Site icon Αστήρ της Ανατολής

Σὺ δὲ νῆφε ἐν πᾶσιν: Κάποιες σκέψεις για τη «woke ατζέντα» του αποστόλου Παύλου

a book open on a table

Δεν είναι ασυνήθιστο στις μέρες μας να ακούει κανείς παράπονα για τη λεγόμενη «woke ατζέντα», η οποία έχει κατακλύσει τις δυτικές κοινωνίες, όχι μόνο ανατρέποντας τις επικρατούσες κοινωνικές αξίες, αλλά και ντροπιάζοντας όποιον αντιστέκεται στις νέες εναλλακτικές αξίες που προωθεί το «woke πλήθος». Υπάρχει η αίσθηση ότι ο ανοιχτός, ειλικρινής και ορθολογικός διάλογος δεν αποτελεί πλέον επιλογή: το μόνο που έχει σημασία είναι αν κάποιος συμμορφώνεται με ένα συγκεκριμένο σύνολο αξιών που χαρακτηρίζουν την «woke κουλτούρα».[1] Αν κάποιος δεν προσυπογράφει αυτές τις αξίες, «ακυρώνεται» (cancelled) συλλήβδην. Ζούμε σε μια πολιτισμική στιγμή κατά την οποία θα μπορούσε κανείς να μπει στον πειρασμό να κάνει μια σύνδεση με το Β΄ Τιμόθεον 4:3-4, όπου ο απόστολος Παύλος μιλάει για ανθρώπους που «κατὰ τὰς ἰδίας ἐπιθυμίας ἑαυτοῖς ἐπισωρεύσουσιν διδασκάλους κνηθόμενοι τὴν ἀκοήν, καὶ ἀπὸ μὲν τῆς ἀληθείας τὴν ἀκοὴν ἀποστρέψουσιν, ἐπὶ δὲ τοὺς μύθους ἐκτραπήσονται». Η εναλλακτική την οποία προτείνει ο Παύλος στον Τιμόθεο είναι να παραμείνει νηφάλιος σε όλα (σὺ δὲ νῆφε ἐν πᾶσιν), ή, όπως μεταφράζει η Ελληνική Βιβλική Εταιρεία, να είναι «άγρυπνος». Παρομοίως, πολλοί χριστιανοί σήμερα προτρέπουν ο ένας τον άλλον να παραμείνουν άγρυπνοι απέναντι στις «woke» αξίες που διαποτίζουν την κοινωνία και να μείνουν πιστοί στις αξίες που έχουν κληρονομήσει από προηγούμενες γενιές. Με άλλα λόγια, επιμένουν πολλοί ότι θα έπρεπε εμείς οι χριστιανοί να είμαστε woke (γιατί αυτή είναι η κυριολεκτική μετάφραση της «αγρυπνίας») σε σχέση με το καινούργιο «woke» καθεστώς.

Σε αυτό το κείμενο, θα σκεφτούμε τι μπορεί να σημαίνει για τους χριστιανούς να είναι πραγματικά άγρυπνοι σε μια τέτοια εποχή. Μέρος αυτού του προβληματισμού είναι, αφενός, η αμφισβήτηση της προϋπόθεσης ότι ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε όταν επικρίνουμε τον πολιτισμό ως «woke» και, αφετέρου, ότι έχουμε καλή αίσθηση του τι σημαίνει για τους χριστιανούς να είναι «άγρυπνοι» απέναντι στις διάφορες διδασκαλίες που φαίνεται να κυριαρχούν στον δυτικό πολιτισμό σήμερα. Η άσκηση αυτή θα πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο της περισυλλογής πάνω στη Β΄ Τιμόθεον επιστολή.

