Site icon Αστήρ της Ανατολής

Τα «Κατά Ματθαίον Πάθη» του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ

Όταν το Πάσχα του 1970, πριν πενήντα πέντε ακριβώς χρόνια, ανέλαβα την ευθύνη να παρουσιάσω τα «Κατά Ματθαίον Πάθη» του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ στα πλαίσια των εκδηλώσεων του Συνδέσμου Μελών της εκκλησίας μας, δεν ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε κάτι τέτοιο. Στα τρία χρόνια που είχαν περάσει μέχρι τότε από την αρχή της προσπάθειάς μας, είχαμε ζήσει αθάνατες δημιουργίες που γράφτηκαν για τη δόξα του Κυρίου, όπως ο «Μεσσίας» του Χαίντελ, η «Δημιουργία» του Χάυντν, η «Missa Solemnis» («Πανηγυρική Λειτουργία») του Μπετόβεν, η «Λειτουργία σε μι» του Σούμπερτ, το «Χριστουγεννιάτικο Ορατόριο» του Μπαχ. * Ωστόσο έντονη μέσα μου είχα τη συναίσθηση, πως εκείνο που είχα δοκιμάσει προσπαθώντας να παρουσιάσω το μουσικό εκείνο βραδινό, ήταν εντελώς καινούργιο, εντελώς διαφορετικό απ’ όλες τις άλλες φορές. Στα άλλα έργα ο θαυμασμός μου κατευθυνόταν περισσότερο προς τον συνθέτη και στη βαθιά πίστη του, που του είχε χαρίσει την έμπνευση της μεγάλης δημιουργίας. Τούτη τη φορά, που είχα ζητήσει ν’ αναλύσω με αδύναμες και φτωχές προσπάθειες ένα έργο που τ’ ανθρώπινα μέτρα είναι πολύ μικρά να το χωρέσουν, κι η ανθρώπινη γλώσσα πολύ αδύνατη να το περιγράψει και να το ιστορήσει, ένιωσα να με συνεπαίρνει ολόκληρο και να με αιχμαλωτίζει όχι τόσο η ουράνια μουσική, ούτε η μεγαλοφυΐα του πιο μεγάλου απ’ τους μεγάλους, όσο το πρόσωπο εκείνο το λατρεμένο, το γεμάτο θεία αγάπη και θεϊκή τελειότητα, το πρόσωπο που καμιά τέχνη δεν είναι τόσο τέλεια για να μπορέσει να το υμνήσει όπως θα του άξιζε, καμιά γλώσσα δεν είναι ικανή να το περιγράψει όπως θα του ταίριαζε, καμιά ανθρώπινη φαντασία δεν είναι τόσο δυνατή να το συλλάβει σ’ όλο του το απέραντο μεγαλείο. Το πρόσωπο του Κυρίου, του ταπεινωμένου και καταφρονημένου Ιησού, το τόσο ζωντανό και τόσο πραγματικό στον δικό μας τον καιρό, όσο και στην εποχή που κουβαλώντας τον σταυρό Του σερνόταν με κόπο στην ανηφοριά του Γολγοθά, Αυτός ο αναμάρτητος, παίρνοντας τις αμαρτίες μας πάνω στους ώμους Του.

Γεμίζουν τις μέρες αυτές οι μεγάλες εκκλησίες και οι αίθουσες συναυλιών σ’ ολόκληρο τον κόσμο από μουσικόφιλους που πάνε ν’ απολαύσουν τα «Κατά Ματθαίον Πάθη». Πώς όμως να μπεις μέσα στο γιγάντιο αυτό ηχητικό οικοδόμημα, πώς να πάρεις μέρος στη θεία ανάταση και να δονηθείς απ’ το Θείο Πάθος, αν δεν αφήσεις πιο πριν την καρδιά σου ανοιχτή στη φωνή του Χριστού, ελεύθερη από κάθε επίδραση καταστρεπτική και κάθε προκατάληψη ενάντια σε κάθε τι το υπερβατικό, το πέρα από τον κόσμο αυτό; Πώς να πατήσεις στα Άγια των Αγίων αν πιο πριν δεν καθαριστείς με το μόνο εξαγνιστικό μέσο, το αίμα του σταυρωμένου Σωτήρα; Ο Θεός να μας ελεήσει, και να μας βοηθήσει να καρφώσουμε με πίστη τη ματιά μας στον Σταυρό Του, όπως ο ληστής που σταυρώθηκε μαζί Του. Και είναι σίγουρο, πως και πάλι είναι έτοιμος να δώσει στον καθένα μας την ίδια υπόσχεση: «Σήμερα θα είσαι μαζί μου στον Παράδεισο».

