Site icon Αστήρ της Ανατολής

Οι μαθητές του Χριστού αφηγούνται – Ιάκωβος, ο γιος του Ζεβεδαίου

Η παρακάτω αφήγηση είναι μια μυθοπλαστική μαρτυρία του Ιάκωβου, μαθητή του Χριστού, η οποία περιγράφει την εμπειρία του με τον Ιησού την εποχή που εκείνος έζησε, με «δικά του λόγια». 

Ακούγοντας πολλοί άνθρωποι το όνομά μου, συχνά αναρωτιούνται: «Αυτός ποιος Ιάκωβος είναι;» Μήπως είναι ο Ιάκωβος, ο γιος του Αλφαίου ο μαθητής του Ιησού, ή μήπως είναι άραγε ο Ιάκωβος, ο αδελφός του Ιησού που αργότερα έγραψε την Επιστολή; Αν και μαθητής του Ιησού, εγώ δεν είμαι ο γιος του Αλφαίου αλλά ούτε και ο γιος του Ιωσήφ. Εγώ είμαι ο γιος του Ζεβεδαίου, του καταξιωμένου ψαρά, που είχε μια πολύ πετυχημένη αλιευτική επιχείρηση.  

Μέσα από σκληρή δουλειά και πολλές θυσίες ο πατέρας μου κατάφερε να δημιουργήσει περιουσία και όνομα στην αγορά. Απασχολούσαμε αρκετούς εργαζόμενους, μεταξύ αυτών, τους γιους του Ιωνά, τον Πέτρο και τον Ανδρέα τον αδελφό του. Όνειρο του πατέρα μου ήταν μια μέρα να αφήσει αυτήν την επιχείρηση σ’ εμένα και στον αδελφό μου τον Ιωάννη. Από μικρά παιδιά μάς είχε στη δουλειά, είχε ξοδέψει άπειρες ώρες να μας μάθει την τέχνη του ψαρά. Τη λίμνη της Γαλιλαίας την ξέραμε με κλειστά μάτια.

Όλοι θέλουμε να δούμε τους κόπους μιας ζωής να πιάνουν τόπο και τα παιδιά μας να βρίσκουν τον δρόμο τους και να είναι οικονομικά τακτοποιημένα. Φανταστείτε λοιπόν πώς ένιωσε εκείνη τη μέρα, όταν εγώ και ο αδελφός μου Ιωάννης τα παρατήσαμε όλα σε μια στιγμή χρόνου. Μαζί με τα δίχτυα και το ψαροκάικο που αφήσαμε, εγκαταλείψαμε και όλα τα όνειρα και τις φιλοδοξίες του πατέρα μας. Όλα αυτά, για να ακολουθούμε έναν Ιησού, που μας είπε ότι θα μας κάνει ψαράδες ανθρώπων. Ο πατέρας μας έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του.

Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν ξέρω ποιος ξαφνιάστηκε περισσότερο, ο πατέρας μας ο Ζεβεδαίος, που έχασε δύο γιους, ή ο Ιησούς όταν πολύ σύντομα αντιλήφθηκε ότι, αντί να ψαρεύουμε ανθρώπους, καταριόμασταν να πέσει φωτιά να τους κάψει;

Ιουδαίοι και Σαμαρείτες

Όπως καταλάβατε, αναφέρομαι σ’ εκείνο το περιστατικό στη Σαμάρεια. Δε σας κρύβω, είναι μια μέρα που θα ήθελα να ξεχάσω. Ταξιδεύαμε από την περιοχή της Γαλιλαίας προς την Ιουδαία. Ο Ιησούς γνώριζε ότι πλησιάζουν οι μέρες που θα άφηνε τον κόσμο μας και έτσι πήρε την απόφαση να πάμε στην Ιερουσαλήμ για τη γιορτή του Πάσχα. Τα μάτια Του ήταν στραμμένα στην Ιερουσαλήμ, γιατί ήξερε ότι εκεί θα έδινε τη ζωή Του, προκειμένου εμείς, οι πνευματικά νεκροί, να λάβουμε αληθινή ζωή. Βέβαια, αρκετές φορές προσπάθησε να μας ετοιμάσει για τον θάνατό Του, αλλά εμάς μας απασχολούσε ποιος θα κάτσει στα δεξιά Του και ποιος στα αριστερά Του, όταν θα γίνει επίγειος βασιλιάς.

