Ως «διαδιαθηκική περίοδος» ονομάζεται η χρονική περίοδος μεταξύ των γεγονότων που περιγράφονται στα εβραϊκά κανονικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης, που εκτείνονται από τη διακονία του Μαλαχία (περίπου 420 π.Χ.) έως την εμφάνιση του Ιωάννη του Βαπτιστή στις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ. Η περίοδος αυτή συμπίπτει περίπου με την περίοδο του ανοικοδομημένου Δεύτερου Ναού (516 π.Χ. – 70 μ.Χ.) και περικλείει την εποχή του ελληνιστικού Ιουδαϊσμού.
Σε κάποιους θρησκευτικούς κύκλους τα χρόνια αυτά ονομάζονται «400 σιωπηλά χρόνια», επειδή πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία δεν εμφανίστηκαν νέοι προφήτες και ο Θεός δεν αποκάλυψε τίποτα νέο στον εβραϊκό λαό. Ο Μαλαχίας, του οποίου το όνομα σημαίνει «ο αγγελιοφόρος μου», μεταφέρει άμεσα ένα ισχυρό μήνυμα στους Ισραηλίτες, εξαιτίας του εφησυχασμού τους, της θρησκευτικής διαφθοράς τους, καθώς και της έλλειψης σεβασμού προς τον Θεό[1]. Τα λόγια του έχουν αίσθηση επείγοντος, τους προσκαλούν σε μετάνοια και τους υπενθυμίζουν τη διαθήκη με τον Θεό. Τα «σιωπηλά» χρόνια αυτά, όμως δεν πέρασαν για τον λαό Ισραήλ χωρίς προειδοποίηση. Ειδικά το κεφάλαιο 11 του προφήτη Δανιήλ εξαγγέλλει γεγονότα αυτής της άστατης, πολιτικο-κοινωνικά πολύπλοκης περιόδου που θα ακολουθήσει, με τέτοιες λεπτομέρειες που επιβεβαιώνονται ιστορικά[2].
Η σύντομη αυτή μελέτη επιχειρεί να αποδείξει όμως ότι ο αντίκτυπος, που αυτή η ιστορική περίοδος είχε στον εβραϊκό λαό και στην πίστη του, όχι μόνο θα επηρέαζε τη διακονία του Ιησού, αλλά μπορεί να βοηθήσει κι εμάς σήμερα στην κατανόηση των γεγονότων, γιατί εξηγεί το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της κοινωνίας, μέσα στην οποία θα γραφόταν η Καινή Διαθήκη και θα ξεκινούσε η δυναμική πορεία της Εκκλησίας.
Στη συγκεκριμένη περίοδο, η εβραϊκή κοινότητα γνώρισε μια σύγκρουση ιδεολογιών με κάποιους από ανάμεσά της να ασπάζονται ελληνιστικά έθιμα και παραδόσεις, και άλλους να προσκολλώνται ακόμη πιο ένθερμα στις παραδοσιακές τους πεποιθήσεις. Οι αναπόφευκτες συγκρούσεις και οι συζητήσεις εντός της εβραϊκής κοινωνίας συνέτειναν έτσι στην ανάπτυξη διαφόρων θρησκευτικών αιρέσεων και κινημάτων. Την περίοδο θα χαρακτηρίσουν σημαντικές πολιτικές, κοινωνικές και πολιτιστικές αλλαγές, που θα οδηγήσουν είτε στην πολιτιστική αφομοίωση και τον θρησκευτικό συγκρητισμό είτε σε πολιτικές αναταραχές[3].
Η εξέγερση με επικεφαλής τη θαρραλέα οικογένεια των Μακκαβαίων, είναι ένα αξιοσημείωτο γεγονός στην περίοδο αυτή, όπου μια ομάδα Εβραίων πολέμησε ενάντια στην επιβολή των ελληνιστικών πρακτικών και πέτυχε να αποκαταστήσει την εβραϊκή κυριαρχία στην Ιερουσαλήμ. Η ελληνιστική επιρροή όμως άφησε ανεξίτηλο το στίγμα της στην εβραϊκή ιστορία και έθεσε τις βάσεις για το πολιτιστικό και θρησκευτικό τοπίο που θα υποδεχόταν την άφιξη του Ιησού. Η σύγκρουση μεταξύ ελληνικής φιλοσοφίας και εβραϊκής θεολογίας, καθώς και ο αγώνας για εβραϊκή ανεξαρτησία, έθεσαν τα θεμέλια για τις συγκρούσεις και τις ιδεολογικές συζητήσεις, που θα διαμόρφωναν το θρησκευτικό κλίμα στην εποχή του Ιησού και του πρωτοχριστιανικού κινήματος.
