Site icon Αστήρ της Ανατολής

Από τον ρομαντικό ενθουσιασμό στην πραγματικότητα

people raises hands

Όταν ξεκινήσαμε, πριν από σχεδόν οκτώ χρόνια, τη φύτευση μιας νέας πνευματικής και εκκλησιαστικής κοινότητας στο κέντρο της Αθήνας, είχα μέσα μου έναν έντονο ενθουσιασμό. Υπήρχε όραμα, αγάπη για την πόλη, επιθυμία να δούμε ανθρώπους να γνωρίζουν τον Χριστό, και η αίσθηση ότι ξεκινούσε κάτι όμορφο και σημαντικό. Όπως συμβαίνει συχνά σε τέτοιες προσπάθειες, υπήρχε και ένας ρομαντισμός. Η σκέψη ότι αν αγαπάς αρκετά τον Θεό, αν εργάζεσαι σκληρά και αν υπάρχει καθαρό όραμα, τότε τα πράγματα θα προχωρήσουν σχετικά γρήγορα και ομαλά.

Σε λιγότερο από έναν χρόνο μετά το άνοιγμα του πνευματικού μας χώρου στο Παγκράτι, όμως, ξέσπασε η πανδημία. Ξαφνικά, όλα όσα θεωρούσαμε δεδομένα για την Εκκλησία, την κοινότητα και τη διακονία ανατράπηκαν. Και, ίσως, εκεί ξεκίνησε για μένα μια βαθύτερη κατανόηση του τι είναι πραγματικά η Εκκλησία και πώς εργάζεται ο Θεός μέσα στον κόσμο. Με τα χρόνια συνειδητοποίησα ότι ο Θεός συχνά μας μετακινεί από τον ρομαντικό ενθουσιασμό στην πραγματικότητα όχι για να μας απογοητεύσει, αλλά για να μας μάθει να εξαρτώμαστε περισσότερο από Εκείνον.

Θυμάμαι κάποτε να διαβάζω τον Μπονχέφερ, ο οποίος έγραφε πως «ο Θεός μισεί τη φαντασιοπληξία, γιατί αυτή μας κάνει υπερήφανους και απαιτητικούς».[1] Αν και θεωρητικά καταλάβαινα τι εννοούσε, ποτέ δεν φανταζόμουν πόσο εύκολα ο κίνδυνος αυτός μπορεί να εμφανιστεί και μέσα στη διακονία. Με τα χρόνια όμως συνειδητοποίησα πόσο εύκολα μπορούμε να αγαπήσουμε μια «ιδανική εικόνα» της Εκκλησίας περισσότερο από τους πραγματικούς ανθρώπους που ο Θεός μάς καλεί να υπηρετήσουμε.

Κοιτάζοντας πίσω σήμερα, υπάρχουν μερικά βασικά μαθήματα που σημάδεψαν βαθιά αυτά τα χρόνια διακονίας.

1. Έμαθα βαθύτερα ότι οι άνθρωποι δεν χρειάζονται απλώς έναν χώρο να ανήκουν αλλά τον Χριστό

