας στον δυτικό πολιτισμό, την κουλτούρα και τον τρόπο σκέψης του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπως θα δούμε παρακάτω, η μουσική τους παιδεία.

Πέμπτον, οι άνθρωποι που πρωτοστάτησαν στην ίδρυση του συνοικισμού, πέρα από την πίστη τους στον Χριστό, ήταν άνθρωποι με πείρα στα κοινωνικά και πολιτικά τεκταινόμενα, δεδομένου ότι είχαν επιδείξει πλούσια σχετική δράση στα αστικά κέντρα από τα οποία προέρχονταν.

Ίδρυση του συνοικισμού, διακονίες και δραστηριότητες που ξεκίνησαν προπολεμικά

Η Επιτροπή της αρχικής Προσφυγικής Ομάδος Ευαγγελικών, όπως ονομάστηκαν οι πρώτοι Ευαγγελικοί που έλαβαν την έγκριση για εγκατάσταση στην Κατερίνη, μόλις παρέλαβε τις γεωργικές εκτάσεις που της χορηγήθηκαν, προέβη στη διανομή τους κάτω από την επίβλεψη του Γραφείου Εποικισμού Κατερίνης, ενώ ταυτοχρόνως όρισε και την τοποθεσία του Συνοικισμού, στα βορειοδυτικά της πόλης, στη θέση που επί τουρκοκρατίας ονομαζόταν Τσερκέζ Μαχαλά. Ακόμη, χάραξε με τη βοήθεια τοπογράφου μηχανικού το σχέδιό του, απόλυτα συγχρονισμένο με τα οικόπεδα που θα έπαιρναν οι κληρούχοι. Δύο μεγάλα οικοδομικά τετράγωνα στο κέντρο του Συνοικισμού ξεχωρίστηκαν για την ανέγερση του εκκλησιαστικού κτιρίου της, του σχολικού κτιρίου και διάφορων άλλων οικοδομών της εκκλησίας, απαραίτητων για θρησκευτικούς, μορφωτικούς, φιλανθρωπικούς και κοινοτικούς σκοπούς. Επίσης ορίστηκε ο χώρος του ιδιαίτερου κοιμητηρίου του συνοικισμού. Το Ρυμοτομικόν Σχέδιον Πόλεως Κατερίνης, περιέλαβε ως τμήμα του ολόκληρο τον Συνοικισμό Ευαγγελικών χωρίς καμιά τροποποίηση, αφού η ρυμοτομία του και το εύρος των δρόμων ανταποκρινόταν στις αξιώσεις ενός σύγχρονου συνοικισμού και στις αρχές της σύγχρονης πολεοδομίας. 

Ήδη, στις αρχές του 1924, η Ευαγγελική Κοινότητα οργανώθηκε ως εκκλησία και με κανονική σύγκληση ολομέλειας κοινωνών μελών εξέλεξε πρεσβυτέριο και αργότερα διακόνους. Η Κοινότητα άρχισε πλέον να οργανώνει τις διάφορες δραστηριότητες και διακονίες της: Ιδρύθηκαν το Κυριακό Σχολείο (κατηχητικό), η Φιλόπτωχος Αδελφότητα “Η Περίθαλψις”, ο όμιλος εφήβων αγοριών «Χριστιανική Εγκράτεια», ο όμιλος εφήβων κοριτσιών το «Τάγμα της Ειρήνης» και επίσης ο όμιλος Κυριών και Δεσποινίδων.

Φιλόπτωχος

Η Φιλόπτωχος Αδελφότητα «Η Περίθαλψις», που συστάθηκε το 1934, είναι από τις μακροβιότερες και σημαντικότερες διακονίες της Ευαγγελικής Εκκλησίας Κατερίνης, με πλούσια κοινωνική και φιλανθρωπική δραστηριότητα. Ο σύλλογος αυτός αναδιοργανώθηκε μετά τον πόλεμο και ενισχύθηκε με την προσθήκη νέων μελών και έχοντας ήδη το κύρος σωματείου αναγνωρισμένου από το κράτος, ανέπτυξε σημαντική δράση και δραστηριότητα για την εκπλήρωση της κοινωφελούς αποστολής της, έχοντας στη δικαιοδοσία του όλο το φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας και του Φιλόπτωχού της Ταμείου. Στην φροντίδα της Φιλοπτώχου περιήλθε εξάλλου μετά τον πόλεμο και το δύσκολο και λεπτό έργο της διανομής των βοηθημάτων από το εξωτερικό σε τρόφιμα και ρούχα. Βασική ετήσια εκδήλωση αποτελεί το «παζάρι» της Φιλοπτώχου στα τέλη Μαρτίου με πώληση εργοχείρων για φιλανθρωπικούς σκοπούς.

Χριστιανικός σύλλογος νέων

Ο Χριστιανικός Σύλλογος Νέων, θεσμός που λειτουργούσε στις Ευαγγελικές Εκκλησίες του Πόντου, όπως της Ορντού και της Φάτσα, ανασυστήθηκε στην Κατερίνη με πρώτο πρόεδρο τον Χαράλαμπο Λεμονόπουλο, ο οποίος είχε διατελέσει πρόεδρος του Συλλόγου και στη Ορντού. Στον Σύλλογο ήταν γραμμένοι όλοι οι νέοι του Συνοικισμού· κάπου 150 άτομα. Με πρόεδρο τον Σάββα Κανταρτζή, ο Σύλλογος απέκτησε στα τέλη του 1926 καταστατικό και στις αρχές του 1927 αναγνωρίστηκε από το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ως θρησκευτικό σωματείο. Κάθε Κυριακή πρωί οι νέοι είχαν συναθροίσεις στο Αναγνωστήριό τους, με πρόγραμμα που τακτικά περιλάμβανε ανάγνωση της Αγίας Γραφής, ύμνους, προσευχές και ομιλίες. Εκτός από τις τακτικές κυριακάτικες συνάξεις, ο Σύλλογος οργάνωσε σε εβδομαδιαία βάση διαλέξεις επιστημονικού και γενικού ενδιαφέροντος και μια φορά το μήνα δημόσιες διαλέξεις και συζητήσεις, που παρακολουθούσαν και πολλοί νέοι της πόλης. Στον Χριστιανικό Σύλλογο Νέων οφείλεται ο πυρήνας της μετέπειτα βιβλιοθήκης της Ευαγγελικής Εκκλησίας. Στο πλαίσιο του Συλλόγου των Νέων ήταν που έδρασε και ο Πόλυς Χάιτας, μέλος της ευαγγελικής κοινότητας, πρωτεργάτης του θεάτρου και του ποντιακού θεάτρου στην Κατερίνη, ξεκινώντας το 1929 με την παράσταση «Ο μύλος της έριδος» του Λάσκαρη. Ο Χάιτας δεν άργησε να γίνει γνωστός και στην πόλη και να συνεργαστεί με άλλους συλλόγους της πόλης.