Το ιστορικό πλαίσιο της διαδιαθηκικής περιόδου
Από το 1025 π.Χ. και μετά, οι Εβραίοι βασιλείς Σαούλ, Δαβίδ και Σολομών κυβέρνησαν τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ. Στη συνέχεια, το έθνος διαχωρίστηκε σε ένα δεκάφυλο βόρειο βασίλειο και σε ένα νότιο βασίλειο του Ιούδα μαζί με τη φυλή του Βενιαμίν. Το 722 π.Χ. οι Ασσύριοι κατέκτησαν το βόρειο βασίλειο, αιχμαλώτισαν τους περισσότερους από τους κατοίκους του και τους έσυραν εξόριστους στην Ασσυρία. Στη συνέχεια, οι Βαβυλώνιοι που ανέκτησαν τον έλεγχο ολόκληρης της Μέσης Ανατολής νικώντας τους Ασσύριους, κατέκτησαν και το νότιο βασίλειο του Ιούδα το 586 π.Χ. και πήραν τους περισσότερους από τους κατοίκους του εξόριστους στη Βαβυλώνα. Στη συνέχεια, επικράτησαν οι Πέρσες των Βαβυλωνίων και επέτρεψαν στους εξόριστους λαούς, συμπεριλαμβανομένων και των Εβραίων, να επιστρέψουν στις πατρίδες τους, εάν το επιθυμούσαν.
Μετά την περσική περίοδο ξεκινάει η «σιωπηλή» διαδιαθηκική περίοδος[4]. Οι Εβραίοι βρέθηκαν υπό την κυριαρχία διαφόρων αυτοκρατοριών. Η ελληνιστική εποχή ξημέρωσε με τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου τον 4ο αιώνα π.Χ. Η διάδοση του ελληνικού πολιτισμού και της γλώσσας σε όλη την αχανή αυτοκρατορία είχε βαθύ αντίκτυπο στον εβραϊκό λαό. Η ελληνική φιλοσοφία, η λογοτεχνία και οι καλλιτεχνικές εκφράσεις διαπέρασαν τον κοινωνικό ιστό και οδήγησαν σε μια συγχώνευση ελληνιστικών και εβραϊκών παραδόσεων.
Ο Μέγας Αλέξανδρος, προερχόμενος από τη Μακεδονία, κατέκτησε τη Μέση Ανατολή νικώντας διαδοχικά τους Πέρσες σε μάχες, όπως αυτή του Γρανικού (334 π.Χ.), της Ισσού (333 π.Χ.) και στα Άρβυλα (331 π.Χ.). Η τεράστια αυτοκρατορία του Μ. Αλέξανδρου εκτεινόταν από την Ελλάδα μέχρι την Αίγυπτο και μέχρι την Ινδία. Αυτή η επέκταση επέτρεψε τη διάδοση της ελληνικής γλώσσας, καθώς και των εθίμων και ιδεών σε όλα τα κατακτημένα εδάφη, συμπεριλαμβανομένης και της Παλαιστίνης.
Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.Χ., οι κορυφαίοι στρατηγοί του, πρακτικά οι διάδοχοί του, χώρισαν την αυτοκρατορία σε τέσσερα μέρη. Δύο από τα μέρη αυτά υπήρξαν σημαντικά για το ιστορικό υπόβαθρο της Καινής Διαθήκης: Το Πτολεμαϊκό μέρος (στον Νότο) και το Σελευκιδικό (στον Βορρά). Η Πτολεμαϊκή Αυτοκρατορία με επίκεντρο την Αίγυπτο είχε ως πρωτεύουσά της την Αλεξάνδρεια. Η αυτοκρατορία των Σελευκιδών με κέντρο τη Συρία και πρωτεύουσα την Αντιόχεια είχε ηγεμόνες, όπως τον Σέλευκο και τον Αντίοχο.
