Site icon Αστήρ της Ανατολής

Η σιωπή του Θεού και η σιωπή του ανθρώπου: μία όμορφη σχέση

brown wooden blocks on white surface

Ο Θεός που είναι παντού, ποτέ δεν μας εγκαταλείπει. Κι όμως, φαίνεται ότι μερικές φορές είναι παρών, μερικές φορές ότι απουσιάζει. Αν δεν Τον γνωρίζουμε καλά, δεν συνειδητοποιούμε ότι μπορεί να είναι περισσότερο παρών, όταν είναι απών, παρά όταν είναι παρών».[1] Με την αινιγματική του αυτή διατύπωση ο Thomas Merton επιδιώκει να μας εισαγάγει στο όμορφο μυστήριο της σχέσης μεταξύ της σιωπής του Θεού και της σιωπής του ανθρώπου, λέγοντας το αυτονόητο: ότι μερικές φορές τα  πράγματα δεν είναι όπως ακριβώς φαίνονται.

Ας το σκεφτούμε λίγο: η πραγματικότητα δεν λειτουργεί πάντα όπως εμείς νομίζουμε. Ό,τι κι αν πιστεύει κάποιος για οτιδήποτε, του Θεού και του εξωτερικού κόσμου συμπεριλαμβανομένων, αυτό δεν λειτουργεί απαραίτητα βάσει των δικών μας θεωριών και μοντέλων. Η ζωή με τον Θεό, οι βιβλικές αλήθειες και οι νόμοι που διέπουν τη ζωή του Πνεύματος, δεν περιμένουν τη δική μας συναίνεση, ώστε να λάβουν χώρα. Ευτυχώς, οι πνευματικές πραγματικότητες είναι εκεί, περιμένουν να ανακαλυφθούν και, αν όλα πάνε καλά, ο αναζητητής θα υποταχθεί στην ομορφιά και στο μυστήριο, αντί να προσπαθεί να τις χωρέσει στις δικές του κοσμοαντιλήψεις. Αν το θέσουμε λίγο διαφορετικά, όποιος «παλέψει» με τον Θεό θα χάσει. Κι εκεί εντοπίζεται η ευλογία. Με τα λόγια του Κίρκεγκωρ: «Υπάρχει μία προϋπόθεση στην πάλη που απομακρύνει κάθε αμφιβολία, συνεπώς, μία προϋπόθεση της πάλης που κάνει τον αγωνιζόμενο πραγματικά χαρούμενο και ατρόμητο, και αυτή είναι η προϋπόθεση: αν χάσει, τότε είναι νικητής».[2] Αποτινάζοντας κάθε ακαδημαϊκό, διακονικό ή δογματικό προσωπείο, ας συμφωνήσουμε στο ότι αυτή είναι και η επιδίωξη όλων εκείνων που παλεύουν με τη σιωπή του Θεού των Γραφών: να διακρίνουν τις πνευματικές διαστάσεις που τη συνοδεύουν και να υποταχτούν σε αυτές, με την απόκριση που ταιριάζει: με τη δική τους σιωπή.

Βέβαια, κατά μία έννοια ο Θεός ποτέ δε σιωπά. Για όποιον θεωρεί τις Γραφές θεόπνευστες, με όλο το θεολογικό και υπαρξιακό φορτίο που συνοδεύει αυτό το δόγμα, κι αν η ερμηνεία αυτών οφείλεται στη διαρκή παρουσία και δράση του Αγίου Πνεύματος, τότε είναι ασφαλές να συμπεράνουμε ότι Αυτός που συναντούμε στον Λόγο είναι ο Θεός, ο Οποίος κάνει αυτό ακριβώς: μας μιλά. Παρ’ όλα αυτά, η φράση «ο Θεός σιωπά», δεν είναι άστοχη. Το αντίθετο. Αρκεί να γνωρίζουμε τι είναι αυτό το οποίο εννοούμε, όταν τη χρησιμοποιούμε, πράγμα που σημαίνει ότι προϋποτίθεται ειλικρίνεια προς τον Θεό και τον εαυτό μας. Ο Andrew Murray το θέτει ως εξής:

