Site icon Αστήρ της Ανατολής

H επίδραση του κηρύγματος ως προς την πνευματική αναζωπύρωση

red fire illustration

H λέξη «αναζωπύρωση» κουβαλά μέσα της τη δύναμη της φωτιάς, εκείνης της φλόγας που τρεμοπαίζει έτοιμη να σβήσει, αλλά βρίσκει ξανά ζωή, τροφοδοτείται, δυναμώνει και φουντώνει. Ετυμολογικά, παραπέμπει στην αναθέρμανση, στην ανανέωση μιας φλόγας που έμοιαζε να ξεθυμαίνει. Όταν μιλάμε, όμως, για πνευματική αναζωπύρωση, δεν αναφερόμαστε απλώς σε μια φυσική φωτιά. Αναφερόμαστε στην ενίσχυση της εσωτερικής φλόγας, στη ζωντάνια και την ενίσχυση της πνευματικής ζωής, είτε στο επίπεδο του πιστού είτε στον ευρύτερο οργανισμό της Εκκλησίας. Είναι η στιγμή που η καρδιά θυμάται την πρώτη της Αγάπη, που η πίστη επικεντρώνεται στο Ευαγγέλιο και η ψυχή φλέγεται από ζήλο για τη ζωή της αποστολής.

Στον σύγχρονο χριστιανικό κόσμο, η έννοια της πνευματικής αναζωπύρωσης συχνά στέκεται παρεξηγημένη, παγιδευμένη ανάμεσα σε δύο αντίθετες και εξίσου λανθασμένες οπτικές. Στη μία άκρη, κάποιοι τη βλέπουν σαν ένα απομεινάρι του παρελθόντος· μια ιστορική ιδιαιτερότητα, ένα φαινόμενο που άγγιξε μόνο άλλες εποχές και γενιές, μα δεν έχει θέση στη σημερινή Εκκλησία. Σαν να έκλεισε η πόρτα της ουράνιας επέμβασης πίσω μας και το μόνο που μας μένει είναι να τη μελετούμε νοσταλγικά. Στην άλλη άκρη, βρίσκουμε εκείνους που επιχειρούν να την προκαλέσουν τεχνητά με ανθρώπινες μεθόδους, συγκινησιακές τεχνικές και στρατηγικά οργανωμένα γεγονότα, λες και η αναζωπύρωση είναι προϊόν παραγωγής, και όχι καρπός χάριτος.

Η βιβλική αλήθεια ωστόσο δεν κατοικεί στα άκρα. Στέκεται στη μέση, εκεί όπου συναντιέται η μετάνοια με την πίστη στο Ευαγγέλιο και το έργο του Αγίου Πνεύματος. Η πνευματική αναζωπύρωση δεν είναι ούτε δημιούργημα του ανθρώπου, ούτε απρόσιτο μυστήριο κρυμμένο στον ουρανό. Είναι ένα θείο έργο, μια κίνηση του Αγίου Πνεύματος που γεννιέται και φανερώνεται μέσα από ειλικρινή μετάνοια, ένθερμη προσευχή και το ζωντανό κήρυγμα του Ευαγγελίου. Η ιστορία της Εκκλησίας, όπως καταγράφεται στην Αγία Γραφή, είναι γεμάτη από τέτοιες στιγμές: στιγμές όπου ο λαός του Θεού μετανόησε, έκλαψε, προσευχήθηκε και στράφηκε ξανά στην αλήθεια του Θεού. Και τότε, η φλόγα που έμοιαζε να σβήνει, ξαναφούντωσε· όχι από τα χέρια των ανθρώπων, αλλά από την Χάρη του Θεού.1

Το ιστορικό – θεολογικό υπόβαθρο για την πνευματική αναζωπύρωση και ο ρόλος του κηρύγματος

Στο εμβληματικό του έργο The Dynamics of Spiritual Life, ο Richard Lovelace προσεγγίζει την πνευματική αναζωπύρωση όχι ως μια σποραδική, μοναδική «έκλαμψη» μέσα στην ιστορία της Εκκλησίας, αλλά ως μία οργανική και βαθιά βιβλική πραγματικότητα που έχει τις ρίζες της στην ίδια τη φύση της ζωής εν Χριστώ.1