Η Παλαιστίνη, επειδή βρισκόταν ανάμεσα στην Αίγυπτο και τη Συρία, έγινε θύμα του ανταγωνισμού μεταξύ των Πτολεμαίων και των Σελευκιδών, γιατί και οι δύο ήθελαν να εισπράξουν φόρους από τους κατοίκους της και να την κάνουν ζώνη προστασίας έναντι των επιθέσεων από τους αντιπάλους.
Στην αρχή οι Πτολεμαίοι κυριάρχησαν στην Παλαιστίνη για 122 χρόνια (320-198 π.Χ.). Οι Εβραίοι ευημέρησαν κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Η παράδοση λέει ότι υπό τον Πτολεμαίο Φιλάδελφο (285-246 π.Χ.) εβδομήντα δύο Εβραίοι λόγιοι άρχισαν να μεταφράζουν την εβραϊκή Παλαιά Διαθήκη σε μια ελληνική εκδοχή που ονομάστηκε «μετάφραση των Εβδομήκοντα». Πρώτα μεταφράστηκε η Πεντάτευχος. Τα υπόλοιπα τμήματα της Παλαιάς Διαθήκης ακολούθησαν αργότερα. Το σχεδόν 40-ετές έργο έλαβε χώρα στην Αίγυπτο, με προφανές αναγνωστικό κοινό Εβραίους που καταλάβαιναν τα ελληνικά καλύτερα από τα εβραϊκά και – σε αντίθεση με την εβραϊκή παράδοση – πιθανώς από Αιγύπτιους παρά Παλαιστίνιους Εβραίους[5].
Οι προηγούμενες προσπάθειες των Σελευκιδών να κερδίσουν την Παλαιστίνη, είτε μέσω εισβολής είτε μέσω γαμήλιων δεσμών, είχαν αποτύχει επανειλημμένα. Η επιτυχία ήρθε τελικά με την ήττα της Αιγύπτου από τον Αντίοχο Γ’ (198 π.Χ.). Μεταξύ των Εβραίων αναπτύχθηκαν δύο φατρίες, ο φιλοαιγυπτιακός «οίκος του Ονία» και ο φιλοσυριακός «οίκος του Τωβία». Ο Αντίοχος Δ’ Επιφανής (175-163 π.Χ.) αντικατέστησε τον Εβραίο αρχιερέα Ονία Γ’ με τον Ιάσονα, έναν ελληνιστή, ο οποίος άρχισε να αλλάζει την Ιερουσαλήμ σε πόλη ελληνικού στιλ. Κατασκευάστηκε ένα γυμναστήριο και μία παρακείμενη πίστα αγώνων. Εκεί, προς αγανάκτηση των αυστηρών Εβραίων, οι νέοι ασκούνταν κατά τον ελληνικό τρόπο – γυμνοί. Κατά τις ενάρξεις των αγώνων στίβου υπήρξαν επικλήσεις παγανιστικών θεοτήτων, με Εβραίους ιερείς να παραβρίσκονται σε τέτοιες εκδηλώσεις. Ο εξελληνισμός περιλάμβανε συμμετοχή σε ελληνικά θέατρα, ελληνικά ενδύματα, χειρουργικές επεμβάσεις για τη συγκάλυψη της περιτομής κατά τη γυμναστική και τον εξελληνισμό εβραϊκών ονομάτων. Οι Χασιδαίοι, «ευσεβείς» Εβραίοι, αντιτάχθηκαν στην εισβολή αυτή στοιχείων παγανισμού στον πολιτισμό τους. Πριν ξεκινήσει η εισβολή στην Αίγυπτο, ο Αντίοχος ο Επιφανής αντικατέστησε τον δικό του διορισμένο στο εβραϊκό αρχιερατείο, τον Ιάσονα, με τον Μενέλαο, έναν άλλο «εξελληνισμένο» Εβραίο, ο οποίος είχε προσφερθεί να εισπράξει για τον Αντίοχο υψηλότερους φόρους από τους υπηκόους του στην Παλαιστίνη. Οι Εβραίοι ιερείς, όμως, έπρεπε να κατάγονται από τον Ααρών και ο Μενέλαος μάλλον δεν ανήκε σε ιερατική οικογένεια. Όλα αυτά έκαναν τους ευσεβείς Εβραίους να δυσανασχετούν με την κατά κάποιο τρόπο πώληση του ιερότερου αξιώματος του αρχιερέα στον πλειοδότη, ειδικά όταν τα χρήματα επρόκειτο να προέλθουν από τις ίδιες τους τις τσέπες.