Μουσική παιδεία – χορωδία

Στην κοινότητα υπήρχε κουλτούρα κλασικής μουσικής που υπήρξε και η μουσική της λατρείας. Στις συναθροίσεις αρχικά η μουσική περιοριζόταν στην υμνωδία του ποιμνίου χωρίς τη συνοδεία μουσικών οργάνων. Μετά από μερικά χρόνια, η εκκλησία απέκτησε ένα μικρό φορητό αρμόνιο. Το όργανο έπαιζε η Σοφία Κράλλη-Ξανθοπούλου,  μητέρα του μετέπειτα δημάρχου Κατερίνης Αιμίλιου Ξανθόπουλου. Ακόμη ιδρύθηκε χορωδία από ομάδα νέων κάτω από την ευθύνη του Αριστείδη Χαραλαμπίδη, ο οποίος καταγόταν από την Τραπεζούντα. Αργότερα τη διεύθυνση της χορωδίας ανέλαβε ο Γιάγκος Λαζαρίδης. Πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο η Κράλλη-Ξανθοπούλου, όσο και ο Λαζαρίδης είχαν κάνει  μουσικές σπουδές στο Αμερικάνικο Κολλέγιο της Μερσιφούντα.

Πολιτική ζωή – κοινά

Ο ιατρός, Χαράλαμπος Σιδηρόπουλος, είχε διατελέσει δήμαρχος στην Ορντού. Με αυτή του την ιδιότητα συνεργάστηκε στενά με τον μητροπολίτη Νεοκαισαρείας-Κοτυώρων, Πολύκαρπο, για την αντιμετώπιση κοινωνικών και φιλανθρωπικών ζητημάτων. Με πρωτοβουλία του Σιδηρόπουλου, είχε επιτευχθεί ενιαία κοινοτική εκπροσώπηση των Ελλήνων Ορθοδόξων και Ευαγγελικών απέναντι στις τουρκικές αρχές από τον Μητροπολίτη Πολύκαρπο. Με πρωτοβουλία του Σιδηρόπουλου, ιδρύθηκε επίσης και άρχισε να λειτουργεί με στοιχειώδη εμφάνιση με αναγνωστήριο κλπ. η «Λέσχη Κοτυωριτών». Αργότερα, καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο από το τουρκικό Δικαστήριο Ανεξαρτησίας της Αμάσειας για συνεργασία με το κίνημα ίδρυσης ανεξάρτητου ελληνικού κράτους στον Πόντο, αλλά διέφυγε τη σύλληψη. Ο Χαράλαμπος Σιδηρόπουλος υπήρξε πρόεδρος της Λέσχης Φιλελευθέρων Κατερίνης. Κατά την κατοχή διετέλεσε αντιπρόεδρος του Ερυθρού Σταυρού Κατερίνης υπό την προεδρία του Μητροπολίτη Κωνσταντίνου Κοϊδάκη. Το 1945 διετέλεσε δημαρχών Κατερίνης.

Όσον αφορά άλλα μέλη της κοινότητας, ήδη το 1925 μετείχαν με πρωτοποριακές προτάσεις στο Κοινοτικό Συμβούλιο οι Αριστείδης Δ. Σιδηρόπουλος και αργότερα ο Ιωάννης Δ. Σιδηρόπουλος, μέλη από τον Αύγουστο του 1924 του διοικητικού συμβουλίου της Προσφυγικής Ομάδος Ευαγγελικών. Αργότερα στις δημοτικές εκλογές του 1933, εκλέχθηκε δήμαρχος Κατερίνης από την Κοινότητα των Ευαγγελικών, ο Αιμίλιος Ξανθόπουλος, καταγόμενος από τη Φάτσα του Πόντου, ενώ στο δημοτικό συμβούλιο μετείχαν  και οι Σάββας Κανταρτζής και  Νικόλαος Σαμψωνίδης, επίσης ευαγγελικοί καταγόμενοι από τα Κοτύωρα του Πόντου. 

Ο Σάββας Κανταρτζής,  γεννημένος το 1900 στα Κοτύωρα του Πόντου, είχε ενταχθεί από το 1929 στο Αγροτικό Κόμμα Ελλάδος (Α.Κ.Ε.), και υπήρξε υποψήφιος βουλευτής του κόμματος αυτού κατά τις εκλογές του 1932. Το 1928 οι κάτοικοι του Συνοικισμού με πρωτοβουλία του Σάββα Κανταρτζή ίδρυσαν και ιδιαίτερο γεωργικό συνεταιρισμό. 

Οι Ευαγγελικοί πρωτοστάτησαν στην έκδοση τοπικών εφημερίδων. Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ευαγγελικοί εξέδωσαν τις δύο προπολεμικές εφημερίδες της πόλης – αν εξαιρεθούν τα, σύντομης ζωής, Ολύμπια Νέα του 1929: συγκεκριμένα, από το 1930, την Ηχώ των Πιερίων εξέδιδε ο Αιμίλιος Ξανθόπουλος, και στη συνέχεια ο  Σάββας Κανταρτζής, και από το 1934, τον Μακεδονικό Αγώνα, ο Χαράλαμπος Χ. Λεμονόπουλος μαζί με τα αδέλφια του Πλάτωνα και Φιλόθεο.

Πόλεμος και μεταπολεμική περίοδος

Οι πρόσφυγες του Συνοικισμού μόλις είχαν αρχίσει να συνέρχονται από την εμπειρία της μικρασιατικής καταστροφής, όταν τον Οκτώβριο του 1940, ξέσπασε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος. Κατά τα χρόνια της γερμανικής κατοχής που επακολούθησαν, δοκιμάστηκαν για μια φορά ακόμη με φτώχεια, πείνα, τρόμο και ανασφάλεια και οι δοκιμασίες αυτές υπήρξαν για πολλούς μοιραίες και ανυπέρβλητες. Στο συνοικισμό σύμφωνα με μαρτυρία παλαιοτέρων δεν υπήρχαν γερμανόφιλοι. Αντιθέτως, καθώς ο Συνοικισμός βρισκόταν στο δυτικό άκρο της πόλης που οδηγούσε προς τα Πιέρια, εδώ κρύβονταν Άγγλοι και μέσω του Συνοικισμού γινόταν η επικοινωνία με τους αντάρτες, γεγονός για το οποίο είχε προγραφεί ο Συνοικισμός από τους Γερμανούς για να καταστραφεί. 