Από την αρχή, ο λόγος που ξεκινήσαμε αυτή την προσπάθεια ήταν ξεκάθαρος, θέλαμε οι άνθρωποι να ακούσουν το Ευαγγέλιο και να γνωρίσουν τον Ιησού Χριστό. Δεν υπήρχε ποτέ η επιθυμία απλώς να δημιουργηθεί ένας ακόμη χώρος συνάθροισης, μια κοινωνική ομάδα ή μια «εναλλακτική κοινότητα» για ανθρώπους που ήδη βρίσκονται μέσα στην Εκκλησία. Με τα χρόνια όμως κατάλαβα βαθύτερα κάτι πολύ σημαντικό. Στη σύγχρονη κοινωνία είναι εύκολο ακόμη και η Εκκλησία να αρχίσει να αντιμετωπίζεται κυρίως ως ένας κοινωνικός σύλλογος όπου κάποιος «ανήκει», βρίσκει παρέα, κοινότητα ή συναισθηματική στήριξη. Φυσικά, η Εκκλησία οφείλει να είναι τόπος αγάπης, φιλοξενίας και αληθινής κοινότητας προς όλους. Άλλωστε η Καινή Διαθήκη παρουσιάζει την Εκκλησία ως οικογένεια πίστης (Εφεσίους 2:19,), ως σώμα Χριστού (Α΄ Κορινθίους 12:12-27, Εφεσίους 1:22-23), ως λαό του Θεού (Α΄ Πέτρου 2:9-10, Τίτος 2:14) που ζει μαζί τη νέα ζωή του Ευαγγελίου (Πράξεις 2:42-47). Αν όμως η Εκκλησία γίνει απλώς ένας χώρος κοινωνικής σύνδεσης ή μια ομάδα ανθρώπων με κοινές αξίες, τότε χάνει τον πυρήνα της ταυτότητάς της. Γιατί στο τέλος της ημέρας, οι άνθρωποι δεν χρειάζονται απλώς έναν χώρο να ανήκουν· χρειάζονται τον Χριστό. Χρειάζονται συμφιλίωση με τον Θεό (Β΄ Κορινθίους 5:18-20), χρειάζονται συγχώρεση αμαρτιών (Εφεσίους 1:7), χρειάζονται νέα ζωή (Β΄ Κορινθίους 5:17), χρειάζονται την ελπίδα της ανάστασης (Α΄ Πέτρου 1:3). Και αυτά βρίσκονται μόνο στο πρόσωπο και το έργο του Ιησού Χριστού (Ιωάννης 14:6).

Αιώνες πριν, ο Άγιος Αυγουστίνος είχε διατυπώσει αυτή την ανθρώπινη ανάγκη με τη γνωστή φράση, «Μας δημιούργησες για Σένα, και η καρδιά μας είναι ανήσυχη μέχρι να αναπαυθεί σε Σένα».[2] Νομίζω πως αυτό περιγράφει βαθιά και τoν σύγχρονο άνθρωπο. Πίσω από την εξάντληση, την υπερπληροφόρηση και τη μοναξιά της πόλης, κρύβεται μια καρδιά που εξακολουθεί να αναζητά ανάπαυση, ακόμη και αν την αναζητά στα λάθος πράγματα. Και ακριβώς εδώ φαίνεται γιατί η Εκκλησία δεν μπορεί να περιοριστεί απλώς στο να είναι ένας χώρος κοινωνικής στήριξης ή συναισθηματικής παρηγοριάς. Η αποστολή της είναι βαθύτερη· να οδηγεί ανθρώπους στον ίδιο τον Χριστό, γιατί μόνο σε Εκείνον βρίσκεται η αληθινή ανάπαυση που αναζητά η ανθρώπινη καρδιά. Η Εκκλησία δεν υπάρχει ανεξάρτητα από Εκείνον· υπάρχει για να φανερώνει Εκείνον. Ο Παύλος γράφει ότι ο Χριστός «είναι η κεφαλή του σώματος, της Εκκλησίας» (Κολοσσαείς 1:18). Γι’ αυτό και η χριστιανική ζωή δεν είναι μια ατομική πνευματική εμπειρία αποκομμένη από το σώμα του Χριστού, αλλά ούτε και μια απλή κοινωνική συμμετοχή χωρίς πραγματική σχέση με τον Χριστό. Η Εκκλησία υπάρχει για να διακηρύσσει ότι ο Ιησούς Χριστός σταυρώθηκε και αναστήθηκε για αμαρτωλούς ανθρώπους. Ότι μέσω Αυτού υπάρχει συγχώρεση, νέα ζωή και πραγματική ελπίδα. Όπως γράφει ο Παύλος, «Αν κάποιος είναι εν Χριστώ, είναι νέο δημιούργημα· τα αρχαία πέρασαν, όλα έγιναν νέα» (Β΄ Κορινθίους 5:17).