Γιατί δεν αρκεί η κοινή λογική

Όπως ήδη σημειώσαμε, ο απόστολος Παύλος προειδοποίησε τον Τιμόθεο για μια εποχή όπου οι άνθρωποι θα απομακρυνθούν από την αλήθεια και θα προσκολλώνται σε όποιον δάσκαλο θα τους έλεγε αυτό που θέλουν να ακούσουν. Παρά το γεγονός ότι ο Παύλος μιλάει σε μέλλοντα χρόνο, είναι προφανές ότι αυτό για το οποίο μιλάει δεν είναι ένα καινούργιο φαινόμενο. Πάντοτε οι άνθρωποι προτιμούσαν να πιστεύουν αυτό που τους βόλευε να πιστεύουν. Στο πλαίσιο της αναφοράς του στην ψευδοδιδασκαλία που είχε ήδη ριζώσει (βλ. 2:16-18), ο Παύλος γνωρίζει πολύ καλά ότι η προειδοποίησή του δεν αφορά ένα καθαρά μελλοντικό φαινόμενο. Αυτό σημαίνει ότι, αν πρόκειται να συσχετίσουμε τη δική μας εποχή με το φαινόμενο που περιγράφει ο Παύλος, δεν μπορούμε να το κάνουμε με τέτοιο τρόπο που να περιγράφει την εποχή μας ως ασύγκριτα διεφθαρμένη ή ως την τελική εκπλήρωση μιας βιβλικής προφητείας. Σημαίνει επίσης ότι, δεδομένης της πανταχού παρουσίας του φαινομένου, οφείλουμε να είμαστε πολύ καχύποπτοι για το κατά πόσον εμείς οι ίδιοι είμαστε αιχμάλωτοι σε μια εποχή κατά την οποία αρεσκόμαστε να μας χαϊδεύουν τα αυτιά. Με άλλα λόγια, αν είμαστε τόσο έτοιμοι να διαμαρτυρηθούμε ενάντια στους «μύθους» που προωθεί η «woke» κουλτούρα, τότε πρέπει να είμαστε εξίσου έτοιμοι να κάνουμε κριτική σε αντιλήψεις και διδασκαλίες που έχουμε κληρονομήσει από παλαιότερες γενιές ή/και που έχουν διαμορφωθεί στη δική μας γενιά σε αντιδιαστολή με το «woke» κίνημα. Αγρυπνία σε σχέση με τον κόσμο συμπεριλαμβάνει και την αγρυπνία σε σχέση με τον εαυτό μας και τις δικές μας προκαταλήψεις.

Η επίκληση σε μια υποτιθέμενη κοινή λογική, δεν αρκεί στην αναζήτηση της αλήθειας και την άγρυπνη προσκόλληση σε αυτήν. Η μόνη λογική που είναι «κοινή» πάντα σχηματίζεται από συγκεκριμένες ιστορίες, κουλτούρες και πρακτικές.[2] Το κομβικό ερώτημα για τους χριστιανούς λοιπόν είναι: «Ποια ιστορία και ποιες πρακτικές καθορίζουν την αλήθεια;» Ένα δευτερεύον, αλλά ταυτόχρονα σημαντικό ερώτημα είναι, «Ποια είναι η ιστορία και ποιες είναι οι πρακτικές που έχουν σχηματίσει το σύγχρονο woke φαινόμενο;»

Η Ιστορία του «Woke»

Ας ξεκινήσουμε με μια πρόχειρη απάντηση στο δεύτερο ερώτημα. Στο βιβλίο We Have Never Been Woke, o Musa al-Gharbi εξηγεί ότι η ιστορία της χρήσης του όρου «woke» φαίνεται να ξεκινάει στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1860, σε ένα κίνημα νεαρών ακτιβιστών, ονομαζόμενων «Οι Άγρυπνοι» (The Wide Awakes), οι οποίοι ήταν αφοσιωμένοι στην κατάργηση της δουλείας και στην υποστήριξη εργατικών δικαιωμάτων. «Άγρυπνος» (wide awake) σε αυτό το πλαίσιο είχε την έννοια της εγρήγορσης ως προς την κοινωνική αδικία και της εναντίωσης σε αυτήν.[3] Μέχρι και τον εικοστό αιώνα, ο όρος «woke» διατήρησε την ίδια έννοια ανάμεσα σε Αφροαμερικανούς, για τους οποίους δεν ήταν ασυνήθιστο να προτρέπουν ο ένας τον άλλον να «παραμείνουν άγρυπνοι» (stay woke), δηλαδή να έχουν τα μάτια τους ανοιχτά στην κοινωνική αδικία, να εναντιωθούν σε αυτήν, και να είναι σε εγρήγορση σε σχέση με τους λευκούς.[4] Από το 1996-2016, γράφει ο al-Gharbi, η χρήση του όρου «woke» εκτοξεύτηκε σε δημόσιες συζητήσεις και στην ουσία αντικατέστησε τον όρο «political correctness» (πολιτική ορθότητα), ο οποίος πλέον αντιπροσώπευε μια ρηχή αντιμετώπιση σε θέματα κοινωνικής αδικίας. Το ενδιαφέρον είναι ότι ο όρος «woke» εν τέλει είχε την ίδια μοίρα με τον όρο που αντικατέστησε. Γράφει ο al-Gharbi,