Κάποιοι κάτοικοι του Συνοικισμού επέδειξαν αντιστασιακή δράση είτε εντασσόμενοι στο ΕΑΜ, όπως ο Σάββας Κανταρτζής, ο οποίος υπήρξε δραστήριο μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Αγροτικού Κόμματος της Ελλάδος, που κατευθύνονταν από το ΕΑΜ και υπεύθυνος «Τύπου και Διαφώτισης» Μακεδονίας-Θράκης, ή στελεχώνοντας τις τάξεις του ΕΛΑΣ. Ο όγδοος τόμος των Απομνημονευμάτων του Κανταρτζή, είναι αφιερωμένος στην εξιστόρηση της  δύσκολης αυτής περιόδου. Ανάμεσα στα διάφορα τραγικά συμβάντα της κατοχής, που αφορούν συγκεκριμένα  ανθρώπους του Συνοικισμού Ευαγγελικών, αναφέρουμε τη σύλληψη και εκτέλεση του πρώην δημάρχου Αιμιλίου Ξανθόπουλου από τους Γερμανούς κατακτητές στις 23 Φεβρουαρίου του 1943 μαζί με άλλους τριάντα επτά πολίτες στον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Κατερίνης ως αντίποινα για την ανατίναξη από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ του μεταλλείου χρωμίου του Άη-Δημήτρη. 

Οι Γερμανοί, βλέποντας τη δράση του ΕΛΑΣ να επεκτείνεται, σχεδίαζαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στον Όλυμπο και τα Πιέρια, ενώ σκόπευαν να εξαρθρώσουν την οργάνωση του ΕΑΜ μέσα στην Κατερίνη, που την θεωρούσαν κέντρο για στρατολόγηση ανταρτών. Στο πλαίσιο αυτό ο Κανταρτζής αναφέρει και το περιστατικό της σύλληψής του στις αρχές Μαΐου του 1943 μαζί με 104 άλλους υπόπτους ή συγγενείς υπόπτων από την Κατερίνη, που οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη. Ανάμεσα στους συλληφθέντες αναφέρονται πάρα πολλοί που προέρχονταν από τον Συνοικισμό Ευαγγελικών, και μάλιστα και ο ίδιος ο ποιμένας αιδ. Σταύρος Λαζαρίδης και ο προεστός Χαράλαμπος Σιδηρόπουλος. Ενώ αρχικά είχε αποφασισθεί οι κρατούμενοι από την Κατερίνη να εκτελεσθούν σε αντίποινα για εκτελέσεις Γερμανών στρατιωτικών, τελικά μετά από ανακρίσεις αφέθηκαν ελεύθεροι  στις αρχές Ιουλίου του ίδιου έτους. Οι Γερμανοί ζήτησαν την Ευαγγελική Εκκλησία για να τελούν εκεί δικές τους λατρευτικές συνάξεις, δεδομένου ότι ο Γερμανός Διοικητής Λόχερ, ήταν λουθηρανός πάστορας. Ύστερα από μια τέτοια συνάθροιση, ο αιδ. Στ. Λαζαρίδης έδειξε στον Λόχερ μια φωτογραφία, όπου απεικονίζονταν και οι δύο ως φοιτητές ενός θεολογικού κολλεγίου στην Αγγλία, μολονότι τότε δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους. Αυτό βέβαια δεν σήμαινε πολλά. Τον επόμενο Νοέμβριο σε ακόμη μια εκτέλεση είκοσι δύο πολιτών στο αεροδρόμιο της Ανδρομάχης, έξω από την Κατερίνη, μόνο από τον Συνοικισμό Ευαγγελικών συμπεριλήφθηκαν τέσσερις: ο Πολύδωρος Σιδηρόπουλος, ο Νίκος Θεοδωρίδης, ο Θεόδωρος Καμπουρίδης και ο Χαράλαμπος Παντ. Σιδηρόπουλος.

Η περίοδος του εμφυλίου που ακολούθησε την κατοχή άφησε και αυτή τις πληγές της στον Συνοικισμό Ευαγγελικών, αφού υπήρξαν άτομα και οικογένειες που βρέθηκαν ενταγμένοι και στις δυο πλευρές. Επώνυμο θύμα του εμφυλίου υπήρξε ο εκδότης του Μακεδονικού Αγώνα, Χαράλαμπος Λεμονόπουλος, ο οποίος εκτελέστηκε το 1947 κατά την επιδρομή ανταρτών στην Κατερίνη. Υπήρξαν όμως και μέλη της Ευαγγελικής Κοινότητας, που εξορίστηκαν εξαιτίας της συνεργασίας τους επί κατοχής με το ΕΑΜ και άλλοι που εκτελέστηκαν ή φυλακίστηκαν και εξορίστηκαν ως πολιτικοί κρατούμενοι για πολλά χρόνια εξαιτίας της δράσης τους υπέρ του Δημοκρατικού Στρατού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο καπετάν Σιδέρης.

Κατά τη δεκαετία του ’50, οι Ευαγγελικοί κάτοικοι του Συνοικισμού ανέρχονταν σε 400-500 οικογένειες, ενώ οι Ορθόδοξοι που περιλαμβάνονταν σε αυτόν, αντιπροσώπευαν μόνο λίγες δεκάδες οικογενειών. Οι υπόλοιποι που φέρονταν ως κάτοικοι του Συνοικισμού Ευαγγελικών και ανέρχονταν σε 120-150 οικογένειες, ήταν εγκατεστημένοι σε οικόπεδα γύρω από τον Συνοικισμό που προέρχονταν από ιδιωτικές αγορές. Αυτοί έφθασαν στην Κατερίνη πολύ αργότερα, οι περισσότεροι μετά το 1938 μέχρι το 1950, από το εξωτερικό ή άλλες περιφέρειες. Για παράδειγμα, είναι αυτή η περίοδος κατά την οποία έρχονται και προστίθενται στην ευαγγελική κοινότητα της Κατερίνης περίπου 20 οικογένειες από τον επίσης προσφυγικό ευαγγελικό συνοικισμό της Σεβαστής.

Κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960, παρατηρήθηκε στην Ευαγγελική Κοινότητα Κατερίνης, όπως και γενικότερα στην ελληνική κοινωνία, έντονο μεταναστευτικό ρεύμα προς τις Η.Π.Α., Δυτική Γερμανία, Αυστραλία κ.α. Οι Κατερινιώτες Ευαγγελικοί της διασποράς, αποτέλεσαν έτσι το κύριο στοιχείο για την ίδρυση άλλων Ελληνικών Ευαγγελικών Εκκλησιών, όπως της μεγάλης Ελληνικής Ευαγγελικής Κοινότητας της Βοστώνης – αριθμούσε το 1971  70-80 οικογένειες που προέρχονταν από την Κατερίνη – και άλλων μικρότερων, όπως της Αστόρια στη Ν. Υόρκη, της Πασαντίνα στην Καλιφόρνια, του Τορόντο αλλά και στη Γερμανία, του Griesheim/Darmstadt, Στουτγάρδης, Κολωνίας κ.α. Ως συνέπεια της μετανάστευσης, ο πληθυσμός  της ευαγγελικής κοινότητας Κατερίνης συρρικνώθηκε σημαντικά. Έτσι από 600 οικογένειες περίπου που αριθμούσε το 1955, περί το 1970 ο αριθμός μειώθηκε στις 400 περίπου οικογένειες. Ωστόσο κατά τις δεκαετίες 1950 και 1960, παρατηρήθηκε καλύτερη ακόμη οργάνωση της Ευαγγελικής Κοινότητας μάλιστα κάτω από την καθοδήγηση του τότε ποιμένος αιδ. Άργου Ζωδιάτη, ο οποίος προερχόταν από την Κύπρο. 

Με την πρωτοβουλία του, ιδρύθηκαν και λειτούργησαν το Ορφανοτροφείο, το Βιβλικό Ίδρυμα Κατερίνης, οι παιδικές κατασκηνώσεις και το Βιβλικό Συνέδριο Λεπτοκαρυάς, το Ημερήσιο Κατηχητικό Σχολείο και τα Θερινά (Κατηχητικά) Σχολεία, διακονίες για τις οποίες θα γίνει λόγος εκτενέστερα παρακάτω. Οι παραπάνω διακονίες, στο ξεκίνημά τους, μπόρεσαν να λειτουργήσουν απρόσκοπτα, χάρη στην αμέριστη συμπαράσταση της χριστιανικής οργάνωσης American Mission to Greeks, της οποίας πρόεδρος ήταν και είναι ο αιδ. Σπύρος Ζωδιάτης, αδελφός του Άργου – η οργάνωση αυτή που ονομάζεται σήμερα AMG International, διατηρεί σήμερα ιεραποστολικό και φιλανθρωπικό έργο σε 60 περίπου χώρες του κόσμου. Με την έλευση του νέου ποιμένα, ιδρύθηκε το 1946-47 σε νέες βάσεις ο Όμιλος Χριστιανών Νέων στη θέση του Συλλόγου Χριστιανών Νέων που είχε ατονήσει και διαλυθεί λόγω του πολέμου. Στο έργο της εκκλησίας προσκλήθηκαν επιπλέον ως βοηθοί του  Άργου Ζωδιάτη, το 1954, ο Αθανάσιος Ηλία και το 196, ο Απόστολος Μπλιάτη.

Σχολικό κτίριο      

Ήταν αυτή η εποχή που ολοκληρώθηκε το Σχολικό Κτίριο της Ευαγγελικής Εκκλησίας – αφού λόγω των συγκυριών είχε καθυστερήσει η ολοκλήρωση της οικοδόμησής του. Από τότε το κτίριο αυτό τέθηκε σε πλήρη χρήση για όλες τις ανάγκες της Κοινότητας – γραφείο ποιμένος και εκκλησίας, Κυριακό Σχολείο (κατηχητικό), όμιλοι διάφορων ηλικιών, λέσχη νεολαίας, βιβλιοθήκη – πέραν της λατρείας. 

Ορφανοτροφείο

Την ίδια περίοδο, αρχές δεκαετίας του ’50, δίπλα στο Σχολικό Κτίριο, κτίστηκε και το κτίριο του Ορφανοτροφείου, με σκοπό τη φροντίδα των ορφανών παιδιών, τα οποία άφησε ο πόλεμος. Αργότερα στη φροντίδα του ιδρύματος συμπεριλήφθηκαν και παιδιά μεταναστών ή οικογενειών με ιδιαίτερες ανάγκες. Το Ορφανοτροφείο λειτούργησε από το 1952 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’80 (το 1985 έπαυσε οριστικά) και περιέθαλψε για μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα συνολικά  πάνω από 200 παιδιά. Στο Ορφανοτροφείο συντηρούνταν, ανατρέφονταν και μορφώνονταν – παρακολουθούσαν τα μαθήματα των Δημοτικών Σχολείων ή Γυμνασίων της Κατερίνης – παιδιά, αγόρια και κορίτσια, ορφανά ευαγγελικών εκκλησιών από όλη την Ελλάδα. Τους θερινούς μήνες, τα παιδιά του ορφανοτροφείου φιλοξενούνταν δωρεάν στις κατασκηνώσεις της εκκλησίας στη Λεπτοκαρυά, για τις οποίες θα γίνει λόγος παρακάτω. Το ορφανοτροφείο ήταν στελεχωμένο με διευθυντές και παιδαγωγούς, ανθρώπους που είχαν τη φροντίδα των πρακτικών και των πνευματικών θεμάτων. Διάφορες υπηρεσίες και μαθήματα, π.χ. μουσικής και αγγλικών, παρέχονταν δωρεάν στα παιδιά του ορφανοτροφείου από μέλη της εκκλησίας. Λειτουργούσαν όμως παράλληλα και εργαστήρια, όπου πολλά παιδιά έμαθαν διάφορες τέχνες για να αποκατασταθούν επαγγελματικά – τυπογραφία, βιβλιοδεσία, ξυλουργική κλπ.