Η αυλαία του θείου δράματος ανοίγει. Μια σύντομη εισαγωγή της ορχήστρας με ταραγμένα κοφτά τρίηχα και με συνεχή ανεβοκατεβάσματα διαδοχικά στη μι ελάσσονα και συγγενείς κλίμακες δημιουργούν απ’ την πρώτη κιόλας  στιγμή την εντύπωση πως κάποιο ασυνήθιστο δράμα, κάτι πολύ μεγάλο και εξωανθρώπινο πρόκειται να παρακολουθήσουμε. Κι αμέσως ύστερα, υψώνονται οι φωνές της πρώτης χορωδίας (εκτός από τα χορικά που ψάλλονται από ολόκληρη τη χορωδία, ο Μπαχ τη χωρίζει τα υπόλοιπα μέρη σε δυο τμήματα) που θρηνητικά αναγγέλλουν την αρχή του θείου δράματος:

Ο τεράστιος ηχητικός θόλος έχει πια φτάσει στην κορυφή του. Στο σημείο αυτό, όπου ολόκληρο το θείο μεγαλείο της άπειρης αγάπης και ευσπλαχνίας έχει προβάλει μπροστά μας, μια παιδική χορωδία «ασυγκίνητη», όπως σημειώνει κάποιος, «από την πολυφωνική ποικιλία», έρχεται σαν τρίτη με τη σειρά της για να ψάλλει μονοφωνικά ένα ανεξάρτητο από τα υπόλοιπα, χορικό: «Ω, Αμνέ του Θεού, άμωμε, καρφωμένος στο ξύλο του σταυρού, γεμάτος πάντα με υπομονή, πόσο πολύ καταφρονήθηκες! Εσύ σήκωσες την αμαρτία μας, αλλιώς δε θα υπήρχε ελπίδα για μάς. Ελέησέ μας, ω Ιησού».

Ακούγοντας το θεόπνευστο αυτό μεγαλούργημα αληθινά απορεί κανείς, πώς οι σύγχρονοι του Μπαχ θεωρούσαν τα «Κατά Ματθαίον Πάθη» σαν μια από τις αυτονόητες και συνηθισμένες δουλειές ενός κάντορα, ενός δηλαδή εκκλησιαστικού αρχιμουσικού. Κι αυτός είναι ο λόγος που το έργο αυτό εκτελέστηκε μόνο μια ή δυο φορές όσο ζούσε ο συνθέτης, τη χρονιά που γράφτηκε στα 1729 στην εκκλησία του Αγίου Θωμά της Λειψίας όπου υπηρετούσε, και ίσως και στα 1740. Χρειάστηκε να περάσουν άλλα εκατό χρόνια για να ξανακουστεί στα 1829 κάτω από τη διεύθυνση του Φέλιξ Μέντελσον, που σ’ αυτόν οφείλεται και γενικότερα το ξαναζωντάνεμα της μουσικής του μεγάλου δασκάλου, που μέχρι τότε, επί έναν αιώνα, έμενε ξεχασμένος ή σε πολύ λίγους γνωστός. Σήμερα δεν υπάρχει σχεδόν άνθρωπος στον πολιτισμένο κόσμο που ν’ αγνοεί το όνομα του Ιωάννη Σεβαστιανού Μπαχ, που λάτρεψε τον Κύριό του όσο κανένας άλλος από τους μεγάλους δημιουργούς, και που όσο ζούσε δεν απέβλεπε σε τίποτε άλλο, παρά μόνο σ’ αυτό που σημειώνει πάνω από κάθε του σύνθεση: «Μόνο στον Θεό δόξα» («Soli Deo Gloria»).

