Το τραγούδι των γυναικών του Ισραήλ, με το οποίο καλωσόριζαν τα ισραηλιτικά στρατεύματα που επέστρεφαν νικηφόρα από τον πόλεμο εναντίον των Φιλισταίων, «Ο Σαούλ σκότωσε χιλιάδες μα ο Δαβίδ μυριάδες» (Α’ Σαμουήλ 18.7), δεν ήχησε καλά στα «βασιλικά» αυτιά του Σαούλ. Θεώρησε ότι, ενώ ο Δαβίδ υπερτιμάται, ο ίδιος υποτιμάται, με αποτέλεσμα να αρχίσει να ζηλεύει τον νικητή της μονομαχίας εναντίον του Φιλισταίου Γολιάθ, ο οποίος επί σαράντα ημέρες, πρωί και βράδυ, εξουθένωσε το ηθικό των τρομοκρατημένων Ισραηλιτών.
Ο Σαούλ, παραδομένος στη ζήλια του εναντίον του προσφάτως προσληφθέντα προσωπικού μουσικού του, οδηγήθηκε στον φθόνο, φοβούμενος ότι ο Δαβίδ επιβουλεύεται τον θρόνο του Ισραήλ, με αποτέλεσμα ο νεαρός βοσκός της Βηθλεέμ να μετατραπεί σε εχθρό που έπρεπε να πάψει να υπάρχει.
Η αρχή της βιολογικής του εξουδετέρωσης ξεκίνησε τη στιγμή που ο Δαβίδ πρόσφερε τις μουσικές του υπηρεσίες στον ψυχικώς ασθενούντα άνακτα. Ο θείος συγγραφέας καταγράφει το περιστατικό: «10 Την άλλη μέρα, το κακό πνεύμα ήρθε από τον Θεό στον Σαούλ και τον έπιασε κρίση μέσα στο ανάκτορο, ενώ ο Δαβίδ έπαιζε την άρπα, όπως κάθε μέρα. Ο Σαούλ κρατούσε ακόντιο στα χέρια του. 11 Σε μια στιγμή έριξε το ακόντιο λέγοντας μέσα του: “Θα τον καρφώσω στον τοίχο”. Αλλά ο Δαβίδ δυο φορές του ξέφυγε» (A’ Σαμ. 18).
Θα ακολουθήσει μια σειρά από ανεπιτυχείς προσπάθειες του Σαούλ να τον σκοτώσει, μέχρι που ο νεαρός Δαβίδ καταλαβαίνει ότι πλέον κινδυνεύει και φοβούμενος για τη ζωή του, τρέπεται σε φυγή. Από το 18:18 έως και το 22ο κεφάλαιο ο θείος συγγραφέας καταγράφει πέντε διαδοχικές ιστορίες φυγής του Δαβίδ, οι οποίες είναι:
Α. Φυγή από το σπίτι του με προορισμό τη Ραμά και αναζήτηση καταφυγίου στον προφήτη Σαμουήλ (18:18-24).
Β. Φυγή από τη Ναϊώθ της Ραμά με προορισμό τη Γαβαά και αναζήτηση καταφυγίου στον Ιωνάθαν (Α’ Σαμ. 20).
Γ. Φυγή από τη Γαβαά με προορισμό τη Νωβ και αναζήτηση καταφυγίου στον ιερέα Αχιμέλεχ (21:1-10).
Δ. Φυγή από τη Νωβ με προορισμό τη Γαθ και αναζήτηση καταφυγίου στον βασιλιά των Φιλισταίων Αχίς (21:11-16).
Ε. Φυγή από τον Αχίς της Γαθ στο σπήλαιο Αδουλλάμ (22:1).
Συνηθίζουμε να θεωρούμε το επεισόδιο με τη Βηθσαβεέ και τον φόνο του συζύγου της Ουρία, ως το πνευματικό ναδίρ του Δαβίδ. Ωστόσο, πριν από τη θλιβερή εκείνη ιστορία η περίοδος κατά την οποία ο Δαβίδ είναι φυγάς, δεν είναι και η καλύτερή του. Ο παράγων που κινεί τον Δαβίδ σε κάθε μία από αυτές τις ιστορίες είναι ο φόβος. Βεβαίως ο φόβος ως συναίσθημα είναι μια φυσιολογικότατη αντίδραση του ανθρώπου. Η αποτυχία του Δαβίδ συνίσταται στη λανθασμένη και εν πολλοίς κοσμική διαχείρισή του, καθώς είναι ο φόβος που τον ορίζει και όχι η πίστη του στον Κυρίαρχο Θεό του. Για παράδειγμα, η τέταρτη ιστορία με την οποία ο θείος συγγραφέας αφηγείται την προσπάθεια του Δαβίδ να φύγει από τη χώρα που ο Κύριος χάρισε στον τότε εκλεκτό λαό Του, και να βρει καταφύγιο στη γη των Φιλισταίων, την αιώνια νέμεση του Ισραήλ.