Ο Lovelace επιμένει πως η αναζωπύρωση δεν είναι απλώς μια εποχιακή «έκρηξη πνευματικής ενέργειας», αλλά αποτελεί τη φυσική ροή της χριστιανικής ζωής, επειδή αυτή είναι πραγματικά διαποτισμένη από το Άγιο Πνεύμα. Όπως το θέτει χαρακτηριστικά, πρόκειται για την έγχυση ζωής, για την ενδυνάμωση και ανανέωση της εσωτερικής ύπαρξης του πιστού και της Εκκλησίας μέσω της ενεργούς παρουσίας του Θεού. Η σκέψη του Lovelace εδράζεται βαθιά στη βιβλική ανθρωπολογία και τη σωτηριολογική διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου2. Ειδικά στο εδάφιο Ρωμαίους 8:11, ο Παύλος αποκαλύπτει την ίδια την πηγή αυτής της ζωοποιού δύναμης:

 «ε δ τ πνεμα το γείραντος τν ησον κ νεκρν οκε ν μν,  γείρας Χριστν κ νεκρν ζοποιήσει κα τ θνητ σώματα μν δι το νοικοντος ατο πνεύματος ν μν».

Σε αυτό το εδάφιο, ο Απόστολος Παύλος δεν μιλάει απλώς για την ελπίδα της ανάστασης κατά την έσχατη ημέρα· μιλάει για μια παρούσα πραγματικότητα, για μια εσωτερική «ζωοποίηση» που αρχίζει ήδη από τώρα, καθώς το Άγιο Πνεύμα κατοικεί μέσα στους πιστούς και μεταμορφώνει τη ζωή τους εκ των έσω. Ο Lovelace βλέπει την πνευματική αναζωπύρωση ως αυτό ακριβώς το φαινόμενο: η παρουσία του Πνεύματος δεν είναι παθητική, αλλά δια του κηρύγματος του Ευαγγελίου ζωοποιεί, ξυπνάει, ενεργοποιεί, θεραπεύει και μεταμορφώνει τα «θνητά σώματα», την πνευματική αδυναμία, την κόπωση και τη νεκρότητα της ανθρώπινης ψυχής.

Η αναζωπύρωση, λοιπόν, δεν είναι πολυτέλεια ούτε εξαίρεση. Είναι η φυσική συνέπεια της ζωής του Πνεύματος, η οποία λαμβάνει χώρα όταν Εκκλησία και πιστοί παύουν να εμπιστεύονται τις ανθρώπινες δυνάμεις και προσφεύγουν στην αναγεννητική και ζωοποιό δύναμη του Θεού. Ο Lovelace τονίζει ότι αυτή η «έγχυση ζωής» δεν είναι απλώς αποτέλεσμα συναισθηματικής κινητοποίησης ή αναβίωσης θρησκευτικών πρακτικών. Είναι το αποτέλεσμα μιας βαθιάς εσωτερικής μεταστροφής, η οποία προκύπτει όταν οι άνθρωποι σταματούν να στηρίζονται σε εξωτερικές μορφές θρησκείας, σε τελετουργίες, ηθική αυτοδικαίωση ή απλώς μια πολιτισμική ταύτιση με τον Χριστιανισμό και αρχίζουν να εναποθέτουν την ελπίδα τους στο γνήσιο, ανόθευτο, Ευαγγέλιο του Εσταυρωμένου Χριστού.