Η ιστορία των Παθών του Κυρίου αρχίζει, όπως ακριβώς και στο «Χριστουγεννιάτικο Ορατόριο» του συνθέτη μας. Ο τενόρος ευαγγελιστής απαγγέλλει τις σχετικές ευαγγελικές περικοπές – τα κεφάλαια 26 και 27 του Ματθαίου -, οι άριες των σολίστ παρεμβάλλονται για να σχολιάσουν το κείμενο και τα χορικά, παλιές εκκλησιαστικές μελωδίες, που αριστουργηματικά μεταμορφώνει ο Μπαχ σε διαμάντια χορωδιακής τεχνικής, δείχνουν τον στενό δεσμό της Νύμφης, της Εκκλησίας του Χριστού, με τον Αρχηγό της, και σχολιάζουν κι αυτά το Θείο Δράμα, μ’ έναν τρόπο που αρκετά θυμίζει το χορό στις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες. Το ιδιαίτερο όμως χαρακτηριστικό στα «Κατά Ματθαίον Πάθη», είναι ο έντονα περιγραφικός χαρακτήρας του έργου, πράγμα εντελώς ασυνήθιστο και κάπως πρωτοποριακό για την εποχή του. Έτσι, ακούμε ολοζώντανες τις κραυγές του όχλου που φωνάζει να σταυρωθεί ο Δίκαιος και να χαριστεί η ζωή στον Βαραββά, βλέπουμε το καταπέτασμα του ναού να σχίζεται «από άνωθεν έως κάτω», ανατριχιάζουμε στις βροντές που συνοδεύουν τον θάνατο του Κυρίου.

«Και ότε ετελείωσεν ο Ιησούς πάντας του λόγους τούτους, είπε προς τους μαθητάς αυτού: «εξεύρετε ότι μετά δύο ημέρας γίνεται το Πάσχα, και ο Υιός του Ανθρώπου παραδίδεται δια να σταυρωθή». Τη φωνή του ευαγγελιστή που αρχίζει τη διήγηση απ’ το παραπάνω εδάφιο διαδέχεται το χορικό της χορωδίας:

«Ιησού, αγαπημένε, ποιο είναι το κρίμα σου,
για να σε καταδικάσουν με τόσο πάθος;
Ποια είναι η ενοχή Σου;
Ποια η ανομία Σου;».

«Ότε δε ο Ιησούς ήτο εν Βηθανία, εν τη οικία Σίμωνος του λεπρού, προσήλθε προς αυτόν γυνή έχουσα αλάβαστρον μύρου βαρυτίμου και κατέχεεν αυτό επί την κεφαλήν αυτού ενώ εκάθητο εις την τράπεζαν».

Η αγανάκτηση των μαθητών για την «σπατάλη» εκδηλώνεται μ’ ένα ταραγμένο φουγκάτο θέμα: «διότι ηδύνατο το μύρον τούτο να πωληθή με πολλήν τιμήν, και να δοθή εις τους πτωχούς».

Ωστόσο, οι μαθητές δεν έχουν συλλάβει το πραγματικό νόημα αυτής της πράξης. Γιατί η μετάνοια και η ταπεινή καρδιά έχουν μπροστά στον Κύριο πολύ μεγαλύτερη σημασία απ’ τις υλικές θυσίες και τις θεαματικές αγαθοεργίες. «Μετάνοια και ταπείνωση συντρίβουν την αμαρτωλή καρδιά», τραγουδά η σολίστ άλτο μετά από μια όμορφη σύντομη εισαγωγή του φλάουτου.

Το θείο σχέδιο ξετυλίγεται παραπέρα. Η προδοσία του Ιούδα, που «πουλάει» για τριάντα αργύρια τον Δάσκαλό του, σχολιάζεται από τη σολίστ σοπράνο σε μια άρια, γεμάτη παράπονο και σπαραγμό:

«Μάτωνε, αγαπημένη καρδιά!
Το παιδί που ανάθρεψες,
που θήλασε απ’ το στήθος σου,
θέλει τώρα να σκοτώσει τον Κύριό του».

Στη συνέχεια ο ευαγγελιστής θα μας μεταφέρει στη σκηνή του τελευταίου δείπνου του Ιησού με τους μαθητές Του. Στη δήλωση του Κυρίου, πως κάποιος απ’ αυτούς θα είναι ο προδότης Του, η χορωδία (που άλλοτε παίζει τον ρόλο των μαθητών, άλλοτε του όχλου, άλλοτε των πιστών, περνώντας από κάθε συναισθηματική κλίμακα, πότε ψάλλοντας τρυφερά την αγάπη και το αβάσταχτο πάθος του Κυρίου, πότε τρομαγμένη μαζί με τους μαθητές για το ξαφνικό τους ορφάνεμα, πότε μανιασμένη μαζί με τον όχλο και τους αρχιερείς ενάντια στον δίκαιο και πράο Ιησού), θ’ ακουστεί να επαναλαμβάνει ταραγμένα την ερώτηση: «Μήπως εγώ είμαι, Κύριε;».