Εάν τον Σαούλ ο φόβος της απώλειας του θρόνου του Ισραήλ στον Δαβίδ (λες και ήταν δικός του) τον οδηγεί στην παράνοια, τον Δαβίδ τον οδηγεί σε σύγχυση. Πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι μέσα στην απόγνωσή του επιλέγει όχι μόνο να εγκαταλείψει την αγία γη, δίχως ποτέ βέβαια να ζητήσει θεία οδηγία, αλλά και απ’ όλες τις περιοχές που περιέβαλαν τον Ισραήλ να επιλέξει να πάει όχι απλώς στη χώρα των Φιλισταίων, αλλά στη Γαθ, όπου θεωρούνταν persona non grata! Όχι μόνο ανεπιθύμητος ήταν εκεί, αλλά και καταζητούμενος, διότι ήταν αυτός που λίγο νωρίτερα είχε σκοτώσει το λαμπρότερο παλικάρι τους, τον μέγιστο Φιλισταίο μονομάχο Γολιάθ, του οποίου τόπος καταγωγής ήταν η Γαθ (Α’ Σαμ. 17:4). Ήταν αυτός για τον οποίο τραγουδούσαν οι γυναίκες του Ισραήλ ότι είχε σκοτώσει τις μυριάδες των Φιλισταίων. Συνεπώς στη Γαθ θα υπήρχαν όχι μόνο τ’ αδέλφια του Γολιάθ (Β’ Σαμ. 21:18-19, Α’ Χρονικών 20:5), αλλά και συγγενείς πολλών άλλων, τους οποίους ο Δαβίδ σκότωσε. Όλοι αυτοί, σύζυγοι, γονείς, παιδιά, αδέλφια, θα ήθελαν πάρα πολύ να τους δοθεί η ευκαιρία να πάρουν εκδίκηση όχι μόνο για τους σκοτωμένους τους, αλλά και για την εθνική τους ταπείνωση για την οποία υπεύθυνος ήταν ο Δαβίδ.
Μέσα στη σύγχυσή του ο Δαβίδ όχι μόνο καταφεύγει στο στόμα του λύκου, αλλά προκαλεί κιόλας την «τύχη» του. Ο τρόπος που εμφανίζεται είναι προβοκατόρικος, καθώς φεύγοντας από τη Νωβ για τη Γαθ, ζήτησε από τον ιερέα Αχιμέλεχ όπλα κι εκείνος του έδωσε το ξίφος του Γολιάθ, με το οποίο ο Δαβίδ είχε αποκεφαλίσει τον Φιλισταίο γίγαντα. Όταν ο Δαβίδ πηγαίνει στη Γαθ, πηγαίνει αρματωμένος με το μοναδικό εκείνο ξίφος, για το οποίο ο ίδιος είπε στον Αχιμέλεχ, όταν του το πρόσφερε: «Δεν υπάρχει καλύτερο απ’ αυτό» (Α’ Σαμ. 21:10).
Η παρουσία του στη Γαθ αμέσως προκάλεσε τους αξιωματούχους του Αχίς να θυμηθούν την πρόσφατη ιστορία, το κακό που τους προξένησε ο Δαβίδ και τον περίφημο στίχο που οι γυναίκες του Ισραήλ είχαν επινοήσει, μελοποιήσει και τραγουδήσει για τον Δαβίδ. Οι «μυριάδες» του στίχου αναφέρονταν στα δικά τους παλικάρια, γυναικόπαιδα και ηλικιωμένους που ο Δαβίδ είχε σκοτώσει: «12 Οι αξιωματούχοι του Αχίς είπαν στο βασιλιά τους: “Αυτός δεν είναι ο Δαβίδ, ο βασιλιάς της χώρας του Ισραήλ; Δεν είναι γι’ αυτόν που οι γυναίκες καθώς χόρευαν έλεγαν:Ο Σαούλ σκότωσε χιλιάδες μα ο Δαβίδ μυριάδες;”»
Η αντίδραση των Φιλισταίων αξιωματούχων δεν αφήνει αδιάφορο τον Δαβίδ, απεναντίας, «13 Ο Δαβίδ κατάλαβε τη βαρύτητα που είχαν αυτά τα λόγια, κι άρχισε να φοβάται πάρα πολύ τον Αχίς. 14 Έκανε, λοιπόν, τον τρελό μπροστά τους, συμπεριφερόταν σαν ανόητος, όταν τον πιάνανε, χάραζε σχήματα πάνω στις πόρτες κι άφηνε το σάλιο του να τρέχει πάνω στα γένια του». Φαίνεται ότι οι αξιωματούχοι κινούνται να τον συλλάβουν και ο Δαβίδ αντιμέτωπος με την όλη δυσάρεστη εξέλιξη και φοβούμενος τα χειρότερα, παριστάνει τον τρελό, χαράζει πόρτες και τοίχους κι αφήνει το σάλιο του να τρέχει πάνω στα γένια του.