Ο Lovelace επισημαίνει ότι, σε κάθε ιστορική περίοδο αναζωπύρωσης, ο λαός του Θεού άκουγε ξανά το Ευαγγέλιο σαν να ήταν η πρώτη φορά, όχι ως ένα μήνυμα απλώς για τους αμαρτωλούς «εκεί έξω», αλλά ως μια πρόσκληση προς τους ίδιους τους πιστούς να σταματήσουν να ζουν σαν «αρκετά καλοί Χριστιανοί» και να επιστρέψουν στον πυρήνα της πίστης: «Δικαιώνεσαι όχι από τη δική σου ζωή, αλλά από τη ζωή, τον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού για εσένα». Στο ίδιο μήκος κύματος και ο Δρ. Martyn Lloyd-Jones, επεσήμανε στα κηρύγματά του, ότι η πνευματική αναζωπύρωση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το κήρυγμα του αυθεντικού, ζωντανού Ευαγγελίου και τονίζει πως η μεγαλύτερη ανάγκη της Εκκλησίας δεν είναι η περισσότερη δραστηριότητα ή οι καλύτερες οργανώσεις, αλλά η αποκατάσταση της επίγνωσης του Θεού, η οποία έρχεται μέσα από το κήρυγμα της αλήθειας του Ευαγγελίου με δύναμη Πνεύματος Αγίου3. Ο Lloyd-Jones δεν διστάζει να επισημάνει πως πολλοί Χριστιανοί, ακόμη και ολόκληρες εκκλησιαστικές παραδόσεις, ζουν μέσα σε μια θρησκευτική τυπολατρία: διατηρούν τη μορφή της ευσέβειας, αλλά αρνούνται τη δύναμή της (πρβλ. Β΄ Τιμ. 3:5). Σε αυτό το πλαίσιο, η ελπίδα των ανθρώπων μετατίθεται από τον Χριστό στη συνήθεια, από το Ευαγγέλιο στην εκκλησιαστική ασφάλεια, από τη χάρη στην ανθρώπινη προσπάθεια. Για τον Lloyd-Jones όμως, ο καταλύτης της πνευματικής αναζωπύρωσης είναι το κήρυγμα του Ευαγγελίου. Ο ίδιος έγραψε χαρακτηριστικά:

«Ο Θεός τιμά το Ευαγγέλιό Του και μόνο. Είναι μέσα από το Ευαγγέλιο που σώζει, και είναι μέσα από το ίδιο Ευαγγέλιο που αναζωπυρώνει την Εκκλησία Του»4.

Αυτό το κήρυγμα του Ευαγγελίου, όταν κηρύττεται με πίστη και εξουσία, διαπερνά τις ψυχές και παράγει κάτι περισσότερο από συγκίνηση: φέρνει καρποφόρα μετάνοια, ανανέωση της πίστης και ζωηρή εξάρτηση από το Άγιο Πνεύμα5. Η Εκκλησία, τότε, παύει να είναι ένα «καθώς πρέπει σωματείο ηθικών ανθρώπων» και γίνεται ξανά ένα σώμα ζωντανό, εμποτισμένο με Χάρη, γεμάτο φλόγα, εξομολόγηση, δοξολογία και αποστολή. Η πνευματική αναζωπύρωση χωρίς το Ευαγγέλιο είναι σαν ένα οικοδόμημα χωρίς θεμέλιο. Μπορεί να μοιάζει εντυπωσιακή στην αρχή, με ένταση, μεθόδους, συγκινησιακές εξάρσεις, αλλά δεν αντέχει. Αντιθέτως, η αληθινή και διαρκής πνευματική αναζωπύρωση γεννιέται εκεί που το Ευαγγέλιο επιστρέφει στην πρώτη θέση , όχι μόνο ως διδασκαλία, αλλά ως εμπειρία σωτηρίας και ελπίδας.