Ζώντας στο κέντρο της Αθήνας, βλέπω όλο και περισσότερο πόσο βαθιά ανάγκη έχουν οι άνθρωποι το Ευαγγέλιο. Πολλοί προσπαθούν να βρουν ταυτότητα, ελπίδα ή ανάπαυση στην εργασία, στις σχέσεις, στις εμπειρίες ή στην εικόνα τους. Όμως τίποτα από αυτά δεν μπορεί να δώσει πραγματική ειρήνη στην καρδιά. Γι’ αυτό και το Ευαγγέλιο παραμένει τόσο αναγκαίο σήμερα όσο ήταν και στην εποχή των αποστόλων. Όπως γράφει ο Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή, «το ευαγγέλιο του Χριστού είναι δύναμη Θεού προς σωτηρία καθενός που πιστεύει» (Ρωμαίους 1:16). Και αυτό είναι τελικά και η καρδιά κάθε νέας πνευματικής κοινότητας· όχι απλώς να δημιουργήσει έναν χώρο όπου άνθρωποι αισθάνονται ότι ανήκουν, αλλά μια τοπική εκκλησία όπου άνθρωποι γνωρίζουν τον Χριστό, μαθητεύουν στον λόγο Του και μαθαίνουν να ζουν ως σώμα Του μέσα στον κόσμο.

Και ίσως αυτό να οδηγεί φυσικά και στο δεύτερο μεγάλο μάθημα που χρειάστηκε να μάθω μέσα στα χρόνια.

2. Έμαθα ότι ο Θεός εργάζεται ήδη στις καρδιές των ανθρώπων πριν ακόμη φτάσουμε εμείς

Ένας από τους μεγαλύτερους πειρασμούς σε κάθε νέα διακονία είναι να πιστεύει κανείς ότι όλα εξαρτώνται από τη δική του δύναμη, τη στρατηγική του ή τις ικανότητές του. Ειδικά στη φύτευση μιας νέας κοινότητας, εύκολα δημιουργείται η αίσθηση ότι ξεκινάς κάτι «από το μηδέν». Όμως, η Καινή Διαθήκη παρουσιάζει μια τελείως διαφορετική εικόνα. Ο Χριστός είπε, «Θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου» (Ματθαίος 16:18). Η Εκκλησία είναι πρώτα έργο του Θεού πριν γίνει διακονία ανθρώπων. Για να είμαι ειλικρινής, αυτό ήταν κάτι που χρειάστηκε να θυμηθώ επανειλημμένα μέσα στα χρόνια.

Θυμάμαι χαρακτηριστικά μια στιγμή πριν από λίγα χρόνια. Επέστρεφα με τα πόδια προς την εκκλησία μετά από μια συνάντηση και προσευχόμουν στον Θεό αρκετά κουρασμένος και απογοητευμένος. Εκείνη την περίοδο αισθανόμουν έντονα το βάρος της διακονίας και ιδιαίτερα την ανάγκη για περισσότερους ώριμους πιστούς που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στη μαθητεία και ποιμαντική φροντίδα των νεότερων ανθρώπων της κοινότητας. Καθώς περπατούσα και προσευχόμουν, ο Θεός μου μίλησε φέρνοντας έντονα στο μυαλό μου το εδάφιο από τον Ματθαίο 9:37-38, «Ο θερισμός είναι πολύς, οι εργάτες όμως λίγοι. Γι’ αυτό παρακαλέστε τον κύριο του χωραφιού να στείλει εργάτες για το θερισμό του». Για να είμαι ειλικρινής, η πρώτη μου αντίδραση ήταν απογοήτευση. Σκέφτηκα, «Μα αυτό ακριβώς κάνω τόσον καιρό. Προσεύχομαι να στείλεις εργάτες». Και τότε, όχι ως φωνή αλλά σαν βαθιά βεβαιότητα μέσα στην καρδιά μου, συνειδητοποίησα κάτι που δεν είχα καταλάβει πραγματικά μέχρι τότε· το κέντρο της υπόσχεσης αυτού του εδαφίου δεν είναι πρώτα οι εργάτες αλλά ο θερισμός. Ο Χριστός δεν λέει ότι ίσως υπάρχει θερισμός – λέει ότι ο θερισμός ήδη είναι πολύς. Πως, δηλαδή, ο Θεός εργάζεται ήδη μέσα στις καρδιές ανθρώπων πριν ακόμη φτάσουμε εμείς.