Το ρετσιτατίβο, η μουσική δηλαδή απαγγελία, κατέχει μια σημαντική θέση στο έργο. Ακόμη κι ο ευαγγελιστής, παρ’ όλο τον αφηγηματικό χαρακτήρα του ρόλου του, συμμετέχει έντονα, συναισθηματικά τις περισσότερες φορές, πότε συγκινημένος μπροστά στα ανείπωτα μαρτύρια, πότε εκστατικός μπροστά στο άφθαστο μεγαλείο του Υιού του Ανθρώπου. Εκεί όμως που η τέχνη της μουσικής απαγγελίας φτάνει στο αποκορύφωμά της, είναι στα λόγια του ίδιου του Χριστού: φωτισμένα απαλά απ’ τη γλυκιά συνοδεία των εγχόρδων – ένα όμορφο εύρημα της βενετσιάνικης σχολής – ξεχωρίζουν αμέσως από κάθε άλλο στοιχείο του έργου. Άφθαστο μεγαλείο και γλυκύτητα κρύβουν τα λόγια της πρώτης κοινωνίας των Παθών Του: «Λάβετε, φάγετε˙ τούτο είναι το σώμα μου».

Η Γεθσημανή. Ο τόπος, όπου η Θεία αγωνία κορυφώνεται κι’ όπου η πάλη ενάντια στις δυνάμεις του σκότους και του θανάτου φτάνει στο κρισιμότερο σημείο της, για να καταλήξει στη μεγαλειώδη νίκη του Σταυρού και της Ανάστασης: «Τότε έρχεται μετ’ αυτών ο Ιησούς εις χωρίον λεγόμενον Γεθσημανή˙ και λέγει προς τους μαθητάς: «καθίσατε αυτού, εωσού υπάγω και προσευχηθώ εκεί».

Στη στιγμή αυτή της υπεράνθρωπης πάλης, όπου οι ουράνιες και οι καταχθόνιες δυνάμεις παρακολουθούν με σιωπηλή αγωνία την έκβασή της, ο χορός των πιστών με συντριβή και βαθιά συναίσθηση της σπουδαιότητας της στιγμής, θα σμίξει σ’ έναν πονεμένο διάλογο με τον σολίστ τενόρο:

«Ω, πόνος! Πώς τρέμει η βασανισμένη καρδιά, πώς σπαράζει, πόσο χλωμή είναι η μορφή Του».

Η χορωδία θα απαντήσει απαλά με τη μελωδία του πρώτου χορικού:

Η σκηνή αυτή, που θυμίζει τόσο τις αντίστοιχες στις αρχαίες τραγωδίες κι όμως στέκεται τόσο πιο ψηλά απ’ αυτές, αποτελεί ένα δείγμα, πέρα από κάθε πετυχημένη καλλιτεχνική έμπνευση, της βαθιάς πίστης και αφοσίωσης του Μπαχ στον Σωτήρα του. Για τον Μπαχ ο Χριστός δεν ήταν απλά μια ενδιαφέρουσα πηγή καλλιτεχνικής δημιουργίας. Ήταν ο ζωντανός Λυτρωτής του, ο Κύριος που καθημερινά ζούσε και περπατούσε μαζί Του. Κι αυτή του την αφοσίωση δείχνει και η φράση του μετά από μια μακροχρόνια αρρώστια: «Πρέπει να είμαστε ευτυχισμένοι όταν υποφέρουμε λίγο. Γιατί έτσι πλησιάζουμε περισσότερο στον Κύριό μας, που υπέφερε τόσο για χάρη μας!».