Θέτοντας το ευαγγέλιο στο επίκεντρο δια του κηρύγματος

Όπως εξετάσαμε προηγουμένως τόσο ο Richard F. Lovelace στο The Dynamics of Spiritual Life όσο και ο D. Martyn Lloyd-Jones στο Revival, επισημαίνουν ότι σε κάθε εποχή της ιστορίας της Εκκλησίας, υπάρχει ένας σταθερός και επικίνδυνος τρόπος να χάσουμε το Ευαγγέλιο και να το αντικαταστήσουμε, συχνά ανεπαίσθητα, με το κήρυγμα της θρησκείας. Πρόκειται για μια παραποίηση που μπορεί να φέρει εξωτερική ευσέβεια, ηθική συμπεριφορά και εκκλησιαστική δραστηριότητα, αλλά που στην ουσία της αναιρεί τη δύναμη της χάρης και επιστρέφει τον άνθρωπο στην αυτοδικαίωση, στον φόβο και στην εξάρτηση από τα έργα. Αυτή η διαφορά δεν είναι απλώς θεωρητική ή θεολογική· είναι υπαρξιακή και καθοριστική. Δύο άνθρωποι μπορεί να ζουν εξωτερικά παρόμοιες ζωές, να προσεύχονται, να υπακούν, να δίνουν, να είναι ηθικοί και καλοί οικογενειάρχες, αλλά το θεμέλιο, το κίνητρο, και τελικά ο καρπός της ζωής τους να είναι εντελώς διαφορετικά. Ο ένας, που ζει μέσα στη λογική της θρησκείας, μπορεί να παραμένει βαθιά χαμένος, καθώς ό,τι κάνει πηγάζει από φόβο, ανασφάλεια ή προσπάθεια αυτοδικαίωσης. Ο άλλος, που ζει εν Χριστώ, υπακούει από ευγνωμοσύνη, χαρά και ελευθερία, γνωρίζοντας ότι η αποδοχή του είναι ήδη εξασφαλισμένη δια του σταυρού. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η αναζωπύρωση δεν είναι απλώς επιθυμητή, αλλά αναγκαία. Χρειαζόμαστε την αναζωπύρωση που γεννιέται από την εκ νέου ανακάλυψη του ανόθευτου Ευαγγελίου, όχι μιας χλιαρής εκδοχής του, ούτε μιας ηθικιστικής παραποίησης του, αλλά του γνήσιου μηνύματος που έχει τη δύναμη να σώζει και να μεταμορφώνει. Γιατί ακόμη και οι πιο πιστοί, ακόμη και εκείνοι που αγαπούν το Ευαγγέλιο, δεν είναι άτρωτοι στην επιστροφή σε μια θρησκευτική νοοτροπία. Χωρίς συνεχή ανανέωση από το ίδιο το Ευαγγέλιο, χωρίς διαρκή επιστροφή στην χάρη, η καρδιά μας γλιστράει ξανά στον νόμο, στην αυτοδικαίωση, στην υπερηφάνεια και κατά συνέπεια στην απόγνωση. Γι’ αυτό, είναι επιτακτικό να κηρυχθεί το ανόθευτο Ευαγγέλιο. Όχι μόνο για να σωθούν όσοι δεν είναι Χριστιανοί, αλλά και για να αναζωπυρωθούν οι ήδη πιστοί. Διότι το Ευαγγέλιο δεν είναι απλώς η αρχή της χριστιανικής ζωής, είναι ολόκληρη η ζωή. Και μόνο μέσα από αυτό μπορούμε να δούμε αληθινή καρποφορία, αληθινή μεταμόρφωση και αληθινή ζωή εν Χριστώ.

Η Αγία Γραφή επιβεβαιώνει αυτό τον κρίσιμο και συχνά παραγνωρισμένο κίνδυνο: τη σύγχυση του Ευαγγελίου με τη θρησκεία6. Αυτός ο κίνδυνος είναι δυσδιάκριτος, γιατί οι περισσότεροι χριστιανοί θεωρούν πως η στάση του ανθρώπου απέναντι στον Θεό κινείται σε δύο άξονες: είτε Τον ακολουθείς και προσπαθείς να κάνεις το θέλημά Του είτε Τον απορρίπτεις και ζεις όπως επιθυμείς. Η εικόνα μοιάζει απλή, δύο δρόμοι, δύο επιλογές. Όμως, η Αγία Γραφή μας καλεί να δούμε βαθύτερα, γιατί η απόρριψη του Θεού δεν εκδηλώνεται πάντα με κραυγαλέα ανυπακοή. Μερικές φορές φοράει τη μάσκα της θρησκευτικής υπακοής.