Η Γαλιλαία από την Ιερουσαλήμ απείχε απόσταση τριών ημερών. Στη μέση όμως αυτής της διαδρομής υπήρχε αυτή η μισητή πόλη. Τη Σαμάρεια δεν την πλησίαζε κανένας Ιουδαίος. Ήταν μια πόλη ακάθαρτη με ανθρώπους ανήθικους, που είχαν βεβαρημένο ιστορικό παρελθόν.  

Για να σας βοηθήσω να καταλάβετε, όταν το 930 π.Χ. το ενωμένο βασίλειο του Ισραήλ διασπάστηκε σε δύο βασίλεια, το βόρειο βασίλειο, το οποίο κράτησε την ονομασία «Ισραήλ», είχε την πρωτεύουσά του στη Σαμάρεια. Όταν το 722 π.Χ. οι Ασσύριοι κατακυρίευσαν το βόρειο βασίλειο, έφεραν στα μέρη της κατακτημένης πλέον Σαμάρειας διάφορους ξένους παγανιστικούς λαούς. Αυτοί οι λαοί έφεραν μαζί τους είδωλα και διάφορες λατρευτικές συνήθειες, τις οποίες, δυστυχώς, υιοθέτησαν οι λίγοι Ιουδαίοι που είχαν μείνει σ’ αυτά τα μέρη. Επίσης, άρχισαν να γίνονται και γάμοι μεταξύ Ιουδαίων και παγανιστών, με αποτέλεσμα να υπάρξει μια άσχημη και περίεργη παγανιστική θρησκευτική μίξη. Από τη μια, η λατρεία προς τον Θεό του Ισραήλ και από την άλλη, η λατρεία προς τους παγανιστικούς θεούς.

Αυτός ήταν ο λόγος που αιώνες μετά, στην εποχή μας, οι Ιουδαίοι θεωρούσαμε τους Σαμαρείτες ακάθαρτους και ανήθικους. Και επειδή τους θεωρούσαμε θρησκευτικά και πολιτικά νόθους, αποφεύγαμε να περάσουμε από την πόλη τους στον δρόμο μας προς την Ιερουσαλήμ. Δεν θέλαμε να έχουμε καμία απολύτως σχέση μαζί τους, γιατί δεν θέλαμε να μας μολύνουν με τα πιστεύω τους και τον τρόπο ζωής τους.

Τα αισθήματα φυσικά ήταν αμοιβαία. Όσο τους μισούσαμε εμείς και τη λατρεία τους, άλλο τόσο μας μισούσαν εκείνοι και τη δική μας λατρεία. Αυτός ήταν και ο λόγος που μας έκλεισαν την πόρτα, όταν φτάσαμε στη Σαμάρεια. Ήξεραν πολύ καλά ότι κατευθυνόμαστε προς την Ιερουσαλήμ, για να γιορτάσουμε το Πάσχα, κάτι που τους εξόργιζε, καθώς για εκείνους αυτές οι γιορτές έπρεπε να τηρούνται μόνο στο βουνό Γεριζίν της Σαμάρειας.

Η οργή του Ιακώβου

Οι Σαμαρείτες εκείνη τη μέρα μάς έκλεισαν την πόρτα! Στα μάτια μου δεν ήταν μονάχα ανήθικοι αλλά και υπερβολικά αγενείς και αφιλόξενοι. Από την άλλη, άντε να κλείσουν  την πόρτα σ’ εμάς τους μαθητές, να το καταλάβω, αλλά στον Ιησού; Ο Ιησούς τι τους έφταιξε;  

O Ιησούς δεν ήταν Εκείνος που θεράπευσε δέκα λεπρούς στη Σαμάρεια, ενώ όλοι οι άλλοι τους είχαν ξεγραμμένους; Ο Ιησούς δεν ήταν εκείνος που δέχτηκε νερό από τη Σαμαρείτισσα στο πηγάδι και στο τέλος τής έδωσε το αληθινό νερό που ξεδιψάει την ψυχή; Ο Ιησούς δεν έκανε ήρωα έναν Σαμαρείτη στην πιο γνωστή παραβολή Του; Ο Ιησούς δεν έκανε όλα αυτά και πολύ περισσότερα γι’ αυτόν τον λαό; Γιατί συμπεριφέρονται έτσι; Πόσο προσβλητικοί και αχάριστοι μπορεί να είναι;

Εκείνη τη στιγμή εξοργίστηκα, με κατακυρίευσε μια έντονη οργή, ένας φλογερός ζήλος. Είχα που είχα μια ορμητική ιδιοσυγκρασία, εκείνη τη μέρα τα ’χασα.