«Θέλω ν’ αγρυπνήσω δίπλα στον Ιησού μου», τραγουδά ο τενόρος στην άρια που ακολουθεί, ενώ η χορωδία απαντά με ένα τρυφερό «πιάνο», γεμάτο ελπίδα : «τότε η αμαρτία γίνεται αδύναμη να μας βλάψει». Εδώ η καρδιά του χριστιανού συνθέτη δίνεται ολόψυχα στα όμορφα λόγια του κειμένου, καθώς η αγωνία για λίγο ξεχνιέται, και προβάλλει και πάλι η σχέση του χριστιανού με τον αναστημένο Κύριό του: «η θλίψη Του δίνει σε μένα τη χαρά,  και τα μαρτύριά Του τα πικρά είναι για μας γλυκά».

Θ’ ακολουθήσει η σκηνή της σύλληψης του Κυρίου και το προδοτικό «χαίρε, ραββί», του Ιούδα. Έρημος και ορφανεμένος νιώθει ο χορός των πιστών. Ενώ η σοπράνο και η κοντράλτο τραγουδούν το ντουέτο τους: «έτσι λοιπόν πιάσανε τον Ιησού μου, η σελήνη και το φως σβήσανε από θλίψη», η χορωδία κραυγάζει κατά διαστήματα με αγωνία, προσπαθώντας να διώξει τον φρικτό εφιάλτη: «αφήστε Τον! σταθείτε! μη Τον δένετε!».

Μα γρήγορα η αγωνία και η απελπισία θα δώσουν θέση στην οργή και στην αγανάκτηση. Με ένα ταραγμένο φουγκάτο θέμα στον ζωηρό ρυθμό των τριών όγδοων, ο χορός θα κραυγάσει μανιασμένα: «Χάθηκαν λοιπόν μέσα στα σύννεφα οι βροντές και οι αστραπές; Άνοιξε, ω κόλαση, την φλογισμένη σου άβυσσο, σύντριψε, καταβρόχθισε με λύσσα τον ελεεινό προδότη!».

Τα κοντραμπάσα της ορχήστρας και οι μπάσοι της χορωδίας με τα συνεχή δέκατα έκτα δημιουργούν μιαν αληθινά τρομακτική εντύπωση, που ταιριάζει απόλυτα στο κείμενο.

Με το χορικό «Ω άνθρωπε, κλάψε για τις πολλές σου αμαρτίες», κλείνει η αυλαία του πρώτου μέρους. Ο Ιησούς πια βρίσκεται στα χέρια των βασανιστών Του. Το θείο δράμα μπαίνει στην κρίσιμη φάση του.

Το δεύτερο μέρος θ’ αρχίσει με τη σολίστ κοντράλτο που παίζοντας τον ρόλο της θυγατέρας Σιών τραγουδά την άρια: «Τώρα πια ο Ιησούς μου βρίσκεται μακριά», ενώ η χορωδία ρωτά: «Πού είναι ο Κύριός μου, ω εσύ ωραιότερη ανάμεσα στις γυναίκες;».

Σχετικά με τη σκηνή αυτή ο μεγάλος ανθρωπιστής γιατρός και από τους μεγαλύτερους σύγχρονους ερμηνευτές του Μπαχ στο εκκλησιαστικό όργανο, ο Άλμπερτ Σβάιτσερ, παρατηρεί πως: «η θυγατέρα Σιών κλαίγοντας ζητάει του κάκου μέσα στη νύχτα τον Ιησού, τρέχοντας εδώ κι εκεί μέσα στον κήπο της Γεθσημανή, ενώ ο χορός των πιστών την ακολουθεί προσπαθώντας να την παρηγορήσει».

«Τότε ενέπτυσαν εις το πρόσωπον αυτού και εγρόνθισαν αυτόν˙ άλλοι δε εράπισαν, λέγοντες :«προφήτευσον εις ημάς Χριστέ, τις είναι όστις σε εκτύπησε;».

Η διαδοχική επανάληψη από τις δυο χορωδίες των λέξεων «weissage» («προφήτευσον») και «wer ist’s der dich schlag» («τις είναι, όστις σε εκτύπησε») δίνουν σ’ όλη τους την έκταση τη μανία και τον σαρκασμό των γραμματέων και των πρεσβυτέρων ενάντια στον αθώο και πράο Ιησού. Κι αμέσως κατόπιν η χορωδία, παίρνοντας και πάλι το μέρος των πιστών θα ψάλλει τρυφερά: «Ποιος σε κτύπησε έτσι, Σωτήρα μου, ποιος σε βασάνισε έτσι στο δικαστήριο; Εσύ δεν είσαι αμαρτωλός, όπως εμείς και τα παιδιά μας˙ και ανομία δε γνωρίζεις».