Κάτι παρόμοιο περιγράφει και ο Henry Blackaby στο βιβλίο του Βιώνοντας τον Θεό, όπου επαναλαμβάνει συνεχώς ότι ο Θεός ήδη εργάζεται γύρω μας και η αποστολή του πιστού είναι να αναγνωρίσει πού εργάζεται ο Θεός και να συμμετάσχει σε αυτό το έργο.[3] Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω πόσο αληθινό είναι αυτό στη διακονία της Εκκλησίας. Τριγύρω μας υπάρχουν άνθρωποι που ήδη αναζητούν. Άνθρωποι που ο Θεός μαλακώνει μέσα από δυσκολίες, κρίσεις, απογοητεύσεις, ενοχές ή υπαρξιακά ερωτήματα. Άνθρωποι που ίσως δεν γνωρίζουν ακόμη τον Χριστό, αλλά έχουν αρχίσει να συνειδητοποιούν ότι τίποτα άλλο δεν μπορεί να γεμίσει πραγματικά την καρδιά τους. Αυτό έχει αλλάξει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο βλέπω τη διακονία. Πολλές φορές αντιμετωπίζουμε τη μαρτυρία της Εκκλησίας σαν να είναι μόνο «σπορά». Και φυσικά υπάρχει σπορά, όμως συχνά ο Θεός έχει ήδη εργαστεί πριν από εμάς. Η αποστολή της Εκκλησίας είναι να έχει τα μάτια της ανοιχτά, ώστε να διακρίνει πού ήδη εργάζεται ο Θεός και να συμμετέχει σε αυτό το έργο διακηρύσσοντας το Ευαγγέλιο και καλώντας ανθρώπους στον Χριστό και στην κοινότητα της Εκκλησίας.

Αυτό όμως απαιτεί κάτι πολύ σημαντικό· όχι μόνο να μιλάμε αλλά και να ακούμε. Στην πράξη, η διακονία χρειάζεται παρουσία μέσα στην καθημερινότητα της πόλης. Χρειάζεται να ακούσει κανείς τις αγωνίες, τις ερωτήσεις και τις βαθύτερες ανάγκες των ανθρώπων γύρω του. Χρειάζεται να καταλάβει πού εργάζεται ο Θεός ήδη μέσα στη ζωή τους, ώστε να μπορέσει να τους οδηγήσει στο Ευαγγέλιο ακριβώς εκεί όπου βρίσκονται. Το βλέπουμε αυτό και στον ίδιο τον Παύλο στο κήρυγμά του στην Αθήνα. Ο Λουκάς αναφέρει ότι ο Παύλος «συζητούσε» καθημερινά στην αγορά με όσους συναντούσε (Πράξεις 17:17). Παρατηρούσε την πόλη, άκουγε, διαλεγόταν και κατανοούσε τον κόσμο των ανθρώπων στους οποίους μιλούσε. Ωστόσο, ο Παύλος δεν σταμάτησε ποτέ στην πολιτισμική σύνδεση. Η πλαισιοθέτηση του Ευαγγελίου ήταν εργαλείο· όχι ο τελικός στόχος. Σκοπός του δεν ήταν απλώς να «συνδεθεί» με τους ανθρώπους, αλλά να τους οδηγήσει στον Χριστό, καλώντας τους σε μετάνοια και πίστη. Το ίδιο ισχύει και σήμερα. Η Εκκλησία οφείλει να ακούει τους ανθρώπους, να κατανοεί τον πολιτισμό και να μιλά με τρόπο που να αγγίζει την πραγματικότητα της ζωής τους. Όμως, ούτε η δημιουργικότητα ούτε η πολιτισμική προσαρμογή μπορούν να αντικαταστήσουν το ίδιο το Ευαγγέλιο. Τόσο η πλαισιοθέτηση, όσο και κάθε είδος γέφυρας με τον κόσμο τριγύρω, δεν είναι το κέντρο της αποστολής της Εκκλησίας· ο Χριστός είναι.

Και αυτή η πραγματικότητα συνδέεται άμεσα και με ένα ακόμη μάθημα που χρειάστηκε να μάθω με τον δύσκολο τρόπο.