Παρά τις αρχικές επιτυχίες, η προσπάθεια του Αντίοχου να προσαρτήσει την Αίγυπτο απέτυχε. Η φιλόδοξη Ρώμη δεν ήθελε η κύρια πηγή σιτηρών της να καταληφθεί από τους Σελευκίδες ούτε η Αυτοκρατορία των Σελευκιδών να αυξηθεί σε ισχύ. Το 170 μ.Χ. μια ψευδής φήμη είχε φτάσει στον εκτοπισμένο αρχιερέα Ιάσονα ότι ο Αντίοχος είχε σκοτωθεί στην Αίγυπτο. Ο Ιάσονας επέστρεψε αμέσως στην Ιερουσαλήμ από το καταφύγιό του στην Υπεριορδανία και με τους υποστηρικτές του έθεσε υπό τον έλεγχό του την πόλη και κατεδίωξε τον Μενέλαο. Ο πικραμένος Αντίοχος, ενοχλημένος από την ήττα του από τους Ρωμαίους, ερμήνευσε τη δράση του Ιάσονα ως εξέγερση και έστειλε στρατιώτες να τιμωρήσουν τους επαναστάτες και να επαναφέρουν στο αρχιερατείο τον Μενέλαο. Στην πορεία λεηλάτησαν τον ναό και έσφαξαν πολλούς Ιεροσολυμίτες. Ο ίδιος ο Αντίοχος επέστρεψε στη Συρία.
Δύο χρόνια αργότερα, έστειλε τον στρατηγό του Απολλώνιο με 22.000 στρατιώτες για να εισπράξει φόρους, να θέσει εκτός νόμου τον Ιουδαϊσμό και να επιβάλει τον παγανισμό ως μέσο εδραίωσης της αυτοκρατορίας του και φυσικά για αναπλήρωση του ταμείου του. Οι στρατιώτες λεηλάτησαν την Ιερουσαλήμ, γκρέμισαν σπίτια και τείχη καίγοντας την πόλη, με επακόλουθο τον θάνατο πολλών Εβραίων και την επιβολή της σκλαβιάς σε γυναίκες και παιδιά. Η πρακτική της περιτομής, η τήρηση του Σαββάτου και ο εορτασμός των εβραϊκών εορτών καθώς και η όποια κατοχή κυλίνδρων βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης απαγορεύτηκαν αυστηρά. Οι ειδωλολατρικές θυσίες έγιναν υποχρεωτικές, όπως και η γιορτή προς τιμήν του Διόνυσου (Βάκχου). Στον Ναό ανεγέρθηκε ένας βωμός στον ύψιστο θεό της Συρίας, που προσδιορίστηκε ως ο Δίας, όπου θυσιάζονταν ζώα αποτρόπαια για το Μωσαϊκό Νόμο και ασκείτο επιπλέον πορνεία στον περίβολο του ναού.
Γρήγορα οργανώθηκε εβραϊκή αντίσταση. Η εξέγερση των Μακκαβαίων ξεκίνησε το 167 π.Χ. υπό την ηγεσία της οικογένειας του Ματταθία. Ο Ιούδας Μακκαβαίος οδήγησε τους δικούς του σε εξαιρετικά επιτυχημένες κατά τόπους πολεμικές συγκρούσεις, μέχρι που κατάφεραν να νικήσουν τους Σύρους σε μάχες. Η εξέγερση των Μακκαβαίων πυροδότησε επίσης έναν εμφύλιο πόλεμο μεταξύ φιλελληνιστών και ανθελληνιστών Εβραίων. Ο αγώνας συνεχίστηκε και μετά τον θάνατο του Αντίοχου του Επιφανή (163 π.Χ.). Τελικά κατάφεραν οι Μακκαβαίοι να διώξουν τα συριακά στρατεύματα από την ακρόπολή τους στην Ιερουσαλήμ και να ανακτήσουν τη θρησκευτική τους ελευθερία, αφιερώνοντας εκ νέου τον Ναό στον δικό τους Θεό. Ως επακόλουθο ήταν η κατάκτηση ολόκληρης της Παλαιστίνης.