Πρέπει να είναι σαφές σ’ εμάς τι είναι αυτό το οποίο περιμένουμε. Μπορεί να αφορά πολλά διαφορετικά πράγματα. Μπορεί να περιμένουμε τον Θεό να λάβει τη θέση Του ως Θεός την ώρα της προσευχής και να ενσταλάξει μέσα μας την αίσθηση της άγιας παρουσίας και εγγύτητάς Του. Μπορεί να είναι μία ιδιαίτερη ικεσία, για την οποία περιμένουμε μία απάντηση. Μπορεί να είναι ολόκληρη η εσωτερική μας ζωή, στην οποία περιμένουμε να δούμε τον Θεό να επιδεικνύει την ισχύ Του. Είναι καλό να απαριθμούμε στον εαυτό μας ακριβώς τι είναι αυτά τα οποία περιμένουμε, ώστε να πούμε για καθένα από αυτά «περιμένω την απάντησή Σου», αλλά επιπλέον να έχουμε την παρρησία να διεκδικήσουμε την απάντηση στο «περιμένω Εσένα».[3]

Η σιωπή του Θεού, ό,τι κι αν αυτή αφορά και όπως κι αν ερμηνεύεται στις ιδιαίτερες προσωπικές συνθήκες του καθενός, συνοδεύεται από προσμονή. Για κάποιον λόγο ο Θεός φαίνεται να είναι απών, φαίνεται να σιωπά, και αυτό μοιάζει με παραφωνία στον Θεό που αποκαλύπτεται στις Γραφές. Εξάλλου οι ίδιες οι Γραφές είναι που μας ωθούν σε στάση προσμονής μπροστά στην επέμβαση του Θεού, οι ίδιες οι Γραφές είναι που μάς πληροφορούν για τις αγαθές Του προθέσεις, ο ίδιος ο Λόγος μάς διαβεβαιώνει ότι ο Θεός μιλά και δεν πρόκειται να κοιμηθεί μπροστά στις ικεσίες των αγίων, και ο ίδιος Λόγος είναι που μας πληροφορεί ότι ο Θεός μπορεί για κάποια στιγμή να φαίνεται απών και το σκοτάδι της απουσίας Του να είναι δυσβάσταχτο.[4] Και αυτό από μόνο του είναι ενθαρρυντικό. Ο ίδιος ο Λόγος, ο ίδιος ο Θεός δηλαδή, που αποφασίζει να μας αποκαλυφθεί, μας πληροφορεί και για τα δύο: είναι ταυτόχρονα ο Θεός που διαρκώς μάς φανερώνει την αγάπη Του και που μπορεί για κάποιο χρονικό διάστημα να φαίνεται απών. Και η απουσία Του αυτή φαντάζει ακόμη πιο αβάσταχτη, ακριβώς εξαιτίας των όσων έχει φανερώσει για το ποιος είναι. Ο Θεός που σιωπά είναι ο Θεός που μιλά.

H σιωπή του Θεού φαίνεται αβάσταχτη, ακριβώς επειδή κατά καιρούς λαμβάνει χώρα σε περιστάσεις κατά τις οποίες χρειαζόμαστε την επέμβασή Του περισσότερο. Και η δυσκολία έγκειται στο πώς μπορούμε να συμβιβάσουμε τον Θεό της αγάπης και του ελέους, ο Οποίος επεμβαίνει ενεργά στις ζωές των παιδιών Του, με τον Θεό που κρύβει το πρόσωπό Του τη στιγμή που Τον έχουμε περισσότερο ανάγκη. Ή, για να το πούμε διαφορετικά, υπάρχουν στιγμές που αμφιβάλλουμε για το κατά πόσο το βίωμά μας συνεχίζει να δείχνει τον ίδιο Θεό χάρης, που αποκάλυψε τον εαυτό Του στο πρόσωπο του Κυρίου.