Ενώ αυτά τα τρομερά κι ανήκουστα συμβαίνουν μέσα στο δικαστήριο, ο Πέτρος στην αρχή αρνιέται οποιαδήποτε σχέση ή γνωριμία με τον Κύριό του. Η ιστορία της αρνήσεως δίνει την έμπνευση σε μια από τις πιο όμορφες και πιο συγκινητικές άριες του έργου, που το μοτίβο της «δανείζεται» και ο Αντρέι Ταρκόφσκυ στην υπέροχη ταινία του «Η Θυσία», θέλοντας να εκφράσει τη μετάνοια του ανθρώπου της εποχής μας για το κατάντημα του πυρηνικού ολέθρου: «Σπλαχνίσου με, Κύριε … Κοίταξε ˙ χύνω δάκρυα μετάνοιας, η καρδιά μου και τα μάτια μου κλαίνε μπροστά Σου πικρά». Ενδιάμεσα, το σόλο βιολί με κοφτούς λυγμούς κάνει ακόμη πιο συγκλονιστική τη σκηνή της μετάνοιας του Πέτρου: «και εξελθών έξω, έκλαυσε πικρώς».

Η ευαγγελική διήγηση συνεχίζεται. Το τραγικό τέλος του Ιούδα σχολιάζεται με την άρια του σολίστ μπάσου «δώστε μου πίσω τον Ιησού μου˙ ο άσωτος γιος πετά πίσω την αμοιβή της προδοσίας του στα πόδια σας». Θ’ ακολουθήσουν οι αναπάντητες ερωτήσεις του Πιλάτου προς τον Ιησού, μέχρι τη στιγμή που θα ρωτήσει τους όχλους: «Τίνα θέλετε να σας απολύσω;» κι αυτοί θ’ απαντήσουν μ’ εκείνο το φρικτό: «τον Βαραββά!». Εδώ η μουσική πια μεταμορφώνεται σε μια απαίσια κραυγή.

«Όλους μάς ευεργέτησε. Στους τυφλούς έδωσε το φως, τους χωλούς έκανε να περπατήσουν. Μας έδωσε τα λόγια του Πατέρα Του, έδιωξε μακριά μας τον Σατανά. Τους θλιμμένους παρηγόρησε, τους αμαρτωλούς δέχτηκε κοντά Του. Κανένα κακό δεν έκανε ο Ιησούς μου».

«Από αγάπη θέλει να πεθάνει ο Σωτήρας μου, για να μη μείνει επάνω μου η αιώνια τιμωρία». Το τρυφερό αυτό ρετσιτατίβο και την πονεμένη άρια που ακολουθεί, θα τη διαδεχτεί η μανιασμένη κραυγή του όχλου: «Σταυρωθήτω!»

«Τότε οι στρατιώται του ηγεμόνος παραλαβόντες τον Ιησούν εις το Πραιτώριον, συνήθροισαν επ’ αυτόν όλον το τάγμα των στρατιωτών … Και πλέξαντες στέφανον εξ ακανθών, έθεσαν επί την κεφαλήν αυτού. Και εμπτύσαντες εις αυτόν έλαβον τον κάλαμον και έτυπτον εις την κεφαλήν αυτού».

Στο σημείο αυτό της διήγησης, η χορωδία θα υψώσει τα μάτια στη ματωμένη μορφή του Κυρίου και θα ψάλλει ευλαβικά: «Ω, Κεφαλή αγία, απείρως θλιβερά, υπό χειρών ανόμων επλήγης φοβερά!». Είναι το πιο χαρακτηριστικό από τα χορικά των «Κατά Ματθαίον Παθών». Σ΄ όλο το έργο ακούγεται πέντε φορές και φαίνεται πως ήτανε μια απ’ τις αγαπημένες μελωδίες του συνθέτη – αν και δανεισμένη από τον Χανς Λέο Χάσσλερ, τον μεγάλο δάσκαλο του 16ου αιώνα –  αφού τη χρησιμοποιεί και στο Χριστουγεννιάτικο Ορατόριο, θέλοντας ίσως μ’ αυτόν τον τρόπο να δείξει πως σκοπός της γέννησης του Κυρίου πάνω στη γη είναι ο μαρτυρικός Του θάνατος για τις αμαρτίες μας.