…τα πράγματα έχουν εξελιχθεί για τον όρο «woke» με τον ίδιο τρόπο που εξελίχθηκαν για την «πολιτική ορθότητα»: στους κύκλους των ακτιβιστών, ο όρος απέκτησε όλο και περισσότερο δύο σημασίες. Στην αρχική σύγχρονη χρήση του, ο όρος χρησιμοποιούνταν για να προσδιορίσει κάποιον που ήταν σε εγρήγορση για την κοινωνική αδικία και δεσμευόταν να αντισταθεί σε αυτήν. Σταδιακά, ωστόσο, άλλοι στην Αριστερά άρχισαν να χρησιμοποιούν τον όρο υποτιμητικά, για να αναφέρονται σε ανθρώπους του δικού τους κύκλου που είχαν πνεύμα αυτοδικαίωσης και έλλειψη αυτοσυνειδησίας. Το φαινόμενο «woke» συνδέθηκε σε αυτούς τους κύκλους με κενές συμβολικές χειρονομίες και ιδεολογικό δογματισμό. Τελικά, η πολιτική Δεξιά εκμεταλλεύτηκε αυτή την ενδοαριστερή διαφωνία και άρχισε να χρησιμοποιεί τον όρο «woke» ως γενικό όρο για οτιδήποτε σχετιζόταν με την Αριστερά και φαινόταν γελοίο ή αποκρουστικό.[5]

Ο χριστιανός που θέλει να είναι άγρυπνος σε σχέση με την επιρροή της «woke» κουλτούρας, σήμερα, έχει κάτι σημαντικό να μάθει από αυτή την ιστορία του όρου. Μαθαίνει ότι ο όρος μπορεί να σηματοδοτεί διαφορετικά πράγματα: μπορεί να σηματοδοτεί το γνήσιο και ενεργό ενδιαφέρον για την κοινωνική δικαιοσύνη, μπορεί να σηματοδοτεί μια ρηχή αντιμετώπιση των θεμάτων κοινωνικής δικαιοσύνης που χαρακτηρίζεται από ένα πνεύμα αυτοδικαίωσης και μπορεί να σηματοδοτεί έναν γενικό όρο που χρησιμοποιεί η πολιτική Δεξιά για να γελοιοποιήσει την Αριστερά – μια ετικέτα που χρησιμοποιείται για να ακυρώσει (cancel) την Αριστερά εντελώς.

Σε σχέση με την τρίτη χρήση του όρου, αξίζει να σημειωθεί ότι κρύβει μέσα της μια βαθιά ειρωνεία: αντιμετωπίζει την κουλτούρα της ακύρωσης (cancel culture) και της αυτοδικαίωσης με το να την ακυρώνει μέσω της γελοιοποίησης, χωρίς δηλαδή πραγματικό διάλογο, χωρίς τον μόχθο της κριτικής σκέψης και της αυτοκριτικής, χωρίς να παίρνει στα σοβαρά τις ανησυχίες που γέννησαν μια τέτοια κουλτούρα, και με όλη τη σιγουριά ενός ανθρώπου που αναπαύεται πλήρως στη δική του γνώμη. Όταν ο όρος «woke» χρησιμοποιείται με αυτόν τον τρόπο, ο χρήστης του όρου σφάλλει με δύο τρόπους: μετατρέπεται σε αυτό το οποίο [νομίζει ότι] γελοιοποιεί και αγνοεί τα πιθανά σοβαρά ζητήματα που θίγουν οι άνθρωποι και τα κινήματα που χαρακτηρίζονται ως «woke».