Στην πραγματικότητα, υπάρχουν δύο είδη απόρριψης του Θεού: Η μία είναι φανερή όταν αρνείσαι τον νόμο Του και ακολουθείς το δικό σου μονοπάτι. Το δεύτερο είδος απόρριψης, όμως, είναι δυσδιάκριτο και προκύπτει όταν πλησιάζεις τον Θεό όχι από αγάπη, αλλά για να κερδίσεις κάτι: τη σωτηρία, την ευλογία Του, μια θέση στον «ουρανό». Στην πραγματικότητα, δεν Τον αγαπάς· Τον χρησιμοποιείς. Δεν Τον εμπιστεύεσαι· Τον χειραγωγείς. Εξαιτίας των δύο προηγούμενων τρόπων απόρριψης του Θεού, αναδύεται μια τρίτη στάση απέναντι στον Θεό7. Δεν υπάρχουν μόνο δύο δρόμοι, αλλά τρεις: Η αθεΐα απορρίπτει ανοιχτά τον Θεό. Η θρησκεία (ή ηθικισμός) Τον απορρίπτει καλυμμένα, προσπαθώντας να κερδίσει τη σωτηρία με ανθρώπινη δικαιοσύνη και έργα. Μόνο το Ευαγγέλιο αναγνωρίζει πως η σωτηρία είναι καρπός της χάρης του Θεού και όχι των δικών μας έργων.

Αυτό το τριπλό μοτίβο, της ανοιχτής ανυπακοής, της θρησκευτικής αυταπάτης και της πίστης στο Ευαγγέλιο επανεμφανίζεται διαρκώς στις Γραφές: από τους Ισραηλίτες στην έρημο8, μέχρι και τους πιστούς της Καινής Διαθήκης9, αποκαλύπτονται οι τρεις τρόποι ανταπόκρισης προς τον Θεό : α) ο απερίτμητος: Εκείνος που ζει έξω από τον νόμο του Θεού, αδιαφορώντας για τις εντολές Του (εδώ ανήκουν οι εθνικοί, οι παγανιστές). β) ο περιτμημένος στη σάρκα: Ο θρησκευόμενος άνθρωπος που τηρεί εξωτερικά τον νόμο, βασίζοντας τη σχέση του με τον Θεό στην προσωπική του υπακοή και στην αίσθηση δικαίωσης μέσω των έργων γ) ο περιτμημένος στην καρδιά: Ο πιστός που, αν και ζει σύμφωνα με τον νόμο του Θεού, δεν στηρίζεται σε αυτόν για σωτηρία, αλλά υπακούει ως απόκριση στην ελευθερία και τη χάρη που ήδη του έχει δοθεί από τον Θεό.

Σε όλες τις αφηγήσεις των Ευαγγελίων, οι τρεις πνευματικές στάσεις, η αθεΐα, η θρησκεία και το ευαγγέλιο, εμφανίζονται με συνέπεια μέσα από τις συναντήσεις του Ιησού με τους ανθρώπους. Αυτές οι στάσεις δεν περιγράφονται απλώς, αλλά ενσαρκώνονται μέσα από πρόσωπα και περιστάσεις. Ο Ιησούς συναντά τον Φαρισαίο και τον τελώνη (Λουκάς 18)· τον θρησκευτικά αυτάρκη και τον συντετριμμένο αμαρτωλό. Βλέπουμε τον ευσεβή Φαρισαίο να στέκεται αυτάρεσκα μπροστά στον Θεό, και τον τελώνη, βουτηγμένο στην ενοχή, να χτυπά το στήθος του ζητώντας έλεος. Ο πρώτος εκπροσωπεί τη θρησκεία· ο δεύτερος, την πίστη προς το ευαγγέλιο. Το ίδιο μοτίβο συναντούμε στη σκηνή με τον Φαρισαίο και την αμαρτωλή γυναίκα (Λουκάς 7), ή ακόμη πιο δυνατά στην αντίθεση ανάμεσα σε ένα «βολεμένο» ακροατήριο θρησκευόμενων και έναν απεγνωσμένο, κοινωνικά περιθωριοποιημένο δαιμονισμένο (Μάρκος 5). Το ίδιο βλέπουμε και στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη, κεφάλαια 3 και 4. Εκεί παρουσιάζεται η αντίθεση μεταξύ του Νικόδημου, ενός επιφανή Φαρισαίου που πλησιάζει τον Ιησού διστακτικά, μέσα στη νύχτα, και της Σαμαρείτισσας, μιας γυναίκας περιθωριακής, ηθικά αμφιλεγόμενης και θεολογικά συγχυσμένης, η οποία, ωστόσο, δέχεται το μήνυμα με ενθουσιασμό και γίνεται αγγελιοφόρος του Ευαγγελίου στην πόλη της. Αυτές οι αφηγήσεις δεν είναι απλώς ιστορίες· είναι παραδείγματα που αποκαλύπτουν την αντιστροφή των ανθρώπινων αξιών: ότι η χάρη του Θεού προσπερνά την εξωτερική ευσέβεια και φτάνει στην καρδιά που διψά για σωτηρία.