Φθάνουμε τώρα στην κορύφωση του Θείου δράματος. Η φωνή του ευαγγελιστή υψώνεται θρηνητικά, καθώς περιγράφει τη συγκλονιστική σκηνή: «Από δε έκτης ώρας σκότος έγινεν εφ’ όλην την γην έως ώρας ενάτης. Περί δε την ενάτην ώραν ανεβόησεν ο Ιησούς μετά φωνής μεγάλης λέγων: «Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί;» τουτέστι: «Θεέ μου, Θεέ μου, διατί με εγκατέλιπες;». Ο δε Ιησούς πάλιν κράξας μετά φωνής μεγάλης αφήκε το πνεύμα».

Τετέλεσται! Το έργο της σωτηρίας μας είναι τελειωμένο πια επάνω στον Σταυρό. Οι πιστοί θα υψώσουν τα δακρυσμένα μάτια τους στον ουρανό και θα ψάλλουν γλυκά: «αν πρέπει να πεθάνω κάποτε, μη με αφήσεις μόνο! Αν πρέπει ν’ αντικρύσω τον θάνατο, τότε έλα κοντά μου!». Η μελωδία είναι και πάλι του προηγούμενου χορικού, μα τελείως μεταμορφωμένη σε μια απ’ τις παλιές εκκλησιαστικές κλίμακες.

«Και ιδού το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη εις δύο από άνωθεν έως κάτω˙ και η γη εσείσθη, και αι πέτραι εσχίσθησαν».

Είναι μια φοβερή στιγμή. Η φωνή του ευαγγελιστή σκεπάζεται σχεδόν από τον κρότο του καταπετάσματος που κομματιάζεται και της γης που σείεται συθέμελα. Σε αντίθεση με τη φοβερή τούτη σκηνή, θ’ ακουστούν σε λίγο ο εκατόνταρχος και οι δικοί του, που θα προφέρουν με ανείπωτη γλυκύτητα και συγκίνηση τη συγκλονιστική φράση: «Αληθώς, Θεού Υιός ήτο ούτος».

Φτάσαμε πια στο τέλος του δράματος. Θα έλεγε κανείς πως η έμπνευση του Μπαχ με τις σκηνές της Γεθσημανή και του Γολγοθά θα είχε φτάσει στο κατακόρυφό της, και ότι από ’δω και πέρα τίποτε πια το σημαντικό δεν έχει να μας πει. Ωστόσο η καταπληκτικότερη σκηνή όλου του έργου μας επιφυλάσσεται στο σημείο αυτό. Δεν ξέρω, μα νομίζω πως αν ολόκληρο το έργο είχε χαθεί και μας είχε διασωθεί μόνο το κομμάτι αυτό, θα ήταν αρκετό για να χαρακτηρισθεί σαν μια από τις πιο έξοχες μουσικές σελίδες που γράφτηκαν ποτέ μέσα στους αιώνες.

Όλα πια έχουν τελειώσει. Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας τύλιξε το άψυχο σώμα του Ιησού, το απόθεσε στον τάφο, κύλισε τον «λίθον τον μέγαν», και οι στρατιώτες σφράγισαν τον τάφο και στήθηκαν να τον φυλάνε. Ο ρόλος των τεσσάρων σολίστ βρίσκεται κι αυτός στο τέρμα του. Μαζί με τη χορωδία περιστοιχίζουν τον τάφο και αρχίζει η καταπληκτική σκηνή:

Ο μπάσος: «Τώρα πια ο Κύριός μου ησύχασε».
Η χορωδία: «Ιησού μου, Ιησού μου, καληνύχτα».
Ο τενόρος: «Ο κόποι που σαν αιτία είχαν την αμαρτία μας, φτάσανε στο τέλος τους».
Η χορωδία: «Ιησού μου, Ιησού μου καληνύχτα».
Η κοντράλτο: «Ω άγιο σώμα, χύνω δάκρυα ταπείνωσης και μετάνοιας, γιατί η δική μου ενοχή σ’ έφερε σε αυτή τη θέση».
Η χορωδία: «Ιησού μου, Ιησού μου, καληνύχτα».
Η σοπράνο: «Σ’ όλη μου τη ζωή θα σου στέλνω χίλιες ευχαριστίες, που υπέφερες τόσο για μένα, που έδωσες τόσο μεγάλη αξία στη σωτηρία της ψυχής μου».
Η χορωδία: «Ιησού μου, Ιησού μου, καληνύχτα»