Ό,τι και να σημαίνει η χριστιανική αγρυπνία, δεν δύναται να σημαίνει ότι ενεργώ με πνεύμα αυτοδικαίωσης. Κι αυτό γιατί η αγρυπνία για την οποία μιλάει ο απόστολος Παύλος είναι αυτή που συνδέεται με το «έργο του ευαγγελιστή» για το οποίο «υποφέρει» (κακοπάθησον, Β΄ Τιμ 4:5). Με άλλα λόγια, η πραγματική πνευματική αγρυπνία μπορεί να κατανοηθεί μόνο σε σχέση με το ευαγγέλιο. Αυτό μας οδηγεί στο αρχικό μας, κομβικό ερώτημα για τους χριστιανούς: «Ποια ιστορία και ποιες πρακτικές καθορίζουν την αλήθεια

Η αγρυπνία και το ευαγγέλιο

Η αλήθεια που ενδιαφέρει τον απόστολο Παύλο είναι μία: το ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού (A΄ Κορ. 2:2). Στην Β΄ Προς Τιμόθεον επιστολή συγκεκριμένα, δεν λέγονται πολλά για το περιεχόμενο αυτού του ευαγγελίου, πέρα από το ότι είναι αυτό μέσω του οποίου αποκαλύπτεται η αιώνια χάρη του Θεού που μας σώζει και μας καλεί, ότι καταργεί τον θάνατο και ρίχνει φως στη ζωή και την αφθαρσία (1:9-10). Η αλήθεια, η ίδια η πραγματικότητα, καθορίζεται από αυτό το ευαγγέλιο. Στο πρόσωπο του Χριστού ο Θεός μάς έδωσε τη χάρη του πρὸ χρόνων αἰωνίων (1:9). Το ευαγγέλιο είναι η ιστορία που αποκαλύπτεται ως η μόνη ιστορία που έχει καταλυτική σημασία για τη δημιουργία του Θεού. Αυτή η ιστορία καθορίζει τη μόνη αλήθεια που θα έπρεπε να ενδιαφέρει του χριστιανούς, γεννά μια λογική που είναι κοινή ανάμεσα σε χριστιανούς που έχουν δικαιωθεί και αναγεννηθεί από τη χάρη του Θεού.

Είναι ενδιαφέρον ότι, παρόλο που δεν λέγονται πολλά για το περιεχόμενο του ευαγγελίου σε αυτή την επιστολή, ο απόστολος Παύλος επαναλαμβάνει ξανά και ξανά ότι η μορφή που παίρνει η διακήρυξη του ευαγγελίου στη ζωή του χριστιανού είναι η μορφή της κακοπάθειας.

Μὴ οὖν ἐπαισχυνθῇς τὸ μαρτύριον τοῦ κυρίου ἡμῶν μηδὲ ἐμὲ τὸν δέσμιον αὐτοῦ, ἀλλὰ συγκακοπάθησον τῷ εὐαγγελίῳ κατὰ δύναμιν θεοῦ… (1:8)

συγκακοπάθησον ὡς καλὸς στρατιώτης Χριστοῦ Ἰησοῦ. (2:3)

Μνημόνευε Ἰησοῦν Χριστὸν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυίδ, κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου·ἐν ᾧ κακοπαθῶ μέχρι δεσμῶν ὡς κακοῦργος. (2:8-9α)

…καὶ πάντες δὲ οἱ θέλοντες ζῆν εὐσεβῶς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται· (3:12)

Και φυσικά, το εδάφιο στο οποίο επικεντρώνεται αυτό το άρθρο:

Η ιστορία που καθορίζει την αλήθεια είναι το ευαγγέλιο. Η χριστιανική πρακτική που αντιστοιχεί σε αυτό το ευαγγέλιο, η μορφή που παίρνει στην εκκλησία του Χριστού, είναι η κακοπαθούσα διακήρυξη και επανάληψή του. Για τον Παύλο, δεν είναι δυνατόν να υποστηρίζει κάποιος το ευαγγέλιο χωρίς να υποφέρει γι’ αυτό. Πώς θα ανακηρυχθεί η «ἐπαγγελίαν ζωῆς τῆς ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (1:1) και το γεγονός ότι ο Χριστός είναι «ἐγηγερμένος ἐκ νεκρῶν» (2:8), εάν αυτός που το κηρύττει δεν είναι πρόθυμος να συμμετάσχει στα παθήματα του Κυρίου του; Η πίστη στην ανάσταση του Κυρίου και η πίστη στη ζωοποιούσα χάρη του, που καταργεί τον θάνατο και δικαιώνει τον αμαρτωλό, δίνει στον πιστό την ελευθερία να υποφέρει και να πεθάνει τώρα. Ακολουθώντας τον Κύριό του στον σταυρό, ο πιστός μπορεί να είναι σίγουρος ότι θα τον ακολουθήσει και στην ανάσταση στο μέλλον (βλ. Ρωμ. 6:5).

Με τον ίδιο τρόπο που λέγονται ελάχιστα για το περιεχόμενο του ευαγγελίου σε αυτή την επιστολή, λίγα αναφέρονται και για την ψευδοδιδασκαλία που απορρίπτει ο Παύλος. Ωστόσο, μας δίνεται ένα σημαντικό στοιχείο: δύο άνθρωποι, ο Υμέναιος και ο Φιλητός ισχυρίζονταν ότι η ανάσταση των νεκρών είχε ήδη συμβεί (βλ. 2:17-18). Πέρα από το γεγονός ότι αυτή η διδασκαλία δεν έχει ούτε θεολογική και ούτε ιστορική ισχύ (η μόνη ανάσταση που ισχύει προς το παρόν είναι αυτή του Χριστού [2:8]), έχει την πρακτική επίπτωση ότι, όποιος πιστεύει ότι ο ίδιος έχει ήδη αναστηθεί, πιστεύει επίσης ότι μπορεί να αποφύγει τον πόνο και τον θάνατο. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν συμμετέχει στα πάθη του Κυρίου του, έχει ήδη φτάσει στην ανάστασή του. Ένας τέτοιος άνθρωπος μπορεί να υποστηρίζει την «αλήθεια» χωρίς κάποιο κόστος.[6] Η διακήρυξη του «ευαγγελίου» από το στόμα αυτού του ανθρώπου δεν συνοδεύεται από την κακοπάθεια. Επιστρέφουμε, λοιπόν, στο ίδιο συμπέρασμα: η πραγματική διακήρυξη και επανάληψη του ευαγγελίου παίρνει τη μορφή της κακοπάθειας.

Τώρα όμως μπαίνουμε σε επικίνδυνα νερά, γιατί αν ισχυριζόμαστε ότι η πραγματική υποστήριξη της αλήθειας συνοδεύεται απαραίτητα από την κακοπάθεια (εφόσον η κακοπάθεια είναι η μορφή που αντιστοιχεί στο περιεχόμενο του ευαγγελίου), τότε μπορούμε εύκολα να ξεγελάσουμε τους εαυτούς μας ότι υποφέρουμε, μόνο και μόνο για να βεβαιωθούμε ότι είμαστε φορείς της αλήθειας. Αν δεν υποφέρουμε πραγματικά για το ευαγγέλιο, αλλά επαναλαμβάνουμε μόνο μια αφήγηση που ισχυρίζεται ότι υποφέρουμε για να δικαιολογήσουμε τις απόψεις μας, τότε στην πραγματικότητα διαστρεβλώνουμε το ευαγγέλιο – χρησιμοποιούμε τη γλώσσα του ευαγγελίου για να δικαιολογήσουμε τους εαυτούς μας. Αν μαρτυρούμε το ευαγγέλιο με αυτόν τον τρόπο, το κάνουμε μόνο αρνητικά, δηλαδή επιβεβαιώνοντας πρακτικά ότι είμαστε δικαιωμένοι αμαρτωλοί, δικαιωμένοι παρά τη συνεχή πρακτική της αυτοδικαίωσής μας.