Κηρύττοντας το ευαγγέλιο σε όλους

Το συμπέρασμα από όλα όσα αναφέρθηκαν είναι ότι όταν το ευαγγέλιο κηρύσσεται, δεν αρκεί να γίνει φανερή η διάκριση της αποδοχής από την απόρριψη του Θεού· αλλά θα πρέπει δια του κηρύγματος να γίνεται φανερή η βαθύτερη διαφορά ανάμεσα στη θρησκευτική υπακοή ως μέσο για να «κερδίσει» ένας άνθρωπος τη σωτηρία και την υπακοή ως καρπό της σωτηρίας που έχει ήδη δοθεί. Σε κάθε ακροατήριο, θα πρέπει να παρουσιάζονται τρεις τρόποι ζωής: 1) η αθεΐα (απόρριψη του Θεού), 2) η θρησκεία (προσπάθεια να κερδίσεις κάτι από τον Θεό) και 3) το ευαγγέλιο (σωτηρία από χάρη, όχι από έργα). Αυτός ο τρίτος δρόμος είναι η δύναμη του Θεού10 για τη Σωτηρία όλων: των απογοητευμένων, των βολεμένων, των αδιάφορων, ακόμα και των γνήσια πιστών.

Πολλοί «Χριστιανοί» μοιάζουν με τον μεγάλο αδελφό της παραβολής του Ασώτου Υιού (Λουκ. 15), πιστεύουν σε μια θρησκεία που τους κρατά μακριά από την καρδιά του Πατέρα και πέφτουν στην παγίδα της υπερηφάνειας, της ανασφάλειας και της αυτοδικαίωσης. Επίσης, οι περισσότεροι μεταμοντέρνοι άνθρωποι έχουν δει μόνο μια «τοξική» εκδοχή της θρησκείας, γεμάτη κρίση και αποκλεισμό και, όταν την απέρριψαν, νόμιζαν πως απέρριψαν τον ίδιο τον Χριστό. Γι’ αυτό, για να ακουστεί το ευαγγέλιο καθαρά, πρέπει πρώτα να γκρεμιστεί η παρανόηση ότι ο Χριστιανισμός είναι απλώς άλλη μία θρησκεία. Το ευαγγέλιο δεν είναι ένας ηθικός κώδικας, αλλά ένα μήνυμα χάριτος που αγγίζει καρδιές και ζωές! Ο σκοπός του κηρύγματος του Ευαγγελίου δεν είναι μια συμπεριφορική συμμόρφωση σε κανόνες, αλλά η σωτηρία της ψυχής και η μεταμόρφωση της ανθρώπινης ζωής!

Το Ευαγγέλιο είναι η δύναμη του Θεού που «ξεριζώνει» από τις καρδιές των ανθρώπων την αυτάρκεια, την αυτοδικαίωση και τη θεοποίηση της ανθρώπινης προσπάθειας. Το  έργο του Αγίου πνεύματος, δια του μηνύματος του Ευαγγελίου, είναι μια πρόκληση για ριζική μετατόπιση ελπίδας: από τον εαυτό στον Χριστό, από τη θρησκευτική συνήθεια στην προσωπική εμπιστοσύνη του Χριστού!

Ας προσευχόμαστε για το κήρυγμα του Ευαγγελίου και για την αναζωπύρωση της Εκκλησίας στη χώρα μας!