Δεν ξέρω αν έχετε νιώσει ποτέ αγανάκτηση με κάποιες αλλόκοτες συμπεριφορές. Δεν ξέρω αν έχετε σκεφτεί τα χειρότερα για κάποιον που σας έχει προσβάλει; Εγώ πάντως εκείνη τη μέρα ήθελα να έρθει η κρίση του Θεού και να τους εξολοθρεύσει.

Άλλωστε σ’ αυτήν εδώ την περιοχή αιώνες πριν ο Ηλίας ζήτησε να κατεβεί φωτιά και να κάψει τους άνδρες του Οχοζία, του διεφθαρμένου βασιλιά των Σαμαρειτών, που ήρθαν να τον σκοτώσουν. Σκέφτηκα, αν αυτή ήταν μια λύση για τον προφήτη Ηλία, γιατί να μην είναι και για εμένα; Θα ξεμπερδεύαμε μια και καλή με αυτούς. «Κύριε», είπαμε με τον αδελφό μου, «θέλεις να ζητήσουμε να κατεβεί φωτιά από τον ουρανό και να τους καταστρέψει, όπως έκανε και ο Ηλίας;»

Η απάντηση του Ιησού στον Ιάκωβο

Ακούγοντας ο Ιησούς να λέμε αυτά τα λόγια με τον αδελφό μου, γύρισε και μας κοίταξε στα μάτια. «Ξεχάσατε ποιο πνεύμα κατευθύνει τη ζωή σας, ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήρθε για να καταστρέψει ανθρώπους, αλλά να τους σώσει». Δε σας κρύβω ότι τα λόγια Του με ξάφνιασαν. Καλά, δεν γνωρίζει ο Ιησούς ποιοι πραγματικά είναι οι Σαμαρείτες; Δεν Τον πειράζει που μας προσβάλλουν με αυτόν τον τρόπο; Δε νοιάζεται για την ανηθικότητά τους και όλα αυτά που κουβαλούν μέσα στην ιστορία τους; Δε σκέφτεται ότι μέσα από τον τρόπο ζωής τους και τις αποφάσεις τους θα μολυνθεί και η δική μας περιοχή και τα παιδιά μας; Πώς τα προσπερνά όλα αυτά, γιατί τα ανέχεται, γιατί δεν τους καταστρέφει; Αφού έτσι κι αλλιώς δε φαίνεται να θέλουν να ακούσουν το μήνυμά μας, το απορρίπτουν, δεν τους νοιάζει, κάθε άλλο, το χλευάζουν. Ήθελα να σκίσω τα ρούχα μου. «Ξεχάσατε ποιο πνεύμα κατευθύνει τη ζωή σας, ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήρθε για να καταστρέψει ανθρώπους, αλλά να τους σώσει». Πόσο αντίθετες ήταν οι σκέψεις μου με τα λόγια του Ιησού. Δεν μπορούσα όμως να τα χωνέψω με τίποτα. Όταν απορρίπτουν το μήνυμά σου και σε προσβάλλουν σ’ αυτόν τον βαθμό, πώς το αντιμετωπίζεις; Πώς συμπεριφέρεσαι σ’ εκείνους που σου κλείνουν την πόρτα, ιδιαίτερα όταν πας να τους φέρεις καλά νέα; Τι εύχεσαι γι’ αυτούς που προσβάλλουν τον Χριστό, για εκείνους που παίρνουν αποφάσεις, που είναι ξεκάθαρα αντίθετες από το θέλημά Του;

Από την άλλη, σκέφτομαι το εξής. Εγώ ο Ιάκωβος, ο γιος του Ζεβεδαίου, ήμουν ένας από τους τρεις κοντινότερους μαθητές του Ιησού. Ο Ιησούς με αξίωσε και Τον είδα να μεταμορφώνεται μπροστά μου σ’ εκείνο το βουνό και να γεμίζει με λάμψη σαν τον ήλιο. Με πήρε επίσης δίπλα του στη δυσκολότερη στιγμή της ζωής του στον κήπο της Γεσθημανής. Έλαβα ασύλληπτες ευλογίες και πολλά προνόμια, πολύ περισσότερα και από τους ίδιους τους μαθητές. Άκουσα, είδα, βίωσα πράγματα, που οι Σαμαρείτες ποτέ δεν τα φανταζόντουσαν.