Πώς λοιπόν μπορούμε να αναγνωρίσουμε ότι το ευαγγέλιο και η κακοπάθεια πάνε χέρι χέρι χωρίς να λειτουργούμε με πνεύμα αυτοδικαίωσης; Σε σχέση με την αγρυπνία μας ως προς το «woke» κίνημα, πώς μπορούμε να ζήσουμε το ευαγγέλιο, «να εκπληρώσουμε τη διακονία μας» (4:5); Πάντως όχι με «πνεύμα δειλίας» (βλ. 1:7). Οι χριστιανικές προτροπές να είμαστε σε επαγρύπνηση σε σχέση με τη «woke» κουλτούρα, συχνά χαρακτηρίζονται από τον φόβο: ο φόβος μήπως χάσουμε τον κόσμο που κάποτε γνωρίζαμε, ο φόβος μήπως χάσουμε την κοινή λογική, ο φόβος μήπως χάσουμε την επιρροή μας μέσα στην κοινωνία. Όμως αυτός ο φόβος, όπως και η αυτοδικαίωσή μας, μπορεί να καλυφθεί και να δικαιολογηθεί με χριστιανική γλώσσα, έτσι ώστε η δειλία κατά της οποίας μιλάει ο Παύλος να διαβάζεται ως η δειλία τού να μην υπερασπίζεσαι τις χριστιανικές αξίες. Όμως, η δειλία κατά της οποίας μιλάει ο Παύλος είναι στην πραγματικότητα αυτή που εμποδίζει κάποιον από την αγάπη, τη σοφία και τη δύναμη που είναι μέρος της συμμετοχής μας στα πάθη του Χριστού. Με άλλα λόγια, το αντίθετο της δειλίας δεν είναι μια δυναμική εκστρατεία για την αλήθεια, αλλά μια ήσυχη δέσμευση να αγαπάμε αυτούς που αγαπάει ο Χριστός (βλ. 2:10).

Αν η αγρυπνία μας μοιάζει με μια εξωστρεφή αγάπη που δεν απασχολείται με τη δική της δικαίωση και τη δική της ασφάλεια, τότε θα δικαιωθεί η πίστη μας, της οποίας το αντικείμενο είναι μόνο ο Ιησούς Χριστός. Και όταν έχουμε μια τέτοια ματιά, που κοιτάει πέρα από τον εαυτό της, τότε θα μπορούμε να δούμε και να πάρουμε στα σοβαρά τις φωνές μέσα στον κόσμο που και αυτές αναζητούν, εν μέρει και με τον τρόπο τους, την κατάργηση του θανάτου και της αδικίας που εξασφαλίζει ο Χριστός.

Επιστρέφοντας στην αρχική σημασία του όρου «woke», μπορούμε να διακρίνουμε μια τέτοια αναζήτηση, η οποία χαρακτηρίζεται από μια κακοπάθεια τώρα ακριβώς επειδή προσμένει τη μελλοντική δικαίωση της ανάστασης:

Το να είσαι woke, με την αρχική έννοια του όρου, σημαίνει να κατανοείς τη δήλωση του James Baldwin: «Το να είσαι νέγρος σε αυτή τη χώρα και να έχεις μια ελάχιστη συνείδηση σημαίνει να είσαι οργισμένος σχεδόν όλη την ώρα». Σημαίνει να καταλαβαίνεις το μοναδικό είδος εξάντλησης που προέρχεται από το να είσαι διαρκώς συντονισμένος με τις κοινωνικές διακρίσεις. Σημαίνει να είσαι κουρασμένος και επιφυλακτικός. Το να είσαι άγρυπνος σημαίνει να λαχταράς μια μέρα που δεν θα χρειάζεται να μένεις άγρυπνος.[7]