Βιβλικό ίδρυμα Κατερίνης

Το 1951-52, ιδρύθηκε ακόμη το Βιβλικό Ίδρυμα Κατερίνης (Β.Ι.Κ.) και λειτούργησε για περίπου μια εικοσαετία. Ο σκοπός του ιδρύματος αυτού ήταν να καταρτίσει δασκάλους για τα Κυριακά Σχολεία και γενικά εργάτες χρήσιμους για το έργο της εκκλησίας. Εκτός από αυτούς, στο Β.Ι.Κ. συνέρρεαν άνδρες και γυναίκες που ένιωθαν την ανάγκη να συμπληρώσουν τις γνώσεις τους επάνω στις βιβλικές αρχές της ευαγγελικής αλήθειας και να αποκτήσουν γενικά μόρφωση βιβλική για να ζουν πληρέστερη χριστιανική ζωή. Στο Β.Ι.Κ. μπορούσαν να διδαχθούν Ερμηνεία Καινής Διαθήκης, Συνοπτική μελέτη της Παλαιάς Διαθήκης, Εισαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Δογματική αλλά επίσης και Παιδαγωγικά, Μουσική, Νεοελληνικά και Αγγλικά. Ενδεικτικό είναι ότι, ενώ ξεκίνησε το πρώτο έτος με 35 μαθητές, ήδη στο τέταρτο έτος έφτασε τους 120, οι οποίοι προέρχονταν από την Κατερίνη αλλά και από όλη την Ελλάδα. Από το Β.Ι.Κ. αναδείχθηκαν αρκετοί ποιμένες εκκλησιών, ιεροκήρυκες και ευαγγελιστές, και όχι μόνο. Στο πλαίσιο του Β.Ι.Κ. η κ. Ευτυχία Αγαπίδου, η οποία υπήρξε για 20 χρόνια η μόνη καθηγήτρια πιάνου στη Κατερίνη και έπαιζε για 40 συναπτά έτη (από το 1953) το αρμόνιο της εκκλησίας, δίδαξε πιάνο επίσης σε πολλούς νέους και νέες του Βιβλικού Ιδρύματος Κατερίνης, που αργότερα έπαιζαν το αρμόνιο σε μικρότερες ευαγγελικές εκκλησίες της Ελλάδας. Επί τη ευκαιρία να σημειώσουμε ότι, η μουσική στη ζωή της εκκλησίας καλλιεργήθηκε περισσότερο. Απαιτητικότερα κομμάτια στη χορωδία δίδαξε από το 1953 έως το 1958, ο Τάκης Δεληγιαννίδης, ενώ από το 1959 τη διεύθυνση της χορωδίας ανέλαβε ο Ιωάννης Αδαμίδης.

Βιβλιοθήκη

Η βιβλιοθήκη της εκκλησίας αναδιοργανώθηκε από το Β.Ι.Κ. από το 1953, πλουτίστηκε με περισσότερα και σοβαρότερα βιβλία και στεγάστηκε σε μια από τις μεγαλύτερες αίθουσες του επάνω ορόφου του Σχολικού Κτιρίου. Η προσέλευση των αναγνωστών όλους τους μήνες, εκτός από την εποχή των γεωργικών εργασιών κατά το καλοκαίρι, ήταν αθρόα και η όλη κίνησή της ζωηρότατη. Οι μαθητές του Βιβλικού Ιδρύματος, του Γυμνασίου και των Δημοτικών Σχολείων, όπως και οι σπουδαστές των Πανεπιστημίων, είχαν στη διάθεσή τους τα συγγράμματα, τα λεξικά και τα πάσης φύσεως βοηθητικά βιβλία της Βιβλιοθήκης, όπως και πλήρη άνεση για να μελετούν και να προετοιμάζονται για τα μαθήματά τους. Η βιβλιοθήκη από το 1954 μετατράπηκε και σε δανειστική. Γενικά η βιβλιοθήκη έγινε αληθινό πνευματικό κέντρο στο Συνοικισμό και προσείλκυε μεγάλο ενδιαφέρον και μεταξύ της νεολαίας της πόλης.

Κατασκηνώσεις        

Παράλληλα, ήταν αυτές τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες που δημιουργήθηκαν οι κατασκηνώσεις της Ευαγγελικής Εκκλησίας Κατερίνης. Κατά το πρώτο έτος, το 1952, οι κατασκηνώσεις έγιναν στην ορεινή περιοχή της Σκουτέρνας(το σημερινό Παλαιό Ελατοχώρι), στην ανατολική πλαγιά των Πιερίων, ενώ το 1953 στην παραλία του Λιτοχώρου, στην τοποθεσία Πλάκα. Από το έτος όμως 1954, εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην παραλία Λεπτοκαρυάς, σε έκταση την οποία αγόρασε η Εκκλησία και όπου ανήγειρε μόνιμες κατασκηνωτικές εγκαταστάσεις. Οι κατασκηνώσεις λειτουργούν από τότε ως σήμερα όλη τη θερινή περίοδο, πρωταρχικά για τα παιδιά της Ευαγγελικής Κοινότητας Κατερίνης, καθώς και άλλων Ευαγγελικών Κοινοτήτων, κυρίως της Βόρειας Ελλάδας, χωρίς να αποκλείονται και παιδιά ορθοδόξων οικογενειών, που επιλέγουν να στείλουν τα παιδιά τους. Επιπλέον ο χώρος χρησιμοποιείται ως βιβλικό συνεδριακό κέντρο από όλη την Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία, αλλά και από άλλες Διαμαρτυρόμενες εκκλησίες της Ελλάδας αλλά και των Βαλκανίων. Η Επιτροπή Κατασκηνώσεως και το πρεσβυτέριο της Ε.Ε.Ε. Κατερίνης, για να τιμήσουν τον πρωτεργάτη του θεσμού αυτού, Άργο Ζωδιάτη, ονόμασαν τις κατασκηνώσεις Λεπτοκαρυάς «Βιβλικό Κέντρο Άργος Ζωδιάτης».

Βιβλικό συνέδριο Λεπτοκαρυάς

Στην πρωτοβουλία και τη φροντίδα του Άργου Ζωδιάτη μέσα στο πλαίσιο του Β.Ι.Κ. οφείλεται και η οργάνωση του Βιβλικού Συνεδρίου, που αργότερα έγινε γνωστό ως Βιβλικό Συνέδριο Λεπτοκαρυάς, κατά το πρότυπο του παγκόσμια γνωστού ευαγγελικού συνεδρίου Κέζικ της Αγγλίας. Το πρώτο πνευματικό συνέδριο έγινε στην Κατερίνη τον Μάρτιο του 1953, επ’ ευκαιρία των εγκαινίων του Ορφανοτροφείου. Το δεύτερο Συνέδριο έγινε το επόμενο έτος στην κατασκήνωση της Λεπτοκαρυάς μετά την λήξη της κατασκηνωτικής περιόδου, τον Σεπτέμβριο του 1954 και από τότε λαμβάνει χώρο κάθε χρόνο στη Λεπτοκαρυά. Κάθε χρόνο προσκαλούνται στο συνέδριο αυτό οι καλύτεροι ευαγγελικοί ιεροκήρυκες-θεολόγοι, τόσο της Ελλάδας όσο και του εξωτερικού. Το συνέδριο αυτό έγινε το πρότυπο για τη δημιουργία και άλλων ευαγγελικών συνεδρίων στην Ελλάδα, ενώ συνέβαλε στην καλλιέργεια πνεύματος ενότητας ανάμεσα στους πιστούς όλων των ευαγγελικών αποχρώσεων του ελλαδικού χώρου. 