3. Έμαθα ότι η διακονία είναι πολύ πιο αργή απ’ όσο φανταζόμουν

Ζούμε σε έναν κόσμο ταχύτητας και άμεσων αποτελεσμάτων, και πολλές φορές μεταφέρουμε αυτή τη νοοτροπία και στη διακονία. Όμως οι άνθρωποι δεν αλλάζουν γρήγορα. Η μετάνοια, η θεραπεία, η εμπιστοσύνη και η μαθητεία χρειάζονται χρόνο. Πριν από χρόνια είχα διαβάσει ένα βιβλίο του Eugene Peterson, το οποίο είχε ως τίτλο και θέμα μια φράση που με ακολουθεί συχνά στη διακονία: «Η μακρά υπακοή (του πιστού) προς την ίδια κατεύθυνση».[4] Ίσως αυτό να περιγράφει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τη χριστιανική ζωή αλλά και τη φύτευση μιας νέας κοινότητας. Η χριστιανική ζωή δεν είναι μια στιγμή ή η επιδίωξη πολλών στιγμών, έντονου ενθουσιασμού ή γρήγορων αποτελεσμάτων, αλλά μια σταθερή, καθημερινή και μακροχρόνια πορεία πιστότητας προς τον Χριστό, ακόμη και μέσα από δυσκολίες, καθυστερήσεις και αδυναμίες.

Αυτό έγινε ιδιαίτερα ξεκάθαρο μέσα από τη διακονία μας με εφήβους της γειτονιάς. Τα τελευταία χρόνια περάσαμε αμέτρητες ώρες με εφήβους που μεγάλωσαν μέσα σε δύσκολα περιβάλλοντα. Κάποιοι είχαν ήδη μπλεξίματα με τον νόμο, άλλοι μεγάλωσαν χωρίς σταθερότητα ή χωρίς ποτέ να έχουν ακούσει πραγματικά το Ευαγγέλιο. Η αλλαγή για κάποιους δεν ήρθε μέσα από κάποιο εντυπωσιακό γεγονός, αλλά προέκυψε αργά, μέσα από χρόνια παρουσίας, συζητήσεων, κοινών γευμάτων, δραστηριοτήτων και συνεχούς επαφής. Κάποια στιγμή, μετά από προτροπή μας να μοιραστούν αιτήματα οι έφηβοι, ένας ζήτησε προσευχή. Ένας άλλος άρχισε να ρωτά για τον Χριστό μετά από μια χριστιανική ταινία. Άλλος ξεκίνησε να διαβάζει την Αγία Γραφή με κάποιον από τα μέλη μας. Μικρές στιγμές που εξωτερικά ίσως φαίνονται ασήμαντες, αλλά συχνά αποτελούν βαθιά έργα της χάρης του Θεού.

Η διακονία, ιδιαίτερα αυτή της μαθητείας, του ευαγγελισμού και της ίδρυσης μιας νέας κοινότητας, δεν έχουν πάντοτε άμεσα αποτελέσματα. Κάποιες φορές το Άγιο Πνεύμα αποφασίζει να αλλάξει κάποιον/α άμεσα, και έτσι βλέπουμε τη μεταστροφή να γίνεται μέσα σε λίγες ώρες ή ημέρες. Πιο συχνά όμως καλούμαστε να υπακούσουμε τον Πατέρα μας, μένοντας πιστοί στην αποστολή που μας έχει θέσει, ακόμα και αν αυτό πάρει καιρό. Και σε αυτή τη «μακρά υπακοή», καθώς δεν σταματάμε να κηρύττουμε το Ευαγγέλιο, να υπηρετούμε και να ζούμε ζωές αγιότητας, ο Κύριος μας είναι πιστός και το Πνεύμα φέρνει εις πέρας το έργο που ξεκίνησε στις ζωές μας και τις ζωές των ανθρώπων που υπηρετούμε. 

4. Έμαθα ότι η αποστολή της Εκκλησίας έχει πραγματικό κόστος

Η αποστολή της Εκκλησίας δεν απαιτεί μόνο υπομονή αλλά και θυσία. Συχνά μιλάμε για τη φύτευση νέων κοινοτήτων με όρους οράματος, αποστολής και καρπού, αλλά σπάνια μιλάμε για το κόστος. Και όμως, το κόστος είναι πραγματικό.