1. Lovelace, Richard F. The Dynamics of Spiritual Life: An Evangelical Theology of Renewal. Downers Grove, IL: InterVarsity Press, 1979. (σελ. 61)
2. Lovelace, Richard F. The Dynamics of Spiritual Life: An Evangelical Theology of Renewal. Downers Grove, IL: InterVarsity Press, 1979. (σελ. 119)
3. Lloyd-Jones, D. Martyn, Στην ομιλία του με τίτλο «Sovereignty of God in Revival»
4. Lloyd-Jones, D. Martyn. Revival. Στην ομιλία του με τίτλο “Revival: Diagnosing the need”
5. Lloyd-Jones, D. Martyn. Revival. Westchester, IL: Crossway Books, 1987.
6. Timothy Keller, Center Church , 61 ZONDERVAN
7. Timothy Keller, Center Church , 62 ZONDERVAN
8. Όταν ο Θεός ελευθέρωσε τους Ισραηλίτες από τη σκλαβιά της Αιγύπτου, δεν ξεκίνησε ζητώντας υπακοή, ξεκίνησε προσφέροντας σωτηρία. Πρώτα τους οδήγησε έξω από την Αίγυπτο, τους χάρισε ελευθερία, και μόνο μετά τους έδωσε τον Νόμο, ως τρόπο ζωής που ανταποκρίνεται στη χάρη και την εκλογή Του (Έξοδος 19:4-5· Δευτερονόμιο 7:6-9). Η υπακοή, λοιπόν, δεν ήταν η προϋπόθεση για τη Σωτηρία, αλλά το φυσικό επακόλουθό της. Κι όμως, ακόμη και μετά τη διαθήκη, ο Θεός τους προειδοποιεί: είναι δυνατόν να είστε εξωτερικά υπάκουοι, να τηρείτε τις εντολές, τις τελετές, τις θυσίες, και παρ’ όλα αυτά να παραμένετε με απερίτμητη καρδιά (Λευιτικό 26:41· Δευτερονόμιο 10:16, 30:6· Ιερεμίας 4:4). Ο κίνδυνος δεν ήταν απλώς η ανυπακοή, αλλά η τυφλή υπακοή χωρίς μεταμορφωμένη καρδιά, μια θρησκευτική προσήλωση που μοιάζει με ευσέβεια, αλλά στερείται της ζωντανής σχέσης με τον Θεό.
9. Στην Καινή Διαθήκη, οι τρεις πνευματικές στάσεις που περιγράφει ο Απόστολος Παύλος αποκαλύπτονται με ιδιαίτερη καθαρότητα στα πρώτα κεφάλαια της επιστολής προς Ρωμαίους (1–4). Στο πρώτο κεφάλαιο (Ρωμαίους 1:18-32), ο Παύλος περιγράφει την κατάσταση των εθνικών, των ειδωλολατρών και ηθικά διεφθαρμένων ανθρώπων, οι οποίοι, έχοντας απορρίψει τη γνώση του αληθινού Θεού, παραδόθηκαν σε έναν τρόπο ζωής που τους αποξενώνει από Εκείνον. Είναι φανερό: ζουν χωρίς τον Θεό και βρίσκονται σε πνευματικό σκοτάδι. Αλλά στο επόμενο τμήμα (Ρωμαίους 2:1 – 3:20), ο Παύλος κάνει κάτι ανατρεπτικό. Δεν στρέφει το βλέμμα του στους ανοιχτά ασεβείς, αλλά στους «ηθικούς» και «θρησκευόμενους», στους Ιουδαίους που γνωρίζουν τις Γραφές και καυχώνται για τον νόμο. Και όμως, το συμπέρασμα του είναι σοκαριστικό: κι αυτοί είναι εξίσου χαμένοι. Παρά την εξωτερική τους ευσέβεια, είναι αποξενωμένοι από τον Θεό, διότι στηρίζονται στη δική τους δικαιοσύνη και όχι στη χάρη Του (Ρωμαίους 3:9-11). Έτσι, ο Παύλος καταρρίπτει κάθε ψευδαίσθηση: είτε πρόκειται για τον ανήθικο ειδωλολάτρη είτε για τον ευσεβή θρησκευόμενο, χωρίς την πίστη στον Χριστό και οι δύο βρίσκονται στην ίδια πνευματική κατάσταση, μακριά από τον Θεό. Ο Απόστολος Παύλος, στη συνέχεια της επιστολής του προς Ρωμαίους, παρουσιάζει το ευαγγέλιο ως την αληθινή αναζήτηση του Θεού μέσω του Ιησού Χριστού, υπογραμμίζοντας ότι η σωτηρία αποκτάται αποκλειστικά δια της πίστεως.
10. Ρωμαίους 1:16

Exit mobile version