Θερινό (κατηχητικό) σχολείο

Από το καλοκαίρι του 1949, άρχισε η λειτουργία του Θερινού (Κατηχητικού) Σχολείου η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Η λειτουργία του σχολείου αυτού ξεκινούσε με τη λήξη των σχολικών μαθημάτων. Kάλυπτε αρχικά, μέχρι την έναρξη της συστηματικής λειτουργίας των κατασκηνώσεων τα επόμενα χρόνια, ολόκληρη τη θερινή περίοδο και περιελάμβανε όλα τα παιδιά της Κοινότητας. Αργότερα, περιορίστηκε ως την έναρξη των κατασκηνώσεων, ενώ σε πολλές περιπτώσεις λειτουργούσε και παράλληλα με αυτές, για παιδιά τα οποία παρέμεναν στην Κατερίνη. Σκοπός του σχολείου αυτού ήταν η συγκέντρωση και ψυχαγωγία των μικρών αγοριών και κοριτσιών της Ευαγγελικής Κοινότητας Κατερίνης κάτω από την επίβλεψη ειδικών παιδαγωγών. Τα παιδιά αυτά στην εποχή αυτή των εντατικών γεωργικών εργασιών των γονιών τους, αναγκαστικά θα παραμελούνταν και αυτό θα απέβαινε επιζήμιο για την υγεία και τη γενική ανατροφή τους. Τα πρώτα χρόνια το Θερινό Σχολείο χρησιμοποιούσε ως χώρο απασχόλησης των παιδιών τον κήπο της εκκλησίας. 

Ημερήσιο κατηχητικό

Το 1953-54, εκτός από το πατροπαράδοτο Κυριακό Σχολείο (κατηχητικό), η εκκλησία Κατερίνης έθεσε σε λειτουργία το Ημερήσιο Κατηχητικό, ένα ιδιότυπο φροντιστηριακό και κατηχητικό σχολείο, για τα ευαγγελικά παιδιά του Δημοτικού Σχολείου. Το σχολείο αυτό λειτουργούσε όλη τη διάρκεια της εβδομάδας καλύπτοντας τις ελεύθερες ώρες των μαθητών και στεγαζόταν κατά τάξεις στις επάνω αίθουσες του Σχολικού Κτιρίου. Γίνονταν ασκήσεις επάνω στα μαθήματα που διδάσκονταν στο Δημοτικό Σχολείο από προσωπικό που οριζόταν από την εκκλησία, με σκοπό την ενίσχυση των μαθητών στη μελέτη τους. Ταυτόχρονα, τα Σάββατα παραδίδονταν μαθήματα θρησκευτικού και πνευματικού περιεχομένου και στα μεγαλύτερα παιδιά του γυμνασίου, συνήθως από τον ίδιο τον ποιμένα. Το 1955, το σχολείο αυτό ξεπερνούσε τους 200 μαθητές. Το Ημερήσιο Κατηχητικό Σχολείο λειτούργησε ως το 1962, δηλαδή ως την απαγόρευση εισόδου του ποιμένα Άργου Ζωδιάτη στη χώρα.

Είναι αυτή η περίοδος, τη δεκαετία του ’50 και αρχές του ’60, που αναδεικνύεται μέσα από την κοινότητα, βουλευτής. Πρόκειται για τον Αλέξανδρο Δεληγιαννίδη, ο οποίος εξελέγη το 1956, 1958 και 1961. Πολλοί, ήταν βέβαια, εκείνοι μέσα από την κοινότητα που συμμετείχαν ανελλιπώς στα κοινά και διετέλεσαν πρόεδροι του δημοτικού συμβουλίου, πρόεδροι επαγγελματικών σωματείων, Εργατικού Κέντρου, Ενώσεως γεωργικών συνεταιρισμών και άλλων οργανισμών και ιδρυμάτων. 

Όσον αφορά την παρουσία και προσφορά μελών της ευαγγελικής κοινότητας αυτή την περίοδο στη ζωή της πόλης, θα ήθελα να ξεχωρίσω τους γιατρούς Ηλία Θωμαΐδη και Στάθη Κωτακίδη, που ίδρυσαν μέσα στη δεκαετία του 1960 δύο κλινικές κοντά στο κέντρο. Αργότερα, στο ξεκίνημα της δεκαετίας του 1980, ο Θεμιστοκλής Σινωπίδης, διευθυντής της ορθοπεδικής κλινικής του Νοσοκομείου Κατερίνης, ίδρυσε την κλινική «Καλός Σαμαρείτης» στο Συνοικισμό Ευαγγελικών, που αργότερα αποτέλεσε παράρτημα του Νοσοκομείου της πόλης.

Πρόσφατο παρελθόν και παρόν

Ένας νέος κόσμος αναδύεται μετά τη δεκαετία του 1970. Η κοινότητα, ήδη συρρικνωμένη λόγω της μετανάστευσης, συρρικνώνεται σταδιακά ακόμη περισσότερο και λόγω της εκκοσμίκευσης της κοινωνίας, ένα φαινόμενο που είχε να αντιμετωπίσει γενικότερα η δυτική κοινωνία. Η Ελλάδα της τηλεόρασης, της ντισκοτέκ, της καφετέριας και της απελευθέρωσης των ηθών, είχε τις συνέπειές της και στη ζωή του συνοικισμού. Υπήρχαν τώρα πολύ περισσότερες σειρήνες και διέξοδοι για όσους δεν επιθυμούσαν να ταυτιστούν με τη ζωή της εκκλησίας. Απόρροια, του ανοίγματος αυτού, η αυξανόμενη αδιαφορία και επίσης η μεγάλη αύξηση των μικτών γάμων. Αυτήν τη νέα περίοδο, στην ποίμανση της εκκλησίας βρέθηκαν κατά σειρά ο Αθανάσιος Ηλία ως το 1986, ο Νικόλαος Στεφανίδης ως το 1995 και από το 1995 ως το 2021, ο Ιωάννης Υφαντίδης. Ας δούμε όμως κάποια χαρακτηριστικά της ζωής της Κοινότητας αυτή την περίοδο.

Διακονίες που σταματούν και διακονίες που συνεχίζουν

Ήδη στη δεκαετία του ’70, σταδιακά το ΒΙΚ, το Ημερήσιο Κατηχητικό και το Ορφανοτροφείο (1985) σταματούν και η βιβλιοθήκη αποδιοργανώνεται. Συνεχίζουν η Φιλόπτωχος, η Χορωδία, το Κυριακό Σχολείο, το Θερινό Σχολείο, οι κατασκηνώσεις και οι διάφοροι ηλικιακοί όμιλοι. Δημιουργούνται, μάλιστα, επιπλέον και δύο ακόμη όμιλοι, ο Όμιλος Νεαρών Ζευγαριών, με ιδιαίτερες συνάξεις και δραστηριότητες, που τα τελευταία χρόνια λειτουργεί υπό την φροντίδα του Κώστα Χουσερίδη, καθώς και ο Όμιλος Δημιουργικής Ηλικίας, για μέλη άνω των 50 ετών. Από τις διακονίες που συνεχίζουν θα επιλέξουμε μόνο ορισμένες.