Αν ο Ιησούς εκείνη τη μέρα επέτρεπε να πέσει φωτιά σ’ αυτούς τους ανθρώπους που δεν άκουσαν ούτε είδαν ούτε βίωσαν τα μεγαλεία που έζησα εγώ, σ’ εμένα, τον κοντινότερο μαθητή Του, τι θα έπρεπε να πέσει, που ενώ τα έζησα όλα αυτά, Τον εγκατέλειψα στην πιο κρίσιμη στιγμή της ζωής Του και λίγες ώρες πριν τσακωνόμουν για το τι προνόμια θα μου δώσει, όταν θα γίνει βασιλιάς;

«Ξεχάσατε ποιο πνεύμα κατευθύνει τη ζωή σας, ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήρθε για να καταστρέψει ανθρώπους, αλλά να τους σώσει». Μέσα στο σκοτάδι και στην αμαρτία τους ο Ιησούς ήθελε να σώσει τους Σαμαρείτες, όχι να τους καταστρέψει, γιατί ο Θεός δεν έστειλε τον Υιό Του στον κόσμο για να καταδικάσει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος δι’ Αυτού.

Αν ο Θεός θα έπρεπε να καταστρέψει κάποιους, τότε θα έπρεπε να τους καταστρέψει όλους, συμπεριλαμβανομένου εμένα και εσένα. Πόσα κηρύγματα έχεις ακούσει, πόσοι άνθρωποι σου έχουν μιλήσει, πόσα πράγματα έχεις δει από τον Θεό μέσα στη ζωή και εξακολουθείς, όπως και εγώ, να Τον προσβάλλεις με τις φιλοδοξίες σου και να Τον εγκαταλείπεις, όταν τα πράγματα σφίγγουν; Γιατί ο Ιησούς θεράπευσε τους δέκα λεπρούς στη Σαμάρεια; Γιατί έδωσε στη Σαμαρείτισσα το αληθινό νερό; Γιατί ο Καλός Σαμαρείτης είναι ο ήρωας της παραβολής; Γιατί μας έστειλε αργότερα να κηρύξουμε στη Σαμάρεια;

Γιατί ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήρθε για να καταστρέψει ανθρώπους, αλλά να τους σώσει. Κι εσύ ένας πνευματικός Σαμαρείτης ήσουν και σε βρήκε, όπως βρήκε κι εμένα στο ψαροκάικο του πατέρα μου και με κάλεσε να γίνω ψαράς ανθρώπων, όχι ο κριτής του κόσμου. Πώς λοιπόν αντιμετωπίζουμε εκείνους που απορρίπτουν το μήνυμά μας; Πώς συμπεριφερόμαστε σ’ εκείνους που μας προσβάλλουν και μας κλείνουν την πόρτα;

Εμείς και οι Σαμαρείτες

Μετά από λίγες μέρες φτάσαμε στην Ιερουσαλήμ. Όπως σας είχα αναφέρει, τα μάτια του Ιησού ήταν στραμμένα εκεί, γιατί ήξερε ότι ο καιρός Του πλησιάζει. Μας το έλεγε συνεχώς, άσχετα αν εμείς ακούγαμε μόνο τη δική μας φωνή. Εκεί Τον υποδέχτηκε πλήθος κόσμου ζητωκραυγάζοντας: «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, εν ονόματι Κυρίου». Ήταν ο ίδιος κόσμος που αργότερα θα φώναζε «άρον, άρον σταύρωσον αυτόν». Ο Ιησούς γνώριζε τα πάντα για την κατάσταση της καρδιάς τους και την υποκρισία τους. Τι ήταν αυτό που έκανε; Τους καταράστηκε; Ζήτησε να πέσει φωτιά να τους κάψει; Αν κάποιος είχε το δικαίωμα να το κάνει αυτό, ήταν ο Ίδιος ο Ιησούς. Τι έκανε; «Πλησίασε και είδε την πόλη και έκλαψε γι’ αυτήν».