Η προσποίηση του Δαβίδ έπιασε. «15 Είπε λοιπόν ο Αχίς στους αξιωματούχους του: “Δε βλέπετε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι τρελός; Τι μου τον φέρατε; 16 Μήπως έχω ανάγκη από τέτοιους και τον φέρατε για να κάνει τις τρέλες του μπροστά μου; Ήταν ανάγκη να ‘ρθεί στο ανάκτορό μου;”». Ο Δαβίδ φτηνά τη γλιτώνει. Δίχως καθυστέρηση αρπάζει την ευκαιρία κι εγκαταλείπει τη Γαθ καταφεύγοντας στο σπήλαιο Αδουλλάμ (Α’ Σαμ. 22:1). Η εμπειρία του αυτή τον ώθησε να γράψει δύο Ψαλμούς, τον 34ο και τον 56ο.
Όμως, αυτή η αυτοκτονική του απόφαση να καταφύγει στη Γαθ, στην οποία τον ωθεί ο φόβος για τη ζωή του, δημιουργεί μερικά σοβαρά ερωτήματα. Διότι, πώς είναι δυνατόν να εξηγηθεί το γεγονός ότι νωρίτερα αντιμετώπισε τον Γολιάθ με ένα θάρρος που πήγαζε από την πίστη του στον Θεό και γι’ αυτό ξεπερνούσε τα ανθρώπινα δεδομένα, και τώρα φοβάται τόσο πολύ, ώστε να προβαίνει από το ένα λάθος στο άλλο; Λάθη και πράξεις που έχουν κόστος στον ίδιο, αλλά και στους γύρω του, όπως για παράδειγμα:
- Στο κεφάλαιο 20 ο φόβος τον ωθεί να ζητήσει από τον φίλο του Ιωνάθαν να τον καλύψει, λέγοντας ψέματα στον Σαούλ για την απουσία του από το εορταστικό τραπέζι της πρωτομηνιάς. Καταλήγει να μην ξαναδεί τον φίλο του Ιωνάθαν.
- Στο κεφάλαιο 21 ο φόβος τον ωθεί να καταφύγει στη Νωβ. Εκεί πάλι λέει ψέματα στον ιερέα Αχιμέλεχ και τον εμπλέκει. Το αποτέλεσμα; Καταγράφεται στο κεφάλαιο 22: Ως αντίποινα ο Σαούλ θα προβεί στη γενοκτονία όλων των κατοίκων της ιερατικής πόλης Νωβ (Α’ Σαμ. 22).
- Στο 21:11-16, καταφεύγει στον Αχίς της Γαθ. Το αποτέλεσμα; Συλλαμβάνεται και φυλακίζεται, ενώ κινδυνεύει να θανατωθεί. Για να διαφύγει, αναγκάζεται να παριστάνει τον τρελό, να αυτο-γελοιοποιηθεί μπροστά στους εχθρούς του. Ποιος; Ο χρισμένος από τον Θεό και εν αναμονή βασιλιάς του Ισραήλ, ο άνθρωπος «κατά την καρδίαν του Θεού».
Αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατόν, όταν γνωρίζει την υπόσχεση του Θεού ότι θα διαδεχθεί τον Σαούλ και θα είναι ο επόμενος βασιλιάς του Ισραήλ, πώς είναι δυνατόν να διαχειρίζεται τον φόβο για τη ζωή του τόσο λανθασμένα και ως πρόσωπο που δεν γνωρίζει τον Θεό; Πώς είναι δυνατόν να ξέχασε τον Σαμουήλ, που τον έχρισε βασιλιά χύνοντας το λάδι πάνω στο κεφάλι του;
Ο Δαβίδ από τη στιγμή που παίρνει τα μάτια του από τον Θεό, όχι μόνο τρομάζει και το βάζει στα πόδια, αλλά εγκαταλείπει τη συνταγή της νίκης και χρησιμοποιεί τους τρόπους του κόσμου. Φεύγοντας από τη Νωβ ζήτησε και πήρε το ξίφος του Γολιάθ, με σκοπό να αντιμετωπίσει τον όποιο εχθρό του με το ξίφος του. Ωστόσο, αυτό όχι μόνο δεν τον βοήθησε, ίσως και να τον ζημίωσε προκαλώντας τους Φιλισταίους της Γαθ.