Μετά τον θάνατο του Ιούδα Μακκαβαίου σε μάχη (160 π.Χ.), οι αδελφοί του, Ιωνάθαν και στη συνέχεια ο Σίμων, τον διαδέχτηκαν στην ηγεσία. Ο Σίμων κέρδισε την αναγνώριση της εβραϊκής ανεξαρτησίας από τον Δημήτριο Β’, έναν ανταγωνιστή για τον θρόνο των Σελευκιδών, και ανανέωσε τη συνθήκη με τη Ρώμη, που είχε αρχικά συναφθεί από τον Ιούδα. Ανακηρυγμένος ως «ο μεγάλος αρχιερέας και διοικητής και αρχηγός των Εβραίων», ο Σίμων συνένωσε επίσημα πλέον τη θρησκευτική, στρατιωτική και πολιτική ηγεσία του εβραϊκού κράτους.
Η μετέπειτα ιστορία της δυναστείας των Ασμοναίων (142-37 π.Χ.) αφηγείται θλιβερές στιγμές εσωτερικής διαμάχης, που προκλήθηκε ουσιαστικά από την προσωπική φιλοδοξία ατόμων για εξουσία. Οι πολιτικοί στόχοι και οι ίντριγκες των Ασμοναίων αποξένωσαν πολλούς από τους πρώην υποστηρικτές τους, τους θρησκευτικούς Χασιδιστές, οι οποίοι χωρίστηκαν από τότε σε Φαρισαίους και Εσσαίους. Μερικοί από τους Εσσαίους έγραψαν τα χειρόγραφα που βρέθηκαν στο Κουμράν, στη Νεκρά Θάλασσα. Οι αριστοκράτες και οι πολιτικά σκεπτόμενοι υποστηρικτές των ιερέων-βασιλιάδων των Ασμοναίων ήταν οι Σαδδουκαίοι.
Όταν ο Ρωμαίος στρατηγός Πομπήιος έκανε τη Συρία ρωμαϊκή επαρχία το 64 π.Χ., η αυτοκρατορία των Σελευκιδών είχε φτάσει στο τέλος της. Μετά τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα στη ρωμαϊκή Σύγκλητο, ο Οκταβιανός, αργότερα γνωστός ως Αύγουστος, νίκησε τις δυνάμεις του αντιπάλου του Αντωνίου και της βασίλισσας Κλεοπάτρας, της δυναστείας των Πτολεμαίων, στη ναυμαχία του Ακτίου (31 π.Χ.) και έγινε ο πρώτος Ρωμαίος αυτοκράτορας με αυξημένη ισχύ και δύναμη. Έκτοτε η Ρώμη πέρασε από μια περίοδο επέκτασης σε μια περίοδο σχετικής ειρήνης, γνωστή ως Pax Romana.
Οι Ρωμαίοι επέτρεψαν στους κατοίκους της Παλαιστίνης να κυβερνήσουν τη χώρα εκλέγοντας άρχοντα μεταξύ τους. Ένας από αυτούς, ο Ηρώδης ο Μέγας, κυβέρνησε από το 37 έως το 4 π.Χ. Η ρωμαϊκή Σύγκλητος ενέκρινε τη βασιλεία του Ηρώδη, αλλά έπρεπε να αποκτήσει τον έλεγχο της Παλαιστίνης με τη δύναμη των όπλων. Λόγω της καταγωγής του από την Ιδουμαία, οι Εβραίοι έδειχναν μνησικακία απέναντί του[6]. Δόλιος, ζηλιάρης και σκληρός, ο Ηρώδης σκότωσε τουλάχιστον μία από τις γυναίκες του. Είναι ο ίδιος ο Ηρώδης που πρόσταξε και τη σφαγή των νηπίων στη Βηθλεέμ λίγο μετά τη γέννηση του Ιησού. Αποτελεσματικός ηγεμόνας και έξυπνος πολιτικός, κατάφερε να επιβιώσει στους αγώνες για την εξουσία στα ανώτερα κλιμάκια της ρωμαϊκής ιεραρχίας. Έκανε πολλά δημόσια έργα, αλλά η μεγαλύτερη συνεισφορά του προς τους Εβραίους ήταν ο καλλωπισμός του Ναού στην Ιερουσαλήμ. Αυτός ο εξωραϊσμός δεν αντιπροσώπευε τη συμμετοχή του στην πίστη τους (δεν τη συμμεριζόταν), αλλά ήταν μια προσπάθεια να τους ευχαριστήσει.