Υπάρχουν πολλές απαντήσεις που μπορούν να δοθούν όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της σιωπής του Θεού και του προσωπικού μας αγιασμού, της δράσης του Αγίου Πνεύματος στη ζωή μας, ώστε τελικά ο Θεός να μας οδηγήσει σταδιακά σε ομοίωση με τον Υιό Του. Βέβαια δεν υπάρχει μία απάντηση που να ταιριάζει σε όλες τις περιπτώσεις, μια και υπάρχουν εμπειρίες στις οποίες το μόνο που ταιριάζει είναι η σιωπή, εμπειρίες στις οποίες η οποιαδήποτε απάντηση μπορεί να διεγείρει οργή αντί για οικοδομή.

Παρ’ όλα αυτά, το παρόν κείμενο δεν έχει ως στόχο να εμβαθύνει τόσο στο γιατί ο Θεός μπορεί να φαίνεται απών ή στο τι είναι αυτό στο οποίο – βάσει των όσων ο ίδιος μάς έχει πει – αποσκοπεί, αλλά κάτι άλλο, δηλαδή στο πώς είναι δυνατό να διαχειριστώ τη σιωπή του Θεού, ώστε να αποκομίσω το μέγιστο δυνατό πνευματικό όφελος, άσχετα με το τι ο Θεός θέλει να επιτύχει μέσα από την «απομάκρυνσή Του», κάτι που ίσως δεν θα μάθω ποτέ.

Το παραπάνω απόσπασμα του Murray ήδη μας δίνει ένα στοιχείο: μέσα στο βίωμά μου, βυθισμένος στην υποκειμενικότητά μου, καθώς παλεύω ενάντια σε εμπειρίες και ερωτηματικά, μπορεί να λάβει χώρα μία μεταμορφωτική μετάβαση από το «περιμένω την απάντησή Σου» στο «περιμένω Εσένα». Η διαφορά φαίνεται  μικρή, αλλά στην ουσία είναι τεράστια. Το ερώτημα είναι πώς περνάω από το ένα στο άλλο.  Ή διαφορετικά, τι μπορώ να κάνω, ώστε να διαχειριστώ τη «σιωπή του Θεού» με τον καλύτερο δυνατό τρόπο;
 
Σ’ αυτό το σημείο ο Κίρκεγκωρ έχει πάλι κάτι να μας πει:

…η σχολή των δοκιμασιών είναι ένας θάνατος και τα μαθήματα επάνω σ’ αυτόν τον θάνατο λαμβάνουν χώρα σε ησυχία. Σ’ αυτήν τη σχολή τα μαθήματα είναι πάντοτε σιωπηλά. Εδώ η προσοχή δεν δίνεται σε πολλά διαφορετικά αντικείμενα, επειδή εδώ μόνο ένα πράγμα είναι απαραίτητο, και αυτό είναι που διδάσκεται. Η προσοχή μας δεν διασπάται από άλλους μαθητές, επειδή εδώ ο μαθητής είναι μόνος του με τον Θεό.[5]

Για τον Κίρκεγκωρ – και για πολλούς άλλους – υπάρχει μία υπαρκτή, προσωπική σφαίρα, στην οποία ο μαθητής, ο καθένας από εμάς, μπορεί να συναντήσει πραγματικά τον πραγματικό  Θεό εν μέσω δοκιμασιών, λες και οι δοκιμασίες υπάρχουν γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό. Με μία προϋπόθεση όμως: η προετοιμασία για τη συνάντηση και η συνάντηση αυτή καθ’ εαυτή, πρέπει να λάβουν χώρα σε ησυχία. Μία προϋπόθεση – μία πνευματική άσκηση – που αν και μπορεί να μας φαίνεται ανοίκεια, είναι εν τούτοις κάτι προς το οποίο η ίδια η Γραφή μας προτρέπει, ιδίως αν αναλογιστεί κάποιος ότι η επίγεια διακονία του Κυρίου ξεκινά με μία περίοδο μοναξιάς και ησυχίας (Λουκ.4:1) ή ότι ο ίδιος επέλεγε τακτικά να απομονώνεται, δείχνοντας έναν τρόπο ζωής που όλοι μας θα έπρεπε να υιοθετούμε. Για τον Dallas Willard η ησυχία:

Συνιστά μία δυνατή και ουσιαστική πνευματική άσκηση. Μόνο η ησυχία μπορεί να μας επιτρέψει να επικεντρωθούμε στον Θεό με μεταμορφωτικό τρόπο. Μάς επιτρέπει να ακούσουμε τον τρυφερό Θεό, του Οποίου ο Υιός «δε θα μαλώσει και δε θα κραυγάσει, ούτε θ’ ακούσει κανένας στις πλατείες τη φωνή του» (Ματ.12:19). Είναι ο ίδιος Θεός που μάς λέει ότι «μέσα στην ησυχία και στην εμπιστοσύνη θα βρείτε τη μοναδική σας δύναμη» (Ησ.30:15).[6]

Και ο Thomas Merton συμπληρώνει:

Είναι αναγκαίο να ονομάσω Αυτόν, στη σιωπή του Οποίου συμμετέχω και την οποία λατρεύω, διότι στη σιωπή Του προφέρει το όνομά μου. Μόνο Αυτός γνωρίζει το όνομά μου, στο οποίο εγώ γνωρίζω το δικό Του όνομα. Διότι τη στιγμή που με αποκαλεί «παιδί Του», εγώ Τον βλέπω ως «Πατέρα μου».[7]

Τι σημαίνουν όλα αυτά; Ότι εν μέσω της δοκιμασίας υπάρχει όντως ένας πολύ προσωπικός χώρος, τόσο προσωπικός, ώστε τα λόγια μου να μην είναι ικανά να τον περιγράψουν, στον οποίο μπορώ σε ησυχία να συναντήσω τον Θεό της αγάπης ως αγάπη και στον οποίο μπορώ να ακούσω τα τρυφερά λόγια ότι είμαι παιδί Του και Αυτός Πατέρας, ο Οποίος με καλεί με το όνομά μου και του Οποίου το όνομα μπορώ κι εγώ να προφέρω. Μερικές φορές, ακόμη και οι λέξεις της προσευχής μου μπορεί να αποτελέσουν τροχοπέδη και θόρυβο, εμποδίζοντας αυτό που έχω πραγματικά ανάγκη και που μπορεί να μου δοθεί μόνο σε ησυχία, δηλαδή τον Θεό που ψιθυρίζει αυτό που η ψυχή μου έχει ανάγκη να ακούσει. Και κάπως έτσι είναι που η ησυχία:

Καθαρίζει το προπέτασμα καπνού των λέξεων που ο άνθρωπος έχει βάλει μεταξύ του νου του και των πραγμάτων. Σε ησυχία έρχομαι πρόσωπο προς πρόσωπο με το γυμνό είναι των πραγμάτων. Κι έτσι ανακαλύπτουμε ότι η γύμνια της πραγματικότητας την οποία φοβόμασταν, δεν συνοδεύεται ούτε από φόβο ούτε από ντροπή. Είναι ντυμένη με τη φιλική κοινωνία της σιωπής, και αυτή η σιωπή σχετίζεται με την αγάπη.[8]

«Καλό είναι για τον άνθρωπο να ’χει απ’ τα νιάτα του υπομείνει δυσκολίες. Ας περιμένει κι ας σιωπά, αφού ο Κύριος τις επιτρέπει», διαβάζουμε στο βιβλίο των Θρήνων.[9] Η αγανάκτηση μπροστά στη σιωπή του Θεού είναι δικαιολογημένη και η θλίψη μπροστά στον αγαπημένο  που φαίνεται να έχει κρύψει το πρόσωπό Του, συνταράσσει τον κόσμο μας. Αλλά ο Θεός δεν παύει να είναι αγαθός και δεν παύει να μας μιλά. Η σιωπή του ανθρώπου φαίνεται να είναι η δέουσα απόκριση μπροστά στη σιωπή του Θεού, μία σιωπή που, αν τη διαχειριστούμε σωστά, μπορεί να μας ξανα-αποκαλύψει την καρδιά του Θεού και να μας πείσει από την αρχή ότι το βλέμμα Του ποτέ δεν στράφηκε μακριά.