Η φράση της χορωδίας που επαναλαμβάνεται με διαφορετική κάθε φορά παραλλαγή, μια μελωδία απερίγραπτης γλυκύτητας, δικαιώνει απόλυτα τα λόγια του Σβάιτσερ για τα «Κατά Ματθαίον Πάθη»:

«Το Θείο αυτό έργο είναι από τα αριστουργήματα εκείνα που δεν ανήκουν σε μια καθορισμένη τέχνη, αφού όλες μαζί οι τέχνες, η αρχιτεκτονική, η ποίηση, η ζωγραφική βρίσκονται μέσα του. Τα «Κατά Ματθαίον Πάθη» είναι μια καλλιτεχνική σύνθεση, που το μεγαλείο της ξεπερνάει τις γνωστές μέχρι τώρα κατηγορίες της τέχνης».

Το έργο έφτασε στο τέλος του. Ο χορός των πιστών θα γονατίσει ταπεινά μπροστά στον Θείο Τάφο και θα ψάλλει στον Σωτήρα με δάκρυα ευγνωμοσύνης το θαυμάσιο τελικό χορωδιακό: «Γονατίζουμε με δάκρυα στα μάτια, και Σου ευχόμαστε στον τάφο Σου: αναπαύσου, ω πολυβασανισμένο σώμα… Ο τάφος Σου κι η πέτρα του θα είναι τώρα πια για την ανήσυχη καρδιά, τη γεμάτη από τους φόβους και τις τύψεις, αποκούμπι γλυκιάς ανάπαυσης». Το έργο κλείνει μέσα σε μια συγκινητική ατμόσφαιρα ανάτασης και γαλήνης.

Ωστόσο η ιστορία δε σταματάει εδώ. Ο Ιωάννης Σεβαστιανός Μπαχ, η μεγαλύτερη μουσική μορφή των αιώνων, ξέρει το ίδιο καλά και πιστεύει το ίδιο δυνατά με τον πιο ασήμαντο εξωτερικά χριστιανό, πως δεν έχει να κάνει μόνο με έναν Ιησού, φίλο των αμαρτωλών, που έπαθε, θάφτηκε και ξεχάστηκε. Πως η ένδοξή Του ανάσταση, ένα γεγονός τόσο πραγματικό που μόνο η κακοπιστία και η ξεστρατισμένη λογική τόλμησε και αμφισβήτησε, σφραγίζει το μεγάλο έργο Του της σωτηρίας του αμαρτωλού ανθρώπου. Και πως, όπως και ο ίδιος ο Κύριος είπε, καθένας που πιστεύει σ’ Αυτόν δε χάνεται, αλλά έχει τη ζωή την αιώνια. Γι’ αυτό και ο Μπαχ αναφωνεί λίγες μέρες πριν από τον θάνατό του μιλώντας για την ουράνια πατρίδα: «Πόσο πιο όμορφα πράγματα υπάρχουν εκτός απ’ αυτά που βλέπουμε στον κόσμο … Ωραιότεροι χρωματισμοί, μουσική πρωτάκουστη, που δεν μπορούμε ούτε καν να την ονειρευτούμε. Και πάνω απ’ όλα, ο ίδιος ο Κύριος!».

* Όλες οι παραπάνω εκδηλώσεις, αλλά και αρκετές άλλες που ακολούθησαν, συνοδεύονταν από ηχογραφημένα αποσπάσματα των έργων που παρουσιάζονταν. Ήταν μια προσπάθεια που δεν περιορίστηκε μόνο στον χώρο της δικής μας εκκλησίας ή της δικής μας πόλης, με ποικίλο περιεχόμενο κι όχι μόνο μουσικό,  που έσβησε όμως στα κατοπινά χρόνια, όπως δυστυχώς συμβαίνει στη χώρα μας με αρκετές άλλες ποιοτικές πνευματικές και καλλιτεχνικές εκδηλώσεις.

Exit mobile version