Έπαψε να μιλάει ο Θεός;
Επιχειρώντας μία απάντηση στο άνω ερώτημα, το πρώτο στοιχείο που πρέπει κανείς να επισημάνει είναι το γεγονός ότι το τέλος των προφητειών της Παλαιάς Διαθήκης οδήγησε στην αναγνώρισή της ως αυθεντικού Λόγου του Θεού από τους Εβραίους με την οριστικοποίηση του Κανόνα. Ο Βρετανός ιστορικός της εκκλησιαστικής ιστορίας και λειτουργός της εκκλησίας, που υπηρέτησε από το 1973 έως το 1994 ως Επιστάτης του Latimer House της Οξφόρδης, Roger Thomas Beckwith, στο έργο του «Ο Κανόνας της Παλαιάς Διαθήκης της Εκκλησίας της Καινής Διαθήκης και το Υπόβαθρό του στον Πρώιμο Ιουδαϊσμό»[7], αποδεικνύει πειστικά ότι ο στενότερος εβραϊκός κανόνας είχε κλείσει την εποχή του Ιούδα Μακκαβαίου (165 π.Χ.) και ότι αυτόν αναγνώριζε ως κανόνα η εκκλησία της Καινής Διαθήκης.
Αν και τα περισσότερα απόκρυφα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης ήταν διαθέσιμα ήδη την εποχή που γράφτηκε η Καινή Διαθήκη, δεν αναφέρονται ποτέ σ’ αυτήν. Η παράλειψη αυτή δεν αποτελεί απλώς αρνητική απόδειξη, επειδή π.χ. πολλά από τα εδάφια του Σειράχ συμφωνούν με τη σκέψη του Παύλου, και ο Παύλος δεν ήταν από αυτούς που θα έχαναν ευκαιρία να υποστηρίξουν το δόγμα τους παραθέτοντας την Αγία Γραφή. Ωστόσο, ο Παύλος δεν αναφέρει ποτέ τα βιβλία Σειράχ – ή οποιοδήποτε άλλο απόκρυφο βιβλίο. Αναμφίβολα, οι απόστολοι γνώριζαν τα βιβλία αυτά, αφού οι ραβίνοι συνιστούσαν την ανάγνωσή τους. Επομένως, το γεγονός ότι δεν τα αναφέρουν πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη απόδειξη της προτίμησής τους στον καθιερωμένο στενότερο κανόνα. Η εκκλησία της Καινής Διαθήκης δεν διαφώνησε ποτέ με τους Εβραίους όσον αφορά τον Κανόνα.
Από την άλλη πλευρά, οι Μεταρρυθμιστές αργότερα είχαν ήδη επισημάνει κάποιες «ψευδείς διδασκαλίες» στα απόκρυφα, στα οποία μπορεί κανείς να βρει – σε αντίθεση με την υπόλοιπη Αγία Γραφή – διδασκαλίες, όπως αυτή του καθαρτηρίου, της εξιλέωσης μετά θάνατον και των προσευχών για τους νεκρούς (βλ. Β’ Μακκαβαίων 12). Τα απόκρυφα βιβλία στάθηκαν για κάποιους εποικοδομητικά, όπως και άλλα ανθρώπινα γραπτά, και ως ένα σημείο βοήθησαν μέχρι σήμερα στην κατανόηση του υπόβαθρου της Καινής Διαθήκης.
Ως δεύτερο σημαντικό επίτευγμα αυτής της περιόδου, ίσως και ένα από τα σημαντικότερα, ήταν η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης από τους Εβδομήκοντα στα ελληνικά, η οποία απελευθέρωσε τις μεγάλες αλήθειες της Παλαιάς Διαθήκης από τη στενή απομόνωση της εβραϊκής γλώσσας και του λαού της και τις χάρισε στον ευρύτερο ελληνορωμαϊκό κόσμο στην κοινή γλώσσα της εποχής, που ήταν η ελληνική.