Αυτό που μας λείπει πολλές φορές δεν είναι η αλήθεια, την αλήθεια αρκετές φορές τη γνωρίζουμε. Ήξερα πολύ καλά όλα τα σφάλματα των Σαμαρειτών μέσα στην ιστορία. Αυτό που μας λείπει είναι τα δάκρυα! Δάκρυα προσευχής για εκείνους που βρίσκονται στο σκοτάδι, δάκρυα συντριβής και για τη δική μας κατάσταση.

Μην ξεχνάτε, αυτό που κρέμασε τον Ιησού πάνω στον σταυρό δεν ήταν μόνο η αμαρτία των άλλων, αλλά και η δική σου και η δική μου. Μήπως έπρεπε να ρίξει φωτιά ο Θεός από τον ουρανό και σ’ εμάς; Έπρεπε. Όμως δεν την έριξε σ’ εμάς αλλά πάνω στον Γιο Του! Γιατί ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήρθε για να καταστρέψει ανθρώπους, αλλά να τους σώσει.

Τελικές σκέψεις του Ιακώβου σ’ εμάς

Τι κάνεις λοιπόν μ’ εκείνους που δεν ακούν, δεν αποδέχονται, σε προσβάλλουν, σε χλευάζουν, παίρνουν λάθος αποφάσεις που επηρεάζουν εσένα και την κοινωνία, προσπερνούν τον Χριστό; Τι κάνεις με τους δικούς σου Σαμαρείτες, με τη δική σου Σαμάρεια;

Λίγα χρόνια αργότερα, καθώς η Εκκλησία μεγάλωνε και το μήνυμα του Ευαγγελίου εξαπλωνόταν, ο φίλος μου ο Φίλιππος κατέβηκε στη Σαμάρεια και κήρυττε ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας. Κόσμος πολύς πρόσεχε αυτά που έλεγε και είδε τα θαύματα που έκανε και έγινε μεγάλη χαρά σ’ εκείνη τη πόλη. Πολλοί Σαμαρείτες εκείνη τη μέρα ήρθαν στον Χριστό, Σαμαρείτες που δε θα υπήρχαν, αν έπεφτε φωτιά τη στιγμή που τους καταράστηκα. Ο Θεός έχει τον χρόνο Του με τον κάθε Σαμαρείτη. Μπορεί να μην έρθει μέσα από εσένα, αλλά κάποια στιγμή μπορεί να έρθει μέσα από τον φίλο σου χρόνια αργότερα. Το τελευταίο κεφάλαιο θα το γράψει ο Χριστός, όχι εσύ! Ψαράδες ανθρώπων θέλει να μας κάνει ο Ιησούς, όχι κριτές του κόσμου.

Έναν τέτοιο ψαρά έκανε κι εμένα τον Ιάκωβο, τον γιο του Ζεβεδαίου, και όλον αυτόν τον ζήλο, τη δυναμικότητα και την ευθύτητα που είχα ως άνθρωπος, ο Κύριος τα χρησιμοποίησε για να φέρνω ανθρώπους στη δική του βασιλεία και όχι να τους καταριέμαι. Από γιος της βροντής που κατακεραύνωνε τους άλλους, έγινα ο γιος της βροντής που βροντοφώναζε ότι ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήρθε για να καταστρέψει ανθρώπους, αλλά να τους σώσει. Η βροντή μου ήταν τόσο δυνατή, που ο ίδιος ο βασιλιάς Ηρώδης ένιωσε την απειλή της και απ’ όλους τους αποστόλους εμένα αποκεφάλισε πρώτο! Μη σταματήσεις να ελπίζεις, μη σταματήσεις να αγαπάς, μη σταματήσεις να δακρύζεις και μη σταματήσεις να διακηρύττεις ότι ο Υιός του Ανθρώπου δεν ήρθε για να σε καταστρέψει, αλλά για να σε σώσει.

Exit mobile version