Ας επιστρέψουμε προς στιγμήν στο αρχικό μας σχόλιο, ότι η πραγματικότητα (υλική ή πνευματική) λειτουργεί με τους δικούς της κανόνες, άσχετα με ό,τι εμείς πιστεύουμε. Και ας σκεφτούμε προς στιγμήν, πόσο αρέσει στον άνθρωπο να κάνει αισθητή την παρουσία του μέσω της ομιλίας του. Θεωρώ ότι το «μιλάω άρα υπάρχω», ίσχυε πάντα και σίγουρα  έχει λάβει νέες διαστάσεις στην εποχή μας. Ο Κύριος όμως μάς υπενθυμίζει την αξία της απομόνωσης και της σιωπής, καθώς και τους κινδύνους της πολυλογίας. Φαίνεται ότι μας καλεί να εισέλθουμε σε έναν ανοίκειο χώρο, τόσο διαφορετικό από αυτόν της καθημερινής μας πολύβουης εμπειρίας, όπου όμως μας περιμένει η οικεία φωνή του Πατέρα, ο Οποίος θέλει να μας επιβεβαιώσει την ακλόνητη αγάπη Του. Και αυτή η ανάγκη μας για τη στοργική αγάπη του Πατέρα γίνεται ακόμη πιο έντονη σε περιόδους δοκιμασίας. Οι ρυθμοί της καθημερινής ζωής επιβαρύνουν και τους ακόλουθους του Χριστού, οι οποίοι συχνά έχουμε ανάγκη για πνευματική αναζωογόνηση, ξεχνώντας ότι αυτή μερικές φορές είναι τόσο μακριά, όσο το πιο απομακρυσμένο δωμάτιο του σπιτιού μας. Αν ο Θεός των Γραφών σιωπά, τότε στηρίξου στις υποσχέσεις του Λόγου και σιώπα κι εσύ. Κι ίσως εκπλαγείς που θα Τον συναντήσεις εκεί που μάλλον δεν το περίμενες. Μακριά απ’ τις λέξεις που φαίνεται να έχουν στερέψει, στην ησυχία. Κι όπως έγραψε ο Andrew Murray,

Αγαπημένη ψυχή! Μάθε να περιμένεις τον Κύριο, περισσότερο απ’ ό,τι οι φύλακες περιμένουν το πρωί. Όλα μέσα σου μπορεί να είναι πολύ σκοτεινά· δεν είναι αυτός ο καλύτερος λόγος για να περιμένεις το φως του Θεού; Τα πρώτα σημάδια φωτός μπορεί να είναι αρκετά μόνο για να αποκαλύψουν το σκοτάδι και να σε ταπεινώσουν οδυνηρά εξαιτίας της αμαρτίας. Δεν μπορείς να εμπιστευτείς το φως ότι θα διώξει το σκοτάδι; Πίστεψε ότι θα το κάνει. Απλώς υποτάξου, ακόμη και τώρα, με σιωπή ενώπιον του Θεού, και περίμενέ Τον να λάμψει μέσα σου. Πες με ταπεινή πίστη: Ο Θεός είναι φως, άπειρα πιο λαμπερός και πιο όμορφος απ’ το φως του ήλιου.[10]

[1] Thomas Merton, No Man Is an Island (New York: Image Books, 1967), 178.
[2] Søren Kierkegaard, Eighteen Upbuilding Discourses, trans. Howard Hong and Edna Hong (New Jersey: Princeton University Press, 1992), 257.
[3] Andrew Murray, Waiting on God (New York: Start Publishing, 2012), Kindle edition.
[4] Συγκρ. για παράδειγμα τους Ψαλμούς 13 και 88.
[5] Søren Kierkegaard, Upbuilding Discourses in Various Spirits, trans. Howard Hong and Edna Hong (New Jersey: Princeton University Press, 1993), 257.
[6] Dallas Willard, The Spirit of the Disciplines (New York: Harper and Row, 1988), 164.
[7] Thomas Merton, Thoughts in Solitude (New York: Rosetta Books, 2005), 41.
[8] Ibid.50.
[9] 3:27.
[10] Andrew Murray, Waiting on God (New York: Start Publishing, 2012), Kindle edition.

Exit mobile version