Ένα τρίτο, όχι λιγότερα σημαντικό επίτευγμα της περιόδου αυτής, είναι η μετατροπή της κλειστής κοινωνικής συνοχής του εβραϊκού λαού, από μια στενά θεοκρατική δομή, σε μια πιο ανεκτική και φιλελεύθερη δομή κάτω από την ελληνιστική και αργότερα ρωμαϊκή επιρροή, η οποία θα άνοιγε τον δρόμο για την παγκοσμιοποίηση του θείου μηνύματος στο κάλεσμα του Ιησού Χριστού προς όλα τα έθνη, κάτι που δεν είχε επιτευχθεί στα πλαίσια του εβραϊκού λαού, που θα έπρεπε να αποτελεί παράδειγμα και ιεράτευμα για τα έθνη και αντικαταστάθηκε από τον πνευματικό Ισραήλ των πιστών που είναι η Εκκλησία.
Αυτό που μπορούμε να πούμε συνολικά είναι ότι ναι μεν οι τέσσερις αυτοί αιώνες μπορεί να εμφανίζονται ως «σιωπηλοί» από πλευράς νέων αποκαλύψεων του Θεού προς την ανθρωπότητα, αλλά ο παλαιοδιαθηκικός Λόγος του Θεού, ενόψει των γεγονότων αυτών, «ωρίμασε» και εξελίχθηκε σε ζωντανή μεσσιανική προσδοκία. Στη συνέχεια, εντελώς ξαφνικά και απροσδόκητα, αλλά στο πλήρωμα του χρόνου, ο Ισραήλ θα άκουγε ξανά τη φωνή του Θεού με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, ο οποίος θα διακήρυττε με σαφήνεια και πέραν κάθε αμφιβολίας ότι η Βασιλεία του Θεού έχει ήδη έρθει. Τα χρόνια της σιωπής πήραν τέλος (Εβρ. 1: 1).
[1] Νίκος Στεφανίδης, Μικροί Προφήτες, Β’ τόμος, Αθήνα, Λόγος, 2024, σ. 401-404.
[2] Βλ. John C. Lennox, Against the Flow. The Inspiration of Daniel in An Age of Relativism, Οξφόρδη: Monarch, 2015, ειδικά το παράρτημα D, «Daniel 11 and History», σ. 378-398.
[3] Henry Stone, «The Silent Years. Exploring the Gap between Malachi and Matthew», Medium Magazine, https://medium.com/@stonehenry1986/the-silent-years-exploring-the-gap-between-malachi-and-matthew-332bf20bef53 (ανάκτηση 25/4/2025).
[4] Robert H. Gundry, A Survey of the New Testament, 5η έκδ., Grand Rapids: Zondervan Academic, 2012, ειδικά το κεφάλαιο 1, «Intertestamental and New Testament Historical Background».
[5] Κάποια τμήματα της μετάφρασης αυτής προδίδουν μια φτωχή γνώση της Εβραϊκής, η οποία υποδηλώνει ότι οι μεταφραστές είχαν λιγότερη εξοικείωση με τα εβραϊκά παρά με τα ελληνικά, όπως θα ήταν πιθανό αν ζούσαν στην Παλαιστίνη. Ο ρωμαϊκός αριθμός LXX (Septuaginta) έγινε κοινό σύμβολο για την έκδοση αυτή της Παλαιάς Διαθήκης.
[6] Ένας Ιδουμαίος ήταν Εδωμίτης, απόγονος του Ησαύ, του μεγαλύτερου αδελφού και αντιπάλου του Ιακώβ, ο οποίος ονομαζόταν και Ισραήλ, ο πατέρας των δώδεκα γιων από τους οποίους οι δώδεκα φυλές του Ισραήλ πήραν τα ονόματά τους.
[7] Roger Thomas Beckwith, The Old Testament Canon of the New Testament Church and Its Background in Early Judaism, Λονδίνο: SPCK, 1985, αναφορά στο Bruce K. Waltke, Charles Yu, An Old Testament Theology, Grand Rapids: Zondervan, 2007, σ. 37.