Θα ήταν παράλειψη να μην κάνουμε αναφορά στη συνεχή παρουσία και επιρροή της Ευαγγελικής Κοινότητας στη μουσική ζωή της πόλης. Η επιρροή αυτή, όπως αναφέραμε παραπάνω, μπορεί τις τελευταίες δεκαετίες να προσωποποιηθεί σε προσωπικότητες όπως ο Γιάννης Αδαμίδης, ο οποίος υπήρξε από το 1978 ως την πρόσφατη συνταξιοδότησή του, Διευθυντής του Δημοτικού Ωδείου, διευθυντής της χορωδίας της Εστίας Πιερίδων Μουσών και στη συνέχεια του Δημοτικού Ωδείου αλλά και καθηγητής διεύθυνσης χορωδίας στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Χάρη στη δική του πρωτοβουλία και τις μουσικές γνώσεις, το 1980 εγκαταστάθηκε στην εκκλησία εκκλησιαστικό όργανο με αυλούς, το οποίο αντικατέστησε τα απλούστερα ως τότε σε χρήση αρμόνια και πλούτισε περισσότερο μουσικά τις εκκλησιαστικές λατρείες. Το ρεπερτόριο της χορωδίας εμπλουτίστηκε με κομμάτια υψηλών απαιτήσεων και καθιερώθηκαν στη λατρευτική ζωή της εκκλησίας οι μουσικοί εσπερινοί της χορωδίας, ιδιαίτερα στις περιόδους των Χριστουγέννων και του Πάσχα, με κορυφαία έργα χριστιανικής υμνογραφίας. Η γενικότερη επιρροή στη μουσική ζωή της πόλης συνεχίζει όμως σήμερα και μέσω νεότερων προσώπων που ανατράφηκαν στο θρησκευτικό και μουσικό περιβάλλον της Ευαγγελικής Εκκλησίας, πρόσωπα όπως όπως ο Ευθύμιος Μαυρίδης, διευθυντής τα τελευταία χρόνια της χορωδίας της Εστίας Πιερίδων Μουσών και της χορωδίας Λιτοχώρου.

Οι Κατασκηνώσεις της Λεπτοκαρυάς ήταν ένας ακόμη τομέας που παρουσίασε ιδιαίτερη άνθηση τα τελευταία χρόνια. Παρόλο ότι η έκταση του χώρου συρρικνώθηκε λόγω ένταξης στο σχέδιο πόλης, το κατασκηνωτικό πρόγραμμα και οι εγκαταστάσεις (σπιτάκια, διάφορα γήπεδα για αθλοπαιδίες) βελτιώθηκαν, ενώ πολύ περισσότερα παιδιά από την πόλη μας και άλλες περιοχές συμμετέχουν πλέον σ ’αυτά. Τα τελευταία χρόνια ένας αριθμός 430 έως 450 περίπου παιδιών περνούν συνολικά από την κατασκήνωση και ένα μεγάλο ποσοστό (περίπου 40%) είναι εκτός Ευαγγελικής Εκκλησίας. Οι γονείς εντός και εκτός Ευαγγελικής Εκκλησίας είναι πολύ ευχαριστημένοι από τις κατασκηνώσεις μας και μας εμπιστεύονται επί σειρά ετών τα παιδιά τους!

Νέες διακονίες

Οικονομικοί μετανάστες

Ζούμε σε έναν κόσμο που αλλάζει. Μετά το 1990 και το άνοιγμα των βαλκανικών χωρών, πολλοί μετανάστες έρχονται στη χώρα μας σε αναζήτηση εργασίας, κυρίως από την Αλβανία αλλά και τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Η Ευαγγελική Εκκλησία Κατερίνης προσπάθησε να διακονήσει αυτούς τους ανθρώπους με πολλούς τρόπους, ανάλογα με τις ανάγκες τις οποίες είχαν. Μεταξύ αυτών, μεγαλύτερη διάρκεια είχε η διακονία προς τους Αλβανούς. Ως σήμερα λειτουργεί στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων της εκκλησίας μας ιδιαίτερη συνάθροιση κηρύγματος του ευαγγελίου στην αλβανική γλώσσα.

Εδώ και είκοσι και πλέον χρόνια, ακριβώς δίπλα στο Κτίριο που βρισκόμαστε, αναδιαμορφώθηκαν γήπεδα ποδοσφαίρου και μπάσκετ, που είναι ανοιχτά συγκεκριμένες ώρες και μέρες για άτομα πέρα από την κοινότητά μας. Ο αθλητισμός προωθήθηκε από τον Όμιλο Νέων συστηματικά, δεδομένου ότι τα τελευταία είκοσι οχτώ χρόνια διοργανώνει ένα πανελλήνιο Χριστιανικό Αθλητικό Τριήμερο (Χ.Α.Τ.), στο οποίο συμμετέχουν νέοι και νέες από Ευαγγελικές Εκκλησίες όλης της Ελλάδας.

Βενιαμίν

Δεν πρόκειται για διακονία της Εκκλησίας, είναι όμως πολύ συγκινητικό ότι αυτό που εσπάρη, στις μεταπολεμικές δεκαετίες με την ίδρυση του Ορφανοτροφείου, έφερε έναν απρόσμενο καρπό. Οι τρόφιμοι του Ευαγγελικού Ορφανοτροφείου, με δική τους πρωτοβουλία ανέλαβαν να συστήσουν από το 1994 τον Σύλλογο Προστασίας Παιδιών Βενιαμίν, με πρόεδρο τον Χάρη Αναστασίου, έναν σύλλογο που παρουσιάζει μέχρι σήμερα πρωτοποριακή δράση στην υποστήριξη παιδιών εντός και εκτός Ελλάδας και έχει τύχει επανειλημμένα της αναγνώρισης της πολιτείας. Εδώ και λίγα χρόνια ο Βενιαμίν έχει επεκτείνει τη δράση του σε πρωτοποριακής μορφής φροντίδα για τα παιδιά, ιδρύοντας την Αγκαλιά για το Παιδί, πρωτοβουλία που έχει αντίκτυπο και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας.