Πόσο διαφορετικά, όμως, είχε ενεργήσει, όταν αντιμέτωπος με τον Γολιάθ, του είχε πει: «45 Εσύ έρχεσαι εναντίον μου με ξίφος, ακόντιο και λόγχη· εγώ όμως έρχομαι εναντίον σου στο όνομα του παντοδύναμου Θεού, του Κυρίου των ισραηλιτικών στρατευμάτων, που εσύ τα ξευτέλισες. 46 Σήμερα ο Κύριος θα σε παραδώσει στα χέρια μου· θα σε σκοτώσω και θα σου κόψω το κεφάλι· σήμερα θα παραδώσω τα πτώματα των Φιλισταίων στρατιωτών στα πουλιά του ουρανού και στ’ άγρια θηρία. Έτσι όλοι οι άλλοι λαοί θα μάθουν ότι υπάρχει Θεός στον Ισραήλ. 47 Κι όλο αυτό το πλήθος των Ισραηλιτών θα μάθει πως ο Κύριος δεν έχει ανάγκη το ξίφος και το ακόντιο για να μας χαρίσει τη νίκη· ο πόλεμος είναι δική του υπόθεση κι αυτός θα σας παραδώσει στην εξουσία μας» (Α’ Σαμ. 17).
Ο Δαβίδ ξέχασε αυτήν του την πίστη και μαρτυρία. Ξέχασε ότι ο Θεός μπορεί να τον προστατεύσει με τους δικούς Του τρόπους, όπως έκανε νωρίτερα στη Ναϊώθ, όπου είχε καταφύγει. Μαθαίνοντας ο Σαούλ ότι εκεί βρίσκεται ο Δαβίδ, έστειλε τρία αποσπάσματα στρατιωτών για να τον συλλάβουν. Κάθε φορά όμως ο Θεός τούς εμπόδισε να τον αγγίξουν. Το ίδιο έκανε και με τον Σαούλ, όταν εκείνος αποπειράθηκε να τον συλλάβει. Μάλιστα ο Σαούλ βρέθηκε σε έκσταση, ξαπλωμένος στο έδαφος και γυμνός για ένα εικοσιτετράωρο. (Α’ Σαμ. 19:18-24). Ο Δαβίδ δεν χρειάστηκε κάποιο ξίφος για να προστατευτεί.
Δεν πολεμούμε το κακό με τα όπλα του κακού, αλλά με εμπιστοσύνη στον Θεό, με πίστη στον Λόγο Του και με προσευχή σ’ Αυτόν. Συνεπώς, ο μόνος τρόπος να διαχειριστούμε νικηφόρα τον φόβο είναι η πίστη στον Θεό και στις υποσχέσεις Του. Το 11ο κεφάλαιο της προς Εβραίους Επιστολής προσφέρει πλούσιο αποδεικτικό υλικό. Ένα όμορφο παράδειγμα είναι ο απ. Παύλος, ο οποίος γράφει: «8 Θέλουμε να ξέρετε, αδερφοί μου, για τον κίνδυνο που αντιμετωπίσαμε στην Ασία. Το μέγεθός του ήταν πράγματι υπερβολικό και ξεπερνούσε τις δυνάμεις μας, σε σημείο μάλιστα, που παραλίγο να χάσουμε και τη ζωή μας. 9 Το είχαμε πάρει απόφαση ότι η θανατική μας καταδίκη ήταν αναπόφευκτη· έτσι δεν ελπίζαμε πια στις δικές μας δυνάμεις, παρά μόνο στη βοήθεια του Θεού, που ανασταίνει τους νεκρούς. 10 Αυτός που μας έσωσε από έναν τέτοιο θανάσιμο κίνδυνο, θα κάνει το ίδιο και στο μέλλον. Σ’ αυτόν στηρίζουμε την ελπίδα μας, ότι και πάλι θα μας σώσει, 11 με τη συμβολή και των δικών σας προσευχών για μας, ώστε να αποδοθούν για χάρη μας από πολλά πρόσωπα πολλές ευχαριστίες στο Θεό γι’ αυτό που μας χάρισε» (Β’ Κορ. 1).
Ο προφήτης Ησαΐας μας δείχνει τον τρόπο αντιμετώπισης του φόβου:
«3Θέλεις φυλάξει ἐν τελείᾳ εἰρήνῃ τὸ πνεῦμα τὸ ἐπὶ σὲ ἐπιστηριζόμενον, διότι ἐπὶ σὲ θαρρεῖ. 4 Θαρρεῖτε ἐπὶ τὸν Κύριον πάντοτε· διότι ἐν Κυρίῳ τῷ Θεῷ εἶναι αἰώνιος δύναμις» (26 / Βάμβας).