Τα πρώτα χρόνια μιας νέας κοινότητας συνοδεύονται συνήθως από κάθε είδους αβεβαιότητες, και μια από αυτές είναι η οικονομική αβεβαιότητα και η έλλειψη πόρων. Υπάρχουν περίοδοι όπου προσωπικά χρήματα χρησιμοποιούνται για να συνεχιστεί η διακονία ή για να καλυφθούν βασικές ανάγκες. Υπάρχει όμως και ένα βαθύτερο και σημαντικότερο προσωπικό κόστος. Η φύτευση μιας νέας κοινότητας απαιτεί χρόνο, ενέργεια και συναισθηματική αντοχή.  Συχνά σημαίνει ότι αφήνει κανείς πίσω του τη σταθερότητα και τη θαλπωρή μιας υπάρχουσας εκκλησιαστικής οικογένειας, την ασφάλεια των σχέσεων με φίλους και γνωστούς, για να υπηρετήσει σε κάτι αβέβαιο και εύθραυστο. Υπάρχουν στιγμές όπου η κούραση συσσωρεύεται, όπου άνθρωποι που αγαπάς δεν καταλαβαίνουν γιατί επενδύεις τόσο χρόνο και ενέργεια σε μια νέα κοινότητα, ή όπου αναρωτιέσαι αν όλος αυτός ο κόπος έχει πραγματικά νόημα.

Ο Τζιμ Έλιοτ, ο ιεραπόστολος που έχασε τη ζωή του στον Ισημερινό, από εκείνους στους οποίους πήγε να κηρύξει το Ευαγγέλιο, είχε γράψει: «Δεν είναι ανόητος εκείνος που δίνει αυτό που δεν μπορεί να κρατήσει για να κερδίσει αυτό που δεν μπορεί να χάσει».[5] Ίσως η ιστορία της Εκκλησίας μάς θυμίζει συνεχώς ότι κάθε αληθινή αποστολή περιέχει κάποιο είδος θυσίας. Ο ίδιος ο Χριστός το διατύπωσε ξεκάθαρα λέγοντας: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του κι ας σηκώνει κάθε μέρα το σταυρό του κι ας με ακολουθεί» (Λουκάς 9:23).

Επίλογος: Από τον ρομαντικό ενθουσιασμό στην πιστότητα

Στην αρχή της διακονίας εύκολα πιστεύει κανείς ότι το έργο του Θεού προχωρά κυρίως μέσα από τον ενθουσιασμό, τη δύναμη ή τις ικανότητές μας. Με τον χρόνο όμως ανακαλύπτει κάτι βαθύτερο και πολύ πιο παρηγορητικό, ότι ο Θεός συνεχίζει να εργάζεται παρά τις αδυναμίες, τις καθυστερήσεις, τις απογοητεύσεις και τις ανεπάρκειές μας. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, σχολιάζοντας συχνά τη διακονία του Παύλου, τόνιζε πως ο Θεός επιτρέπει οι υπηρέτες Του να φαίνονται αδύναμοι ώστε να γίνεται φανερό ότι το έργο ανήκει στον ίδιο τον Θεό και όχι στους ανθρώπους.[6] Αυτό είναι κάτι που η πραγματικότητα της διακονίας σε αναγκάζει να μάθεις. Υπάρχουν στιγμές εξάντλησης, φόβου, απογοήτευσης και αδυναμίας. Και όμως, ο Θεός συνεχίζει να εργάζεται. Αυτό φαίνεται πολύ όμορφα στα λόγια του Παύλου στην Β’ προς Κορινθίους επιστολή, ιδιαίτερα στη μετάφραση του Βάμβα, «Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον εἰς ὀστράκινα σκεύη, διὰ νὰ ἦναι ἡ ὑπερβολή τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ καὶ οὐχὶ ἐξ ἡμῶν» (Β΄ Κορινθίους 4:7).