Γηροκομείο

Το ίδιο το κτίριο του Ορφανοτροφείου λειτουργούσε από το 1985 και εξής απλώς ως ξενώνας. Πριν από μερικά χρόνια, μέλη της Ελληνικής  Ευαγγελικής Εκκλησίας Κατερίνης (Ε.Ε.Ε.Κ.) αποφάσισαν να κάνουν πράξη ένα όραμα ψυχής. Ευαισθητοποιημένοι στις ανάγκες της τρίτης ηλικίας, θέλησαν να φτιάξουν ένα φιλόξενο σπίτι για τους ηλικιωμένους, ένα χώρο που θα τους προσφέρει πάνω από όλα αγάπη, την αγάπη που ο ίδιος ο Θεός έδειξε στους ανθρώπους, στέλνοντας το γιο του στη γη να θυσιαστεί στο σταυρό για όλους εμάς. Έτσι, το 2003, ιδρύθηκε το Φιλανθρωπικό Σωματείο με την επωνυμία Χριστιανικό Σπίτι Ηλικιωμένων «Ο Καλός Σαμαρείτης» από μέλη της ΕΕΕΚ και άλλων Ευαγγελικών Εκκλησιών της Βορείου Ελλάδος, με σκοπό την ίδρυση και λειτουργία μιας Μονάδας Φροντίδας Ηλικιωμένων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα σε κτίριο που θα παραχωρούσε η Εκκλησία Κατερίνης. Με δωρεές και πολλή εθελοντική εργασία, το παλιό κτίριο του Ορφανοτροφείου ανακαινίσθηκε. Στις 24 Σεπτεμβρίου του 2005, έγιναν με λαμπρότητα και επισημότητα τα εγκαίνια της μονάδας, παρουσία όλων αυτών που οραματίστηκαν την κατασκευή και λειτουργία του έργου αυτού, όπως επίσης του αντιπροσώπου των Ευαγγελικών Εκκλησιών της Β. Ελλάδος, αντιπροσώπων της Ορθόδοξης Εκκλησίας και των τοπικών αρχών. 

Το νέο «σπίτι» των ηλικιωμένων, σήμερα φιλοξενεί περίπου 40-50 γέροντες και γερόντισσες που προέρχονται κυρίως από το νομό μας, καθώς και γύρω νομούς της Β. Ελλάδος και προέρχονται από όλα τα χριστιανικά δόγματα. Τους υπηρετούμε με έμμισθο προσωπικό 20-25 ατόμων και μερικούς εθελοντές. Τακτικές είναι και οι επισκέψεις εθελοντών, με σκοπό τη συναναστροφή και την παρέα. Κάθε Κυριακή πρωί γίνεται Βιβλικό μάθημα και αναμετάδοση της Κυριακάτικης Λειτουργίας της Ευαγγελικής Εκκλησίας που βρίσκεται σε κοντινό οικοδομικό τετράγωνο. Επίσης γίνονται συχνά μικρές εκδρομές σε κοντινές αποστάσεις με το βαν της μονάδας.

Βιβλιοθήκη

Η αναδιοργάνωση της Βιβλιοθήκης έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Έχει γίνει η μηχανοργάνωση όλων των βιβλίων και σύντομα θα μπορούμε να την ανοίξουμε στο κοινό, τόσο φυσικά όσο και διαδικτυακά.

Κοινωνικό παντοπωλείο

Το Κοινωνικό παντοπωλείο που στεγάζεται στο κτίριο απέναντι από την εκκλησία, δωρεά μελών της κοινότητας, λειτουργεί από το 2012 σε εβδομαδιαία βαση. Βοηθά χωρίς διάκριση δόγματος ή εθνικής προέλευσης περίπου 150-180 οικογένειες (300-350 ενήλικες και 400-450 παιδιά) που δέχονται μία φορά το μήνα βοήθεια σε βασικά είδη. Η διακονία στηρίζεται σε χορηγίες μελών της ευαγγελικής εκκλησίας και φέρεται σε πέρας από μια πολύ ενεργητική ομάδα διακόνων και διακονισσών. Οραματισμός της Εκκλησίας, αν βρεθούν οι απαιτούμενοι οικονομικοί πόροι, είναι να προχωρήσει κατά το παράδειγμα της Μητρόπολης, ίσως και σε συνεννόηση με αυτήν, σε συσσίτια.

Ιεραποστολή

Η προσφορά της εκκλησίας φτάνει πολύ πέρα από την Κατερίνη. Επί χρόνια υποστηρίζει φιλανθρωπικές διακονίες της ευρύτερης ευαγγελικής εκκλησίας που αφορούν άστεγους, περιθωριακούς, ναρκομανείς, μετανάστες, θυμάτων σωματεμπορίου αλλά και ιεραποστολές που έχουν σκοπό να μεταδώσουν το μήνυμα του Ευαγγελίου σε όλο τον κόσμο. Πριν μερικά χρόνια διάφορα μέλη της εκκλησίας μας έχουν μετάσχει σε αποστολές μεταξύ των Μασάι στην Μπέια της Τανζανίας, με σκοπό την ανέγερση ευκτήριου οίκου, τη μεταφορά τροφίμων αλλά και τη διάνοιξη πηγαδιού για την προμήθεια πόσιμου νερού. Οι αποστολές αυτές αποτέλεσαν το έναυσμα για την οικογένεια του Αλέκου και της Ναυσικάς Χαραλαμπίδη, που προέρχονται από την κοινότητά μας, να εγκατασταθούν μόνιμα στο Γκαλιτζέμπε της Τανζανίας μαζί με τον γιο τους, Γιάννη, και να ιδρύσουν εκεί ορφανοτροφείο.

Επίλογος

Δεν μπορεί κανείς να μιλήσει για όλα και δεν μπορεί να αναφερθεί ενδεχομένως σε όλα με δίκαιο τρόπο. Ίσως παραλήφθηκαν ονόματα και πράγματα που θα έπρεπε να ακουστούν. Ο Θεός όμως γνωρίζει. Όπως κάθε Εκκλησία του Χριστού, έτσι και η Ευαγγελική Εκκλησία στοχεύει όλες της οι δραστηριότητες να εμπνέονται από το πνεύμα του Ευαγγελίου και την αγάπη του Χριστού. Η έννοια μας είναι με ποιο τρόπο θα υπηρετήσουμε τον Θεό και τον συνάνθρωπο στην εποχή που ζούμε, και η εποχή μας δεν έχει λίγες προκλήσεις. Ζούμε σε μια νέα κατάσταση, σε μια νέα Ελλάδα, σε μια πορεία προς το άγνωστο χωρίς ευοίωνες προοπτικές. Μέσα σε αυτή την κατάσταση, ωστόσο, έχουμε καραβοκύρη, έχουμε οδηγό, έχουμε στήριγμα τον Αιώνιο Θεό και τον Υιό Του, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Σ’ Αυτόν ανήκει η Δόξα!

Βιβλιογραφία: Α. Κάλφας – Π. Παπαγεωργίου, Ο Συνοικισμός Ευαγγελικών της Κατερίνης (1923-2000). Τοπική Ιστορία και Κίνηση των Θρησκευτικών Ιδεών (2001).

Scroll to top