  1. Πέρα από την αγανάκτηση που μπορεί κανείς να συναντήσει στην καθημερινότητα, σε απλές συζητήσεις και ιδιαίτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μπορεί να κοιτάξει τα πολλά άρθρα στο πλέον συντηρητικό χριστιανικό περιοδικό First Things, όπου πολλοί συγγραφείς γράφουν για το φαινόμενο «woke» με εκνευρισμό και υποτίμηση. Βλ., για παράδειγμα, Alexander Riley, “The Rise of Wildean Wokeism,” First Things, January 31, 2022, https://firstthings.com/the-rise-of-wildean-wokeism/ R.R. Reno, “The Woke Script,” First Things, October 1, 2020, https://firstthings.com/the-woke-script/ Pete Spiliakos, “The Statue of Wokeness,” First Things, February 2, 2017, https://firstthings.com/the-statue-of-wokeness/.
  2. Εδώ αντλώ από τη σκέψη του Alisdair MacIntyre, After Virtue (Notre Dame: University of Notre Dame Press, 1981).
  3. Musa al-Gharbi, We Have Never Been Woke: The Cultural Contradictions of a New Elite (Princeton: Princeton University Press, 2024), 27.
  4. al-Gharbi, We Have Never Been Woke, 28.
  5. -Gharbi, We Have Never Been Woke, 29.
  6. Μια ανάλογη ιδέα βρίσκουμε και στην Β’ Κορινθίους όπως μας την εξηγεί ο J. Louis Martyn. Ο Παύλος αντιλαμβάνεται το γεγονός της σταύρωσης και ανάστασης του Χριστού ως την αφετηρία μιας νέας εποχής (βλ. Β’ Κορ 5:17), της οποίας όμως περιμένουμε την ολοκλήρωση. Όσο βρισκόμαστε στην περίοδο μεταξύ του παλιού και του νέου αιώνα, υπάρχουν δύο τρόποι με τους οποίους μπορούμε να γνωρίζουμε: κατά σάρκα και κατά σταυρόν. Θα περίμενε κανείς, λέει ο Martyn, ότι η αντίθεση θα ήταν μεταξύ της γνώσης κατά σάρκας και της γνώσης κατά πνεύματος. Ωστόσο, στην περίοδο μεταξύ των δύο περιόδων, η μορφή που παίρνει η γνώση κατά πνεύματος είναι η μορφή του σταυρού, διότι ο σταυρός είναι η κρίση της νέας εποχής πάνω στην παλιά εποχή, στην οποία είμαστε ακόμα (εν μέρει) αιχμάλωτοι. Γράφει ο Martyn, «Εκείνος που αναγνωρίζει ότι η ζωή του είναι δώρο του Θεού στο μεταίχμιο των αιώνων αναγνωρίζει επίσης ότι μέχρι να βρεθεί πλήρως και αποκλειστικά στη νέα εποχή, η γνώση του κατά πνεύμα μπορεί να συμβεί μόνο με τη μορφή της γνώσης κατά σταυρόν. Διότι μέχρι την {Δευτέρα} παρουσία, ο σταυρός είναι και παραμένει η επιστημολογική κρίση. Η ουσιαστική αποτυχία των Κορινθίων συνίσταται στην άκαμπτη αποφασιστικότητά τους να ζουν είτε πριν από τον σταυρό (οι υπερ-απόστολοι της Β΄ Κορινθίους) είτε μετά τον σταυρό (οι Γνωστικοί της Α΄ Κορινθίους) και όχι μέσα στον σταυρό». J. Louis Martyn, “Epistemology at the Turn of the Ages: 2 Cor 5:16,” in Christian History and Interpretation: Studies Presented to John Knox (Farmer, W.R., Moule, C.F.D. and R.R. Niebuhr, eds.; Cambridge: Cambridge University Press, 1967), 285.
  7. Kenya Hunt, “How ‘woke’ became the word of our era,” The Guardian, November 21, 2020. https://www.theguardian.com/books/2020/nov/21/how-woke-became-the-word-of-our-era

Exit mobile version