Και αυτό είναι ίσως και το σημαντικότερο μάθημα μέσα στη διακονία: Ότι ο Θεός δεν εργάζεται μόνο μέσα από εμάς, αλλά και μέσα σε εμάς, και πιθανόν αυτό να είναι το πιο σημαντικό από όλα για εμάς. Στην αρχή, συχνά βλέπουμε τη διακονία κυρίως ως κάτι που κάνουμε για άλλους ανθρώπους. Με τον χρόνο όμως καλούμαστε να συνειδητοποιήσουμε ότι, ενώ ο Θεός χρησιμοποιεί την Εκκλησία για να αγγίξει ανθρώπους με το Ευαγγέλιο, ταυτόχρονα χρησιμοποιεί και τη διακονία για να αλλάξει εμάς τους ίδιους. Μέσα από την κούραση μαθαίνεις εξάρτηση, μέσα από την απογοήτευση μαθαίνεις εμπιστοσύνη, μέσα από τις καθυστερήσεις μαθαίνεις υπομονή, και μέσα από τις αδυναμίες σου μαθαίνεις βαθύτερα τη χάρη του Θεού. Ίσως τελικά αυτό να είναι ένα από τα μεγαλύτερα δώρα της διακονίας, ότι, καθώς ο Θεός εργάζεται μέσω της Εκκλησίας Του μέσα στον κόσμο, εργάζεται ταυτόχρονα και μέσα στις καρδιές εκείνων που Τον υπηρετούν. Και ίσως αυτό είναι που κάνει τη διακονία τόσο όμορφη. Γιατί στο τέλος της ημέρας, η ελπίδα της Εκκλησίας δεν βρίσκεται στους ανθρώπους που τη φυτεύουν, αλλά στον Χριστό που συνεχίζει να οικοδομεί το σώμα Του. Παρά την κούραση, παρά το κόστος, παρά τις αργές διαδικασίες, παρά τις δικές μας αδυναμίες, ο Χριστός συνεχίζει ακόμη να σώζει ανθρώπους μέσω του Ευαγγελίου Του. Και γι’ αυτό η φύτευση νέων πνευματικών και εκκλησιαστικών κοινοτήτων εξακολουθεί να έχει βαθύ νόημα. Γι’ αυτό και εγώ συνεχίζω και αγαπώ τόσο βαθιά το έργο της εκκλησίας και ιδιαίτερα της ίδρυσης νέων κοινοτήτων πίστης.

Ο Τζον Στοτ είχε πει πως: «η Εκκλησία βρίσκεται στο κέντρο του αιώνιου σκοπού του Θεού· δεν είναι μια θεϊκή “παρένθεση”. Είναι το μέσο που επέλεξε ο Θεός για να φανερώσει το Ευαγγέλιό Του στον κόσμο».[7] Παρά τις δυσκολίες, τις αδυναμίες και τις αποτυχίες μας, ο Θεός συνεχίζει να εργάζεται μέσα από το Ευαγγέλιο και μέσα από την Εκκλησία Του, καλώντας ανθρώπους στον Υιό Του και μεταμορφώνοντας ζωές με τη χάρη Του. Και ίσως γι’ αυτό, παρά το κόστος και την κούραση, ο ευαγγελισμός, η μαθητεία, η ίδρυση νέων εκκλησιών και η ενδυνάμωση των ήδη υπαρχουσών κοινοτήτων πίστης συνεχίζουν να είναι μια από τις ομορφότερες αποστολές στις οποίες μπορεί να λάβει μέρος ένας άνθρωπος.

[1] Dietrich Bonhoeffer, Life Together, trans. John W. Doberstein (New York: Harper & Brothers, 1954), 27.

[2] Augustine, Confessions, trans. Henry Chadwick (Oxford: Oxford University Press, 1991), Book I, Chapter 1, p.

[3] Henry T. Blackaby and Claude V. King, Experiencing God: Knowing and Doing the Will of God (Nashville, TN: Broadman & Holman Publishers, 1990), 28–31.

[4] Eugene H. Peterson, A Long Obedience in the Same Direction: Discipleship in an Instant Society, 20th anniversary ed. (Downers Grove, IL: InterVarsity Press, 2000).

[5] Jim Elliot, The Journals of Jim Elliot, ed. Elisabeth Elliot (Old Tappan, NJ: Fleming H. Revell Company, 1978), 174.

[6] John Chrysostom, Homilies on Second Corinthians, Homily 8, in Nicene and Post-Nicene Fathers, First Series, Vol. 12, ed. Philip Schaff (Peabody, MA: Hendrickson Publishers, 1994), 325–326.

[7] John R. W. Stott, The Living Church: Convictions of a Lifelong Pastor (Downers Grove, IL: InterVarsity Press, 2007), 15–16.

Exit mobile version